Κατανοώντας τα οικονομικά με υγιή και έγκυρο τρόπο

0
733

Τα οικονομικά πρέπει να είναι σε θέση να εξηγήσουν την οικονομική δραστηριότητα. Ωστόσο, οι στατιστικές μέθοδοι δεν βοηθούν να συμβεί κάτι τέτοιο.

 

Του Frank Shostak

Προκειμένου να προσδιοριστεί η κατάσταση της οικονομίας, οι οικονομολόγοι χρησιμοποιούν διάφορες θεωρίες. Ωστόσο, ποια είναι τα κριτήρια βάσει των οποίων αποφασίζουν αν η θεωρία που χρησιμοποιείται βοηθά στην εξακρίβωση των γεγονότων της πραγματικότητας;

Σύμφωνα με τον δημοφιλή τρόπο σκέψης, οι γνώσεις μας για τον κόσμο των οικονομικών είναι ασαφείς – δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί πώς λειτουργεί ο κόσμος των οικονομικών. Ως εκ τούτου, θεωρείται ότι το κριτήριο για την επιλογή μιας θεωρίας πρέπει να είναι η προγνωστική δυνατότητα αυτής της θεωρίας.

Όσο η θεωρία «λειτουργεί», θεωρείται ως ένα έγκυρο πλαίσιο όσον αφορά την αξιολόγηση μιας οικονομίας. Μόλις η θεωρία καταρρεύσει, αρχίζει η αναζήτηση μιας νέας θεωρίας.

Για παράδειγμα, ένας οικονομολόγος σχηματίζει την άποψη ότι οι καταναλωτικές δαπάνες για την απόκτηση αγαθών και υπηρεσιών, καθορίζονται από το διαθέσιμο εισόδημα. Μόλις επικυρωθεί αυτή η άποψη με στατιστικές μεθόδους, χρησιμοποιείται ως εργαλείο για την αξιολόγηση της μελλοντικής κατεύθυνσης των καταναλωτικών δαπανών. Εάν η θεωρία δεν παράγει ακριβείς προβλέψεις, είτε αντικαθίσταται είτε τροποποιείται με την πρόσθεση κάποιων άλλων επεξηγηματικών μεταβλητών.

Και πάλι, σύμφωνα με αυτόν τον τρόπο σκέψης, η αβέβαιη φύση των θεωριών συνεπάγεται ότι η γνώση μας για τον κόσμο των οικονομικών είναι ασαφής. Δεδομένου ότι είναι αδύνατον να διαπιστωθεί «πώς λειτουργούν τα πράγματα», τότε δεν έχει σημασία ποιες είναι οι υποκείμενες υποθέσεις μιας θεωρίας. Στην πραγματικότητα, όλα είναι δεκτά όσο η θεωρία μπορεί να παρέχει καλές προβλέψεις. Σύμφωνα με τον Milton Friedman:

Το σχετικό ερώτημα που τίθεται για τις υποθέσεις μιας θεωρίας, δεν είναι αν είναι περιγραφικά ρεαλιστικές, γιατί δεν είναι ποτέ, αλλά αν αποτελούν καλή προσέγγιση στον σκοπό που θέλουν να εξυπηρετήσουν. Και αυτό το ερώτημα μπορεί να απαντηθεί μόνο αν η θεωρία λειτουργεί, δηλαδή αν παράγει επαρκώς ακριβείς προβλέψεις.1

Η δημοφιλής αυτή άποψη που ορίζει την ικανότητα πρόβλεψης ως κριτήριο αποδοχής μιας θεωρίας, είναι αμφισβητήσιμη.

