Λιμπερταριανισμός: Θεωρία Ιδιοκτησίας

0
866

Ιδιοκτησία πρακτικά νοείται ως το δικαίωμα απόλυτου και τελεσίδικου ελέγχου ενός πόρου από κάποιο άτομο. Με άλλα λόγια, ο πρώτος και τελευταίος λόγος για τη χρήση και διάθεση της ιδιοκτησίας επαφίεται στο άτομο που την έχει και μόνο. Η παραβίαση αυτής της ρήτρας στην ουσία μας δίνει τον χώρο να περιγράψουμε μία πράξη ως κλοπή, απάτη, επίθεση κ.ο.κ.

του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Η ιδιοκτησία αποτελεί και κεντρική ιδέα του Λιμπερταριανισμού, πάνω στην οποία βασίζονται όλα τα αξιώματα του. Για παράδειγμα, η Αρχή μη Επίθεσης αφορά την προστασία των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων του ανθρώπου ως προς το σώμα του αλλά και την περιουσία του. Τα αρνητικά δικαιώματα μάλιστα θα μπορούσαν να περιγραφούν και αλλιώς ως ιδιοκτησιακά δικαιώματα γενικότερα. Πώς όμως αποκτούμε ιδιοκτησία εξ αρχής; Ποια είναι τα όριά της; Πώς λειτουργεί ως κανονιστικό πλαίσιο;

John Locke και το αξίωμα της αρχικής οικειοποίησης (homestead principle)

Το αξίωμα της αρχικής οικειοποίησης είναι αυτό με το οποίο αποκτά κανείς την κυριότητα ενός προηγουμένως άκτηκτου φυσικού πόρου με την εκτέλεση μιας πράξης αρχικής οικειοποίησης (ή ιδιοποίησης). Οι οικειοποιήσεις θα μπορούσαν να τεθούν σε ισχύ με τη χρησιμοποίηση ενός προηγουμένως άκτητου πόρου για ενεργό χρήση (όπως με τη χρήση του για την παραγωγή ενός προϊόντος), την ένταξή του με προηγουμένως αποκτηθέντα ακίνητα ή τη σήμανση του ως ιδιόκτητου (για παράδειγμα με την περίφραξή του ως βοσκότοπο).

Οι υποστηρικτές της πνευματικής ιδιοκτησίας υποστηρίζουν ότι οι ιδέες μπορούν επίσης να γίνουν αντικείμενο ιδιοποίησης με την αρχική δημιουργία μιας εικονικής ή απτής αναπαράστασης αυτών. Άλλοι υποστηρίζουν, ωστόσο, ότι δεδομένου ότι σε πολλά μέρη, περιλαμβανομένων και των μυαλών των ανθρώπων, υπάρχουν απτές εκδηλώσεις μιας ενιαίας ιδέας, αυτό αποκλείει και την κατοχή τους στις περισσότερες ή σε όλες τις περιπτώσεις. Η αρχή της αρχικής οικειοποίησης είναι το βασικότερο αξίωμα του Ροθμπαρντιανού Λιμπερταριανισμού και αναρχοκαπιταλισμού.

Η παραπάνω θέση διατυπώθηκε πρώτα από τον φιλόσοφο του Ευρωπαϊκού διαφωτισμού John Locke (ο οποίος αποτέλεσε επίσης και θεμελιωτή του κοινωνικού συμβολαίου και των αρνητικών δικαιωμάτων) το 1690 στο έργο του «Second Treatise of Government». Συνέδεσε την εργασία που διαμορφώνει έναν φυσικό πόρο, ως τον αντικειμενικά ορατό σύνδεσμο ανάμεσα στον άνθρωπο και την ιδιοκτησία του, την οποία έβλεπε ως προέκταση της νόησης και της προσωπικότητάς του (της αυτοκτησίας του δηλαδή). Είπε λοιπόν:

«Αν και η γη και όλα τα κατώτερα πλάσματα είναι κοινά σε όλους τους ανθρώπους, εντούτοις, κάθε άνθρωπος είναι ιδιοκτήτης του σώματός του. Αυτός ο άνθρωπος δεν έχει κανένα δικαίωμα πάνω σε κανέναν παρά μόνο στον εαυτό του. Η εργασία του σώματος του και η δουλειά των χεριών του, μπορούμε να πούμε, είναι δικαίως ιδιοκτησία του. Όποιος λοιπόν διαμορφώσει έναν φυσικό πόρο διαφορετικά από τον τρόπο που τον βρίσκουμε στη φύση, έχει αναμείξει την εργασία του με αυτόν και έχει ενώσει με αυτό κάτι το δικό του και κατ’ αυτόν τον τρόπο το καθιστά ιδιοκτησία του». 1

 

Παρόλα αυτά, ο Locke δεν έμεινε απλώς στη διατύπωση της αρχής αυτής, αλλά όρισε και μία ρήτρα (proviso), η οποία οριοθετούσε την έκταση της οικειοποίησης που μπορούσε να πραγματοποιηθεί κάθε φορά. Η ρήτρα αυτή όριζε πως, κάθε άτομο μπορεί να οικειοποιηθεί κάποιον πόρο εφόσον παραμένει κάποιος διαθέσιμος και για άλλους ανθρώπους 2.

