Το πρόβλημα δεν είναι η ανισότητα αλλά το κράτος και η παρεμβατικότητα του

0
103

Ενώ η ανισότητα στην αγορά είναι οικονομική και μπορεί να μετριαστεί καθώς πλούτος και εισόδημα μετακυλούν συνεχώς από χέρι σε χέρι, στον σοσιαλισμό κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Τα σχεδιαστικά συμβούλια είναι ανώτερα όλων: δεν υπάρχει τρόπος να εξισωθεί κάποιος στο επίπεδό τους

του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Η ανισότητα εισοδήματος και πλούτου είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό ανάμεσα στα άτομα σε μία οικονομία της αγοράς. Το γεγονός ότι η ελευθερία αναγκαστικά οδηγεί σε ανισότητες και ότι η προσπάθεια επίτευξης απόλυτης ισότητας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια προς την τυραννία, έχει αναλυθεί από πολλούς συγγραφείς. Δεν μας αφορούν εδώ τα συναισθηματικά επιχειρήματα προς υπεράσπιση της ισότητας. Ούτε μας ενδιαφέρει να αναλύσουμε ή να αξιολογήσουμε το πώς είναι δυνατόν να απωλέσουμε την ελευθερία μας προς χάριν της απόλυτης αναδιανομής πλούτου. Θα αναφερθούμε εδώ περισσότερο στον ρόλο της ανισότητας στη λειτουργία της αγοράς.

Ανισότητα και ανταμοιβές

Σε μία κοινωνία της αγοράς ο εξαναγκασμός και η απειλή με βία χρησιμοποιούνται μόνο εναντίον αυτών που επιτίθενται στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των ατόμων, κάτι που αποτελεί απειλή για την εύρυθμη λειτουργία του καταμερισμού εργασίας και της κοινωνικής συνεργασίας. Η αστυνομία και ο στρατός δεν θα έπρεπε να παρενοχλούν τα άτομα για οτιδήποτε πέραν από αυτό. Ένας άνθρωπος που δεν επιτίθεται στην ιδιοκτησία και στα πρόσωπα των συνανθρώπων του, δεν θα έπρεπε να τίθεται στο στόχαστρο της αστυνομίας, των δικαστών και των δημίων. Οποιαδήποτε πίεση προς τα άτομα να συμμετέχουν στον καταμερισμό της εργασίας παρέχεται από το σύστημα τιμών της αγοράς.

Αυτή η πίεση είναι έμμεση. Τοποθετεί κάθε άτομο σε βάθρο ανάλογα με το πόσο οι καταναλωτές, μέσω της εθελοντικής παράδοσης του εισοδήματός του σε αυτό, εκτιμούν την προσφορά του, δηλαδή τα αγαθά και τις υπηρεσίες που παράγει για αυτούς. Με την ανταμοιβή των προσπαθειών (ή με την μη ανταμοιβή τους) δίνονται κίνητρα για την επιλογή ανάμεσα στην πραγματοποίηση εντονότερης προσπάθειας ή παραίτησης από την παρούσα προσπάθεια και την εκκίνηση νέας που θα εξυπηρετεί περισσότερο τους καταναλωτές. Κάτι τέτοιο, σαφώς, δεν εξαλείφει το γεγονός ότι, αναγκαστικά, κάποια άτομα θα είναι υποδεέστερα από άλλα σε συγκεκριμένες δραστηριότητες ή ότι οι προσωπικότητές τους πολλές φορές υστερούν στο να πραγματοποιήσουν αυτά που απαιτούνται από αυτά. Αλλά παρέχει τα κίνητρα, ώστε ο καθένας να προσπαθήσει να βελτιωθεί όσο μπορεί.

Η μόνη εναλλακτική στην εθελοντική συνεργασία και το σύστημα τιμών που προκύπτει από αυτή είναι ο εξαναγκασμός μέσω του κρατικού μηχανισμού. Αν ο εξαναγκασμός πραγματοποιούταν από ληστρικές ομάδες και μαφίες, η αγορά θα παρείχε εκείνες τις υπηρεσίες οι οποίες θα οδηγούσαν εν τέλει σε αφανισμό των ληστών και πλιατσικολόγων. Ενάντια στο κράτος όμως, λίγα μπορεί να κάνει, ειδικά αν αυτό χαίρει της μαζικής υποστήριξης των συμμετεχόντων στην αγορά καθεαυτή.

Οι αρχές θα πρέπει να αποκτήσουν το καθήκον της αναδιανομής, ήτοι του ορισμού της εργασία που κάθε άτομο οφείλει και πρέπει να πραγματοποιεί. Καθώς τα άτομα είναι άνισα όσον αφορά τις ικανότητες και κλίσεις τους, θα χρειαστεί αυτές να εξεταστούν από τις αρμόδιες αρχές. Το άτομο τρόπον τινά μετατρέπεται σε έναν τρόφιμο ψυχιατρείου, όπου το κράτος και οι αρχές το περνούν συνεχώς από τεστ αξιολόγησης για να διαπιστώσουν αν είναι ικανό να αντεπεξέλθει στα καθήκοντα που του ανατίθενται. Εάν αποτύχει να τα πραγματοποιήσει, τότε υπόκειται σε τιμωρία.

