Η Ελλάδα δεν ανάρρωσε ποτέ από την οικονομική ύφεση

0
254
Η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πολλές προκλήσεις. Οι επενδύσεις δεν έχουν αυξηθεί επαρκώς, οι αποταμιεύσεις μειώνονται και το εργατικό δυναμικό δεν είναι μόνο μειωμένο σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια, αλλά αυτοί που έχουν κυρίως μεταναστεύσει είναι οι Έλληνες με υψηλό μορφωτικό επίπεδο.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πολλές προκλήσεις και χρειάζεται ακόμα μεγάλη προσπάθεια για να συνέλθει από την οικονομική ύφεση.

 

Του Πετρόπουλου Δελη Φώτη

Απόδοση στα Ελληνικά: Ευθύμης Μαραμής

Τώρα που έχει λήξει το πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας, το ερώτημα είναι: ποιες είναι οι προοπτικές για οικονομική ανάπτυξη και πρόοδο στην Ελλάδα; Αυτοί οι δύο ορισμοί είναι διαφορετικοί, καθώς η οικονομική ανάπτυξη σημαίνει την αύξηση του εισοδήματος, ενώ η οικονομική πρόοδος περιλαμβάνει παράγοντες όπως η αυξημένη εκπαίδευση, το προσδόκιμο ζωής κλπ. Ωστόσο, η οικονομική ανάπτυξη είναι υποχρεωτική για να προκύψει οικονομική πρόοδος. Υπάρχουν πολλές θεωρίες στη διεθνή βιβλιογραφία σχετικά με την οικονομική ανάπτυξη. Η θεμελιώδης θεωρία είναι του Robert Solow που συνδυάζει δύο μεταβλητές – το κεφάλαιο και την εργασία – αλλά υπάρχουν πολλές άλλες, όπως οι θεωρίες των Romer και Lucas που επικεντρώνονται στο ανθρώπινο κεφάλαιο και την καινοτομία. Πρόκειται να εξετάσω τις επενδύσεις, την αποταμίευση και την εργασία ως μεταβλητές οικονομικής ανάπτυξης στην Ελλάδα, ελέγχοντας προσεκτικά τα δεδομένα της χώρας των τελευταίων ετών, πριν καταλήξω σε συμπέρασμα.

Η Ελλάδα έχει καταβάλει πολυάριθμες προσπάθειες για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Ενώ τα οφέλη των άμεσων ξένων επενδύσεων είναι αμφιλεγόμενα, καθώς εξαρτώνται από το είδος της επένδυσης, η προσπάθεια αυτή φαίνεται να μην επέφερε σημαντικά αποτελέσματα στην Ελλάδα. Το πρώτο γράφημα απεικονίζει τις άμεσες ξένες επενδύσεις ανά έτος. Η ευθεία δείχνει την τάση των άμεσων ξένων επενδύσεων που είναι μια σχεδόν οριζόντια γραμμή, δεν υπάρχει σημαντική αύξηση.

fot1.png

Το δεύτερο γράφημα δείχνει τις άμεσες ξένες επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ από την Παγκόσμια Τράπεζα. Τα τελευταία δύο χρόνια, οι Α.Ξ.Ε. δεν υπερβαίνουν το 2% του ΑΕΠ:

fot2.png

Υπό την οπτική μου, υπάρχουν τρεις βασικοί παράγοντες που οδήγησαν σε αυτή την αποτυχία. Πρώτον, αξίζει να σημειωθεί ότι η Ελλάδα έχει τον πέμπτο υψηλότερο φορολογικό συντελεστή στην Ευρώπη (29%). Αυτό μειώνει το περιθώριο κέρδους ενός δυνητικού επενδυτή. Ο δείκτης αυτός είναι κατά 5,7 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερος από τον μέσο φορολογικό συντελεστή που επικρατεί στην Ευρωζώνη (23,3%), ενώ το ποσοστό των γειτονικών με την Ελλάδα χωρών βρίσκεται κατά μέσο όρο στο 14,2%.

Ένα άλλο μειονέκτημα είναι η κρατική γραφειοκρατία. Πρόκειται για ένα πρόβλημα που οι κυβερνήσεις προσπάθησαν να επιλύσουν τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά ελάχιστα έχουν επιτευχθεί. Σε κάθε περίπτωση, η διευκόλυνση των δυνητικών επενδυτών είναι ζωτικής σημασίας για την προσέλκυση επενδύσεων.