Ενστάσεις στη Λοκιανή Ρήτρα

Η ρήτρα αυτή (που ονομάζεται Λοκιανή Ρήτρα ή Lockean Proviso) παρουσιάζει ορισμένα προβλήματα. Πρώτον, δεν καθορίζει με κάποιον αντικειμενικό τρόπο το «αρκετό για τους υπόλοιπους». Πόσα στρέμματα γης; Πόσα δέντρα; Ποιος θα ορίσει το ακριβές ποσό και γιατί;

Δεύτερον και σημαντικότερο, ποιοι είναι αυτοί οι «υπόλοιποι»; Με άλλα λόγια, πόσους και μέχρι που πρέπει να φτάσουμε ρωτώντας τους ανθρώπους για το ποσοστό οικειοποίησης που θα ήθελαν να κάνουμε εμείς; Δυνητικά, θα έπρεπε να ρωτήσουμε ολόκληρη την υφήλιο, μιας και τα όρια είναι ασαφώς ορισμένα. Αν επρόκειτο να οικειοποιηθούμε έναν πόρο, τότε θα έπρεπε να ζητήσουμε άδεια από ολόκληρο τον κόσμο. Αυτό, μιας και αδύνατο, θα μας απέτρεπε από το να αποκτήσουμε ιδιοκτησία εξ αρχής. Χωρίς ιδιοκτησία δε θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε έναν πόρο, δε θα υπήρχε παραγωγή αγαθών και ως εκ τούτου το ανθρώπινο είδος θα αφανιζόταν.

Η Λοκιανή ρήτρα, έδωσε (και δίνει) πάτημα σε σοσιαλιστές και γεωργιστές, οι οποίοι θεωρούν ότι η γη, ως κοινόκτητο αγαθό, ανήκει σε όλους, επομένως, η κατοχή της επιβάλλει είτε κοινοκτημοσύνη των αγαθών που παράγονται εξ αυτής (στην περίπτωση των σοσιαλιστών), είτε στην αποζημίωση του πληθυσμού από τον ιδιοκτήτη (στην περίπτωση των γεωργιστών). Και οι δύο απόψεις όμως έχουν να υπερπηδήσουν τα εμπόδια που διαπιστώσαμε παραπάνω.

Οι Λιμπερταριανοί, ειδικότερα αυτοί της Αυστριακής Σχολής (όπως ο Murray N. Rothbard, και ο Hans-Hermann Hoppe μεταξύ άλλων) απορρίπτουν τη Λοκιανή ρήτρα, καθώς δημιουργεί ανυπέρβλητα προβλήματα χωρίς να λύνει κάποιο ουσιαστικό πρόβλημα. Επομένως, η λιμπερταριανή θεωρία ιδιοκτησίας βασίζεται στο αξίωμα της Αρχικής Οικειοποίησης χωρίς τη ρήτρα της.

Κατοχή και ιδιοκτησία

Σκόπιμο εδώ είναι να διαχωρίσουμε το νόημα της έννοιας «ιδιοκτησία» από το νόημα της έννοιας «κατοχή». Η διαφορά έγκειται στο ότι η ιδιοκτησία συνοδεύεται και από ένα κανονιστικό πλαίσιο συμπεριφοράς βάσει του οποίου μπορούμε να αποδώσουμε και χαρακτηρισμούς σε συγκεκριμένες πράξεις. Ιδιοκτησία πρακτικά νοείται ως το δικαίωμα απόλυτου και τελεσίδικου ελέγχου ενός πόρου από κάποιο άτομο. Με άλλα λόγια, ο πρώτος και τελευταίος λόγος για τη χρήση και διάθεση της ιδιοκτησίας επαφίεται στο άτομο που την έχει και μόνο. Η παραβίαση αυτής της ρήτρας στην ουσία μας δίνει τον χώρο να περιγράψουμε μία πράξη ως κλοπή, απάτη, επίθεση κ.ο.κ.

Η κατοχή, δε συνεπάγεται κάποιο τέτοιο πλαίσιο. Ένας κλέφτης για παράδειγμα έχει κατοχή των κλοπιμαίων, αλλά όχι και ιδιοκτησία τους. Αν είχε ιδιοκτησία, η αφαίρεση τους από την κατοχή του θα ήταν και αυτή κλοπή. Αυτό όμως είναι άτοπο. Η κατοχή λοιπόν δεν είναι ταυτόσημη με την ιδιοκτησία. Η ιδιοκτησία έχει κανονιστικό και ηθικό περιεχόμενο, η κατοχή απλά περιγραφικό.

