Γιατί οι σοσιαλδημοκράτες και οι κρατιστές καπηλεύονται τον φιλελευθερισμό;

0
304

 Οι κρατιστές ξέρουν ότι λέγοντας φιλελεύθερα λόγια και διακηρύσσοντας ότι επιδιώκουν φιλελεύθερους στόχους αποτελεί καλή διαφήμιση για τις παρεμβατικές τους ονειρώξεις.

 

Του Ryan McMaken

Απόδοση στα Ελληνικά: Ευθύμης Μαραμής

Ο όρος «φιλελευθερισμός» αποτελεί θύμα «εννοιολογικού χάους» όπως έχει αναφέρει χαρακτηριστικά ο ιστορικός Ralph Raico.

Από την αρχική του χρήση, η οποία περιέγραφε την ιδεολογία της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και της ατομικής ελευθερίας, ο όρος κατέληξε να περιγράφει εντελώς διαφορετικές ιδεολογίες. Από τα μέσα του εικοστού αιώνα, ο όρος «φιλελεύθερος» χρησιμοποιείται πλέον για να περιγράψει μια μεγάλη γκάμα σοσιαλδημοκρατών και άλλων υποστηρικτών της κρατικής παρεμβατικότητας και της κρατικά σχεδιασμένης οικονομίας.

Σύμφωνα με τον Ralph Raico, ο ορθά κατανοητός φιλελευθερισμός είναι:

Η ιδεολογία μιας κοινωνίας των πολιτών – κατανοητής ως κοινωνίας μείον του κράτους – η οποία σε μεγάλο βαθμό λειτουργεί αυτόνομα βασισμένη στην αρχή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας.

Η «Κοινωνία μείον το κράτος», φυσικά, δεν είναι μια απλή υπόθεση. Είναι ένα πολύπλοκο φάσμα κοινωνικών, θρησκευτικών, οικογενειακών και εμπορικών θεσμών. Και σύμφωνα με τους φιλελεύθερους, οι θεσμοί αυτοί, αν είναι οργανωμένοι σύμφωνα με αρχές που σέβονται την αρχή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, μπορούν να λειτουργήσουν, κυρίως σε μια κατάσταση συνεταιριστικής ειρήνης.

Ωστόσο, σύμφωνα με αυτή την άποψη, το κράτος είναι ένα θεσμικό όργανο ξεχωριστό από τα υπόλοιπα επειδή βασίζεται στον καταναγκασμό και τη φορολογία, σε αντίθεση με τους εθελοντικούς θεσμούς που συνιστούν την υπόλοιπη κοινωνία.

Επομένως, η πολιτική οικονομία αυτών των φιλελεύθερων άρχισε να αντικατοπτρίζει ένα σκεπτικισμό προς το κράτος και μια προτίμηση σε μια κοινωνία που κυριαρχείται από μη κρατικούς θεσμούς όπως οι αγορές, οι οικογένειες και οι εκκλησίες. Οι φιλελεύθεροι προσπάθησαν να ελαχιστοποιήσουν την κρατική εξουσία και να αναπτύξουν πολιτικούς θεσμούς που θα μπορούσαν να περιορίσουν την κατάχρηση αυτής της εξουσίας.

Ιστορικά μιλώντας, αυτή η άποψη για τον φιλελευθερισμό περιγράφει καλά τους στοχαστές που κοινά θεωρούνταν ως φιλελεύθεροι καθ’ όλη τη διάρκεια του δέκατου όγδοου και του δέκατου ένατου αιώνα, ακόμα και του εικοστού.

Φιλελεύθεροι θεωρητικοί όπως ο Λόρδος Acton, ο Gustave de Molinari, ο Frédéric Bastiat, ο Herbert Spencer, ο Benjamin Constant, ο Richard Cobden, ο Ludwig von Mises, ο FA Hayek, ο Adam Smith και ο Μαρκήσιος de Condorcet, μεταξύ άλλων, σίγουρα εμπίπτουν σε αυτή τη γενική περιγραφή των φιλελευθέρων .

Σίγουρα, αυτοί οι θεωρητικοί συχνά απέκλιναν ως προς την έκταση του ριζοσπαστισμού τους. Αλλά το γεγονός ότι αυτοί οι θεωρητικοί διέφεραν ως προς τον ριζοσπαστισμό τους, δείχνει απλά το ιστορικό, γεωγραφικό και πνευματικό εύρος του φιλελευθερισμού, καθώς ασκούσε την επιρροή του και αποκτούσε υποστηρικτές σε ολόκληρη τη δυτική Ευρώπη και την Αμερική.

