Το ότι έχεις δικαίωμα ψήφου δεν δικαιολογεί τον κρατικό εξαναγκασμό

0
717

Ο κρατικός εξαναγκασμός δεν μπορεί να δικαιολογηθεί σε καμία περίπτωση ηθικά με την επίκληση στο δικαίωμα ψήφου και την αρχή της πλειοψηφίας

του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

H επίκληση στην «κοινωνική» συμφωνία για την κρατική δράση μέσω εκλογών προτείνεται συνεχώς ως επιχείρημα για τη δικαιολόγηση οποιουδήποτε κρατικού εξαναγκασμού: από τη φορολογία, μέχρι και την μικρότερη κανονιστική ρύθμιση. Βέβαια, λόγω του γεγονότος ότι ποτέ δεν συνοδεύεται από κάποια αιτιολόγηση πέραν του «έτσι αποφασίσαμε ως κοινωνία», ο ισχυρισμός αυτός είναι ψευδής.

Το να ψηφίζεις δε δικαιολογεί κανέναν εξαναγκασμό

Σίγουρα κάποιος που χρησιμοποιεί το παραπάνω επιχείρημα δεν θα ήθελε κάποιος να μπει στο σπίτι του και να του αρπάξει τα υπάρχοντα. Ή, φαντάζομαι, κάποιος δε θα ήθελε να στερείται μέρος του κόπου της εργασίας του επειδή κάποιος αποφάσιζε να του επιτεθεί και να τον αρπάξει. Αλλά όχι, οι παραπάνω δράσεις δικαιολογούνται επειδή πραγματοποιούνται από τον θεσμό που έχει ταυτιστεί με τη νομιμότητα: το κράτος. Γιατί λοιπόν γίνεται αυτή η αλλαγή στάσης, όταν το κράτος επιτελεί τις παραπάνω δράσεις; Γιατί γίνεται πάντα επίκληση στην πλειοψηφία και στην «vox populi» (φωνή του λαού), όταν κάποιος έρχεται αντιμέτωπος με δύσκολα ερωτήματα που θέτουν υπό αμφισβήτηση όλο το κρατιστικό οικοδόμημα;

Δύο είναι οι πιθανές απαντήσεις κατά τη γνώμη μου: άγνοια και εσκεμμένη διανοητική ανειλικρίνεια. Η πρώτη δικαιολογείται. Έτσι κι αλλιώς, οι περισσότεροι είμαστε απόφοιτοι της κρατικής εκπαίδευση καθώς και της κρατιστικής κουλτούρας. Γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε και πεθαίνουμε σε κοινωνίες, όπου το κράτος, κακώς, έχει μεγάλη παρουσία στις ζωές και τις συναλλαγές μας. Φυσικό και επόμενο είναι να εντυπωθεί στον νου του μέσου ανθρώπου ότι το κράτος είναι κάτι αναπόσπαστο από τον κόσμο αυτό και ότι χάρη σε αυτό απολαμβάνουμε την όποια κοινωνική συνοχή υπάρχει. Για να απελευθερωθεί κάποιος από αυτό το ξόρκι δεν χρειάζεται να κάνει πάρα πολλά: να έχει έναν κάπως ανοιχτό νου, να διαβάσει και να ακούσει πράγματα τα οποία έρχονται σε σύγκρουση με αυτά που πιστεύει. Εάν τα λογικά άκρα των πεποιθήσεών του αντιβαίνουν στις αρχές του και δεν μπορεί να τα υπερασπιστεί πλέον, η λογική επιβάλλει αλλαγή των απόψεων του.

Η δεύτερη περίπτωση είναι δυσκολότερη. Ερχόμενοι μπροστά στις αντιφάσεις τους αυτοί οι άνθρωποι επιμένουν στις ίδιες θέσεις περί πλειοψηφικής αρχής και νομιμοποίησης μέσω αυτής κάθε κρατικού εξαναγκασμού. Είναι μόνο όταν τραβηχτούν οι θέσεις τους στα λογικά τους άκρα, που αρχίζουν να στάζουν κρύο ιδρώτα ή αρχίζουν να νευριάζουν. Για παράδειγμα, εάν κάποιος ταχθεί κατά της δημόσιας εκπαίδευσης, το επόμενο επιχείρημα μπορεί να είναι κάτι του τύπου: «μα όλοι την πληρώνουμε», όπου μπορούμε να ανταπαντήσουμε με μία απείρως μακριά λίστα με πράγματα που «όλοι πληρώνουμε», αλλά δεν του αρέσουν, για παράδειγμα οι μισθοί του Καρανίκα ή το κρατικό χρέος.

