Η άνοδος της παγκόσμιας θρησκείας του κρατισμού

0
1105
O σοσιαλιστικός κρατισμός, ήταν διαφορετικός από τις τυραννίες του παρελθόντος. Στον νέο κρατισμό, το κράτος ήταν αυτοσκοπός. Η γραφειοκρατία θα είχε δική της ζωή ανεξάρτητα από την κυβέρνηση που θα ήταν υπεύθυνη την εκάστοτε στιγμή. Ο νέος κρατισμός έβλεπε το κράτος ως «ιδανικό». Ως κάτι που πρέπει να υπηρετηθεί και του οποίου τα συμφέροντα πρέπει να επιδιωχθούν.
O σοσιαλιστικός κρατισμός, ήταν διαφορετικός από τις τυραννίες του παρελθόντος. Στον νέο κρατισμό, το κράτος ήταν αυτοσκοπός. Η γραφειοκρατία θα είχε δική της ζωή ανεξάρτητα από την κυβέρνηση που θα ήταν υπεύθυνη την εκάστοτε στιγμή. Ο νέος κρατισμός έβλεπε το κράτος ως «ιδανικό». Ως κάτι που πρέπει να υπηρετηθεί και του οποίου τα συμφέροντα πρέπει να επιδιωχθούν.

Οι Φαβιανοί σοσιαλιστές στη Βρετανία, συμφωνούσαν με τον κρατισμό και το grandiose όραμα του κεντρικού σχεδιασμού των μαρξιστών, αλλά, ως μέλη της πλούσιας ελίτ, αντιτάχθηκαν έντονα στα μαρξιστικά-λενινιστικά μέσα της βίαιης επανάστασης.

Του

Απόδοση: Ευθύμης Μαραμής

Εισαγωγή

Ο 18ος αιώνας σηματοδότησε την αρχή μιας ισχυρής αμφισβήτησης χιλιετιών αντι-ατομικισμού και ανελεύθερου δεσποτισμού, τυραννίας και συνεχών αιώνων οικονομικής στασιμότητας. Πριν από αυτή τη μετάβαση στα σύγχρονα κοινωνικά συστήματα, οι κοινωνίες καθορίζονταν σε μεγάλο βαθμό από τη λήψη αποφάσεων του εκάστοτε ηγεμόνα. Ένας τέτοιος ηγεμόνας ήταν ιδιαίτερα επιρρεπής σε αυτό που έλεγε ο Λόρδος Acton: «η εξουσία τείνει να διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα». Ο Murray Rothbard έγραψε για την Παλαιά Τάξη Πραγμάτων:

Συνοπτικά, η ζωή ήταν «απαίσια, κτηνώδης και σύντομη». Ήταν η «κοινωνία του στάτους» του Maine και η «στρατιωτική κοινωνία» του Spencer. Οι κυρίαρχες τάξεις ή κάστες, διέπονταν από την κατάκτηση και εκπαίδευαν τις μάζες να πιστεύουν στην υποτιθέμενη θεϊκή έγκριση της κυριαρχίας τους.

Η ιδέα ενός μεμονωμένου ατόμου που χρησιμοποιεί την ιδιωτική του ιδιοκτησία για την προώθηση της δικής του θέσης στην κοινωνία, η ιδέα ότι ένας άνθρωπος θα μπορούσε να εργαστεί σκληρά για να επιτύχει τα όνειρά του, ήταν εντελώς απούσα. Ένας άνθρωπος δεν μπορούσε καν να κάνει «όνειρα». Διότι ήταν η εποχή των Βασιλέων και των Βασιλείων, όπου τα άτομα ήταν απλά υποκείμενα του ηγεμόνα, του οποίου οι επιταγές καθόριζαν το μέλλον του βασιλείου και όλων των ανθρώπων που αυτό συμπεριλάμβανε.

Το τέλος της παλαιάς τάξης πραγμάτων

Ο 18ος αιώνας ανέδειξε το Φιλελεύθερο κίνημα και μαζί του τις νέες ιδέες του ατομικισμού και της αυτοδιάθεσης στο πλαίσιο των κοινωνικοπολιτικών τάξεων. Υποστηρίχθηκε ότι η ευημερία και η κοινωνική πρόοδος δεν μπορούσαν να προέλθουν από τις τυραννίες του παρελθόντος. Αντί να είναι ευνοϊκή για το άτομο, μια μαζική, κεντρικά ελεγχόμενη αυτοκρατορία, αποτελούσε πηγή κοινωνικής απελπισίας, οικονομικών παλινδρομήσεων και πολιτισμικής στασιμότητας. Εκείνος ο φιλελευθερισμός, ο οποίος σήμερα αναφέρεται ως κλασσικός φιλελευθερισμός, ήταν ο πρόδρομος της σύγχρονης – και πιο επακριβώς αναπτυγμένης – αναρχοκαπιταλιστικής πολιτικής θεωρίας.