Αλλά υπήρχαν ιδεολογικά όρια. Φιλελευθερισμός απομακρυνόμενος από τη βασική του δέσμευση στην ιδιωτική ιδιοκτησία και την οικονομική ελευθερία, παύει να είναι φιλελευθερισμός. Για παράδειγμα, όπως σημειώνει ο Raico, σε μεταγενέστερες εποχές ο όρος «φιλελευθερισμός» επλήγη καθώς οι ιστορικοί επιχείρησαν να προσδιορίσουν ως φιλελεύθερους όλο και περισσότερους θεωρητικούς με ευρύτατα διαφορετικές απόψεις: Θεωρητικούς όπως ο John Rawls, ο Karl Popper, ο John Maynard Keynes και ο John Stuart Mill.

Αλλά, αν ανάλογοι θεωρητικοί είναι φιλελεύθεροι που μπορούν να τοποθετηθούν δίπλα σε ανθρώπους όπως ο Molinari, τότε ο όρος «φιλελευθερισμός» παύει να έχει κάποιο χρήσιμο νόημα.

Ένα μεγάλο μέρος της σύγχυσης οφείλεται στο γεγονός ότι οι ιστορικοί προσπάθησαν πολλές φορές να ταξινομήσουν τους φιλελεύθερους με βάση τις απόψεις τους σε θέματα διαφορετικά από αυτά της πολιτικής οικονομίας. Είναι αλήθεια ότι απομιμήσεις φιλελεύθερων όπως ο John Maynard Keynes και ο John Stuart Mill, τάσσονταν υπέρ της ελευθερίας όσον αφορά την προσωπική έκφραση μέσω ορισμένων θρησκευτικών ή σεξουαλικών πρακτικών. Αλλά οι Mill και Keynes ήταν ελάχιστα φιλελεύθεροι όταν ασχολούνταν με τα μεγαλύτερα θέματα της φορολογίας, του εμπορίου, του πολέμου και των εργασιακών ζητημάτων. Ομοίως, οι ιστορικοί προσπάθησαν να ταξινομήσουν τον φιλελευθερισμό βάσει κριτηρίων που διαχωρίζονταν συνολικά από την οικονομική και ατομική ελευθερία. Αντ’ αυτού, χορήγησαν τον τίτλο του φιλελεύθερου σε εκείνους που είχαν συγκεκριμένες απόψεις για το νόημα της ζωής ή την ωφελιμιστική ηθική. Το αποτέλεσμα ήταν συχνά ένας ορισμός του «φιλελεύθερου» που δεν είχε καμία σχέση με την πολιτική οικονομία βασισμένη στην ιδιωτική ιδιοκτησία, που ίσχυε εξ αρχής για τον φιλελευθερισμό.

Με άλλα λόγια, ίσως είναι εύκολο να πούμε πως τόσο ο φιλελεύθερος ιστορικός Augustin Thierry όσο και ο σοσιαλδημοκράτης John Maynard Keynes ήταν σκεπτικιστές απέναντι στην ιδέα της οργανωμένης θρησκείας. Όμως, για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι και οι δύο ήταν απαραίτητα φιλελεύθεροι, πρέπει να αγνοήσουμε το κυρίαρχο αξίωμα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στις απόψεις σημαντικών φιλελεύθερων όπως ο Bastiat και ο Cobden καθ’ όλη τη διάρκεια του δέκατου ένατου αιώνα αλλά και μετέπειτα.

Εξάλλου, αν ένας φιλελεύθερος προσδιορίζεται κυρίως από την εχθρότητα του προς τον παραδοσιακό χριστιανισμό, τότε πώς να ταξινομήσουμε έναν ασκούμενο καθολικό χριστιανό και φιλελεύθερο, όπως ο Λόρδος Acton; Μια στρατηγική που χρησιμοποιήθηκε ήταν η αυθαίρετη αναταξινόμηση ανθρώπων όπως ο Acton ως «συντηρητικών». Μια άλλη στρατηγική ήταν απλώς να επαναπροσδιοριστεί η θέση υπέρ της ιδιωτικής ιδιοκτησίας ως «συντηρητική», όπως επεσήμανε ο Raico περιγράφοντας μία ιδιαίτερα εξωφρενική περίπτωση:

