Τα πραγματικά γεγονότα έχουν μεγαλύτερη σημασία από τις προσδοκίες

0
184
Αυτό που έχει σημασία δεν είναι η σταθερότητα των προσδοκιών, αλλά αν οι προσδοκίες αυτές αντιστοιχούν στα πραγματικά γεγονότα. Τι έχουμε να κερδίσουμε, αν κάθε άτομο έχει υποστεί πλύση εγκεφάλου για να πιστέψει ότι τα πράγματα πηγαίνουν καλά, ενώ στην πραγματικότητα η οικονομία υποχωρεί;
Αυτό που έχει σημασία δεν είναι η σταθερότητα των προσδοκιών, αλλά αν οι προσδοκίες αυτές αντιστοιχούν στα πραγματικά γεγονότα. Τι έχουμε να κερδίσουμε, αν κάθε άτομο έχει υποστεί πλύση εγκεφάλου για να πιστέψει ότι τα πράγματα πηγαίνουν καλά, ενώ στην πραγματικότητα η οικονομία υποχωρεί;

Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι σε μια ελεύθερη, ανεμπόδιστη οικονομία της αγοράς, οι προσδοκίες των ατόμων θα έχουν την τάση να είναι παράλληλες με τα πραγματικά γεγονότα.

Του 

Απόδοση: Ευθύμης Μαραμής

Προκειμένου να αποκτήσουν μια εικόνα για τη μελλοντική κατάσταση μιας οικονομίας, πολλοί οικονομολόγοι ανατρέχουν σε διάφορες δημοσκοπήσεις μεταξύ καταναλωτών και επιχειρήσεων. Τυχαία επιλεγμένοι καταναλωτές και επιχειρηματίες, καλούνται να καταθέσουν τις απόψεις τους σχετικά με το πού κατευθύνεται η οικονομία. Έτσι, αν μια έρευνα δείχνει ότι η πλειοψηφία των ερωτηθέντων εκφράζει αισιοδοξία, θεωρείται καλή είδηση ​​για την οικονομία. Αντίθετα, αν η πλειοψηφία των ερωτηθέντων είναι απαισιόδοξοι, θεωρείται ως κακός οιωνός για τη μελλοντική οικονομική δραστηριότητα.

Αλλά, είναι έγκυρο να υποστηριχθεί ότι οι δημοσκοπήσεις μπορούν να μας πουν πού κατευθύνεται η οικονομία; Επιπλέον, γιατί μια γνώμη που υποστηρίζεται από ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων, πρέπει να εκληφθεί ως περισσότερο αξιόπιστη από την άποψη ενός μεμονωμένου ατόμου;

Φαίνεται ότι οι γνώσεις σχετικά με τις μελλοντικές οικονομικές συνθήκες είναι διάσπαρτες. Επομένως, οι πιθανότητες να έχει ακριβή εικόνα της οικονομίας ένα συγκεκριμένο άτομο, είναι πολύ ελάχιστες. Επιπλέον, θεωρείται ότι μια ευρεία ομάδα ανθρώπων είναι πιθανό να έχει περισσότερες πληροφορίες από ο,τι ένα μεμονωμένο άτομο. Ως εκ τούτου, η λογική των ερευνών μεταξύ καταναλωτών και επιχειρήσεων, είναι ότι μια ευρεία ομάδα ατόμων που επιλέγονται τυχαία, έχει μεγάλη πιθανότητα να απεικονίσει πειστικά μια ακριβή εικόνα των μελλοντικών οικονομικών συνθηκών.