Αμυντικός και επιθετικός εξαναγκασμός

Είναι σημαντικό να διαχωρίσουμε τον εξαναγκασμό που χρησιμοποιείται για την αποτροπή και καταπολέμηση του εγκλήματος και τον εξαναγκασμό που χρησιμοποιείται, ώστε τα άτομα να εκτρέψουν τις δραστηριότητες τους προς άλλα μονοπάτια τα οποία θα οριστούν από μία επιτροπή σχεδιασμού. Στην πρώτη περίπτωση, αυτό που το άτομο χρειάζεται να κάνει ώστε να μην αντιμετωπίσει πρόβλημα είναι να αποφύγει, να μην κάνει κάποιες συγκεκριμένες πράξεις: να μην κλέψει, σκοτώσει, εξαπατήσει. Στην δεύτερη περίπτωση το άτομο έρχεται αντιμέτωπο με τον εξαναγκασμό, εφόσον αποτύχει να πραγματοποιήσει το καθήκον που του ανατέθηκε. Ο νόμος τον εξαναγκάζει προς μία πράξη που δεν θα έκανε διαφορετικά. Στην αγορά, αν κάποιος αποτύχει στο να εξυπηρετήσει τους καταναλωτές, δεν πέφτει θύμα εξαναγκασμού. Η αποχή των καταναλωτών από τις υπηρεσίες και τα προϊόντα που παρέχει είναι η «τιμωρία» του. Δεν έχει να φοβηθεί τίποτα παραπάνω πέρα από την απώλεια εισοδήματος.

Σε μία κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία, κάθε άτομο, ανεξαρτήτως προσωπικότητας και ταλέντων, είναι υποκείμενο στις βουλές των εκάστοτε αρχών. Κάθε του παραστράτημα τιμωρείται με τις ποινές που έχουν προκαθοριστεί. Στην ελεύθερη και απαρεμπόδιστη αγορά, κάθε άτομο κρίνεται από τις υπηρεσίες που παρέχει στους συνανθρώπους του. Οι καταναλωτές είναι εκείνοι που δημιουργούν την ανισότητα στον πλούτο και το εισόδημα ανάμεσα στα άτομα. Επιθυμούν εκείνους τους παραγωγούς που θα τους παρέχουν τις καλύτερες υπηρεσίες και αγαθά στην καλύτερη τιμή. Αυτή η ανισότητα που προκύπτει δεν είναι προϊόν εξαναγκασμού. Η τιμωρία μη αποτελεσματικών παραγωγών είναι απλά μία απώλεια εισοδήματος και κεφαλαίου. Η ζωή τους και η σωματική τους ακεραιότητα δεν απειλούνται από τους καταναλωτές. Οποιεσδήποτε διενέξεις λύνονται μέσω του συστήματος ιδιωτικής ιδιοκτησίας που αποτελεί θεμέλιο της αγοράς.

Αποτελεί μεγάλο σφάλμα να υποθέσουμε ότι η ανισότητα θα εξαλειφθεί σε κάποια σοσιαλιστική ουτοπία, όπου το κράτος θα ελέγχει κάθε παραγωγική δραστηριότητα. Σε μία καπιταλιστική κοινωνία, η ανισότητα είναι καθαρά οικονομική: κάποιοι έχουν περισσότερα από άλλους, διότι κατάφεραν να εξυπηρετήσουν καλύτερα τις ανάγκες των καταναλωτών, και φυσικά και οι ίδιοι ως καταναλωτές έκαναν την ίδια κρίση ως προς άλλους παραγωγούς. Ο καθένας δύναται να ανέβει στο οικονομικό βάθρο στον καπιταλισμό, εφόσον έχει τη διάθεση να αναλάβει ρίσκο και να βελτιώσει τον χαρακτήρα του και τις ικανότητες του. Θα καταφέρει να αναδειχθεί στον βαθμό που οι ικανότητές του το επιτρέπουν. Εάν αποτύχει, δεν έχει καμία δικαιολογία πέραν από να αποδώσει την αποτυχία στον ίδιο του τον εαυτό. Μπορεί πάντα όμως να αλλάξει δραστηριότητα ή να προσπαθήσει από την αρχή: του επιτρέπεται κάτι τέτοιο, η αγορά είναι ανοιχτή για όλους.

Σε ένα σοσιαλιστικό καθεστώς η ανισότητα είναι διαφορετικής φύσης. Οι γραφειοκράτες και τα συμβούλια σχεδιασμού είναι υπέρτατα. Σαφώς, κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι ελέγχονται από τον «λαό», αλλά αυτό δεν καταστρατηγεί το γεγονός ότι αυτά ασκούν τον αποκλειστικό έλεγχο στις παραγωγικές δραστηριότητες ενός έθνους. Ενώ η ανισότητα στην αγορά είναι οικονομική και μπορεί να μετριαστεί καθώς πλούτος και εισόδημα μετακυλούν συνεχώς από χέρι σε χέρι, στον σοσιαλισμό κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Τα σχεδιαστικά συμβούλια είναι ανώτερα όλων: δεν υπάρχει τρόπος να εξισωθεί κάποιος στο επίπεδό τους. Μόνο με τη βία ή μέσω της οικονομικής κατάρρευσης που είναι αναπόφευκτη κάποια στιγμή, καταρρέουν τέτοια συστήματα. Πολυεθνικές όμως, και επιχειρήσεις καταρρέουν απλά και μόνο από την αποχή από τα προϊόντα τους.

Συμπέρασμα

Κανένα σύστημα το οποίο βασίζεται στον καταμερισμό εργασίας δεν μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει, αν δεν καταφέρει να ανταμείβει κάθε άτομο ανάλογα με την προσφορά του στην από κοινού παραγωγική διαδικασία. Στην αγορά αυτό επιτυγχάνεται μέσω του συστήματος τιμών και τις επιλογές των καταναλωτών: όλων μας. Αν δεν πραγματοποιείται αυτό μέσω του συστήματος τιμών, τότε η μόνη εναλλακτική είναι η βία του κράτους και των μεθόδων που χρησιμοποιούνται από τις πιο στυγνές και απάνθρωπες αστυνομίες ολοκληρωτικών καθεστώτων.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε επίσης: