Ο αντικαπνιστικός νόμος αποτελεί επίθεση στην ιδιοκτησία και την ελευθερία

0
1372
Το κάπνισμα μπορεί να προκαλέσει βλάβη σε τρίτους και μπορεί να θεωρηθεί υπό προϋποθέσεις ως παραβίαση των αρνητικών δικαιωμάτων. Ο καπνιστής, δηλαδή, μπορεί να προκαλέσει βλάβη στους γύρω του καπνίζοντας παρά τη θέληση τους (παθητικό κάπνισμα). Σε κάθε περίπτωση, για να προκύψει βλάβη προς τρίτους παρά τη θέληση τους, θα πρέπει ο καπνιστής και ο μη καπνιστής να βρίσκονται στον ίδιο χώρο επιδιώκοντας την επίτευξη κάποιου στόχου (αναψυχή, εργασία, νοσηλεία, αγορές κλπ). 
Το κάπνισμα μπορεί να προκαλέσει βλάβη σε τρίτους και μπορεί να θεωρηθεί υπό προϋποθέσεις ως παραβίαση των αρνητικών δικαιωμάτων. Ο καπνιστής, δηλαδή, μπορεί να προκαλέσει βλάβη στους γύρω του καπνίζοντας παρά τη θέληση τους (παθητικό κάπνισμα). Σε κάθε περίπτωση, για να προκύψει βλάβη προς τρίτους παρά τη θέληση τους, θα πρέπει ο καπνιστής και ο μη καπνιστής να βρίσκονται στον ίδιο χώρο επιδιώκοντας την επίτευξη κάποιου στόχου (αναψυχή, εργασία, νοσηλεία, αγορές κλπ). 

Η απαγόρευση του καπνίσματος σε ιδιόκτητους χώρους συνιστά αδικαιολόγητη επιθετική βία εις βάρος των ιδιοκτητών και εις βάρος των καπνιστών καταναλωτών. Ο αντικαπνιστικός νόμος πρέπει να καταργηθεί. 

 

Του Ευθύμη Μαραμή

Η αντικαπνιστική εμμονή που έχει καταλάβει την Ευρώπη, έφτασε εσχάτως και στην Ελλάδα. Στο φιλελεύθερο πλαίσιο σκέψης, μπορούμε μεθοδολογικά να αναλύσουμε και να συμπεράνουμε κατά πόσο είναι δεοντολογικό ή όχι να επιβάλλεται εξαναγκαστικά η απαγόρευση του καπνίσματος με τη χρήση κρατικής επιθετικής βίας. Στην πραγματικότητα, το ζήτημα είναι σχετικά απλό και αποτελεί ένα εκ των οποίων δεν μπορεί να προκύψει διαφωνία μεταξύ φιλελεύθερων καθώς διατίθεται αξιωματικό κανονιστικό πλαίσιο. Θα δούμε στο ακόλουθο άρθρο τις δεοντολογικές παραμέτρους σχετικά με το ζήτημα.

Αρχή μη επίθεσης, ιδιωτική ιδιοκτησία και σπανιότητα

Το κάπνισμα μπορεί να προκαλέσει βλάβη σε τρίτους και μπορεί να θεωρηθεί υπό προϋποθέσεις ως παραβίαση των αρνητικών δικαιωμάτων. Ο καπνιστής, δηλαδή, μπορεί να προκαλέσει βλάβη στους γύρω του καπνίζοντας παρά τη θέληση τους (παθητικό κάπνισμα). Σε κάθε περίπτωση, για να προκύψει βλάβη προς τρίτους παρά τη θέληση τους, θα πρέπει ο καπνιστής και ο μη καπνιστής να βρίσκονται στον ίδιο χώρο επιδιώκοντας την επίτευξη κάποιου στόχου (αναψυχή, εργασία, νοσηλεία, αγορές κλπ). Δεδομένου ότι κάθε δράση απαιτεί τη χρησιμοποίηση συγκεκριμένων φυσικών μέσων – σώματος, χώρου, εξωτερικών αντικειμένων – μπορεί να προκύψει σύγκρουση μεταξύ διαφορετικών δρώντων, όταν δύο δρώντες, ο καπνιστής και ο μη καπνιστής εν προκειμένω, προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν τα ίδια φυσικά μέσα για την επίτευξη διαφορετικών στόχων ή για την επίτευξη ίδιων στόχων με διαφορετικούς τρόπους.