Είναι πολύ πιθανό, μια ομάδα ανθρώπων να έχει στην κατοχή της περισσότερες πληροφορίες από κάποιο μεμονωμένο άτομο. Ωστόσο, οι περισσότερες πληροφορίες δεν σημαίνουν απαραίτητα και πιο ακριβή γνώση του μέλλοντος. Για να εξακριβωθούν τα γεγονότα της πραγματικότητας, δηλαδή, για να διαχωριστεί η ήρα από το σιτάρι, οι πληροφορίες πρέπει να επεξεργαστούν μέσω ενός θεωρητικού πλαισίου. Το αν η πρόβλεψη «έχει νόημα» καθορίζεται όχι μόνο από την ποσότητα των διαθέσιμων πληροφοριών, αλλά και από το αν μια θεωρία ή μια μέθοδος σκέψης είναι σε αρμονία με τα γεγονότα της πραγματικότητας.

Αν τα τα άτομα που ερωτήθηκαν, δεν έχουν αποκαλύψει την θεωρία πίσω από τις απόψεις τους, δεν υπάρχει κανένας πειστικός λόγος ώστε να θεωρηθούν οι διάφορες έρευνες εμπιστοσύνης ή προσδοκιών, ως βάση για την ακριβή εκτίμηση της μελλοντικής κατάστασης μιας οικονομίας.

Η γνώση του μέλλοντος μπορεί να είναι μόνο ποιοτική και όχι ποσοτική

Τα γεγονότα της πραγματικότητας που χρησιμοποιούνται για την πρόβλεψη του μέλλοντος, επιβεβαιώθηκαν από ιστορικά δεδομένα. Σε αντίθεση με τη θεωρία των ορθολογικών προσδοκιών, η προηγηθείσα γνώση των ανθρώπων που χρησίμευσε για τον προσδιορισμό των προηγούμενων ενεργειών τους, διαμορφώνει και περιορίζει τις μελλοντικές αξίες και την τεχνογνωσία των ατόμων, επηρεάζοντας έτσι τις μελλοντικές τους δράσεις.1

Εάν κάτι τέτοιο δεν ίσχυε και το παρελθόν δεν είχε καμία επίδραση στο μέλλον, θα υπήρχε ένας κόσμος χάους, όπου δεν θα γινόταν ανάληψη της συσσωρευμένης γνώσης και δεν θα μπορούσε να υπάρξει οικονομική πρόοδος. Γιατί, εάν το μέλλον δεν σχετίζεται με το παρελθόν, τότε η σημερινή γνώση θα θεωρείται άχρηστη αύριο.

Σύμφωνα με τον von Mises, η γνώση του μέλλοντος μπορεί να είναι μόνο ποιοτική και όχι ποσοτική:

«Τα οικονομικά μπορούν να προβλέψουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, προσφεύγοντας στην εξέταση συγκεκριμένων μέτρων οικονομικής πολιτικής. Μπορούν να απαντήσουν στο ερώτημα κατά πόσο μια συγκεκριμένη πολιτική είναι σε θέση να επιτύχει τους στόχους και, αν η απάντηση είναι αρνητική, ποιες θα είναι οι πραγματικές συνέπειές αυτής της πολιτικής. Αλλά, φυσικά, αυτή η πρόβλεψη μπορεί να είναι μόνο «ποιοτική». Δεν μπορεί να είναι «ποσοτική», καθώς δεν υπάρχουν σταθερές σχέσεις μεταξύ των εξεταζόμενων παραγόντων και αποτελεσμάτων.»2

Μπορεί η θετική σκέψη να αποτρέψει μια οικονομική ύφεση;

Δεδομένης της άποψης ότι οι προσδοκίες είναι η βασική κινητήρια δύναμη της οικονομίας, πολλοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η «θετική» σκέψη και άφθονες δόσεις «καλών» ειδήσεων, μπορούν να αποτρέψουν την εμφάνιση κακών προσδοκιών και συνεπώς να προλάβουν ενδεχόμενη ύφεση της οικονομικής δραστηριότητας. Τα άτομα, θεωρείται πως οδηγούνται από μια μυστηριώδη ψυχολογία ευαίσθητη στις άγριες αναταράξεις. Συνεπώς, υποστηρίζεται, είναι ζωτικής σημασίας να μην διαταραχθεί αυτή η ψυχολογία, προκειμένου να διατηρηθεί η οικονομία ευημερούσα. Όποτε οι οικονομολόγοι συζητούν την κατάσταση της οικονομίας, προσπαθούν να απεικονίσουν την όποια θετική πλευρά της. Ακόμη και όταν η οικονομία πέφτει σε ύφεση, διάφοροι οικονομολόγοι που ασκούν επιρροή στο κοινό, είναι πολύ προσεκτικοί στα λεγόμενα τους.

