Laissez-Faire και Βιομηχανική Επανάσταση: Oι μεγαλύτεροι ευεργέτες της ανθρωπότητας

0
587
Το βιομηχανικό σύστημα εγκαινίασε ένα νέο τρόπο παραγωγής. Χαρακτηριστικό της ήταν ότι τα παραγόμενα αγαθά δεν προορίζονταν για κατανάλωση μόνο από τους λίγους έχοντες και κατέχοντες αλλά για κατανάλωση από εκείνους που μέχρι τώρα είχαν διαδραματίσει αμελητέο ρόλο ως καταναλωτές. Ο στόχος του βιομηχανικού καπιταλιστικού συστήματος, ήταν να παραχθούν φτηνά προϊόντα για τους πολλούς.
Το βιομηχανικό σύστημα εγκαινίασε ένα νέο τρόπο παραγωγής. Χαρακτηριστικό της ήταν ότι τα παραγόμενα αγαθά δεν προορίζονταν για κατανάλωση μόνο από τους λίγους έχοντες και κατέχοντες αλλά για κατανάλωση από εκείνους που μέχρι τώρα είχαν διαδραματίσει αμελητέο ρόλο ως καταναλωτές. Ο στόχος του βιομηχανικού καπιταλιστικού συστήματος, ήταν να παραχθούν φτηνά προϊόντα για τους πολλούς.

Η ιδεολογία του laissez-faire και το παρακλάδι της, η Βιομηχανική Επανάσταση, συνέτριψαν τους ιδεολογικούς και θεσμικούς φραγμούς που εμπόδιζαν την πρόοδο και την ευημερία.

 

Του Ludwig von Mises 

Απόδοση: Ευθύμης Μαραμής

Ιστορικές προκαταλήψεις

Υποστηρίζεται γενικά ότι η ιστορία της σύγχρονης βιομηχανοποίησης και ιδιαίτερα η ιστορία της βρετανικής «Βιομηχανικής Επανάστασης» παρέχουν μια εμπειρική επαλήθευση του «ρεαλιστικού» ή «θεσμικού» ιδεώδους και καταρρίπτουν τον «θεωρητικό» δογματισμό των οικονομολόγων.1

Οι οικονομολόγοι αρνούνται κατηγορηματικά ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και η κυβερνητική κανονιστική νομοθεσία μπορούν και ωφελήσουν μακροπρόθεσμα το σύνολο των μισθωτών και να αυξήσουν το βιοτικό τους επίπεδο. Αλλά τα γεγονότα, λένε οι επικριτές των οικονομολόγων, έχουν αντικρούσει αυτές τις πλάνες. Οι πολιτικοί και οι νομοθέτες που επέβαλαν τους εργατικούς νόμους στα εργοστάσια επέδειξαν μια καλύτερη εικόνα της πραγματικότητας από τους οικονομολόγους. Ενώ η φιλοσοφία του laissez-faire, χωρίς λύπη και συμπόνια, δίδασκε ότι τα βάσανα των σκληρά εργαζόμενων μαζών είναι αναπόφευκτα, η κοινή λογική των απλών ανθρώπων μπόρεσε να εξουδετερώσει τις χειρότερες υπερβολές των κερδοσκοπικών επιχειρήσεων. Η βελτίωση των συνθηκών των εργαζομένων είναι εξ ολοκλήρου ένα επίτευγμα των κυβερνήσεων και των εργατικών συνδικάτων, λένε οι απολογητές του κράτους.

Αυτές είναι οι ιδέες που διακατέχουν τις περισσότερες από τις ιστορικές μελέτες που ασχολούνται με την εξέλιξη του σύγχρονου βιομηχανισμού. Οι συγγραφείς ξεκινούν σκιαγραφώντας μια ειδυλλιακή εικόνα των συνθηκών που επικρατούσαν πριν την παραμονή της «Βιομηχανικής Επανάστασης». Εκείνη την εποχή, μας λένε, τα πράγματα ήταν, γενικά, ικανοποιητικά. Οι αγρότες ήταν ευτυχισμένοι. Ανάλογα και οι βιομηχανικοί εργάτες στο οικιακό σύστημα παραγωγής. Εργάζονταν στα σπίτια τους και απολάμβαναν μια οικονομική ανεξαρτησία, δεδομένου ότι κατείχαν ένα κήπο και τα εργαλεία τους.