Εδώ γίνεται εμφανές πως η ρήση «η ελευθερία ενός ανθρώπου, σταματάει εκεί που παραβιάζεται η ελευθερία ενός άλλου» είναι κενή νοήματος διότι οδηγεί σε κυκλική αντίφαση: Ο καπνιστής παραβιάζει την ελευθερία του μη καπνιστή και ο μη καπνιστής παραβιάζει την ελευθερία του καπνιστή καθώς πρόκειται για δύο διαφορετικά σώματα που επιθυμούν μα χρησιμοποιήσουν το ίδιο φυσικό μέσο (τον χώρο). Για να μην παραβιάζεται η ελευθερία κανενός, χρειαζόμαστε μια ενακτέα αρχή, ένα κανονιστικό πλαίσιο.

Όπως εξηγεί o Hans Hermann Hoppe, η πηγή της σύγκρουσης είναι πάντα και αμετάβλητα η ίδια: η σπανιότητα φυσικών μέσων. Δύο δρώντες δεν μπορούν ταυτόχρονα να χρησιμοποιούν τα ίδια φυσικά μέσα – τα ίδια σώματα, χώρους και αντικείμενα – για διαφορετικούς στόχους ή με διαφορετικούς τρόπους. Εάν επιχειρήσουν να το κάνουν θα συγκρουστούν. Επομένως, προκειμένου να αποφευχθεί η σύγκρουση ή για να επιλυθεί εάν προκύψει, απαιτείται μια ενακτέα αρχή και ένα κριτήριο δικαιοσύνης, δηλαδή μια αρχή που ρυθμίζει τη δίκαιη ή «σωστή» εις βάρος της άδικης ή «λανθασμένης» χρήσης των σπάνιων φυσικών μέσων και του ελέγχου τους.

Λογικά, αυτό που απαιτείται για να αποφευχθεί κάθε σύγκρουση είναι σαφές και λέγεται ιδιωτική ιδιοκτησία: Είναι απλώς απαραίτητο, κάθε αγαθό να ανήκει πάντοτε και ανά πάσα στιγμή ιδιωτικά, δηλαδή να ελέγχεται αποκλειστικά από κάποιο συγκεκριμένο άτομο (ή ατομική εταιρική σχέση ή συνεργασία) και να είναι πάντοτε αναγνωρίσιμο ποιο αγαθό ανήκει σε ποιον και ποιο δεν ανήκει. Τα σχέδια και οι σκοποί των διαφόρων δρώντων-επιχειρηματιών-πολιτών-καπνιστών-μη καπνιστών, οι οποίοι επιζητούν κάποιο όφελος (κέρδος, ικανοποίηση επιθυμιών κλπ), μπορούν σε αυτή την περίπτωση να είναι εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους και παρόλα αυτά να μην προκύψει σύγκρουση, εφόσον οι αντίστοιχες δράσεις τους αφορούν μόνο και αποκλειστικά τη χρήση της ιδιωτικής τους ιδιοκτησίας και του σώματος τους.

Στη φιλελεύθερη δεοντολογία λοιπόν, είναι ξεκάθαρο ότι η ιδιωτική ιδιοκτησία είναι η ενακτέα αρχή επίλυσης  οποιασδήποτε σύγκρουσης μπορεί να προκύψει μεταξύ καπνιστών και μη καπνιστών. Ο ιδιοκτήτης του χώρου που επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν οι δύο δρώντες, ο καπνιστής και ο μη καπνιστής, θα πρέπει κατηγορηματικά να έχει τον έλεγχο της χρήσης αυτού του χώρου και θα πρέπει να είναι αυτός που θα αποφασίσει αν επιτρέπεται ή όχι το κάπνισμα εντός αυτού. Θα πρέπει επίσης να ενημερώνει σχετικά κάθε δυνητικό καταναλωτή ή χρήστη του χώρου, ώστε να μην προκληθεί βλάβη προς τρίτους παρά τη θέληση τους ή εν αγνοία τους.

