Ιδιωτική ιδιοκτησία και σχετικά ελεύθερες αγορές – Πως η Κίνα έγινε καπιταλιστική

0
329

Η Κίνα έγινε καπιταλιστική και η κυβέρνηση της διατηρεί κατ’ ευφημισμό τον τίτλο «κομμουνιστική»

Του Donald J. Boudreaux

Απόδοση: Ευθύμης Μαραμής

Μεταξύ των αγαπημένων μου βιβλίων αυτής της δεκαετίας είναι το «Πώς η Κίνα έγινε καπιταλιστική» από τον υποψήφιο για νόμπελ οικονομολόγο Ronald Coase σε συνεργασία με τον Ning Wang (2012). Εκτός από την παρουσίαση συναρπαστικών λεπτομερειών για τις ίντριγκες του Πεκίνου στην μετά Μάο εποχή, οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η αξιοσημείωτη οικονομική ανάπτυξη τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, συνέβη στον βαθμό που η Κίνα ασπάστηκε τον καπιταλισμό.

Αυτό βγάζει νόημα. Εάν η βαριά κρατική διαχείριση της οικονομίας ήταν καθοριστικής σημασίας για την οικονομική ανάπτυξη, η οικονομία της Κίνας υπό τον Μάο θα αποτελούσε παράδειγμα προς μίμηση και όχι παράδειγμα ιστορικής συμφοράς. Η εξάπλωση των καπιταλιστικών θεσμών στην Κίνα, όπως η ιδιωτική ιδιοκτησία και οι ανταγωνιστικές αγορές, ανέπτυξαν την οικονομία της χώρας.

Η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι από το 1978 ο αριθμός των ανθρώπων που έχουν ξεφύγει από τη φτώχεια στην Κίνα αγγίζει τα 800 εκατομμύρια. Ωστόσο, η κυβέρνηση της Κίνας παραμένει, τουλάχιστον κατ΄όνομα, κομμουνιστική. Ενώ είναι σαφώς λιγότερο βάναυση από το καθεστώς του Μάο, εξακολουθεί να είναι αυταρχική.

Αυτός ο συνδυασμός ενός διεισδυτικού κράτους με σχετικά ελεύθερες και ανταγωνιστικές αγορές στη σύγχρονη Κίνα, σπέρνει σύγχυση. Χωρίς να γνωρίζουν τα γεγονότα που παραθέτουν οι Coase και Wang στο βιβλίο τους, πολλοί άνθρωποι υποθέτουν λανθασμένα ότι η Κίνα οφείλει την οικονομική της επιτυχία σε πολιτικούς και μανδαρίνους του Πεκίνου και όχι σε επιχειρηματίες και εμπόρους εξαπλωμένους σε ολόκληρη τη χώρα.

Μία ιδιαίτερα ατυχής συνέπεια αυτής της σύγχυσης, αποτελεί η πεποίθηση ότι, καθώς ο πρόεδρος Xi Jinping ενισχύει τον έλεγχο του Πεκίνου στην οικονομία με βιομηχανικές πολιτικές, η Κίνα θα γίνει επικίνδυνος οικονομικός αντίπαλος των Ηνωμένων Πολιτειών.

Μεταξύ αυτών που στοιχειώνονται από αυτόν τον αβάσιμο φόβο, είναι ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Marco Rubio της Φλόριντα, ο οποίος ζητά από τους Αμερικανούς να απαντήσουν στις βιομηχανικές πολιτικές του Πεκίνου με ανάλογες βιομηχανικές πολιτικές της Ουάσιγκτον. Το ότι ο Rubio και  πολλοί άλλοι Ρεπουμπλικάνοι πλήττονται από αυτή τη φοβία είναι εντυπωσιακό. Προφανώς, έχουν υιοθετήσει όλη τη βασική ιδεολογία των «προοδευτικών» του Δημοκρατικού κόμματος, πως οι κυβερνητικοί γραφειοκράτες μπορούν να ξεπεράσουν σε απόδοση τις ελεύθερες αγορές.