Αλλά τότε «η βιομηχανική επανάσταση έπεσε σαν πληγή επί της ανθρωπότητας».2 Το βιομηχανικό σύστημα οδήγησε τον ελεύθερο εργαζόμενο σε μια μορφή δουλείας. Μείωσε το βιωτικό του επίπεδο στα όρια της απλής επιβίωσης. Απορρόφησε τις γυναίκες και τα παιδιά στη μεταποίηση, κατέστρεψε την οικογενειακή ζωή και γκρέμισε τα ίδια τα θεμέλια της κοινωνίας, της ηθικής και της δημόσιας υγείας. Μια μικρή μειοψηφία αδίστακτων εκμεταλλευτών κατάφερε να επιβάλει τον ζυγό της στην τεράστια πλειοψηφία, λένε οι αντικαπιταλιστές συγγραφείς.

Οι άθλιες οικονομικές συνθήκες πριν τη βιομηχανική επανάσταση

Η αλήθεια, όμως, είναι ότι οι οικονομικές συνθήκες ήταν εξαιρετικά δυσάρεστες την παραμονή της Βιομηχανικής Επανάστασης. Το παραδοσιακό κοινωνικό σύστημα δεν ήταν αρκετά ευέλικτο για να καλύψει τις ανάγκες ενός ταχέως αυξανόμενου πληθυσμού. Ούτε η γεωργία ούτε οι συντεχνίες χρειάζονταν πρόσθετα χέρια. Οι επιχειρήσεις διέπονταν από το κληρονομικό πνεύμα των προνομίων και του αποκλειστικού μονοπωλίου. Τα θεσμικά πλαίσια αποτελούνταν από πατέντες αποκλειστικής εκμετάλλευσης και από χορήγηση δικαιωμάτων μονοπωλίου. Η φιλοσοφία που επικρατούσε ήταν ο περιορισμός και η απαγόρευση του ανταγωνισμού τόσο του εγχώριου όσο και του διεθνούς. Ο αριθμός των ανθρώπων για τους οποίους δεν υπήρχε χώρος στο άκαμπτο σύστημα του πατερναλισμού και της κυβερνητικής διαχείρισης των επιχειρήσεων, αυξανόταν με ταχείς ρυθμούς. Ήταν σχεδόν απόκληροι.

Η πλειοψηφία αυτών των εξαθλιωμένων ανθρώπων, ζούσε από τα ψίχουλα που τους πετούσαν οι κατεστημένες κάστες. Κατά την εποχή της αγροτικής συγκομιδής, κέρδιζαν ελάχιστα παρέχοντας περιστασιακή βοήθεια στα αγροκτήματα. Για τα υπόλοιπα εξαρτούνταν από την ιδιωτική φιλανθρωπία και τις φτωχές κοινοτικές παροχές. Χιλιάδες από τους πιο δυνατούς νέους από αυτά τα στρώματα κατευθύνθηκαν στην υπηρεσία του Βασιλικού Στρατού και του Ναυτικού. Πολλοί από αυτούς σκοτώνονταν ή σακατεύονταν κατά τις μάχες. Πολλοί περισσότεροι υπέκυψαν από τις δυσκολίες της βάρβαρης στρατιωτικής πειθαρχίας, από τις τροπικές ασθένειες ή από τη σύφιλη.3 Ακόμα περισσότερες χιλιάδες, οι πιο τολμηροί και οι πιο αδίστακτοι της τάξης τους, μάστιζαν τη χώρα ως διαρρήκτες, ζητιάνοι, ληστές και πόρνες.

Οι αρχές δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα για να αντιμετωπίσουν αυτά τα άτομα εκτός από το να διαθέτουν φτωχοκομεία. Η υποστήριξη που παρείχε η κυβέρνηση στη λαϊκή δυσαρέσκεια ενάντια στην εισαγωγή νέων εφευρέσεων και μηχανισμών εξοικονόμησης εργασίας, έκανε τα πράγματα απελπιστικά.