«Δημόσιοι» και ιδιωτικοί χώροι

Φαίνεται, ωστόσο, πως επικρατεί μία σύγχυση μεταξύ πολλών ανθρώπων σχετικά με την έννοια του «δημόσιου» χώρου. Πολλοί άνθρωποι φαίνεται να πιστεύουν πως «δημόσιος» είναι κάθε χώρος όπου μπορεί να συγκεντρωθεί πλήθος διαφόρων ανθρώπων. Αυτό, ωστόσο, είναι εσφαλμένο και οφείλεται στην αντίληψη που σφυρηλατεί η κρατική εκπαίδευση, καθώς το κράτος ευνοείται πάντα όταν δεν υπάρχουν σαφή και πλήρως κατοχυρωμένα δικαιώματα ιδιοκτησίας – με αυτόν τον τρόπο δημιουργεί συγκρούσεις και παρεμβαίνει, ούτως ώστε να αποκτήσει εισοδήματα και να αυξήσει την επιρροή και την επιβολή του στην κοινωνία.

Ένας χώρος που έχει διαμορφωθεί (έχει χτιστεί) για να εξυπηρετήσει κάποιον στόχο, αποτελεί ιδιόκτητο χώρο ασχέτως του αριθμού των ανθρώπων που θα φιλοξενήσει. Έτσι, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως τα εστιατόρια, τα μπαρ, τα νοσοκομεία, τα σχολεία, τα εργοστάσια κλπ, ανήκουν σε κάποιον ή κάποιους. Το ασαφές πέπλο που καλύπτει τα δικαιώματα ιδιοκτησίας των κρατικά διαχειριζομένων νοσοκομείων, των σχολείων, των δημαρχείων κλπ, της αποκαλούμενης δηλαδή κατ’ ευφημισμό «δημόσιας» περιουσίας, δεν μας εμποδίζει από το να γνωρίζουμε μερικώς τους ιδιοκτήτες και τους διαχειριστές τους.

Ιδιοκτήτες της «δημόσιας» περιουσίας είναι οι φορολογούμενοι. Δεν μπορούμε να πούμε ότι η «δημόσια» περιουσία δεν είναι ιδιόκτητη. Η περιουσία που έχει στην κατοχή του ένας κλέφτης δεν είναι μη ιδιόκτητη, ακόμα κι αν τυγχάνει αυτή τη στιγμή να μην κατέχεται από τον νόμιμο ιδιοκτήτη της. Το ίδιο ισχύει και για την αποκαλούμενη δημόσια περιουσία. Αποκτήθηκε και αναπτύχθηκε με χρήματα που κατασχέθηκαν από τους φορολογούμενους. Οι φορολογούμενοι είναι οι πραγματικοί της ιδιοκτήτες και, προς το παρόν, διαχειριστής των «δημόσιων» αυτών χώρων είναι το κράτος.

Από την άλλη πλευρά, ξέρουμε ξεκάθαρα ποιος είναι ο ιδιοκτήτης ή οι ιδιοκτήτες των εστιατορίων, των μπαρ, των καταστημάτων ένδυσης, των σούπερ μάρκετ κλπ. Υπάρχουν συγκεκριμένοι άνθρωποι με ονοματεπώνυμο οι οποίοι έκαναν επενδύσεις, πληρώνουν μισθούς, λογαριασμούς και προμηθευτές. Σε έναν τέτοιο χώρο, είναι παραλογισμός να θεωρεί κάποιος τρίτος ότι έχει δικαίωμα να ορίσει τους κανόνες λειτουργίας του, όπως ενδεχομένως έχει κάποιος φορολογούμενος επί των αποκαλούμενων «δημόσιων» χώρων υπό κρατική διαχείριση. Κανένας τρίτος δεν μπορεί αυθαίρετα και χωρίς να έχει επενδύσει, δίχως να διαθέτει μετοχές ή μερίσματα επί ενός ιδιόκτητου χώρου, για παράδειγμα ενός μπαρ, να αξιώνει δικαίωμα συνιδιοκτησίας και συναπόφασης επί της χρήσης του χώρου αυτού.