Ο Rothbard έγραψε επί τούτου:

Μετά την καταστροφή του 1929, οι οικονομολόγοι και οι πολιτικοί αποφάσισαν ότι αυτό δεν πρέπει να συμβεί ποτέ ξανά. Ο ευκολότερος τρόπος για να το επιτύχουν, ήταν απλά να εξαφανίσουν τον όρο «ύφεση» (depression). Από εκείνη τη στιγμή, η Αμερική δεν υπέφερε ποτέ ξανά από οικονομική ύφεση. Γιατί όταν ξέσπασε η επόμενη απότομη ύφεση, το 1937-38, οι οικονομολόγοι απλώς απέφυγαν να χρησιμοποιήσουν την τρομακτική αυτή λέξη και δημιούργησαν μια νέα, πολύ πιο ήπια: «παύση» (recession). Από εκείνη τη στιγμή, έχουμε περάσει αρκετές περιόδους «παύσεων», αλλά ούτε μία ύφεση. Αλλά πολύ σύντομα η «οικονομική παύση» έγινε επίσης πολύ σκληρή για τις ευαισθησίες του αμερικανικού κοινού. Φαίνεται τώρα ότι είχαμε την τελευταία μας «οικονομική παύση» το 1957-58. Για το λόγο αυτό, έχουμε μόνο «κάμψεις» (downturns) ή ακόμα καλύτερα «επιβραδύνσεις» (slowdowns) ή «πλευρικές κινήσεις» (sideways movements). Γι’ αυτό να είστε χαρούμενοι και ευτυχείς, καθώς από τώρα και στο εξής, οι υφέσεις ή ακόμη και οι παύσεις έχουν εξαλειφθεί από την εννοιολογική σημασία των οικονομολόγων. Από τώρα και στο εξής, το χειρότερο που μπορεί να μας συμβεί είναι μια «επιβράδυνση». Τόσο θαυματουργά είναι τα «Νέα Οικονομικά»! 3

Και πάλι, ο κύριος λόγος για αυτή την ήπια φρασεολογία, είναι η άποψη ότι αυτή η γλώσσα δεν θα διαταράξει την εμπιστοσύνη των ανθρώπων. Εν ολίγοις, αν η εμπιστοσύνη των ανθρώπων παραμείνει σταθερή, τότε θα ακολουθήσει και σταθερή οικονομική δραστηριότητα.

Μπορούν οι διάφανες κυβερνητικές πολιτικές να συμβάλουν στην οικονομική ανάπτυξη;

Αυτό που έχει σημασία δεν είναι η σταθερότητα των προσδοκιών, αλλά αν οι προσδοκίες αυτές αντιστοιχούν στα πραγματικά γεγονότα. Τι έχουμε να κερδίσουμε, αν κάθε άτομο έχει υποστεί πλύση εγκεφάλου για να πιστέψει ότι τα πράγματα πηγαίνουν καλά, ενώ στην πραγματικότητα η οικονομία νοσεί;

Δεδομένου ότι θεωρείται ότι οι σταθερές προσδοκίες συνεπάγονται οικονομική σταθερότητα, οι οικονομολόγοι συνιστούν έντονα πως οι πολιτικές των κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών πρέπει να είναι διάφανες. Εάν οι πολιτικές γίνονται γνωστές εκ των προτέρων, οι εκπλήξεις θα αποφευχθούν και η αστάθεια θα μειωθεί.