Η μετάβαση από την Παλαιά Τάξη – από το παλαιό καθεστώς (Ancien Régime), του οποίου το μοντέλο εντοπίζεται πίσω στις απαρχές του πολιτισμού – στο φιλελεύθερο πνεύμα, εξετάζεται ιδιαίτερα σε μία από τις μεταγενέστερες εργασίες του Ludwig von Mises με τίτλο Omnipotent Government. Εδώ, ο von Mises αναλύει τις ρίζες του γερμανικού ναζισμού και του εθνικοσοσιαλισμού, εξετάζοντας αρχικά το αυτοκρατορικό μοντέλο του παλαιού Πρωσικού μοντέλου, καθώς και της Φιλελεύθερης επανάστασης η οποία επιδίωξε και απέτυχε να υπερισχύσει της Παλαιάς Τάξης με τα καπιταλιστικά και ατομικιστικά ιδανικά της. Ο von Mises περιγράφει την προ-φιλελεύθερη κοινωνική τάξη του «παλαιού πρωσικού κράτους της δυναστείας του οίκου των Hohenzollern:»

Όπως όλοι οι άλλοι πρίγκιπες και δούκες που καθιέρωσαν την κυριαρχία τους στα συντρίμμια της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Τευτονικού Έθνους, οι Hohenzollern θεωρούσαν επίσης την επικράτειά τους ως οικογενειακό κτήμα, τα όρια του οποίου προσπάθησαν να επεκτείνουν μέσω βίας, δόλιων τεχνασμάτων και οικογενειακής συσπείρωσης. Οι άνθρωποι που ζούσαν μέσα στα εδαφικά τους όρια ήταν υποκείμενα που έπρεπε να υπακούν σε εντολές. Ήταν εξαρτήματα του εδάφους, μέρος της περιουσίας του ηγεμόνα που είχε το δικαίωμα να τους χρησιμοποιεί ad libitum. Η ευτυχία και η ευημερία τους δεν λαμβάνονταν υπόψη.

Εντός αυτού του πλαισίου, εμφανίστηκαν οι νέες ιδέες του φιλελευθερισμού από τη Δυτική Ευρώπη, κυρίως από τις αγγλόφωνες και γαλλόφωνες χώρες. Ο von Mises γράφει:

«Ο λαός, συνηθισμένος να υπακούει τυφλά στην υποτιθέμενη δοθείσα από τους Θεούς εξουσία των ηγεμόνων, άκουσε για πρώτη φορά τις λέξεις ελευθερία, αυτοδιάθεση, δικαιώματα του ανθρώπου, κοινοβούλιο, σύνταγμα».

Μαζί με τις νέες ιδέες, εμφανίστηκε και η μεγάλη απειλή για το Ancien Régime. Όπως τονίζει ο von Mises στην οικονομική του πραγματεία Human Action:

… οι ηγεμόνες, οι οποίοι αποτελούν πάντοτε μειονότητα, δεν μπορούν να παραμείνουν διαρκώς στην εξουσία εάν δεν υποστηρίζονται από τη συγκατάθεση της πλειοψηφίας αυτών που κυβερνώνται. Όποιο και αν είναι το κυβερνητικό σύστημα, τα θεμέλια πάνω στα οποία είναι κτισμένο και στηρίζεται, είναι πάντα η γνώμη αυτών που κυβερνώνται. […] μακροπρόθεσμα δεν μπορεί να επικρατήσει μια κυβέρνηση που δεν είναι δημοφιλής.

Κι έτσι, οι νέες ιδέες άρχισαν να διαδίδονται στην Ευρώπη στον κόσμο των καταπιεσμένων και τα συναισθήματα μεταβάλλονταν προς μια νοοτροπία ελευθερίας – προς τον κοινωνικό στόχο της απελευθέρωσης από την επικρατούσα τάξη.

Παρόλα αυτά, η γερμανική πνευματική επανάσταση τελικά απέτυχε. Δεν πέτυχε ποτέ αυτό που επιδιώχθηκε στα πρώτα χρόνια της φιλελεύθερης πάλης. Ναι, η Παλαιά Τάξη σύντομα κατέρρευσε… αλλά δεν πήρε τη θέση της ο φιλελευθερισμός και ο καπιταλισμός.

Αντίθετα, παρουσιάστηκε ένας τρίτος τρόπος ως εναλλακτική λύση έναντι της παλαιάς τάξης και έναντι των ιδεών της ελευθερίας. Το τραγικό – και βαθύτατα ενδεικτικό των μελλοντικών κοινωνικών και πολιτικών επαναστάσεων – ήταν ότι αυτός ο τρίτος δρόμος έκλεψε τη ρητορική των φιλελευθέρων χωρίς ωστόσο να ξεκαθαρίζει τους όρους του, διότι αναφερόμενος στην «ελευθερία» την «επανάσταση» και την «αυτοδιάθεση» δεν εννοούσε καθόλου αυτό που εννοούσαν οι φιλελεύθεροι. Κι έτσι, αυτή η νέα εναλλακτική λύση υπονόμευσε και εξαπάτησε μεγάλο αριθμό φιλελεύθερων και δυνητικών φιλελεύθερων. Υποστήριξε την απελευθέρωση από την Παλιά Τάξη κι άναψε ένα ισχυρό φως στο τέλος του τούνελ του ιστορικού αγώνα ενάντια στον δεσποτισμό. Αλλά αυτή η εναλλακτική λύση τελικά –  περίπου εκατό χρόνια αργότερα – παρήγαγε μια πολιτική τάξη που ήταν πολύ πιο τρομακτική από την παλιά τάξη του Ancien Régime.

Αυτή η εναλλακτική λύση που στάθηκε μεταξύ του φιλελευθερισμού και του παλιού καθεστώτος ήταν ο σοσιαλισμός. Ο σοσιαλισμός, σύμφωνα με τα λόγια του von Mises, «στοχεύει σε ένα κοινωνικό σύστημα βασισμένο στη δημόσια ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Σε μια σοσιαλιστική κοινότητα όλοι οι υλικοί πόροι ανήκουν και διαχειρίζονται από την κυβέρνηση. Αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση είναι ο μόνος εργοδότης και ότι κανείς δεν μπορεί να καταναλώσει περισσότερα από όσα του παραχωρεί η κυβέρνηση.» Κι έτσι για τον σοσιαλιστή, το κράτος είναι υπέρτατο. Είναι το όχημα με το οποίο θα μπορούσε να φτάσει στο Ουτοπικό του όραμα. Όλη η εμπιστοσύνη και όλη η εντιμότητα πρέπει να παραχωρηθούν στο κράτος. Γιατί χωρίς το κράτος, το μεγάλο όραμα θα αποτύχει και – σύμφωνα με τους προπαγανδιστές του σοσιαλισμού – οι κοινωνίες θα οπισθοχωρήσουν στις ανοιχτές αγκάλες των παλιών τυραννιών.

Αυτός ο σοσιαλιστικός κρατισμός, ήταν διαφορετικός από τις τυραννίες του παρελθόντος. Στον νέο κρατισμό, το κράτος ήταν αυτοσκοπός. Η γραφειοκρατία θα είχε δική της ζωή ανεξάρτητα από την κυβέρνηση που θα ήταν υπεύθυνη την εκάστοτε στιγμή. Ο νέος κρατισμός έβλεπε το κράτος ως «ιδανικό». Ως κάτι που πρέπει να υπηρετηθεί και του οποίου τα συμφέροντα πρέπει να επιδιωχθούν. Το κράτος είμαστε εμείς και όλοι μας συνδεόμαστε μέσω του κράτους. Το κράτος αντιπροσωπεύει τις συλλογικές μας ανάγκες και τα συμφέροντά μας αντιπροσωπεύουν τη βούληση του κράτους. Αυτός ο καθάριος κρατισμός ήταν μια νέα θρησκεία, διαφορετικός από την απλοϊκή χρήση του κράτους ως μέσου εξουσίας όπως χρησιμοποιούταν από την παλιά τάξη του Ancien Régime. Έτσι, ο von Mises επισημαίνει ότι η ναζιστική Γερμανία και τα άλλα εθνικοσοσιαλιστικά κράτη ήταν αρκετά διαφορετικά από τις προ σοσιαλιστικές πολιτικές τάξεις.

Κι έτσι, ο κρατισμός καθαυτός έγινε ο νέος δρόμος. Απέρριψε τις αρχές του φιλελευθερισμού ως απάτη της «μπουρζουαζίας». Απέρριψε την ιδιωτική ιδιοκτησία ως οπισθοδρομική και αντικοινωνική. Είπε, όπως συνόψισε ο Mises: «Ο φιλελευθερισμός στοχεύει σε ψευδή ελευθερία, αλλά εγώ θα φέρω πραγματική ελευθερία. Και αληθινή ελευθερία σημαίνει την παντοδυναμία του κράτους. Δεν είναι η αστυνομία ο εχθρός της ελευθερίας αλλά η μπουρζουαζία».