Ανάπτυξη μετ’ εμποδίων και ο ρόλος των οικονομολόγων του laissez-faire

Το βιομηχανικό σύστημα αναπτύχθηκε μέσω διαρκούς αγώνα ενάντια σε αμέτρητα εμπόδια. Έπρεπε να καταπολεμήσει τις λαϊκές προκαταλήψεις, τα παλαιά καθιερωμένα έθιμα, τις νομικά δεσμευτικές κανονιστικές ρυθμίσεις, την εχθρότητα των αρχών, τα κατεστημένα συμφέροντα των προνομιούχων ομάδων, τον φθόνο των συντεχνιών. Ο κεφαλαιουχικός εξοπλισμός των μεμονωμένων επιχειρήσεων ήταν ανεπαρκής, η παροχή πίστωσης εξαιρετικά δύσκολη και δαπανηρή. Δεν υπήρχε τεχνολογική και εμπορική εμπειρία. Οι περισσότεροι ιδιοκτήτες εργοστασίων αποτύγχαναν και συγκριτικά λίγοι τα κατάφερναν. Τα κέρδη ήταν μερικές φορές σημαντικά, αλλά το ίδιο και οι ζημίες . Χρειάστηκαν πολλές δεκαετίες έως ότου η συνήθης πρακτική της επανεπένδυσης του μεγαλύτερου μέρους των κερδών να συσσωρεύσει επαρκές κεφάλαιο για τη διεξαγωγή επιχειρήσεων σε ευρύτερη κλίμακα.

Το γεγονός ότι τα εργοστάσια μπόρεσαν να αναπτυχθούν παρ’ όλα αυτά τα εμπόδια, οφείλεται σε δύο λόγους.

  1. Αρχικά ήταν οι διδασκαλίες της νέας κοινωνικής φιλοσοφίας που εξέθεσαν οι οικονομολόγοι. Κατέρριψαν το κύρος του μερκαντιλισμού, του πατερναλισμού και του περιορισμού. Γκρέμισαν την προκατειλημμένη πεποίθηση ότι οι μηχανές και οι διαδικασίες εξοικονόμησης εργασίας προκαλούν ανεργία και οδηγούν όλους τους ανθρώπους στη φτώχεια και την παρακμή. Οι οικονομολόγοι του laissez-faire ήταν οι πρωτοπόροι στην προσπάθεια αποδοχής και καθιέρωσης των πρωτοφανών τεχνολογικών επιτευγμάτων των τελευταίων 200 ετών.
  2. Έπειτα υπήρξε ένας άλλος παράγοντας που εξασθένησε την αντίσταση στις καινοτομίες. Τα εργοστάσια διευκόλυναν τις αρχές και την κυρίαρχη αριστοκρατία, να απαλλαγούν από ένα ενοχλητικό πρόβλημα το οποίο είχε πάρει εκρηκτικές διαστάσεις. Παρείχαν τροφή για τις μάζες των άπορων. Άδειασαν τα φτωχοκομεία και τις φυλακές. Μεταμόρφωσαν τους πεινασμένους ζητιάνους κάνοντας τους να πατήσουν στα πόδια τους και να κερδίζουν το ψωμί τους.

Οι ιδιοκτήτες των εργοστασίων δεν είχαν τη δύναμη να εξαναγκάσουν κανέναν να εργαστεί στα εργοστάσια. Μπορούσαν να προσλάβουν μόνο άτομα που ήταν πρόθυμα να εργαστούν για τους μισθούς που τους προσέφεραν.  Οι μισθοί αυτοί ήταν χαμηλοί, αλλά αποτελούσαν πολλά περισσότερα από αυτά που θα μπορούσαν να κερδίσουν οι άποροι σε οποιοδήποτε άλλο πεδίο ανοικτό για αυτούς. Αποτελεί στρέβλωση των γεγονότων να πει κάποιος ότι τα εργοστάσια ανάγκασαν τις νοικοκυρές να φύγουν από τα βρεφικά δωμάτια και τις κουζίνες και τα παιδιά από το ανέμελο παιχνίδι τους. Αυτές οι γυναίκες δεν είχαν να μαγειρέψουν και να ταΐσουν τα παιδιά τους. Αυτά τα παιδιά ήταν άπορα και λιμοκτονούσαν. Το μόνο καταφύγιο τους ήταν το εργοστάσιο. Η βιομηχανία τους έσωσε, με την ακριβή έννοια του όρου, από το να πεθάνουν από την πείνα.