Μπορούμε να πούμε με σιγουριά, με όλα τα άλλα πράγματα να είναι ίσα, ότι η αύξηση της ζήτησης για ψωμί θα αυξήσει την τιμή του. Αυτό το συμπέρασμα είναι αληθές και όχι αβέβαιο. Θα αυξηθεί η τιμή του ψωμιού αύριο ή κάποια στιγμή στο μέλλον; Αυτό δεν μπορεί να καθοριστεί από τη θεωρία της προσφοράς και της ζήτησης. Θα πρέπει, ως εκ τούτου, να απορρίψουμε αυτή τη θεωρία ως άχρηστη επειδή δεν μπορεί να προβλέψει τη μελλοντική τιμή του ψωμιού; Σύμφωνα με τον Ludwig von Mises:

Τα οικονομικά μπορούν να προβλέψουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα συγκεκριμένων οικονομικών πολιτικών. Μπορούν να απαντήσουν στο ερώτημα κατά πόσο μια συγκεκριμένη πολιτική είναι σε θέση να επιτύχει τους στόχους της και, αν η απάντηση είναι αρνητική, ποια θα είναι τα πραγματικά αποτελέσματα της. Αλλά, φυσικά, αυτή η πρόβλεψη μπορεί να είναι μόνο «ποιοτική» και όχι ποσοτική.2

Τα οικονομικά έχουν να κάνουν με ανθρώπους. Τι γνωρίζουμε για τους ανθρώπους;

Η οικονομική θεωρία πρέπει να είναι σε θέση να εξηγήσει την οικονομική δραστηριότητα. Ωστόσο, οι στατιστικές μέθοδοι δεν βοηθούν να συμβεί κάτι τέτοιο. Το μόνο που μπορούν να κάνουν οι διάφορες στατιστικές μέθοδοι, είναι να συγκρίνουν τις πληροφορίες για την πορεία διαφόρων ιστορικών στοιχείων. Αυτές οι μέθοδοι δεν μπορούν να προσδιορίσουν τις κινητήριες δυνάμεις της οικονομικής δραστηριότητας. Σε αντίθεση με τη δημοφιλή άποψη, τα οικονομικά δεν αφορούν το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ), τον δείκτη τιμών καταναλωτή (ΔΤΚ) ή άλλους οικονομικούς δείκτες, αλλά αφορούν ανθρώπους που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Αφορούν δραστηριότητες που επιδιώκουν να προάγουν τη ζωή και την ευημερία των ανθρώπων.

Μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι οι άνθρωποι ασχολούνται με διάφορες δραστηριότητες. Για παράδειγμα, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι οι άνθρωποι ασκούν χειρωνακτικές εργασίες, οδηγούν αυτοκίνητα, περπατούν στο δρόμο και γευματίζουν σε εστιατόρια. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτών των δραστηριοτήτων, είναι ότι όλες τους είναι σκόπιμες.

Έτσι, μπορούμε να συμπεράνουμε πως η χειρωνακτική εργασία μπορεί είναι ένα μέσο για να κερδίσουν χρήματα κάποιοι άνθρωποι, γεγονός που με τη σειρά του τους επιτρέπει να επιτύχουν διάφορους στόχους όπως η αγορά τροφίμων ή ενδυμάτων. Το δείπνο σε ένα εστιατόριο μπορεί να είναι ένα μέσο για την καθιέρωση επιχειρηματικών σχέσεων. Η οδήγηση ενός αυτοκινήτου μπορεί να αποτελεί μέσο για τη μεταφορά σε κάποιον συγκεκριμένο προορισμό. Οι άνθρωποι λειτουργούν μέσα σε ένα πλαίσιο μέσων και σκοπών – χρησιμοποιούν διάφορα μέσα για να εξυπηρετήσουν σκοπούς.

Η σκόπιμη δράση, η δραστηριότητα που επιδιώκει κάτι, σημαίνει ότι οι άνθρωποι αξιολογούν ή εκτιμούν διάφορα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους για να εξυπηρετήσουν τους σκοπούς τους. Σε κάθε χρονική στιγμή, οι άνθρωποι έχουν αφθονία στόχων που θα ήθελαν να επιτύχουν. Αυτό που περιορίζει την επίτευξη διαφόρων στόχων είναι η σπανιότητα μέσων. Ως εκ τούτου, όταν τα μέσα είναι διαθέσιμα, μπορεί να επιτευχθεί ένας μεγαλύτερος αριθμός στόχων – δηλαδή, το βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων θα αυξηθεί.