Και ο Γερμανός σοσιαλιστής Ferdinand Lasalle συνόψισε το νέο πνεύμα της εποχής: «Το κράτος είναι Θεός».

Οι στόχοι και οι μέθοδοι των Φαβιανών σοσιαλιστών

Ο von Mises συνεχίζει στο βιβλίο του εξετάζοντας την άνοδο του γερμανικού ναζισμού και την εκπλήρωση της νέας τάξης του πλήρους κρατισμού. Στην πραγματικότητα, αυτός ήταν ο κρατισμός που έπεσε στα κεφάλια του κόσμου μέσω του ρωσικού σοσιαλισμού, του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού και του ιταλικού φασισμού.

Ο von Mises, γράφοντας το 1940 [στο βιβλίο του Interventionism: An Economic Analysis], δείχνει ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να «αναγνωριστεί σύμφωνα με δύο διαφορετικά πρότυπα» που είναι:

  1. «το μαρξιστικό ή ρωσικό πρότυπο»
  2. «το γερμανικό σύστημα»

Σήμερα μπορούν να διακριθούν με διαφορετικούς όρους. Μπορούμε να αποκαλούμε τον πρώτο «μαρξισμό» ή κομμουνισμό και το δεύτερο μοτίβο μπορεί να αναφέρεται ως φασισμός.

Ο σοσιαλισμός και ο κρατισμός στη Γερμανία και τη Ρωσία είναι σχετικά γνωστά συστήματα και η διαίρεσή τους σύμφωνα με τα δύο παραπάνω «πρότυπα» είναι χρήσιμη. Αλλά πρέπει επίσης να εντοπίσουμε την άνοδο ενός διαφορετικού «προτύπου». Το πρότυπο αυτό είναι δομικά παρόμοιο με το φασιστικό πρότυπο, αλλά έχει το δικό του «δυτικό» στρατηγικό άρωμα, ώστε να ανταποκρίνεται στις νοοτροπίες και τα συναισθήματα του βρετανικού και αμερικανικού λαού. Και, πράγματι, η Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποίησαν αυτό το μοτίβο ως μέσο για να εξασφαλίσουν το αυτοκρατορικό αποτύπωμα τους στον δυτικό κόσμο.

Θα ονομάσουμε αυτόν τον τύπο σοσιαλισμού ως το «Φαβιανό» μοντέλο.

Στον ρωσικό κομμουνισμό, το κράτος αποτελεί την υπέρτατη εξουσία και η βούληση του πρέπει να επιδιωχθεί ως ο στόχος της πολιτικής ζωής. Το ίδιο ισχύει με τον Ναζισμό και τον Φαβιανό σοσιαλισμό. Αλλά τα μέσα για να επιτευχθεί αυτό ποικίλλουν. Στο ρωσικό μοντέλο (μπορούμε να το ονομάσουμε «λενινισμό»), όλα αποτελούν απόλυτη ιδιοκτησία του κράτους και η άρχουσα τάξη αποφασίζει για όλη την κοινωνία. Σύμφωνα με το Φαβιανό/ναζιστικό μοντέλο, η ιδιοκτησία είναι ονομαστικά σε «ιδιωτικά» χέρια, αλλά ο έλεγχος τελικά ανήκει στο κράτος, το οποίο έχει την εξουσία να καθορίζει τις τιμές, να ρυθμίζει τους κανονισμούς, να ελέγχει τις επιδοτήσεις και να επιβάλει κυρώσεις. Ενώ το λενινιστικό πρότυπο είναι ένα ωμό κρατικό μονοπώλιο, τα άλλα μοντέλα είναι περισσότερο ένα εταιρικό μονοπώλιο, που επιτυγχάνεται και επιβάλλεται με τον ισχυρό βραχίονα του κράτους. Αυτό το μοντέλο αναφέρεται επίσης ως «κορπορατισμός».

Το ναζιστικό και το Φαβιανό μοντέλο, όμως, έχουν ως βασική τους διαφορά τον τρόπο με τον οποίο αυτοπαρουσιάζονται στις μάζες. Ενώ ο ναζισμός είναι γνωστός για τη βίαιη στρατιωτική επιβολή, τη δημιουργία φυλετικών συγκρούσεων και τη βίαιη εξόντωση των πολιτικών αντιπάλων με δημόσιες εκδηλώσεις κακόβουλης συμπεριφοράς, το Φαβιανό μοντέλο διαφέρει. Το Φαβιανό πρότυπο, ήταν πολύ πιο μυστικοπαθές, αθόρυβο και κάτω από το ραντάρ. Δεν εκδηλωνόταν δημόσια. Αντ’ αυτού, επιδίωξε τον οικονομικό έλεγχο των τραπεζών, των μέσων μαζικής ενημέρωσης, των νομοθετών, των δικαστηρίων και των εκπαιδευτικών κέντρων. Διέδωσε τις ιδέες του μέσω των πανεπιστημίων, μέσω μυθιστορημάτων, μέσω θεατρικών έργων.