Είναι απαράδεκτο το γεγονός ότι υπήρχαν τέτοιες συνθήκες. Αλλά αν κάποιος θέλει να αποδώσει ευθύνες, δεν πρέπει να κατηγορήσει τους ιδιοκτήτες εργοστασίων που – καθοδηγούμενοι, βεβαίως, από το ατομικό τους συμφέρον και όχι από «αλτρουισμό» – έκαναν ο, τι μπορούσαν για να εξαλείψουν αυτές τις απαράδεκτες συνθήκες. Αυτό που είχε προκαλέσει αυτές τις συνθήκες, ήταν η οικονομική τάξη της προ-καπιταλιστικής εποχής, η τάξη των «παλιών καλών ημερών» που εξυμνούν οι αντικαπιταλιστές ιστορικοί συγγραφείς στις απεικονίσεις τους για την εποχή προ της βιομηχανικής επανάστασης.

Μεταβολή των συνθηκών και των τρόπων παραγωγής

Στις πρώτες δεκαετίες της Βιομηχανικής Επανάστασης, το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων στα εργοστάσια ήταν εξαιρετικά κακό σε σύγκριση με τις σύγχρονες συνθήκες των ανώτερων τάξεων και με τις σημερινές συνθήκες των βιομηχανικών εργαζομένων. Οι ώρες εργασίας ήταν πολλές, οι υγειονομικές συνθήκες στα εργοστάσια άθλιες. Η εργασιακή ικανότητα του ατόμου εξαντλούταν γρήγορα. Αλλά όλα αυτά δεν αλλάζουν το γεγονός ότι για τον πλεονάζοντα πληθυσμό που το κίνημα των προνομιούχων καστών είχε οδηγήσει στην απόλυτη εξαθλίωση και για τον οποίο δεν υπήρχε κυριολεκτικά κανένα περιθώριο στο πλαίσιο του επικρατούντος συστήματος παραγωγής, η εργασία στα εργοστάσια αποτέλεσε σωτηρία. Αυτοί οι άνθρωποι έσπευσαν μαζικά στα εργοστάσια για κανέναν άλλο λόγο πέρα από την επιθυμία τους να βελτιώσουν το βιοτικό τους επίπεδο.

Η ιδεολογία του laissez-faire και το παρακλάδι της, η Βιομηχανική Επανάσταση, συνέτριψαν τους ιδεολογικούς και θεσμικούς φραγμούς που εμπόδιζαν την πρόοδο και την ευημερία. Κατεδάφισαν την παλαιά τάξη πραγμάτων, κατά την οποία ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων ήταν καταδικασμένος στη δυστυχία και στη φτώχεια.

Οι παραγωγικές διαδικασίες των προηγούμενων ετών, κάλυπταν σχεδόν αποκλειστικά τις επιθυμίες των εχόντων. Η επέκτασή τους περιοριζόταν ανάλογα με τις δυνατότητες που είχαν τα πλουσιότερα στρώματα του πληθυσμού. Όσοι δεν ασχολούνταν με την παραγωγή βασικών προϊόντων, μπορούσαν να κερδίσουν τα προς το ζην μόνο εφόσον οι ανώτερες τάξεις ήταν διατεθειμένες να χρησιμοποιήσουν τις δεξιότητές τους και τις υπηρεσίες τους. Αλλά τώρα ξεκινούσε μια διαφορετική τάξη πραγμάτων.

Το βιομηχανικό σύστημα εγκαινίασε ένα νέο τρόπο παραγωγής. Χαρακτηριστικό της ήταν ότι τα παραγόμενα αγαθά δεν προορίζονταν για κατανάλωση μόνο από τους λίγους έχοντες και κατέχοντες αλλά για κατανάλωση από εκείνους που μέχρι τώρα είχαν διαδραματίσει αμελητέο ρόλο ως καταναλωτές. Ο στόχος του βιομηχανικού καπιταλιστικού συστήματος, ήταν να παραχθούν φτηνά προϊόντα για τους πολλούς.