Ένας άλλος λόγος ο οποίος περιορίζει την επίτευξη διαφόρων στόχων, είναι η διαθεσιμότητα κατάλληλων μέσων. Έτσι, για να σβήσει κάποιος τη δίψα του στην έρημο, χρειάζεται νερό. Τα διαμάντια που ίσως έχει στις τσέπες του, είναι άχρηστα σε αυτή την περίπτωση.

Το γεγονός ότι οι άνθρωποι ασχολούνται συνειδητά με σκόπιμες δραστηριότητες, μας παρέχει μια σαφή γνώση, η οποία είναι πάντα έγκυρη όσον αφορά τα ανθρώπινα όντα. Αυτή η γνώση δημιουργεί τη βάση ενός συνεκτικού πλαισίου, το οποίο επιτρέπει μια ουσιαστική εκτίμηση της κατάστασης μιας οικονομίας.

Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια μιας οικονομικής ύφεσης παρατηρείται γενική μείωση της ζήτησης για αγαθά και υπηρεσίες. Μπορούμε λοιπόν να συμπεράνουμε ότι η μείωση της ζήτησης είναι η αιτία μιας οικονομικής ύφεσης;

Γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι επιδιώκουν συνεχώς να βελτιώσουν τη ζωή και την ευημερία τους και, συνεπώς, η ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες είναι πολύ πιθανότερο να αυξάνεται παρά να μειώνεται. Κατά συνέπεια, η μείωση της γενικής ζήτησης είναι αποτέλεσμα της αδυναμίας των ανθρώπων να στηρίξουν τη ζήτηση τους. Τα προβλήματα στην πλευρά της παραγωγής είναι τα πιθανά αίτια της παρατηρούμενης γενικής μείωσης της ζήτησης. Όταν διαπιστώσουμε ότι οι πιθανές αιτίες της οικονομικής ύφεσης συνδέονται με τους παράγοντες της προσφοράς, μπορούμε να προχωρήσουμε στην εκτίμηση των πιθανών αιτίων.

Η γνώση μας για το ότι οι άνθρωποι δρουν σκόπιμα, μας επιτρέπει επίσης να αξιολογήσουμε τη δημοφιλή θεωρία ότι η «κινητήρια δύναμη» μιας οικονομίας είναι οι καταναλωτικές δαπάνες – δηλαδή, τη θεωρία που ισχυρίζεται ότι η ζήτηση δημιουργεί προσφορά. Γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι χωρίς μέσα, δεν μπορούν να επιτευχθούν στόχοι. Ωστόσο, τα μέσα δεν πέφτουν από τον ουρανό – πρέπει πρώτα να παραχθούν. Ως εκ τούτου, σε αντίθεση με τη δημοφιλή άποψη, η κινητήρια δύναμη της οικονομίας είναι η προσφορά, όχι η ζήτηση.

Ή, για παράδειγμα, για να αντιμετωπιστεί μια αναδυόμενη οικονομική ύφεση, διάφοροι ειδικοί παροτρύνουν την κεντρική τράπεζα να αυξήσει το ρυθμό της νομισματικής επέκτασης. Με την αύξηση της προσφοράς χρήματος, θεωρείται ότι θα προστατευθεί η ευημερία των ατόμων. Τα χρήματα, ωστόσο, δεν προάγουν την πραγματική δημιουργία πλούτου, καθώς μπορούν να εκπληρώσουν μόνο τον ρόλο του ανταλλακτικού μέσου.  Αντίθετα, η αύξηση της προσφοράς χρήματος θα υπονομεύσει τη διαδικασία δημιουργίας πλούτου και θα θέσει σε κίνηση τον απειλητικό κύκλο επίπλαστης άνθησης-ύφεσης.