Ο Helio Jaguaribe, ένας προφανής αστέρας της πολιτικής επιστήμης στη Βραζιλία, περιγράφει τον Hayek, τον Milton Friedman και τον Ludwig von Mises … ως «εξαιρετικά συντηρητικούς». Ο David Spitz περιγράφει επίσης τους τρεις αυτούς στοχαστές ως «συντηρητικούς», αν και είναι ασαφές τι έχει καταλάβει για τις θέσεις τους, δεδομένου ότι πιστεύει ότι Herbert Spencer ήταν ο «πνευματικός καθοδηγητής τους».1

Το ανέκδοτο εδώ είναι ότι, με κάθε πιθανό πρότυπο, ο Herbert Spencer ήταν το άκρως αντίθετο του συντηρητισμού. Ο ισχυρισμός πως ο Spencer αποτέλεσε την κύρια πνευματική επιρροή σε υποτιθέμενους «εξαιρετικά συντηρητικούς» θεωρητικούς όπως ο von Mises και ο Hayek, καθίσταται ως εκ τούτου σε ακραίο παραλογισμό.

H σχέση μεταξύ φιλελευθερισμού και Αναρχοκαπιταλισμού (libertarianism)

Αν χρησιμοποιήσουμε την αρχή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας ως κεντρικό αξίωμα του φιλελευθερισμού, όπως προτείνει ο Raico, τότε προκύπτει μια εξαιρετικά ευλογοφανής και θεμελιώδης βάση, για να ταξινομηθούν ορθά οι φιλελεύθεροι. Δεν αποτελεί έκπληξη λοιπόν, ότι ο Raico θεωρεί ότι αυτό που σήμερα ονομάζεται libertarianism, (αναρχοκαπιταλισμός) δεν είναι τίποτε άλλο παρά (κλασικός) φιλελευθερισμός. Ο Mark Thornton θυμάται μια συζήτηση με τον Raico σχετικά με το θέμα:

Ο Raico εξήγησε ότι η λέξη libertarian ήταν σχετικά καινούργια. Είπε ότι ο όρος κλασικός φιλελευθερισμός χρησιμοποιείται επίσης για να περιγράψει τον όρο libertarianism. Ωστόσο, εξήγησε, η φράση κλασικός φιλελευθερισμός ήταν επίσης μια σύγχρονη εφεύρεση. Και στη συνέχεια εξήγησε γιατί πρέπει να χρησιμοποιούμε τη λέξη φιλελευθερισμός για να περιγράψουμε την αληθινή φιλοσοφία του ατομικισμού.

Για τον Raico, δεν υπήρχε σαφής διάκριση ανάμεσα στον φιλελευθερισμό και τον αναρχοκαπιταλισμό. Ούτε το γεγονός ότι ο αναρχοκαπιταλισμός μπορεί να υποδηλώνει μια πιο ριζοσπαστική επέκταση του φιλελευθερισμού, τον καθιστά μη φιλελεύθερο. Εξάλλου, σύμφωνα με τα σημερινά πρότυπα, οι θεωρίες του Herbert Spencer και του Gustave de Molinari ήταν εξαιρετικά ριζοσπαστικές. Ωστόσο, ελάχιστοι αμφισβητούν πως και οι δύο ήταν φιλελεύθεροι.

Κάποιοι ιστορικοί επιχείρησαν να διαφοροποιήσουν τους φιλελεύθερους από τους libertarians-αναρχοκαπιταλιστές με βάση μικρές διαφορές πολιτικής, αλλά οι προσπάθειες αυτές αποτυγχάνουν. Ο Raico σημειώνει, για παράδειγμα:

Η ανάλυση αυτού του ζητήματος προκαλεί μεγάλες δυσκολίες ακόμη και σε ικανότατους ιστορικούς στον τομέα των ιδεών, όπως είναι ο Alan Ryan συγγραφέας του βιβλίου The Making of Modern Liberalism. Ο Ryan ταξινομεί τον Hayek στην κατηγορία των σύγχρονων φιλελευθέρων, αλλά αρνείται ότι ο αναρχοκαπιταλισμός μπορεί να είναι μια εκδοχή του φιλελευθερισμού βασισμένος στο σκεπτικό ότι ακόμη και οι κλασσικοί φιλελεύθεροι δεν τάσσονταν υπέρ της αποποινικοποίησης εγκλημάτων χωρίς θύματα. Αυτή η αναρχοκαπιταλιστική θέση όμως (δεν υπάρχει έγκλημα χωρίς θύμα) υπονοείται σαφώς, για παράδειγμα, από τον νόμο της Ίσης Ελευθερίας του Herbert Spencer. Αποτελεί επίσης τη δεδηλωμένη άποψη του Ludwig von Mises.2