Το κλασσικό εργοστάσιο των πρώτων ημερών της Βιομηχανικής Επανάστασης ήταν η κλωστοϋφαντουργία βαμβακερών. Τα βαμβακερά προϊόντα ήταν κάτι που δεν ήθελαν οι πλούσιοι. Οι πλούσιοι ήθελαν μεταξωτά, λινά και βατίστα. Κάθε φορά που η βιομηχανία με τις μεθόδους μαζικής παραγωγής μέσω ηλεκτροκίνητων μηχανών εισχωρούσε σε κάποιο νέο κλάδο παραγωγής, ξεκινούσε την παραγωγή φτηνών προϊόντων για τις πλατιές μάζες. Τα εργοστάσια στράφηκαν στην παραγωγή πιο εκλεπτυσμένων και επομένως ακριβότερων προϊόντων, μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν η άνευ προηγουμένου βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των μαζών κατέστησε κερδοφόρα την εφαρμογή των μεθόδων μαζικής παραγωγής και σε αυτά τα καλύτερα ενδύματα.

Έτσι, για παράδειγμα, τα εργοστασιακά παπούτσια αγοράζονταν για πολλά χρόνια μόνο από τους «προλετάριους» ενώ οι πλουσιότεροι καταναλωτές συνέχισαν να απευθύνονται στους παραδοσιακούς υποδηματοποιούς. Οι πολύ δημοφιλείς βιοτεχνίες ενδυμάτων δεν παρήγαγαν ρούχα για τους πλούσιους, αλλά για ανθρώπους μεσαίων και χαμηλών εισοδημάτων. Οι πλούσιες κυρίες και κύριοι προτιμούσαν – και εξακολουθούν να προτιμούν – τα επώνυμα φορέματα και κοστούμια παραδοσιακών μοδιστρών, ραφτών και οίκων μόδας.

Το εξέχον γεγονός της Βιομηχανικής Επανάστασης, είναι ότι εγκαινίασε μια εποχή μαζικής παραγωγής για τις ανάγκες των μαζών. Οι μισθωτοί δεν είναι πλέον άνθρωποι που εργάζονται μόνο για την ευημερία άλλων ανθρώπων. Οι ίδιοι είναι οι κύριοι καταναλωτές των προϊόντων που παράγουν τα εργοστάσια. Οι μεγάλες επιχειρήσεις εξαρτώνται από τη μαζική κατανάλωση.

Στη σημερινή Αμερική, δεν υπάρχει ούτε ένας κλάδος μεγάλης επιχείρησης που να μην απευθύνεται στις ανάγκες των μαζών. Η ίδια η αρχή της καπιταλιστικής επιχειρηματικότητας είναι να παρέχει αγαθά για τον απλό καθημερινό άνθρωπο. Με την ιδιότητά του καταναλωτή, ο κοινός άνθρωπος είναι ο κυρίαρχος ο οποίος με την αγορά συγκεκριμένων αγαθών ή την αποχή από την αγορά συγκεκριμένων αγαθών, αποφασίζει την τύχη των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Στην οικονομία της αγοράς, δεν υπάρχει άλλος τρόπος απόκτησης και διατήρησης πλούτου παρά μόνο με την παροχή των καλύτερων και φτηνότερων αγαθών που επιθυμούν οι μάζες.

Ιστορικές αυθαιρεσίες

Τυφλωμένοι από τις προκαταλήψεις τους, πολλοί ιστορικοί και συγγραφείς έχουν αποτύχει πλήρως να αναγνωρίσουν αυτό το θεμελιώδες γεγονός. Κατά την άποψη τους, οι μισθωτοί εργάζονται προς όφελος άλλων. Ποτέ δεν εγείρουν το ερώτημα ποιοι είναι αυτοί οι «άλλοι».