Προσθήκες και βελτιώσεις στην Λοκιανή θεωρία ιδιοκτησίας από Λιμπερταριανούς διανοούμενους

H Λοκιανή θεωρία έχει δεχτεί τροποποιήσεις και προσθήκες από διάφορους Λιμπερταριανούς και φιλελεύθερους συγγραφείς. Ας δούμε τις πιο σημαντικές.

Murray N. Rothbard

Ας ξεκινήσουμε με τον πατέρα, ας πούμε, του σύγχρονου Λιμπερταριανισμού, Murray N. Rothbard. Ο Rothbard υποστήριξε ότι η ότι η το αξίωμα της αρχικής οικειοποίησης περιλαμβάνει όλα τα δικαιώματα που ακολουθούν αυτής, συμπεριλαμβανομένων των οχλήσεων και των δικαιωμάτων ρύπανσης (με την προϋπόθεση να μην παραβιάζουν την ιδιοκτησία άλλων). 3:

«Οι περισσότεροι από εμάς παραλληλίζουν την οικειοποίηση άκτητων πόρων με την απαρχαιωμένη άποψη της εκκαθάρισης και καλλιέργειας αχρησιμοποίητης γης και χώματος. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ένας αερολιμένας είναι εγκατεστημένος με πολλά άκτητα εδάφη γύρω του. Το αεροδρόμιο αποπνέει ένα επίπεδο θορύβου, για παράδειγμα, X ντεσιμπέλ, με τα ηχητικά κύματα να ταξιδεύουν πάνω από το άδειο έδαφος. Μια εταιρία κατοικιών στη συνέχεια αγοράζει γη κοντά στο αεροδρόμιο. Κάποια στιγμή αργότερα, οι ιδιοκτήτες σπιτιών μηνύουν το αεροδρόμιο για υπερβολικό θόρυβο που παρεμποδίζει τη χρήση και ήσυχη απόλαυση των κατοικιών αυτών.
Ο υπερβολικός θόρυβος μπορεί να θεωρηθεί ως μια μορφή επίθεσης, αλλά στην περίπτωση αυτή ο αερολιμένας έχει ήδη οικειοποιηθεί το δικαίωμα στον θόρυβο X ντεσιμπέλ. Με την προηγούμενη οικειοποίησή του, ο αερολιμένας τώρα «έχει το δικαίωμα» να εκπέμπει X ντεσιμπέλ θορύβου στη γύρω περιοχή. Από νομικής απόψεως, μπορούμε να πούμε ότι το αεροδρόμιο, μέσω της οικειοποίησης, έχει κερδίσει το δικαίωμά του να δημιουργήσει X ντεσιμπέλ θορύβου. Αυτή η διευκόλυνση που παρέχει η αρχική οικειοποίηση μοιάζει αρκετά με το αρχαίο νομικό σκεπτικό της «προδιαγραφής ιδιοκτησίας», βάσει του οποίου μία δραστηριότητα δίνει ταυτόχρονα και δικαίωμα ιδιοκτησίας στην γύρω περιοχή που δέχεται τα αποτελέσματα της δραστηριότητας αυτής». 4

 

Ο Rothbard ορίζει τη φυσική έκταση στην οποία μια πράξη αρχικής οικειοποίησης καθιερώνει ιδιοκτησία με βάση την «τεχνολογική μονάδα», που είναι το ελάχιστο ποσό που είναι απαραίτητο για την πρακτική χρήση του πόρου. Λέει λοιπόν ο Rothbard:

«Εάν o Α χρησιμοποιεί ένα συγκεκριμένο ποσό ενός πόρου, πόσο από αυτόν τον πόρο πρέπει να συγκεντρώσει ιδιοκτησία του; Η απάντησή μας είναι ότι μπορεί τουλάχιστον κατέχει την τεχνολογική μονάδα του πόρου. Το μέγεθος της εν λόγω μονάδας εξαρτάται από τον τύπο του αγαθού ή των πόρων και πρέπει να καθορίζεται από δικαστές, επιτροπές ή διαμεσολαβητές που είναι ειδικοί στον συγκεκριμένο πόρο ή βιομηχανία». 5

 

Στην ουσία ο Rothbard, σε αντίθεση με τον Locke, ορίζει ένα ελάχιστο όριο οικειοποίησης και όχι μέγιστο. Το ελάχιστο όριο είναι αυτό που επιτρέπει κάποια πρακτική χρήση του πόρου. Για παράδειγμα, δεν μπορεί κάποιος να οικειοποιηθεί ένα τετραγωνικό χιλιοστό ενός οικοπέδου στο οποίο δεν μπορεί καν να σταθεί όρθιος ή να φυτέψει ένα φυτό κ.ο.κ. (δεν θα είχε και νόημα μάλιστα μία τέτοια οικειοποίηση σε πρακτικό επίπεδο)

Hans-Hermann Hoppe

O Hans-Hermann Hoppe προσπαθεί να υπερασπιστεί το σκεπτικό της αρχικής οικειοποίησης χρησιμοποιώντας το αποκαλούμενο «επιχείρημα εκ του επιχειρήματος» (argument from argument, μέρος της μεγάλης του συνεισφοράς στη Λιμπερταριανή θεωρία που αποκαλείται «ηθική της επιχειρηματολογίας» ή argumentation ethics). Στην ουσία ο Hoppe υποστηρίζει ότι η άρνηση ή προσπάθεια κατάρριψης της Λιμπερταριανής θεωρίας ιδιοκτησίας, οδηγεί και σε μία ρητορική αντίφαση (performative contradiction), προσπαθώντας να αποδείξει, ότι η ιδιοκτησία, ως κανονιστικό πλαίσιο, αποτελεί και μία πραγματικότητα ως δι-υποκειμενική νόρμα επικοινωνίας δίχως την οποία δεν θα μπορούσαμε να επιχειρηματολογήσουμε.

Το επιχείρημα του Hoppe έχει ως εξής:

«Εάν κάποιος δεν είχε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει άλλους πόρους μέσω της αρχικής τους οικειοποίησης, δηλαδή με τη χρήση τους από κάποιον άλλο ή αν η γκάμα αντικειμένων που μπορούσαν να γίνουν ιδιοκτησία κάποιου ήταν κάπως περιορισμένη, ο μόνος τρόπος για να αποκτηθεί ιδιοκτησία θα ήταν κάποιου είδους διαταγή ή εντολή και όχι η ανθρώπινη δράση καθεαυτή. Ωστόσο, αυτό δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως λύση στο πρόβλημα της ηθικής, δηλαδή της αποφυγής συγκρούσεων, ακόμη και για καθαρά τεχνικούς λόγους, διότι δεν θα επέτρεπε να αποφασιστεί τι θα συνέβαινε εάν οι δήθεν ισχυρισμοί αυτοί ήταν ασυμβίβαστοι. Πιο σημαντικά, η λύση αυτή θα ήταν ασυμβίβαστη με την ήδη δικαιολογημένη αυτοκτησία, διότι αν κάποιος μπορούσε να χρησιμοποιήσει πόρους με διάταγμα, αυτό θα σήμαινε ότι θα μπορούσε κανείς να δηλώσει το σώμα ενός άλλου προσώπου ως δικό του. 
Επομένως, όποιος αρνείται την εγκυρότητα της αρχής της οικειοποίησης (της οποίας η αναγνώριση προϋποτίθεται στη διεκδίκηση του αμοιβαίου σεβασμού δύο προσώπων ως προς τον αποκλειστικό έλεγχο τους πάνω στα αντίστοιχα σώματά τους), θα έρχονταν σε αντίθεση με το περιεχόμενο της πρότασής του μέσω της ίδιας της πράξης του να επιχειρηματολογήσει ως προς αυτό». 6

 

Πιο συγκεκριμένα, ο Hoppe διατείνεται, ότι η πράξη της επιχειρηματολογίας (όπως για παράδειγμα αυτό που κάνω σε αυτό το άρθρο) απαιτεί και αναγνώριση της ιδιοκτησίας ως κανονιστικό πλαίσιο επικοινωνίας. Αν δεν είχα ιδιοκτησία του σώματός μου (δηλαδή αποκλειστικό και τελεσίδικο έλεγχο του) ή ιδιοκτησία των μέσων με τα οποία εκφράζομαι (π.χ. τον υπολογιστή μου), αν δεν γινόταν αποδεκτό το κανονιστικό πλαίσιο της ιδιοκτησίας (δηλαδή στην ουσία απουσία έκθεσης σε βία) δε θα μπορούσα καν να επιχειρηματολογήσω. Οι σοσιαλιστές λοιπόν, που δεν αποδέχονται την ιδιοκτησία, έρχονται σε διαλεκτική αντίφαση καθώς, για να επιχειρηματολογήσουν ως προς αυτό, απαιτούν από εμάς να σεβαστούμε την ιδιοκτησία του σώματός τους ως κανονιστική νόρμα. Για τον Hoppe, αυτό αποτελεί και έναν από τους λόγους για τους οποίος ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο ηθικής υπεράσπισης. 7

Σημειωτέον εδώ ότι ο Hoppe δεν προσπαθεί να γεφυρώσει το χάσμα όντος και δέοντος. Το ότι κάποιος δεν μπορεί επιχειρηματολογικά να υπερασπιστεί την μη-ύπαρξη ιδιοκτησίας, δε σημαίνει ότι αναγκαστικά πρέπει και να την αποδεχτεί. Η αδυναμία επιχειρηματολογίας δε συνεπάγεται και υιοθέτηση των επιχειρημάτων του αντιπάλου ή της ιδεολογίας του. Οι άνθρωποι μπορούν να συνεχίζουν να κάνουν επιλεκτική αποδοχή των αξιωμάτων που θέλουν ακόμα και αν αυτά αντιφάσκουν μεταξύ τους. O Hoppe απλά επισημαίνει την αντίφαση και μόνο. 8