Ας υποθέσουμε ότι η κυβέρνηση παρουσιάζει ένα σχέδιο για την αύξηση των φόρων. Πώς μπορεί το απλό γεγονός ότι το σχέδιο αυτό γνωστοποιείται σε όλους, θα εμποδίσει τη διάβρωση του βιοτικού επιπέδου των ατόμων; Ακόμα κι αν οι πολιτικοί μπορέσουν με κάποιο τρόπο να πείσουν τους ανθρώπους ότι η αύξηση των φόρων είναι για το καλό τους, δεν μπορούν να αλλάξουν το γεγονός ότι τα εισοδήματα των ατόμων θα μειωθούν.

Ή, εάν η κεντρική τράπεζα γνωστοποιήσει στο κοινό ότι θα αυξήσει την προσφορά χρήματος, πώς μπορεί η απλή δημοσίευση αυτών των πληροφοριών να αποτρέψει την κατανάλωση κεφαλαίου και την ανάπτυξη ενός επιχειρηματικού κύκλου επίπλαστης ανάπτυξης και συνεπακόλουθης ύφεσης; Οι σταθερές προσδοκίες δεν μπορούν να αναιρέσουν τις ζημίες που προκαλούνται από τις χαλαρές νομισματικές πολιτικές ή από τους υψηλούς φόρους. Επιπλέον, ανεξάρτητα από το αν οι μεμονωμένοι άνθρωποι είναι επιτυχείς στον εντοπισμό των πραγματικών γεγονότων ή όχι, τα γεγονότα αυτά πρόκειται να επιβεβαιωθούν από μόνα τους.

Έτσι, αν έχουμε εντοπίσει ότι τα πραγματικά εισοδήματα των ανθρώπων μειώνονται, τότε αυτό είναι ένα πραγματικό γεγονός. Ανεξάρτητα από τις απόψεις των ανθρώπων και την εμπιστοσύνη τους, αυτό το γεγονός θα επιβάλλει τη μείωση των καταναλωτικών δαπανών. Η πτώση των καταναλωτικών δαπανών δεν οφείλεται στην πτώση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών, όπως θεωρεί η δημοφιλής σκέψη, αλλά στο γεγονός ότι οι καταναλωτές δεν μπορούν πλέον να αντέξουν οικονομικά ώστε να συνεχίσουν στον παλαιότερο ρυθμό δαπανών τους.

Καταναλωτικές προσδοκίες σε μια ανεμπόδιστη και σε μία παρακωλυμένη αγορά

Οι προσδοκίες των καταναλωτών δεν εμφανίζονται από το πουθενά, αλλά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας αξιολόγησης κάθε ατόμου, η οποία βασίζεται στις απόψεις του σχετικά με τα γεγονότα της πραγματικότητας. Σε μια ελεύθερη, ανεμπόδιστη οικονομία της αγοράς, όταν τα άτομα διαμορφώνουν προσδοκίες που αντιβαίνουν στα πραγματικά περιστατικά, αυτό δημιουργεί κίνητρα για ανανέωση της αξιολόγησης και για ανάληψη διαφορετικών δράσεων. Η πραγματικότητα δεν επιτρέπει παρατεταμένες λανθασμένες αξιολογήσεις σε μια ελεύθερη, ανόθευτη αγορά.

Ας υποθέσουμε ότι, λόγω λανθασμένης αξιολόγησης, επενδύθηκε πολύ κεφάλαιο στην παραγωγή του προϊόντος Α και ελάχιστο επενδύθηκε στην παραγωγή του προϊόντος Β. Η επίδραση της υπερβολικής επένδυσης στην παραγωγή του προϊόντος Α, είναι η μείωση των κερδών, επειδή η υπερβολική ποσότητα του προϊόντος Α μπορεί να πωληθεί μόνο σε χαμηλότερες σε σχέση με το κόστος του τιμές.