Ο κύριος και η κυρία Hammond, μας λένε ότι οι εργαζόμενοι ήταν πιο ευτυχισμένοι το 1760 από ότι ήταν το 1830.4 Αυτή είναι μια αυθαίρετη αξιακή εκτίμηση. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος σύγκρισης και μέτρησης της ευτυχίας διαφορετικών ανθρώπων και των ίδιων ανθρώπων σε διαφορετικούς χρόνους. Ίσως συμφωνήσουμε, χάριν της συζήτησης, με το επιχείρημα ότι ένα άτομο που γεννήθηκε το 1740 ήταν πιο ευτυχισμένο το 1760 από ο, τι το 1830. Αλλά ας μην ξεχνάμε ότι το 1770 (σύμφωνα με την εκτίμηση του Arthur Young) η Αγγλία είχε 8,5 εκατομμύρια κατοίκους, ενώ το 1831 (σύμφωνα με την απογραφή) ο αριθμός ήταν 16 εκατομμύρια.5 Αυτή η σημαντική αύξηση οφείλεται κυρίως στη βιομηχανική επανάσταση. Όσον αφορά αυτόν τον επιπλέον πληθυσμό, οι ισχυρισμοί των διακεκριμένων ιστορικών μπορούν να δικαιωθούν μόνο από εκείνους που ασπάζονται τους μελαγχολικούς στίχους του Σοφοκλή:

«Το να μην γεννηθείς είναι, πέρα ​​από κάθε αμφιβολία, το καλύτερο. 
αλλά όταν ένας άνθρωπος δει το φως της ημέρας, αυτό είναι το αμέσως επόμενο καλύτερο, 
γρήγορα να επιστρέψει στον τόπο από όπου ήρθε».

 

Οι πρώτοι βιομήχανοι ήταν κατά το πλείστον άνθρωποι που προέρχονταν από τα ίδια κοινωνικά στρώματα με τους εργάτες. Ζούσαν πολύ μετριοπαθώς, δαπανούσαν μόνο ένα κλάσμα των κερδών τους στα νοικοκυριά τους και επένδυαν τα υπόλοιπα στην επιχείρηση. Όμως, καθώς οι επιχειρηματίες έγιναν πλουσιότεροι, οι γιοι επιτυχημένων επιχειρηματιών άρχισαν να εισβάλλουν στους κύκλους της άρχουσας τάξης. Οι πρεσβύτεροι αριστοκράτες φθονούσαν τον πλούτο τους και συνωμοτούσαν ενάντια στο μεταρρυθμιστικό κίνημα. Αντεπιτέθηκαν ερευνώντας τις υλικές και ηθικές εργοστασιακές συνθήκες και θέσπισαν την εργοστασιακή νομοθεσία.

Η ιστορία του laissez-faire καπιταλισμού στη Μεγάλη Βρετανία καθώς και σε όλες τις άλλες καπιταλιστικές χώρες, αποτελείται από μια αδιάκοπη τάση προς τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των μισθωτών. Αυτή η εξέλιξη συνέπεσε με τη θέσπιση εργατικής νομοθεσίας και με την εξάπλωση του εργατικού συνδικαλισμού αφενός και με την αύξηση της οριακής παραγωγικότητας της εργασίας από την άλλη πλευρά. Οι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η βελτίωση των υλικών συνθηκών των εργαζομένων, οφείλεται στην αύξηση της κατά κεφαλήν ποσόστωσης του επενδεδυμένου κεφαλαίου και των τεχνολογικών επιτευγμάτων που προκάλεσε η χρήση αυτού του πρόσθετου κεφαλαίου.

Η εργατική νομοθεσία και η πίεση των συνδικάτων ήταν περιττές ενέργειες, όταν δεν υπερέβησαν τα όρια αυτών που θα έπαιρναν οι εργαζόμενοι χωρίς αυτές, ως επακόλουθη συνέπεια της επιτάχυνσης της συσσώρευσης κεφαλαίου σε σύγκριση με τον πληθυσμό. Όσο υπερέβησαν αυτά τα όρια, ήταν επιζήμιες ενέργειες για τα συμφέροντα των μαζών. Εμπόδισαν τη συσσώρευση κεφαλαίου, επιβραδύνοντας έτσι την τάση αύξησης της οριακής παραγωγικότητας της εργασίας και των μισθών. Παρείχαν προνόμια σε ορισμένες ομάδες μισθωτών σε βάρος άλλων ομάδων. Δημιούργησαν μαζική ανεργία και μείωσαν την ποσότητα των διαθέσιμων προϊόντων για τους εργαζόμενους με την ιδιότητά τους ως καταναλωτών.