Το Φαβιανό μοντέλο ήταν το μέσο με το οποίο η Αγγλοαμερικανική Αυτοκρατορία επιδίωξε την κυριαρχία της στις αρχές της αποκαλούμενης «προοδευτικής» εποχής, από τον Α ‘Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι τον Ψυχρό Πόλεμο. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ωστόσο, η βρετανική αυτοκρατορία κατέρρευσε και η αμερικανική κυβέρνηση κατέστη η μοναδική παγκόσμια υπερδύναμη.

Ο von Mises γράφει στο Omnipotent Government:

Από την Αγγλία προήλθαν οι ιδέες των Carlyle, Ruskin, και των Φαβιανών. Από τη Γαλλία ο σολινταρισμός. Οι εκκλησίες όλων των δογμάτων εντάχθηκαν στη χορωδία. Μυθιστορήματα και θεατρικά έργα προπαγάνδιζαν το νέο δόγμα του κρατισμού. Ο Bernard Shaw, ο Wells, ο Spielhagen ο Gerhart Hauptmann και άλλοι λιγότερο προικισμένοι συγγραφείς, συνέβαλαν στη δημοτικότητα του κρατισμού.

Αυτό ήταν το Φαβιανό μοντέλο: στόχευε στις πνευματικές τάξεις. Συνειδητοποίησε ότι αν έπειθε τους ισχυρούς της χώρας, οι ιδέες θα μεταδιδόταν ακολούθως στις μεσαίες και κατώτερες τάξεις. Επιδίωξε μια στρατηγική εναγκαλισμού με την κοινωνική ελίτ, τους «liberals της λιμουζίνας» όπως είναι γνωστοί σήμερα στις ΗΠΑ. Εδώ συναντάμε και μια πρωτοφανή διαστροφή του λεξιλογίου. Ο παλιός φιλελευθερισμός (liberalism) της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και του ατομικισμού, κατά τη διάρκεια της «προοδευτικής» εποχής, επανακαθορίστηκε σύμφωνα με τις προτιμήσεις του νέου Φιλελευθερισμού, που στην πραγματικότητα σήμαινε απλώς σοσιαλισμό. Γι’ αυτό, στην Αμερική, liberal σήμερα λένε τον σοσιαλιστή.

Ποιοι ήταν λοιπόν οι άνθρωποι που αναφέρθηκαν παραπάνω και τι δουλειά έχουν μεταξύ τους; Ένας καθηγητής Καλών Τεχνών, ο John Ruskin ήταν υποστηρικτής του κολεκτιβισμού και τον προήγαγε στην Οξφόρδη κατά τα τέλη του 19ου αιώνα. Είχε βαθιά επίδραση στους μελλοντικούς Βρετανούς πολιτικούς που διδάχτηκαν από αυτόν κατά τη διάρκεια του χρόνου τους εκεί. Το όραμα του Ruskin ήταν μια αυτοκρατορική Βρετανία. Στο πλαίσιο του για τον κόσμο, η Βρετανία είχε την ηθική υποχρέωση να απλώσει τα πλοκάμια της σε όλο τον κόσμο.

Για τους κολεκτιβιστές όπως αυτός, η ιδέα ότι ένα ξεχωριστό και κυρίαρχο έθνος θα μπορούσε να πάρει τις δικές του αποφάσεις, ήταν γελοία. Αλλά αυτό δεν έπρεπε να επιτευχθεί με βίαιη επανάσταση ανάλογη των Ρώσων λενινιστών. Μην ξεχνάμε, στο βρετανικό κολεκτιβιστικό μοτίβο, η βίαιη επανάσταση απορρίφθηκε και προτιμήθηκε ένα ύπουλο και αθόρυβο μέσο απόκτησης της εξουσίας. Ο βρετανικός συγκεντρωτισμός της ιντελιγκέντσιας του Ruskin, ταίριαζε άψογα με τον κουλτουριάρικο σοσιαλιστικό ελιτισμό των Φαβιανών.