Η επίδραση της ανεπαρκούς επένδυσης στην παραγωγή του προϊόντος Β, από την άλλη πλευρά, θα αυξήσει την τιμή του σε σχέση με το κόστος του και έτσι θα αυξήσει τα κέρδη του. Προφανώς, αυτό θα οδηγήσει σε απόσυρση του κεφαλαίου από το προϊόν Α και διοχέτευση του προς το προϊόν Β, επιδεικνύοντας ότι εάν η επένδυση κατευθυνθεί υπερβολικά προς μια κατεύθυνση και όχι επαρκώς προς κάποιες άλλες, θα επέλθει αντίδραση και θα τεθούν σε κίνηση δυνάμεις διόρθωσης.4 Με άλλα λόγια, σε μια ελεύθερη αγορά, τα πραγματικά γεγονότα θα επιβάλουν την κυριαρχία τους αρκετά γρήγορα, μέσω της αξιολόγησης των ανθρώπων και, ως εκ τούτου, των επακόλουθων δράσεων τους.

Αυτό όμως δεν συμβαίνει σε μια στρεβλωμένη οικονομία. Με την επιβολή των πολιτικών τους, οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να δημιουργήσουν ένα πλαίσο παρατεταμένης απόκλισης των προσδοκιών από τα πραγματικά γεγονότα. Παρόλα αυτά, ούτε η κυβέρνηση ούτε η κεντρική τράπεζα μπορούν να αψηφούν επ’ αόριστον αυτά τα γεγονότα.

Μια κλασική περίπτωση, είναι η τεχνητή μείωση των επιτοκίων από την κεντρική τράπεζα, η οποία έχει ως αποτέλεσμα επιχειρηματικούς κύκλους επίπλαστης ανάπτυξης και συνεπακόλουθης ύφεσης.

Συμπέρασμα

Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι σε μια ελεύθερη, ανεμπόδιστη οικονομία της αγοράς, οι προσδοκίες των ατόμων θα έχουν την τάση να είναι παράλληλες με τα πραγματικά γεγονότα. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την παρακωλυμένη, στρεβλωμένη οικονομία, όπου οι πολιτικές των κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών δημιουργούν προσδοκίες που δεν συμβαδίζουν με την πραγματικότητα. Επιπλέον, δεν έχει σημασία εάν οι πολιτικές των κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών είναι διαφανείς, αλλά εάν αυτές οι πολιτικές βλάπτουν ή όχι την ευημερία των ανθρώπων.

Συμπεραίνουμε επίσης ότι η άποψη πως με τη βοήθεια δημοσκοπήσεων μπορεί κανείς να διαπιστώσει τη μελλοντική κατεύθυνση μιας οικονομίας, είναι αμφισβητήσιμη. Το γεγονός ότι μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων εκφράζει γνώμη σχετικά με τις μελλοντικές οικονομικές συνθήκες, δεν την καθιστά πιο ακριβή από την άποψη που εκφράζει κάποιο μεμονωμένο άτομο. Αυτό που έχει σημασία εδώ, δεν είναι το πόσοι άνθρωποι συμμετείχαν σε μια έρευνα κοινής γνώμης, αλλά το πλαίσιο σκέψης που χρησιμοποίησαν για να υποστηρίξουν τις απόψεις τους.

***

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Ludwig von Mises

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Σημειώσεις:
  1. Hans-Hermann Hoppe, «On Certainty and Uncertainty, Ή: How Rational Can Our Expectations Be?» Review of Austrian Economics 10, Νo. 1 (1997): 75.
  2. Ludwig von Mises, The Ultimate Foundation of Economic Science (Kansas City: Sheed Andrews and McMeel, 1978), σελ. 67
  3. Murray N. Rothbard, «Economic Depressions: Their Cause and Cure,» Στο The Austrian Theory of the Trade Cycle, συγκροτημένο από τον Richard M. Ebeling (Auburn, Ala.: Mises Institute ), σελ. 65-66.
  4. George Reisman, The Government Against the Economy (Ottawa, Ill.:Jameson Books, 1985), σελ. 5.