Linda και Morris Tanehill

To Λιμπερταριανό ζευγάρι που έχει συμβάλει καθοριστικά στη διαμόρφωση της επιχειρηματολογίας περί ιδιωτικής παραγωγής εθνικής άμυνας και προστασίας. Ισχυρίζονται ότι η ανάμειξη της εργασίας με τη γη, δεν αποτελεί και ικανοποιητικό πρότυπο, ώστε να αναγνωρίσουμε ιδιοκτησία καθώς πολλές φορές τα αποτελέσματα της ανθρώπινης παρέμβασης δεν είναι απολύτως ορατά, ειδικά αν δεν γνωρίζουμε την αρχική κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο πόρος. Επομένως:

«Πόση εργασία απαιτείται και τι είδους; Αν ένας άνθρωπος σκάψει μια μεγάλη τρύπα στη γη του και στη συνέχεια τη γεμίσει ξανά, μπορεί να ειπωθεί ότι έχει αναμίξει την εργασία του με τη γη; Ή μήπως είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθεί μια κάπως μόνιμη αλλαγή στη γη; Εάν ναι, πόσο μόνιμη; […] Ή είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθεί κάποια βελτίωση στην οικονομική αξία της γης; Αν ναι, σε τι βαθμό και πόσο σύντομα; […] Θα χάσει ένας άνθρωπος τίτλο στη γη του αν έπρεπε να περιμένει δέκα μήνες για να κατασκευαστεί μια σιδηροδρομική γραμμή πριν μπορέσει να βελτιώσει τη γη; Και αν είναι ο φυσιοδίφης που ήθελε να κρατήσει τη γη του ακριβώς όπως ήταν στην άγρια κατάσταση του για να μελετήσει την οικολογία του; […] Η ανάμειξη της εργασίας με τη γη είναι πολύ ασαφές κριτήριο για να βασίσουμε πάνω του μία θεωρία ιδιοκτησίας». 9

 

Αυτό που προτείνουν λοιπόν, είναι η χαλάρωση των κριτηρίων οικειοποίησης γης ή φυσικών πόρων. Μία περίφραξη, μία ταμπέλα με το όνομα του ιδιοκτήτη ή η βοσκή ζώων αρκεί, χωρίς να υπάρχει κάποια απαίτηση για κάτι παραπάνω. Τα όρια της ιδιοκτησίας λοιπόν θα είναι ανάλογα του μεγέθους της περίφραξης. Ανάλογα, μεμονωμένοι πόροι θα μπορούσαν να αποκτηθούν σε απόλυτες μονάδες (ένα δέντρο, ένας θάμνος με καρπούς κ.ο.κ.).

Όρια ιδιοκτησίας

Επομένως, όπως είδαμε, τα όρια της ιδιοκτησίας ορίζονται βάσει της ελάχιστης τεχνολογικής μονάδας που απαιτείται για την πρακτική χρήση ενός πόρου με μέγιστο όριο την έκταση της οικειοποίησης που διακρίνεται βάση της περίφραξης ή του ορατού αποτελέσματος της εργασίας κάποιου.

Αυτή η διατύπωση είναι ασύμβατη με το σκεπτικό του ad coelum, όπου η έκταση της ιδιοκτησίας επεκτείνεται ως ανάποδος κώνος μέχρι το κέντρο της γης και μέχρι τα ουράνια. Δεν υπάρχει οικειοποίηση σε τέτοια έκταση όμως. Κάποιος θα μπορούσε να οικειοποιηθεί την γη κάτω από την ιδιοκτησία μου. Τα όρια εκεί ορίζονται ως η ελάχιστη απόσταση που απαιτείται για να μην καταρρεύσει η οικία ή η ιδιοκτησία αυτού που ήρθε πρώτος. Σε περίπτωση που κάποιος θελήσει να εξορύξει ένα μετάλλευμα κάτω από το σπίτι μου, μπορεί να οικειοποιηθεί τόσο χώρο ώστε να μην καταρρεύσει η οικία μου. Αντίστοιχα, ένα αεροπλάνο μπορεί να πετάξει πάνω από σπίτια από το ύψος και μετά όπου η δόνηση από τον ήχο και τους κινητήρες δεν προκαλεί φθορές στην ιδιοκτησία αυτών που ήρθαν πρώτοι.