Το κοινωνικό συμβόλαιο

Μερικοί δεν πρόκειται να ενορχηστρώσουν ολόκληρες γραμμές άμυνας μπρος την ολομέτωπη επίθεση του αναρχοκαπιταλιστή. Θα καταφύγουν αμέσως στο επιχείρημα του κοινωνικού συμβολαίου. Τότε, ένα μόνο πράγμα μας μένει να κάνουμε, αν δεν έχουμε την όρεξη να καταρρίψουμε και τις τέσσερις (μπορεί να είναι και περισσότερες) θεωρίες περί κοινωνικού συμβολαίου 1. Αρκεί να ρωτήσουμε το εξής: «ποιοι είναι οι όροι του κοινωνικού συμβολαίου που υπογράψαμε;», και απλά να απολαύσουμε το χάος που δημιουργείται στις τάξεις τους. Κάθε διαφορετικό πρόσωπο με το οποίο συνομιλούμε έχει κάτι διαφορετικό να πει, αλλά οι περισσότεροι συγκλίνουν στο ότι κατά κάποιον τρόπο έχουμε αποφασίσει να θυσιάσουμε μερικές από τις ελευθερίες μας για την προστασία μας.

Και εδώ βρίσκεται η ταφόπλακα του επιχειρήματος. Ποιες είναι αυτές οι ελευθερίες και γιατί σε άλλα κράτη οι ελευθερίες είναι διαφορετικές ή περισσότερες/λιγότερες; Πώς συμβαίνει και στο ίδιο κράτος κάτι τέτοιο μεταβάλλεται εντελώς, ποιο είναι δηλαδή το πρωτότυπο, πρωτογενές κοινωνικό συμβόλαιο που υπεγράφη; Με άλλα λόγια, αν δεν ξέρουν ποιοι είναι επακριβώς οι όροι, πώς υποθέτουν ότι το συμβόλαιο είναι έγκυρο και όχι κάποια απάτη;

Αυτό εδώ είναι το σημείο που η αντεπίθεση αρχίζει. Κατηγορείσαι ως αναρχικός, ότι θέλεις να πεθάνουν οι φτωχοί, να επικρατήσουν οι εγκληματίες (παρόλο που πλέον βρίσκονται στη βουλή, φτου! μακριά μας) και άλλα ωραία. Εδώ έχουμε όμως κερδίσει τη συζήτηση, εάν αυτό θέλαμε να κάνουμε εξ αρχής. Ο κρατιστής δεν μπορεί να δικαιολογήσει την πεποίθησή του ότι το κράτος δια της νομιμοποίησης της πλειοψηφίας ασκεί δικαιωματικά τον εξαναγκασμό του και έτσι η γη χάνεται κάτω από τα πόδια του.

Η ψυχολογία του κρατιστή

Και ο κρατιστής, χωρίς πλέον την ηθική δικαιολόγηση του θεσμού εκείνου που θεωρεί ως όχημά του για την επιβολή των απόψεών του, φυσικό είναι να ωρύεται. Θα πρέπει πλέον ο ίδιος να ασκήσει την επιθυμητή βία για να «αλλάξει τον κόσμο». Και αυτό είναι πραγματικά τρομακτικό και δείχνει την, θα έλεγα, εμφανή δειλία που χαρακτηρίζει οποιονδήποτε κολεκτιβιστή/κρατιστή/σοσιαλιστή. Κρύβεται πίσω από τις μάζες, χρησιμοποιεί τις πλειοψηφίες ως δικαιολόγηση των απόψεών του. Αλλά, αν οι μάζες διαφωνούν, παρόλο που δέχεται τη νομιμοποίηση της πλειοψηφίας, τότε εξεγείρεται, κάνει πορείες στους δρόμους, και ωρύεται για «αντι-δημοκρατικότητα«, λες και οι ιδέες με τις οποίες διαφωνεί δεν εφαρμόστηκαν δημοκρατικά. Θεωρεί ότι ο πολιτικός και ο ψηφοφόρος δεσμεύονται μεταξύ τους μέσω συμβολαίου, γι’ αυτό και πάντα κάνει λόγο για «προδοσία» από τους πολιτικούς που ψήφισε.

Αλλά, όπως έχω πει πάμπολλες φορές σε αυτή τη σελίδα: αυτή είναι η δημοκρατία. Αν η δημοκρατία, η αρχή, η τυραννία της πλειοψηφίας, αποτελεί ipso facto και δικαιολόγηση της οποιασδήποτε κρατικής δράσης, τότε ο δημοκράτης, ο κρατιστής, θα έπρεπε να το βουλώνει κάθε φορά που οι επιθυμίες του δεν ικανοποιούνται. Έτσι κι αλλιώς, σύμφωνα με τα λεγόμενά του: «εμείς δεν τα ψηφίσαμε;». Ο κρατικός εξαναγκασμός δεν μπορεί να δικαιολογηθεί σε καμία περίπτωση ηθικά με την επίκληση στο δικαίωμα ψήφου και την αρχή της πλειοψηφίας.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

  1. Θεωρίες περί κοινωνικού συμβολαίου έχουν συνθέσει οι: Thomas Hobbes, Jean Jacques Rousseau, John Locke και σύγχρονοι οικονομολόγοι όπως οι Buchanan και Tulock