Από την πλευρά του, ο Murray Rothbard θεωρούσε ότι ο αναρχοκαπιταλισμός είναι απλώς μια εκδοχή του φιλελευθερισμού και ότι η ιστορία αυτής της ιδεολογίας εντοπίζεται τουλάχιστον πίσω στον δέκατο έβδομο αιώνα. Στο έργο του, For a New Liberty αναφέρει:

Το αντικείμενο των κλασικών φιλελεύθερων ήταν να επέλθει η ατομική ελευθερία σε όλες τις αλληλένδετες πτυχές της. Στην οικονομία, έπρεπε να μειωθούν δραστικά οι φόροι, να εξαλειφθούν οι έλεγχοι και οι κανονισμοί και η ανθρώπινη ενεργητικότητα, οι επιχειρήσεις και οι αγορές να είναι ελεύθερες να δημιουργούν και να παράγουν ανταλλακτικά ωφελώντας τους πάντες και τη μάζα των καταναλωτών. Οι αρχικοί στοχαστές του libertarian κλασσικού φιλελευθερισμού ήταν οι Levelers κατά τη διάρκεια της Αγγλικής Επανάστασης (1642–1651) και ο φιλόσοφος John Locke στα τέλη του δέκατου έβδομου αιώνα, ακολουθούμενοι από το κίνημα των «True Whigs» δηλαδή την ριζοσπαστική libertarian αντιπολίτευση στο «Whig Settlement» – το καθεστώς του 18ου αιώνα στη Βρετανία.

Επιπλέον, ο Rothbard θεωρούσε την Αμερικανική Επανάσταση ως απόλυτη libertarian επανάσταση και ένα αποκορύφωμα προηγούμενων φιλελεύθερων πολιτικών και διανοητικών κινημάτων. Όπως συμβαίνει εν γένει με τον φιλελευθερισμό, στο επίκεντρο της σύγκρουσης βρισκόταν το ζήτημα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας:

Δεν χρειάζεται να υπάρξει διχοτόμηση ανάμεσα στην ελευθερία και την ιδιοκτησία, ανάμεσα στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων αυτοκτησίας (του δικαιώματος να ελέγχει κάποιος αποκλειστικά το σώμα του) και στους υλικούς πόρους που κατέχει. Η υπεράσπιση αυτών των δικαιωμάτων, είναι λογικά ενιαία σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δράσης. Και ακόμα περισσότερο, οι Αμερικανοί επαναστάτες σίγουρα ενεργούσαν βασισμένοι στις ίδιες αυτές θεωρήσεις, όπως αποκαλύπτεται από την ουσιαστική προσκόλληση τους στην φιλελεύθερη-libertarian σκέψη, στα πολιτικά και οικονομικά δικαιώματα και πάντα στην «Ελευθερία και την Ιδιοκτησία». Οι άνθρωποι του 18ου αιώνα δεν έβλεπαν κάποια διχοτόμηση μεταξύ ατομικής και οικονομικής ελευθερίας, μεταξύ δικαιωμάτων στην ελευθερία και την ιδιοκτησία, έννοιες οι οποίες ήταν ταυτόσημες και άρρηκτα συνδεδεμένες. Αυτές οι τεχνητές διακρίσεις κατασκευάστηκαν αργότερα.

Επίσης, η περίπτωση του Ludwig von Mises, είναι ενδεικτική της φιλελεύθερης-libertarian προσέγγισης. Ο von Mises πάντα αυτοπροσδιοριζόταν ως φιλελεύθερος και ήταν σαφώς φιλελεύθερος στο κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον που επικρατούσαν στην Αυστρία επί των ημερών του. Δεν ήταν σοσιαλιστής, και σίγουρα δεν ήταν οπαδός του συντηρητισμού, ο οποίος στην Αυστρία του 19ου αιώνα ήταν η ιδεολογία των «μεσαιωνικών βασανιστηρίων, του μαστιγίου και του εκτελεστικού αποσπάσματος», όπως επισήμανε δηκτικά ο Ronald Hamowy. Πράγματι, οι απόψεις του von Mises, που περιγράφονται λεπτομερώς στο βιβλίο του liberalism του 1927 , υποστήριζαν την πολιτική ελευθερία και σχεδόν το καθολικό laissez-faire τόσο στις εγχώριες αγορές όσο και στο διεθνές εμπόριο. Ήταν αντίθετος στον πόλεμο, υποστήριζε, σε γενικές γραμμές, την ελεύθερη μετανάστευση και προωθούσε την πολιτική αποκέντρωση.