Η χρονική προτεραιότητα ως καθοριστικός παράγοντας απόκτησης ιδιοκτησίας

Παρατηρούμε ότι τόσο ο Locke, όσο και οι Rothbard και Hoppe, επισημαίνουν τη σημασία της χρονικής προτεραιότητας ως προς την απόκτηση ιδιοκτησίας. Ο πρώτος και μόνο ο πρώτος χρήστης ενός άκτητου πόρου, αποκτά και ιδιοκτησία πάνω σε αυτόν και κανείς άλλος. Εάν προσπαθήσουμε να αγνοήσουμε αυτόν τον παράγοντα τότε θα αντιμετωπίζαμε την εξής δυσκολία. Αν δεν υπήρχε πρώτος χρήστης-ιδιοκτήτης, θα έπρεπε να ορίσουμε αναγκαστικά κάποιον ιδιοκτήτη, αν επιθυμούσαμε κάποια χρήση ενός πόρου (με το κανονιστικό πλαίσιο της ιδιοκτησίας δηλαδή). Αν ορίζαμε κάποιον αυθαίρετα, τότε θα γινόταν αυτός ο πρώτος χρήστης. Αλλά, έχοντας απορρίψει τον πρώτο χρήστη ως γνήσιο ιδιοκτήτη, τότε εισερχόμαστε σε έναν φαύλο κύκλο επανάληψης. Κανένας δε θα μπορούσε να οικειοποιηθεί τίποτα. Τίποτα επομένως δε θα μπορούσε να παραχθεί και το ανθρώπινο είδος θα αφανιζόταν από την ίδια του την άρνηση της αρχικής οικειοποίησης.

Επίσης, ο παράγοντας χρόνος αποτελεί και σημαντική προϋπόθεση για τη σύναψη συμφωνιών και συμβολαίων καθώς αυτά στην ουσία αφορούν και τη μεταφορά ιδιοκτησίας από κάποιον που την κατείχε πρώτος, σε κάποιον που θα την κατέχει εφεξής. Αν δεν δεχτούμε την αρχική οικειοποίηση, ένας τέτοιος θεσμός (της υπογραφής συμβολαίων) δε θα υπήρχε και επομένως θα απουσίαζε ένα κανονιστικό πλαίσιο στις οικονομικές σχέσεις των ανθρώπων. Θα υπήρχε παντού χάος και η κοινωνία θα βρισκόταν συνεχώς σε κατάσταση εσωτερικής σύγκρουσης.

Τρόποι απόκτησης ιδιοκτησίας πέραν της αρχικής οικειοποίησης

Όπως είδαμε αρχικά, η ιδιοκτησία αποτελεί και προέκταση της αυτοκτησίας μας. Ως εκ τούτου, μιας και είμαστε αυτόκτητοι, δηλαδή ιδιοκτήτες του σώματός μας, τότε μπορούμε να απωλέσουμε και τα προϊόντα της αυτοκτησίας μας καθώς έχουμε και απόλυτο και τελεσίδικο έλεγχο πάνω τους. Πέραν της αρχικής οικειοποίησης, λοιπόν, η απόκτηση και μεταβίβαση ιδιοκτησίας μπορεί να γίνει με τους εξής τρόπους:

α) Αγορά και πώληση αγαθών: Η απόκτηση ενός αγαθού έναντι χρήματος (ή άλλου αγαθού ως αντιπραγματισμό) στην ουσία συνιστά και μεταβίβαση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων (τίτλων ιδιοκτησίας) από άτομο σε άτομο. Το χρήμα εδώ στην ουσία παίζει τον ρόλο της «υπογραφής» σε ένα συμβόλαιο εθελούσιας μεταβίβασης περιουσίας.

β) Δωρεά, δώρο, χορηγία κ.τ.λ.: Δε χρειάζεται να πούμε κάτι εδώ, μιας και είναι προφανές ότι μία δωρεά για παράδειγμα αποτελεί πράξη αυτοκτησίας κατά την οποία μεταβιβάζονται τα αποτελέσματα της αυτόκτητης δράσης μας σε άλλον.

γ) Κληρονομιά και λοιπές πράξεις μεταβίβασης: Ισχύουν τα ίδια με παραπάνω. Σε περίπτωση κληρονομιάς μετά θάνατον, ο θανών είχε προηγουμένως μεταβιβάσει προσωρινά τα περιουσιακά στοιχεία σε κάποιον συμβολαιογράφο, ο οποίος μετά παραδίδει οριστική ιδιοκτησία στον κληρονόμο.