Απολογητές του κράτους, φανατικοί σοσιαλιστές και προπαγανδιστές

Οι απολογητές της κυβερνητικής παρεμβατικότητας και του εργατικού συνδικαλισμού, αποδίδουν όλες τις βελτιώσεις στις συνθήκες των εργαζομένων στις ενέργειες των κυβερνήσεων και των συνδικάτων. Υποστηρίζουν πως το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων δεν θα ήταν υψηλότερο σήμερα από ο, τι ήταν στα πρώτα χρόνια του βιομηχανικού συστήματος.

Είναι προφανές ότι αυτή η αντιπαράθεση δεν μπορεί να λυθεί με την προσφυγή στην ιστορική εμπειρία. Όσον αφορά τη διαπίστωση των περιστατικών, δεν υπάρχει διαφωνία μεταξύ των δύο ομάδων. Η αντιπαράθεση τους αφορά την ερμηνεία των γεγονότων και αυτή η ερμηνεία πρέπει να καθοδηγείται από την επιλεγμένη θεωρία. Οι επιστημολογικές και λογικές εκτιμήσεις που καθορίζουν τον ορθό ή τον εσφαλμένο χαρακτήρα μιας θεωρίας, προηγούνται λογικά και χρονικά της αποσαφήνισης του εξεταζόμενου ιστορικού προβλήματος. Τα ιστορικά γεγονότα καθαυτά δεν αποδεικνύουν ούτε διαψεύδουν οποιαδήποτε θεωρία. Πρέπει να ερμηνευθούν υπό το πρίσμα της θεωρητικής γνώσης.

Οι περισσότεροι από τους συγγραφείς που έγραψαν την ιστορία των συνθηκών εργασίας υπό τον καπιταλισμό, είχαν οικονομική άγνοια και κόμπαζαν για αυτή την άγνοια. Ωστόσο, αυτή η περιφρόνηση για υγιή οικονομική λογική δεν σήμαινε ότι προσέγγισαν το θέμα των μελετών τους χωρίς προαίρεση και χωρίς προκατάληψη υπέρ μιας θεωρίας. Καθοδηγήθηκαν από τις λαϊκές πλάνες σχετικά με την κυβερνητική παντοδυναμία και από την αγιοποίηση του συνδικαλισμού.

Είναι αναμφισβήτητο ότι η Webb καθώς και ο Lujo Brentano και ένας μεγάλος αριθμός λιγότερο γνωστών συγγραφέων, διακατέχονταν από την αρχή των μελετών τους από μια φανατική απέχθεια εναντίον της οικονομίας της αγοράς και από μια ενθουσιώδη υποστήριξη των δογμάτων του σοσιαλισμού και του παρεμβατισμού. Ήταν σίγουρα ειλικρινείς και συνεπείς με τις πεποιθήσεις τους και προσπάθησαν να κάνουν ο,τι καλύτερό μπορούσαν. Η ιδεολογική ειλικρίνεια και ακεραιότητα, τους απαλλάσσει ως μεμονωμένα άτομα. Δεν τους απαλλάσσει όμως ως ιστορικούς. Όσο αγνές προθέσεις και να έχει ένας ιστορικός, δεν δικαιούται να προσφύγει σε παραπλανητικά δόγματα. Το πρώτο καθήκον ενός ιστορικού είναι να εξετάσει με μεγάλη προσοχή όλες τις θεωρίες στις οποίες προσφεύγει για να ασχοληθεί με το υποκείμενο θέμα της δουλειάς του. Αν παραμελήσει να το κάνει αυτό και αφελώς ασπάζεται τις αλλοιωμένες και συγχυσμένες ιδέες της κοινής γνώμης, δεν είναι ιστορικός αλλά απολογητής και προπαγανδιστής.