Αυτές οι απόψεις μπορούν να χαρακτηριστούν ως «εγχειρίδιο φιλελευθερισμού» και ο μαθητής του von Mises ο Friedrich Hayek είχε παρόμοιες απόψεις, αν και σε πολύ πιο ήπια έκταση. Συγκεκριμένα, τόσο ο von Mises όσο και ο Hayek αναφέρονται σήμερα τόσο ως φιλελεύθεροι όσο και ως Libertarians.

Η κληρονομιά του φιλελευθερισμού

Το να πούμε ότι η επίδραση του φιλελευθερισμού στον κόσμο υπήρξε βαθύτατη, θα αποτελούσε και πάλι υποτίμηση.

Στις αγγλόφωνες χώρες, βέβαια, τα φιλελεύθερα πολιτικά κινήματα ώθησαν ταχύτατα την πολιτική προς μια φιλελεύθερη κατεύθυνση καθ’ όλη τη διάρκεια του δέκατου ένατου αιώνα και στη συνέχεια υπηρέτησαν τον κόσμο ως ένας απαραίτητος αναστολέας στην επέλαση των σοσιαλδημοκρατικών κινημάτων στον εικοστό αιώνα.

Στη Γαλλία και αλλού στην Ευρώπη, ο φιλελευθερισμός χρησίμευσε ως κρίσιμο αντίβαρο στην επέλαση των σοσιαλιστών και των ολοκληρωτιστών. Για παράδειγμα, ενώ ο φιλελευθερισμός δεν κυριάρχησε ποτέ στη γαλλική πολιτική, η επιτυχής επιρροή των φιλελεύθερων επέφερε σημαντικά οφέλη στη χώρα. Χωρίς τους φιλελεύθερους, η Γαλλία μπορούσε πολύ εύκολα να είχε κατρακυλήσει στον απόλυτο σοσιαλισμό κατά τον 19ο ή τον 20ο αιώνα.

Τα τελευταία διακόσια χρόνια, φιλελεύθεροι ακτιβιστές όπως ο Cobden και φιλελεύθεροι διανοούμενοι όπως ο Ludwig von Mises, παρέμειναν η φωνή της λογικής ενάντια στον αμείλικτο ανταγωνισμό των σοσιαλιστών, των μερκαντιλιστών, των φασιστών και των πολεμοκάπηλων κάθε είδους.

Ορισμένοι επικριτές του φιλελευθερισμού συχνά αναθεματίζουν τον φιλελευθερισμό (δηλαδή τον αναρχοκαπιταλισμό) ως ασήμαντο, επειδή οι σοσιαλιστές και οι σοσιαλδημοκράτες εξακολουθούν να είναι δημοφιλείς σε διάφορους τόπους και διάφορες εποχές.

Αλλά, όπως μας υπενθυμίζει ο Lew Rockwell, να είστε σίγουροι πως τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι πολύ χειρότερα «αν δεν υπήρχαν οι προσπάθειες μιας σχετικής χούφτας διανοουμένων που αγωνίστηκαν κατά της σοσιαλιστικής θεωρίας για περισσότερο από έναν αιώνα. Θα μπορούσε να υφίσταται 99% υποστήριξη υπέρ της σοσιαλιστικής τυραννίας. Έτσι, δεν έχει νόημα να λέμε ότι αυτές οι πνευματικές προσπάθειες πήγαν χαμένες.»

Επιπλέον, η επιτυχία του φιλελευθερισμού αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι μη φιλελεύθεροι προσπαθούν εδώ και καιρό να κλέψουν τον μανδύα του φιλελευθερισμού για να εξυπηρετήσουν την δική τους ατζέντα. Στον αγγλόφωνο κόσμο, δεν είναι απλώς ένα τυχαίο ιστορικό γεγονός ότι οι σοσιαλδημοκράτες και άλλες μη φιλελεύθερες ομάδες συχνά επιμένουν να αυτοαποκαλούνται φιλελεύθεροι. Η προσπάθεια απαλλοτρίωσης του όρου «φιλελεύθερος» στον εικοστό αιώνα είναι θέμα πολιτικής σκοπιμότητας. Ο φιλελευθερισμός ήταν μια δημοφιλής ιδεολογία με μεγάλη επιρροή σε ολόκληρο τον 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα. Επομένως, ήταν λογικό να επιχειρήσουν κάποιοι να εφαρμόσουν τον όρο σε μη φιλελεύθερες ιδεολογίες και να αναμένουν ανέξοδη επιτυχία βασισμένοι στην επιτυχία του φιλελευθερισμού στο παρελθόν.3