Οι Φαβιανοί σοσιαλιστές στη Βρετανία, συμφωνούσαν με το grandiose όραμα του κρατισμού και του κεντρικού σχεδιασμού των μαρξιστών, αλλά, ως μέλη της πλούσιας ελίτ, αντιτάχθηκαν έντονα στα μαρξιστικά-λενινιστικά μέσα της βίαιης επανάστασης. Εξάλλου, ο μαρξισμός βασιζόταν στην πραγματικότητα στον ταξικό πόλεμο θέτοντας τους «μπουρζουάδες» ως αντιπάλους του προλεταριάτου. Αλλά στη Βρετανία, αυτοί οι ιδεαλιστές σοσιαλιστές ήταν «μπουρζουάδες». Έτσι, ο βρετανικός σοσιαλισμός είχε ένα τελείως διαφορετικό μοντέλο. Αυτά τα άτομα σχημάτισαν μια μικρή κοινωνία (τέτοιες «κοινωνίες» δεν είναι τόσο δημοφιλείς αυτές τις μέρες, αλλά ήταν στην πραγματικότητα αρκετά συνηθισμένες μεταξύ των ελίτ κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα). Δημιούργησαν τη Φαβιανή εταιρεία (The Fabian Society).

Δύο από τα πιο σημαντικά μέλη αυτής της κοινωνίας ήταν ο Sydney και η Beatrice Webb, η οποίοι ίδρυσαν τη σχολή οικονομικών του Λονδίνου  (London School of Economics – LSE) και το σπίτι των οποίων έγινε τελικά το επίσημο αρχηγείο της Φαβιανής Κοινωνίας. Επίσης, σε αυτή την ομάδα υπήρχαν συγγραφείς όπως ο George Bernard Shaw και ο HG Wells, καθώς και ιστορικοί όπως ο Arnold Toynbee. Ήταν ο Wells που έγραψε ότι ο νέος κρατισμός ήταν η θρησκεία του, ήταν ο σκοπός στον οποίο θα αφιέρωνε τη ζωή του. Αυτά τα άτομα εντυπωσιάστηκαν από τον κολεκτιβισμό στο σοβιετικό σύστημα και επαινούσαν ένθερμα μια πορεία προς το ιδανικό σοσιαλιστικό κράτος. Ωστόσο, στον δικό τους βρετανικό σοσιαλισμό, οι Φαβιανοί απέρριψαν τη χρήση βίας προς τους διαφωνούντες. Ήταν μια «πνευματική επανάσταση» που επικεντρώθηκε στη μαζική προπαγάνδα των σοσιαλιστικών ιδεών.

Ο Murray Rothbard, το 1984, έγραψε μια εξαιρετική μονογραφία η οποία εξέταζε τις ελίτ εξουσίας στις Ηνωμένες Πολιτείες τον 20ό αιώνα. Από τους τραπεζίτες του οίκου Morgan και την ομοσπονδιακή κεντρική τράπεζα έως την άνοδο των συμφερόντων του Rockefeller στην Ασία και την μεταπολεμική παγίωση της νέας πολιτικής τάξης μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Rothbard παρατήρησε ότι οι ρίζες αυτής της νέας τάξης, αναπτύχθηκαν παράλληλα με τους Φαβιανούς σοσιαλιστές στην Αγγλία. Λαμβάνοντας πληροφορίες σε μεγάλο βαθμό από τον ανεπίσημο ιστορικό της ευρωπαϊκής ελίτ, καθηγητή Carroll Quigley, ο Murray Rothbard είδε ότι οι κύκλοι των Φαβιανών άρχισαν να συνεργάζονται με μυστικές κοινωνίες (εταιρείες) που χρηματοδοτήθηκαν και συντηρήθηκαν από τον μαθητή του John Ruskin, Cecil Rhodes του οποίου ο τεράστιος πλούτος του επέτρεψε να ασκήσει ισχυρή επιρροή στη βρετανική πολιτική.

Περιγράφοντας την επιρροή που ασκήθηκε στην αμερικανική ελίτ της εξουσίας από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο Rothbard επεσήμανε ότι ο Cecil Rhodes είχε στο μυαλό του μια βρετανική επανένωση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έτσι, ο Rhodes χρηματοδότησε παντός είδους ισχυρές διεθνείς «ομάδες» και οργανώσεις που παρείχαν «εμπειρογνωμοσύνη» σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, τραπεζικών υποθέσεων  και «δημόσιας πολιτικής.» Αυτές οι ομάδες, είχαν τη Βρετανική εκδοχή τους (το Βασιλικό Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων) και την αμερικανική εκδοχή (Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων). Αλλά σε μεγάλο βαθμό αντανακλούσαν την ίδια κοσμοθεωρία και αφορούσαν την ίδια ελίτ εξουσίας. Για περισσότερα σχετικά με τους Cecil Rhodes και Carroll Quigley, ανατρέξτε στην επισκόπηση του Steve Sailer.