Νόμος, ηθική και δικαιοσύνη 

Πολλοί θα ισχυριστούν ότι εφόσον οι κανονιστικές ρυθμίσεις του κράτους ορίζουν κάποιο χώρο ως «δημόσιο» και απαγορεύουν το κάπνισμα, θα πρέπει απλά να σεβαστούμε τον νόμο, ασχέτως αν αυτός ο χώρος ανήκει σαφώς σε κάποιο επιχειρηματία, ιδιοκτήτη, εταιρική σχέση κλπ. Η νομιμότητα, όμως, δεν συνεπάγεται ότι οποιαδήποτε πολιτική ρύθμιση που επιτυγχάνει την επιβολή του νόμου σε ένα δεδομένο τομέα, είναι ipso facto δίκαιη. Διαφορετικά, θα ήταν αδύνατο να κηρυχτούν ως άδικα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα ή οι θεσμοί της δουλείας, όταν είναι νόμιμα. Ακόμα παραπέρα, το 30% των Ελλήνων που επιβιώνουν στη μαύρη αγορά, θα είχε αποδεκατιστεί σήμερα αν ακολουθούσε τον κρατικό νόμο.

Οι ιδιοκτήτες των χώρων, στην περίπτωση των σαφώς καθορισμένων ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, είναι αυτοί που θα πρέπει να έχουν το αναφαίρετο δικαίωμα να ορίσουν τον τρόπο χρήσης της ιδιοκτησίας τους – αν θα επιτρέπεται ή όχι το κάπνισμα, η αν θα έχουν ξεχωριστούς χώρους για καπνιστές και μη καπνιστές. Από την άλλη πλευρά, οι διαχειριστές των χώρων, στην περίπτωση των ασαφών ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων που διέπουν τη «δημόσια» περιουσία, είναι αυτοί που θα ορίσουν αν θα επιτρέπεται ή όχι το κάπνισμα, η αν θα έχουν ξεχωριστούς χώρους για καπνιστές και μη καπνιστές.

Οι ιδιοκτήτες οφείλουν να ενημερώνουν με ειδικές σημάνσεις τους καταναλωτές αν επιτρέπεται ή όχι το κάπνισμα ή αν υπάρχουν ξεχωριστοί χώροι για καπνιστές και μη καπνιστές. Έτσι αποκλείεται το ενδεχόμενο βλάβης προς τρίτους παρά τη θέληση τους. Ανάλογα, οι εργαζόμενοι σε χώρους καπνιστών θα πρέπει να ενημερώνονται για το καθεστώς που επικρατεί. Όπως και κάθε άλλος εργαζόμενος που αντιμετωπίζει δυσμενείς συνθήκες εργασίας (μαρμαράδες για παράδειγμα, εργαζόμενοι σε χημικές εγκαταστάσεις) ώστε να αποφασίσει ο ίδιος αν θα συναινέσει ή όχι.

Η απαγόρευση του καπνίσματος σε ιδιόκτητους χώρους συνιστά αδικαιολόγητη επιθετική βία εις βάρος των ιδιοκτητών και εις βάρος των καπνιστών καταναλωτών. Πρέπει να καταργηθεί πλήρως.

Αυτή είναι η δεοντολογικά τεκμηριωμένη και ως εκ τούτου ξεκάθαρη και αδιαμφισβήτητη φιλελεύθερη θέση επί του συγκεκριμένου ζητήματος.

 

*** 

Ο Ευθύμης Μαραμής είναι φιλελεύθερος-αναρχοκαπιταλιστής, ιδρυτής της ιστοσελίδας «Ελεύθερη Αγορά – Austrian Economics, μελετητής της Αυστριακής Σχολής οικονομικών στην παράδοση του Ludwig von Mises και της αναρχοκαπιταλιστικής θεωρίας στην παράδοση των Murray Rothbard και Hans Hermann-Hoppe.