Τέλος, η πολιτική αστάθεια υπονομεύει τις επενδύσεις και την ανάπτυξη. Η Παγκόσμια Τράπεζα παρέχει δεδομένα από τα οποία έχει δημιουργηθεί ένας δείκτης που απεικονίζει την πολιτική σταθερότητα. 2,5 μονάδες του δείκτη δείχνουν την ισχύ της πολιτικής σταθερότητας και -2,5 μονάδες δείχνουν την πολιτική αστάθεια. Η παρακάτω εικόνα αποδεικνύει την πολιτική αστάθεια της Ελλάδας.

fot3.jpg

Οι αποταμιεύσεις είναι ζωτικής σημασίας για την οικονομική ανάπτυξη σύμφωνα με την οικονομική θεωρία, καθώς η αύξηση των αποταμιεύσεων αυξάνει το απόθεμα κεφαλαίου που είναι μία από τις δύο μεταβλητές στο μοντέλο του Solow. Ένας απλός τρόπος για να κατανοήσουμε τη σημασία της αποταμίευσης, είναι ότι η αποταμίευση κάποιου θα μπορούσε να είναι το κεφάλαιο που θα επενδύσει κάποιος άλλος. Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα διαδραματίζουν το ρόλο της κάλυψης του χάσματος μεταξύ αποταμιεύσεων και επενδύσεων. Το ακόλουθο γράφημα απεικονίζει τις αποταμιεύσεις στην Ελλάδα ανά έτος. Οι εγχώριες αποταμιεύσεις μειώθηκαν δραματικά από το 2008 μέχρι σήμερα εξαιτίας των καταναλωτικών αναγκών καθώς μειώθηκε το εισόδημα των Ελλήνων.

fot4.png

Η μείωση αυτή έχει αρνητικό αντίκτυπο στην οικονομική ανάπτυξη και είναι απαραίτητο να αρχίσουν να αυξάνονται ξανά οι αποταμιεύσεις.

Η τελευταία μεταβλητή που θα εξετάσουμε είναι εργασία. Η συμμετοχή του εργατικού δυναμικού μειώθηκε τα τελευταία δέκα χρόνια. Μια εξήγηση για αυτό, μπορεί να είναι η απογοήτευση που αισθάνονται οι άνεργοι πολίτες από το υψηλό ποσοστό ανεργίας, το οποίο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία υπολογίζει πως βρίσκεται περίπου στο 19,9%. Αυτό το ποσοστό αυξήθηκε κατά 12,1 ποσοστιαίες μονάδες από το 2008. Όμως, η ποσότητα του εργατικού δυναμικού δεν είναι ο μόνος σημαντικός παράγοντας. Πρέπει επίσης να εξεταστεί και η ποιότητα.

Δυστυχώς, η ποιότητα των εργαζομένων μπορεί να επιδεινώνεται: περίπου 400.000 Έλληνες έχουν μεταναστεύσει τα τελευταία οκτώ χρόνια για να εργαστούν στο εξωτερικό, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν είναι μόνο πτυχιούχοι πανεπιστημίων αλλά και κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων. Αυτή η μαζική μετανάστευση εξειδικευμένου προσωπικού, έχει τεράστιο αντίκτυπο στην οικονομική ανάπτυξη, καθώς επηρεάζει την παραγωγικότητα και την καινοτομία, δύο σημαντικούς συντελεστές για την οικονομική ανάπτυξη. Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που επηρεάζουν την παραγωγικότητα, αλλά σίγουρα η εκπαίδευση είναι μία από αυτές. Επίσης, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι επιδόσεις της Ελλάδας στην καινοτομία από το 2010 έως το 2017 μειώθηκαν κατά 0,9% και η Ελλάδα θεωρείται μέτρια στην καινοτομία. Περιττό να πούμε ότι είναι η ίδια περίοδος που η μαζική μετανάστευση εξειδικευμένου προσωπικού ήταν πιο έντονη. Το επόμενο γράφημα απεικονίζει την τάση του ποσοστού συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό.

fot5.png

Η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πολλές προκλήσεις. Οι επενδύσεις δεν έχουν αυξηθεί επαρκώς, οι αποταμιεύσεις μειώνονται και το εργατικό δυναμικό δεν είναι μόνο μειωμένο σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια, αλλά αυτοί που έχουν κυρίως μεταναστεύσει είναι οι Έλληνες με υψηλό μορφωτικό επίπεδο. Λαμβάνοντας υπόψη όλα αυτά, φαίνεται ότι η Ελλάδα θα πρέπει να αλλάξει πορεία βελτιώνοντας τη συσσώρευση κεφαλαίου (μέσω αποταμιεύσεων και επενδύσεων) και την εργασία, προκειμένου να επιτευχθούν υψηλότερα επίπεδα παραγωγικότητας και πραγματικής παραγωγής. Και οι δύο αυτές μεταβλητές είναι καίριες για τη βελτίωση της οικονομικής ανάπτυξης – και ως εκ τούτου του ελληνικού βιοτικού επιπέδου.

 

***

Ο Πετρόπουλος Δελής Φώτιος είναι πτυχιούχος του τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πατρών. Είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης στην «Τραπεζική, Λογιστική και Χρηματοοικονομική», από ένα πρόγραμμα συνεργασίας μεταξύ του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου και του Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Είναι υποψήφιος της ACCA και μέλος του Ινστιτούτου Πιστοποιημένων Λογιστών Ελλάδος (SOEL).

Tο άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Ludwig von Mises

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.