Απαραίτητη προϋπόθεση είναι τα αντικείμενα ή γη που πωλούνται ή δωρίζονται, να έχουν αποκτηθεί και αυτά μέσω δωρεάς, αγοράς ή αρχικής οικειοποίησης. Ειδάλλως, η μεταβίβασή τους αποτελεί και παραβίαση του κανονιστικού πλαισίου ιδιοκτησίας άρα και κλοπή ή απάτη. Τέλος, πρέπει το αντικείμενο της μεταβίβασης να είναι όντως μεταβιβάσιμο. Ως εκ τούτου, μία πώληση της ελεύθερης βούλησής μας θα ήταν άτοπη διότι είναι φυσικά αναφαίρετη. Συνεπώς, η πώληση ανθρώπων (δουλεία), μιας και αφορά την μεταβίβαση της ελεύθερης βούλησης δεν συνιστά και μεταβίβαση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων πάνω σε αυτούς. Κάποιος, μπορεί να «ενοικιάσει» την εργασία κάποιου γενικότερα (δηλαδή τη χρήση του σώματός του για κάποιο διάστημα) αλλά δεν μπορεί να αγοράσει μόνιμα την αυτοκτησία του καθώς αυτή δεν μπορεί να μεταβιβαστεί. Ως εκ τούτου, βίαιη απελευθέρωση δούλων δεν αποτελεί και παραβίαση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων του δουλοκτήτη, καθώς δεν τα είχε καθιερώσει εξ αρχής.

Εγκατάλειψη ιδιοκτησίας

Από όλα τα παραπάνω, εφόσον η ιδιοκτησία αποκτάται μέσω της αρχικής οικειοποίησης ως πράξη αυτοκτησίας, τότε συνεπάγεται ότι και η εγκατάλειψη ή παραίτηση από τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα είναι εξίσου δικαιολογήσιμη. Κοινώς, μπορεί κάποιος να αποποιηθεί την ιδιοκτησία του σε γη ή αντικείμενα. Για να το κάνει αυτό, πρέπει να γίνει μία σχετική αναγγελία εγκατάλειψης των δικαιωμάτων. Ο ιδιοκτήτης που θέλει να αποποιηθεί την ιδιοκτησία του αρκεί μόνο να κάνει τις ενέργειες εκείνες, ώστε να καταφέρει να ενημερώσει το ενδιαφερόμενο κοινό για τις προθέσεις του. Μπορεί να ενημερώσει μία μεσιτική εταιρία, μάρτυρες, δικαστές και όλους όσους θεωρεί εκείνος απαραίτητους για να διαδοθεί η πληροφορία αυτή.

Προκειμένου λοιπόν να επιτύχει την πλήρη εγκατάλειψη της ιδιοκτησίας του, πρέπει να πράξει δύο βήματα: πρώτα, πρέπει να ενημερώσει τους άλλους ότι έχει εγκαταλείψει πράγματι την ιδιοκτησία του και, δεύτερον, δεν πρέπει να δημιουργήσει οδοφράγματα εμποδίζοντας άλλους να οικειοποιηθούν από την αρχή αυτήν την ιδιοκτησία . Εάν δεν γίνουν αυτές οι ενέργειες και με τις δύο αυτές απαιτήσεις, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι έχει εμπλακεί με επιτυχία στην εγκατάλειψη της ιδιοκτησίας του, αλλά μάλλον ότι υπάρχει ακόμα ιδιοκτησία απλά με τη διαφορά ότι σαν ιδιοκτήτης είναι απών.10 Το πρόβλημα του πόσους πρέπει να ενημερώσει και με ποια μέσα είναι περισσότερο πρακτικό και δεν αλλάζει το γεγονός ότι η αποποίηση περιουσίας πρέπει να γίνει έχοντας προειδοποιήσει για την πρόθεση αυτή. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Δεν πρόκειται για θετική υποχρέωση. Αντ’ αυτού, είναι αναπόσπαστο στοιχείων των δικαιωμάτων / ευθυνών της ιδιοκτησίας εξ αρχής.

Ποιοι μπορούν να έχουν ιδιοκτησία;

Ιδιοκτησία (με όλο το πλαίσιο το οποίο συνεπάγεται αυτής) μπορούν να έχουν όλοι όσοι θεωρούνται ηθικοί πράκτορες (moral agents). Ηθικός πράκτορας είναι το άτομο που μπορεί να κάνει επιλογές και ηθικές κρίσεις με βάση κάποιο πλαίσιο του τι εστί «σωστό» και «λάθος». Απαραίτητη προϋπόθεση είναι το ίδιο το άτομο να αναγνωρίζει το κανονιστικό πλαίσιο της ιδιοκτησίας. Μιλώντας υποθετικά, αν συναντούσαμε μία φυλή όπου το σκεπτικό της ιδιοκτησίας δεν υπήρχε, θα ήταν παράλογο να θεωρήσουμε ότι έχουν και κάποιου είδους ιδιοκτησία.