Ο Rubio και όσοι άλλοι τρέμουν υπό αυτόν τον Κινέζικο φόβο πρέπει, όπως λένε οι μαθητές μου, να «κουλάρουν». Στις προσπάθειές τους να ενισχύσουν την κινεζική οικονομία μέσω κυβερνητικού ελέγχου, οι αξιωματούχοι στο Πεκίνο πρόκειται να αποτύχουν. Η ιστορία είναι γεμάτη με παραδείγματα πολλών ισχυρών κυβερνήσεων που χρησιμοποίησαν εκτεταμένους ελέγχους για να ωθήσουν την οικονομία τους. Ωστόσο, η ιστορία δεν έχει ούτε ένα ιστορικό παράδειγμα πραγματικά επιτυχημένης οικονομίας υπό εκτεταμένο κρατικό έλεγχο. Ισχύει ακριβώς το αντίθετο.

Όποτε προέκυψε πραγματική και διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη στην πραγματικότητα, έχει τις ρίζες της στις ελεύθερες, ανταγωνιστικές αγορές, σε συνδυασμό με τον σεβασμό της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και της αποδοχής της καινοτομίας και της αλλαγής. Ο κυβερνητικός οικονομικός σχεδιασμός υπονομεύει αυτούς τους ζωτικούς θεσμούς, τις συμπεριφορές και τα κίνητρα. Οι βιομηχανίες που λαμβάνουν επιδοτήσεις και προστατευτισμό είναι αυτές που είναι πολιτικά επιφανείς. Σπάνια είναι οι βιομηχανίες που έχουν ελπιδοφόρο μέλλον χωρίς ευνοϊκές παροχές από το κράτος.

Αυτό που κάνει τα πράγματα χειρότερα, είναι το γεγονός ότι ο φαβοριτισμός και ο προστατευτισμός αποδυναμώνουν παρά ενισχύουν αυτές τις βιομηχανίες. Δημιουργημένες με προνόμια και προστατευμένες από τον ανταγωνισμό, αυτές οι βιομηχανίες έχουν ελάχιστα κίνητρα να γίνουν αποτελεσματικές σε οποιαδήποτε άλλο σκοπό πέρα από τη διαπλοκή και την επαιτεία για πρόσθετα κυβερνητικά προνόμια και περισσότερο προστατευτισμό. Τέτοιου είδους επιχειρήσεις δεν μπορούν να ανταγωνιστούν επαρκώς σε παγκόσμιο επίπεδο.

Και πάνω από όλα αυτά τα προβλήματα έρχεται το χειρότερο: Όλοι οι πόροι που διοχετεύονται με κυβερνητικό φαβοριτισμό/προστατευτισμό στις διαπλεκόμενες επιχειρήσεις, απομακρύνονται από άλλες βιομηχανίες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που, σε άλλη περίπτωση, θα είχαν γίνει δυναμικές, ανταγωνιστικές και επιτυχημένες στην παγκόσμια οικονομία.

Η καλύτερη απάντηση της Αμερικής στην κινεζική βιομηχανική πολιτική, είναι να κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση, απελευθερώνοντας τις αγορές της ακόμη περισσότερο.

 

***

Ο Donald J. Boudreaux είναι ανώτατος συνεργάτης του Αμερικανικού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών και διευθύνει το Πρόγραμμα FA Hayek για Προηγμένες Μελέτες στη Φιλοσοφία, την Πολιτική και την Οικονομία στο Κέντρο Mercatus στο Πανεπιστήμιο George Mason. Είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Mercatus και καθηγητής οικονομικών και πρώην πρόεδρος του τμήματος οικονομικών στο Πανεπιστήμιο George Mason. Είναι συγγραφέας των βιβλίων: The Essential Hayek, Globalization, Hypocrites and Half-Wits και τα άρθρα του εμφανίζονται σε στήλες των Wall Street Journal, New York Times, US News & World Report καθώς και σε πολλά επιστημονικά περιοδικά. Γράφει στο blog Cafe Hayek και έχει μια τακτική στήλη οικονομικών στο Pittsburgh Tribune-Review. Ο Boudreaux έλαβε διδακτορικό δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο Auburn και πτυχίο νομικής από το Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο CFI

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.