Διεθνιστικές και παγκοσμιοποιημένες πολιτικές οργανώσεις που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια του Α ‘Παγκοσμίου Πολέμου (όπως η Κοινωνία των Εθνών) και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (όπως τα Ηνωμένα Έθνη) διοικούνταν από ισχυρούς άντρες αυτών των ομάδων, οι οποίοι ήταν επίσης διοικητές και μέλη διαφόρων εμπορικών τραπεζών, κεντρικών τραπεζών, ηγετικών βιομηχανιών και ούτω καθεξής. Όλα αυτά σχεδιάστηκαν για να παράσχουν τους απαραίτητους πόρους για ένα μοντέλο «παγκόσμιας κυβέρνησης», υπό την ηγεσία των διεθνιστών σοσιαλιστών. Δεν πέτυχαν πλήρως τον στόχο τους τόσο γρήγορα όσο ήλπιζαν πως θα συνέβαινε μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Γιατί η Βρετανική Αυτοκρατορία δεν μπορούσε να επιβιώσει από την οικονομική βλάβη που είχε προκαλέσει η ίδια στον εαυτό της (με τις νομισματικές κατεργαριές της) κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Τελικά η αμερικανική ελίτ ήταν που επικράτησε μετά την κατάρρευση της Βρετανίας, ως η μοναδική δύναμη επιρροής στον δυτικό κόσμο. Φυσικά, προσπάθησε να διατηρήσει την αυταρχική της επιρροή σε όλους τους οργανισμούς που είχε ιδρύσει η Βρετανία, όπως σημειώνει ο Murray Rothbard. Οι Rockefeller ξόδεψαν απίστευτα ποσά χρημάτων και πόρων σε μια προσπάθεια να διατηρήσουν τον δυτικό και παγκόσμιο έλεγχο. Αλλά δεν μπόρεσαν να καταφέρουν και πολλά. Στο νέο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου αναδύθηκε μια νέα ομάδα εξουσίας: οι νεοσυντηρητικοί.

Η εξέλιξη των ελίτ της εξουσίας στην Αμερική, με την άνοδο των νεοσυντηρητικών, αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό μια μάχη ανάμεσα στο παλιό κατεστημένο (τους ανάδοχους του Rockefeller από τις μέρες των Φαβιανών) και τους νέους «Cowboys» (τους νεοσυντηρητικούς) που απέκτησαν μεγάλη ισχύ με την πετρελαϊκή έκρηξη στο Τέξας και το νοτιοδυτικό τμήμα των ΗΠΑ. Ενώ το κατεστημένο είχε πολλά χρήματα και για δεκαετίες έβρισκε φίλους και στα δύο πολιτικά κόμματα (εξασφαλίζοντας πάντα την τελική τους νίκη – ασχέτως ποιος εκλεγόταν), οι νεοσυντηρητικοί εισχώρησαν σε κυβερνητικές θέσεις όταν ο Ronald Reagan υποσχέθηκε να εξαλείψει το εκτελεστικό κομμάτι της εποχής Rockefeller, το οποίο ήταν υπό την επιρροή της «τριμερούς επιτροπής» (μιας άλλης οργάνωσης παγκοσμιοποίησης).

Όμως ο Reagan πέτυχε μόνο να εξαλείψει το μισό μέρος του κατεστημένου. Το κενό ήρθαν να γεμίσουν οι νεοσυντηρητικοί. Η επιλογή του Bush 1 ως Αντιπροέδρου εκ μέρους του Reagan, ήταν ένας συμβιβασμός. Διότι ο Bush – σε αντίθεση με τον γιο του τον Bush 2 – προερχόταν από το κατεστημένο των Rockefeller από τις ημέρες του στην CIA και την εμπλοκή του πατέρα του (Prescott) σε έναν από τους μεγαλύτερους τραπεζικούς οίκους του 20ου αιώνα, ο οποίος συνδεόταν με την τραπεζική ελίτ της Ομοσπονδιακής (κεντρικής) Τράπεζας των ΗΠΑ.