Επομένως, ζώα, παιδιά μικρής ηλικίας, η «κοινωνία» και άλλοι κολεκτιβιστικοί θεσμοί, δεν μπορούν εξ ορισμού να έχουν ιδιοκτησία. Όσον αφορά τα παιδιά, προφανώς οι γονείς τους θα μπορούσαν να τους διδάξουν το νόημα της ιδιοκτησίας προσομοιώνοντας το κανονιστικό πλαίσιο με αντικείμενα που τους δίνουν. Τα αντικείμενα όμως, κανονιστικά, ανήκουν στους γονείς και όχι στα παιδιά, παρόλο που αυτά ορισμένες φορές παραπονιούνται, όταν κάποιος παίρνει τα παιχνίδια τους. Αυτό σημαίνει ότι καταλαβαίνουν εν μέρει τι σημαίνει ότι κάτι «είναι δικό μου», απλά δεν το κατανοούν στην πληρότητά του.

Μπορεί το κράτος να έχει ιδιοκτησία;

Το κράτος, μπορεί να έχει περιουσιακά στοιχεία στην κατοχή του (θυμηθείτε τον διαχωρισμό που κάναμε νωρίτερα) αλλά όχι ιδιοκτησία με όλη τη σημασία της λέξης (δηλαδή με το κανονιστικό πλαίσιο που ορίσαμε). Πρώτον, διότι δεν είναι ηθικός πράκτορας, αλλά ένας κολεκτιβιστικός θεσμός. Δεύτερον, επειδή δεν αποκτά περιουσιακά στοιχεία με κάποιον από τους παραπάνω τρόπους που αναφέραμε, αλλά μέσω βίας και κλοπής. Επομένως, το κράτος δεν μπορεί να είναι «ιδιοκτήτης» κανενός περιουσιακού στοιχείου. Οι δωρεές προς το κράτος επίσης δεν του προσδίδουν ιδιοκτησιακά δικαιώματα πάνω σε αυτές, διότι, όπως είδαμε πιο πάνω, ως κολεκτιβιστικός θεσμός, το κράτος δεν έχει ηθική πρακτορεία για να αναγνωρίσει ιδιοκτησιακά δικαιώματα γενικά. Η δωρεά θα έπρεπε να γίνει σε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο του κράτους. Συμπερασματικά, όταν μιλάμε για «κρατική ιδιοκτησία», μιλάμε κατ’ ευφημισμόν.

Κλείνοντας

Με αυτό το άρθρο θεωρούμε ότι δώσαμε ένα ικανοποιητικό περίγραμμα της ιδιοκτησιακής θεωρίας του Λιμπερταριανισμού. Αυτή αποτελεί και το κριτήριο για την διαμόρφωση του κανονιστικού πλαισίου πάνω στο οποίο κινείται ολόκληρη η ηθική μας και λύνονται διάφορες ιδιοκτησιακές διαφορές.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

  1.  Locke, John (1689). The Two Treatises of Government, Βιβλίο 2, Κεφάλαιο 25, Παράγραφος 27, Λονδίνο, A. Millar και συνεργάτες
  2. Ομοίως, κεφάλαιο 5, παράγραφος 33
  3. Γενικά, ο Λιμπερταριανισμός και η Αυστριακή σχολή βλέπουν τη ρύπανση ως παραβίαση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων και όχι ως κάποια γενική εξωτερικότητα
  4.  Rothbard, Murray N., Law, property rights and air pollution, Cato Journal 2, No. 1 (Άνοιξη 1982), σελ. 49-50
  5. Ομοίως, σελ. 65
  6. Hoppe, Hans-Hermann (2006), The economics and ethics of private property: Studies in political economy and philosophy, Auburn, Alabama, Ludwig von Mises Institute, σελ. 199
  7. Αυτή η ρητορική αντίφαση περιγράφεται εξαιρετικά σε δύο έργα του: στο A Theory of Socialism and Capitalism (Boston: Kluwer Academic Publishers, 1989), κεφ. 7) και στο The Economics and Ethics of Private  property (Ludwig von Mises Institute, Auburn, Alabama 1993, 2006), κεφ. 13)
  8. Αυτό αποτελεί και απάντηση προς επικριτές του Hoppe, όπως ο D. Friedman, ο οποίος και ισχυρίζεται ότι η ύπαρξη και μόνο της δουλείας, καταστρατηγεί το «επιχείρημα εκ του επιχειρήματος» του Hoppe. Το ότι όμως υπάρχει δουλεία δε σημαίνει ότι μπορούμε και να επιχειρηματολογήσουμε υπέρ της άνευ αντιφάσεων. Ένας δούλος, για να μπορέσει να επιχειρηματολογήσει για κάτι, θα πρέπει να του επιτραπεί, για τον χρόνο που θα μιλάει, να έχει απόλυτο και τελεσίδικο έλεγχο του σώματος του (της φωνής του), δηλαδή ιδιοκτησία του, όπως και να έχει.
  9. Tannehill, Linda και Morris, The Market for Liberty (Lansing, Michigan: ανεξάρτητη έκδοση, 1970), σελ. 57–58
  10. Walter Block, «Libertarianism, Positive Obligations and Property Abandonment: Children’s Rights», στο Building Blocks of Liberty (2006), σελ. 228