Σήμερα, συνεχίζουμε να βλέπουμε την κληρονομιά του φιλελευθερισμού παγκοσμίως στις συζητήσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, στις προσπάθειες για αύξηση της ελευθερίας στο εμπόριο και στην προσπάθεια για μεγαλύτερη ατομική αυτονομία απαλλαγμένη από την κρατική παρεμβατικότητα. Το γεγονός ότι οι σοσιαλιστές και άλλοι τύποι παρεμβατιστών σημειώνουν επιτυχίες, δεν αποδεικνύει τίποτε για την έλλειψη σχετικότητας εκ μέρους του φιλελευθερισμού. Μας υπενθυμίζουν μόνο πόσο χειρότερα θα ήταν τα πράγματα χωρίς τις περιστασιακές επιτυχίες του φιλελευθερισμού. Επιπλέον, η προσπάθεια των κυβερνήσεων να κλέψουν το φιλελεύθερο λεξιλόγιο για σκοπούς θεμελίωσης της κρατικής εξουσίας, πρέπει να είναι αναμενόμενη. Αυτό το βλέπουμε συχνά στις εκκλήσεις για κυβερνητικά διαχειριζόμενα «ανθρώπινα δικαιώματα» και στις εκκλήσεις για «ελεύθερο εμπόριο» με παγκόσμια κρατική διαχείριση. Αυτά τα μέτρα δεν είναι φιλελεύθερα, αλλά οι κρατιστές ξέρουν ότι λέγοντας φιλελεύθερα λόγια και διακηρύσσοντας ότι επιδιώκουν φιλελεύθερους στόχους αποτελεί καλή διαφήμιση.

Εν τω μεταξύ, η απάντηση στις επιτυχίες σοσιαλδημοκρατών και σοσιαλιστών, έγκειται στην ενίσχυση του πνευματικού κινήματος του φιλελευθερισμού, ο οποίος με την πάροδο του χρόνου μεταφράζεται σε πολιτική δράση. Αν ο φιλελευθερισμός επισκιάζεται από άλλες ιδεολογίες, το λάθος έγκειται σε εμάς που κάνουμε ελάχιστα πράγματα και στους ηττοπαθείς που υποστηρίζουν ότι οι πνευματικές μάχες είναι άσχετες με την πραγματική ζωή ή δεν αξίζουν τον κόπο.

Ο φιλελευθερισμός – δηλαδή ο αναρχοκαπιταλισμός – έχει μια μακρά και εντυπωσιακή ιστορία που πολύ συχνά παραμελείται. Αλλά, όπως υποστήριξε ο Raico, ο φιλελευθερισμός είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού μας. Θα ήταν καλό για όλους, να μάθουν περισσότερα για την ιστορία του.

 

***

Ο Ryan McMaken είναι ανώτερος συντάκτης στο mises.org. έχει πτυχίο οικονομικών και πολιτικών επιστημών από το Πανεπιστήμιο του Κολοράντο και ήταν ο οικονομολόγος του τμήματος στέγασης του Κολοράντο από το 2009 έως το 2014. Είναι ο συγγραφέας του:  Commie Cowboys: The Bourgeoisie and the Nation-State in the Western Genre.

To άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Ludwig von Mises

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





 

Σημειώσεις:

  1. Raico, Ralph, Κλασικός Φιλελευθερισμός και Αυστριακή Σχολή (Ινστιτούτο Ludwig von Mises, Auburn AL, 2012) σ. 72.
  2. Συναφώς. σ. 75.
  3. O Raico σημειώνει επίσης ότι σε ορισμένες περιπτώσεις τα φιλελεύθερα πολιτικά κόμματα απλώς εγκατέλειψαν τον φιλελευθερισμό ως μέθοδο αποφυγής του ανταγωνισμού μεταξύ των εκλογικών περιφερειών. Ελλείψει κάποιου καλύτερου όρου, οι φιλελεύθεροι πολιτικοί βρήκαν ότι έπρεπε να «αγοράσουν ψήφους» και να ενεργήσουν ανάλογα. Δείτε τη σχετική διάλεξη στο Πανεπιστήμιο του ινστιτούτου Mises το 2008