Συμπέρασμα

Μόλις οι κολεκτιβιστές, οι υποστηρικτές της νέας θρησκείας του κρατισμού, κατάφεραν να ξεριζώσουν τις αρχές του παλαιού φιλελευθερισμού από τις μάζες, το κράτος κατάφερε να αναπτυχθεί. Οι κοινωνικοπολιτικές τάξεις, καθώς οι ηγεμόνες αποτελούν εξ ορισμού πάντα μειονότητα, βασίζονται στην έγκριση των μαζών. Έτσι, το κράτος έχει ιδιαίτερη επίγνωση της σημασίας που έχει το «δημόσιο» σχολείο και τα «ομοιόμορφα κρατικά πρότυπα» για τη διαχρονικότητα του. Ο κρατικός μηχανισμός πρέπει να ελέγχει το χρήμα, τους πόρους και την κινητικότητα της εργασίας. Αυτό δεν μπορεί να συμβεί αν οι άνθρωποι δεν πιστεύουν στο κράτος. Όλα τα κολεκτιβιστικά συστήματα βασίζονται στην υποστήριξη της πλειοψηφίας. Στη συνέχεια, η δημοκρατία, όπως επιδεικνύει εκτενώς ο Hans-Hermann Hoppe, είναι το πιο επιρρεπές σύστημα στην προπαγάνδα του κράτους. Γιατί υπό τη δημοκρατία, δήθεν, ο «λαός» είναι αρμόδιος.

Αλλά ποιος είναι ο λαός; Δεν είναι τα εκατομμύρια των ανθρώπων που εξαρτώνται από τις παροχές και τα επιδόματα του κοινωνικού κράτους, τα εκατομμύρια που εκπαιδεύτηκαν από τα σχολεία του ίδιου του κράτους, τα εκατομμύρια που θα προτιμούσαν να ζουν με το φόβο ενός «εξωτερικού εχθρού» παρά να θεωρούν ως εχθρό το δικό τους κράτος που ισχυρίζεται ότι τους παρέχει ασφάλεια; Δεν είναι τα εκατομμύρια ανθρώπων που έχουν διδαχθεί ότι η ειρήνη είναι αδύνατη, ότι το υγιές χρήμα είναι κακό, ότι η ιδιωτική ιδιοκτησία είναι αρχαϊκή; Δεν είναι τα εκατομμύρια ανθρώπων που έχουν κατηχηθεί από τη γέννηση τους ότι οι ελεύθερες αγορές προκαλούν «εκμετάλλευση», ότι οι κατώτατοι μισθοί αποτελούν αντίσταση στους «ισχυρούς», ότι η ιδιωτική ιδιοκτησία είναι καταπίεση; Συνεπώς, η δημοκρατία δεν είναι ένα καλό σύστημα. Το κράτος ξέρει ότι η δημοκρατία είναι το μέσο για την επέκτασή του, όχι το μέσο για τη συρρίκνωσή του.

Αυτό που χρειάζεται λοιπόν, είναι η επιστροφή στις ιδέες της ελευθερίας. Να βλέπεις τα ιδανικά σου πέρα ​​από το κράτος. Ο θεσμός της ιδιωτικής ιδιοκτησίας πρέπει να αποκατασταθεί ως ο ακρογωνιαίος λίθος του ίδιου του πολιτισμού. Γιατί με την ιδιωτική ιδιοκτησία προκύπτει το υγιές χρήμα, οι επιχειρήσεις που μπορούν να εξυπηρετήσουν τους πελάτες τους χωρίς τον φόβο της κυβερνητικής παρεμβατικότητας, η ικανότητα να στηρίζεται κάποιος στον εαυτό του και στον πλησίον του, αντί στο κράτος που βασίζεται στη λεηλασία του λαού.

Αυτό που χρειάζεται σήμερα το κίνημα υπέρ της ελευθερίας, δεν είναι πολιτική δραστηριότητα. Δεν χρειαζόμαστε περισσότερες «πολιτικές προτάσεις», περισσότερους πολιτικούς και περισσότερες επιτροπές πολιτικών δράσεων. Αυτό που χρειάζεται είναι η ειρηνική και παραγωγική αποστασιοποίηση από τη νοοτροπία του κατεστημένου. Πρέπει να επιδιώξουμε την εκπαίδευση, τη μάθηση και τη γνώση – για να κατανοήσουμε το ζήτημα της απόσπασης της προσοχής μας από την κεντρική κρατική εξουσία. Αυτό που χρειάζεται είναι μετατόπιση της νοοτροπίας. Το κράτος δεν είναι θεός. Το κράτος δεν είναι ο σωτήρας μας. Είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο στην ευημερία μας.

Μέχρις ότου το συνειδητοποιήσουν αυτό περισσότεροι άνθρωποι, έως ότου ολοκληρωθεί η αφαίρεση του κρατισμού από τα μυαλά των ανθρώπων , ο πολιτισμός θα συνεχίσει σε έναν δρόμο απελπισίας και δουλείας.

***

Ο C Jay Engel είναι δημιουργός και συντάκτης του Austro Libertarian. Ζει στη Βόρεια Καλιφόρνια, διευθύνει αρκετές επιχειρήσεις, περνάει χρόνο με την οικογένειά του και διαβάζει όσο το δυνατόν περισσότερη οικονομική και πολιτική θεωρία.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Austro Libertarian

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.