Η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο αντίθετων απόψεων δεν είναι απλώς ένα ιστορικό πρόβλημα. Σχετίζεται με τα πιο καυτά προβλήματα και της σημερινής εποχής. Αποτελεί το θέμα της διαμάχης σε αυτό που ονομάζεται στην σημερινή Αμερική το πρόβλημα των εργασιακών σχέσεων.

Μια νέα βιομηχανική επανάσταση

Ας τονίσουμε μία πτυχή του θέματος. Τεράστιες περιοχές – η ανατολική Ασία, οι ανατολικές Ινδίες, η νότια και Νοτιοανατολική Ευρώπη, η Λατινική Αμερική – επηρεάστηκαν μόνο επιφανειακά από τον σύγχρονο καπιταλισμό. Οι συνθήκες σε αυτές τις χώρες σε γενικές γραμμές δεν διαφέρουν από εκείνες της Αγγλίας την παραμονή της «Βιομηχανικής Επανάστασης». Υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι για τους οποίους δεν υπάρχει ασφαλές μέρος στο παραδοσιακό οικονομικό περιβάλλον.

Η τύχη αυτών των φτωχών μαζών μπορεί να βελτιωθεί μόνο με εκβιομηχάνιση. Αυτούς που χρειάζονται περισσότερο είναι τους επιχειρηματίες και τους καπιταλιστές. Δεδομένου ότι οι ανόητες πολιτικές των κυβερνήσεων τους έχουν στερήσει από τα έθνη αυτά την περαιτέρω ικανοποίηση της βοήθειας που τους παρείχε το ξένο κεφάλαιο μέχρι τώρα, πρέπει να ξεκινήσουν τη συσσώρευση εγχώριων κεφαλαίων. Πρέπει να περάσουν από όλα τα στάδια μέσα από τα οποία πέρασε η εξέλιξη της δυτικής βιομηχανοποίησης. Πρέπει να ξεκινήσουν με συγκριτικά χαμηλά ποσοστά μισθών και πολλές ώρες εργασίας.

Αλλά, παραπλανημένοι από τα δόγματα που επικρατούν στη σημερινή Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, οι πολιτικοί τους πιστεύουν ότι μπορούν να προχωρήσουν με διαφορετικό τρόπο. Ενθαρρύνουν τη συνδικαλιστική πίεση και τη δήθεν φιλοεργατική νομοθεσία. Ο ριζοσπαστικός παρεμβατισμός τους εξουδετερώνει όλες τις προσπάθειες δημιουργίας εγχώριων βιομηχανιών.

 

***
Απόσπασμα από το κεφάλαιο 21 του Human Action: The Scholar’s Edition, 1949.

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

Σημειώσεις:
  1. Η μετάβαση από τις μεσαιωνικές μεθόδους παραγωγής σε εκείνες του συστήματος ελεύθερων επιχειρήσεων ήταν μια μακρά διαδικασία που ξεκίνησε αιώνες πριν από το 1760 και, ακόμη και στην Αγγλία, δεν ολοκληρώθηκε το 1830. Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι η βιομηχανική ανάπτυξη της Αγγλίας επιταχύνθηκε σημαντικά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα. Επομένως, επιτρέπεται η χρήση του όρου «Βιομηχανική Επανάσταση» στην εξέταση των συναισθηματικών συνειρμών με τις οποίες την έχουν φορτίσει ο φαβιανός σοσιαλισμός, ο μαρξισμός, η ιστορικιστική σχολή και ο θεσμικισμός.
  2. JL Hammond και Barbara Hammond, The Skilled Laborer 1760-1832 (2η έκδοση Λονδίνο, 1920), σελ. 4.
  3. Στον Επταετή Πόλεμο 1.512 Βρετανοί ναυτικοί σκοτώθηκαν στη μάχη ενώ 133.708 πέθαναν από ασθένειες ή αγνοούνταν. Βλ. WL Dorn, Competition for Empire 1740-1163 (Νέα Υόρκη, 1940), σελ. 114.
  4. JL Hammond και Barbara Hammond, loc. Cit.
  5. F.C. Dietz, An Economic History of England (New York, 1942), σελ. 279 και 392.