Το γεγονός ότι ο άνθρωπος ασχολείται με σκόπιμες δραστηριότητες, σημαίνει ότι οι αιτίες στον οικονομικό κόσμο προέρχονται από τους ανθρώπους και όχι από εξωτερικούς παράγοντες. Έτσι, αντίθετα με τη δημοφιλή άποψη, οι ατομικές δαπάνες για αγαθά δεν δημιουργούνται από το πραγματικό εισόδημα ως τέτοιο. Στο δικό του μοναδικό πλαίσιο σκέψης και δράσης, κάθε άτομο αποφασίζει ποιο ποσό ενός συγκεκριμένου εισοδήματος θα χρησιμοποιηθεί για κατανάλωση και ποιο για επένδυση. Ενώ είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι θα ανταποκριθούν στις αλλαγές στα εισοδήματά τους, η ανταπόκριση τους δεν είναι αυτοματοποιημένα ίδια. Κάθε άτομο αξιολογεί την αύξηση του εισοδήματος σε σχέση με το συγκεκριμένο σύνολο στόχων που θέλει να επιτύχει. Μπορεί να αποφασίσει ότι είναι πιο επωφελές να αυξήσει την επένδυσή του σε χρηματοοικονομικά προϊόντα, παρά να αυξήσει την κατανάλωσή του.

Ένα παράδειγμα που αρεσκόταν να χρησιμοποιεί στην τάξη του ο Ludwig von Mises, για να επιδείξει τη διαφορά μεταξύ δύο θεμελιωδών τρόπων προσέγγισης της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ήταν να εξετάσει τη συμπεριφορά στον σταθμό Grand Central Station κατά τη διάρκεια της ώρας αιχμής. Ο «αντικειμενικός» ή «αληθινά επιστημονικός» μελετητής, όπως επισήμαινε, θα παρατηρούσε τα εμπειρικά γεγονότα π.χ. τους ανθρώπους που πηγαινοέρχονται πέρα δώθε σε συγκεκριμένες προβλέψιμες ώρες της ημέρας. Και αυτό θα ήταν όλο κι όλο αυτό που θα γνώριζε. Αλλά ο αληθινός μαθητής της ανθρώπινης δράσης, θα ξεκινούσε από το γεγονός ότι όλη η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι σκόπιμη και θα έβλεπε ότι ο σκοπός αυτών των ανθρώπων είναι να φτάσουν στο σταθμό από το σπίτι τους, για να πάνε στη δουλειά τους το πρωί, το αντίστροφο τη νύχτα κλπ. Είναι προφανές ποιος από αυτούς τους παρατηρητές θα ανακαλύψει περισσότερα για την ανθρώπινη συμπεριφορά και, συνεπώς, ποιος θα είναι ο «γνήσιος επιστήμονας».3

 

***

O Frank Shostak διευθύνει μια συμβουλευτική εταιρεία, εφαρμόζοντας οικονομικά της Αυστριακής σχολής, παρέχοντας σε βάθος αξιολογήσεις των χρηματοπιστωτικών αγορών και των παγκόσμιων οικονομιών.
Άρθρο δημοσιευμένο αρχικά στην ιστοσελίδα του Ludwig von Mises Institute

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





 

Σημειώσεις:

  1. Milton Friedman, Essays in Positive Economics (Chicago: University of Chicago Press, 1953).
  2. Ludwig von Mises, The Ultimate Foundation of Economic Science (New York: D. Van Nostrand, 1962), p. 67.
  3. Murray N. Rothbard, «Preface,» in Ludwig von Mises, Theory and History: An Interpretation of Social and Economic Evolution (1985; repr., Auburn, AL: Ludwig von Mises Institute, 2007).