Η κρίση του COVID-19 οδηγεί την ΕΕ στην κόψη του ξυραφιού

0
506

Το στήσιμο της ζώνης του ευρώ, μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο για τα αυτοκτονικά λουκέτα σε ορισμένες χώρες-μέλη κατά τον πανικό του COVID-19

 

Του Philipp Bagus

Η ευρωζώνη είναι ένας γιγαντιαίος μηχανισμός νομισματικών αναδιανομών. Αρκετές μεμονωμένες κυβερνήσεις μπορούν να χρηματοδοτήσουν τις δαπάνες τους μέσω ελλειμμάτων τα οποία νομισματοποιούνται (μετατρέπονται σε χρήματα) άμεσα ή έμμεσα από την ίδια εκτυπωτική πρέσα (νομισματοκοπείο). Πιο συγκεκριμένα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) μπορεί να αγοράσει ομόλογα κρατών-μελών της ευρωζώνης απευθείας από τους συμμετέχοντες στη συγκεκριμένη αγορά ή να τα δεχτεί ως εξασφάλιση στις δανειοδοτικές της πράξεις, αυξάνοντας ουσιαστικά τη νομισματική βάση. Μέσω αυτής της νομισματοποίησης, με την οποία μειώνεται η αγοραστική δύναμη του ευρώ, μια κυβέρνηση μπορεί να εξωτερικεύσει εν μέρει το κόστος των ελλειμμάτων της στους πολίτες άλλων χωρών της ευρωζώνης.

Το σκηνικό αυτό ομοιάζει με την τραγωδία των κοινών πόρων. Στην περίπτωση της ευρωζώνης, κοινός πόρος είναι η αγοραστική δύναμη του ευρώ, την οποία εκμεταλλεύονται πολλοί χρήστες. Αυτοί οι χρήστες είναι οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης. Εκδίδουν χρέη με αποτέλεσμα την αύξηση της ποσότητας χρήματος. Αν κάποιες κυβερνήσεις έχουν συγκριτικά υψηλότερα ελλείμματα από κάποιες άλλες, μπορούν έτσι να επιδιώξουν να ζήσουν εις βάρος των πολιτών που ζουν στις χώρες με λιγότερο ελλειμματικές κυβερνήσεις.

Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός, ότι οι περισσότερες κυβερνήσεις αγνόησαν τη νέα δημοσιονομική συνθήκη που  θεσπίστηκε μετά την κρίση του ευρωπαϊκού χρέους και που αφορούσε τη μείωση των κυβερνητικών  χρεών και των ελλειμμάτων. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών μέτριας οικονομικής ανάπτυξης, με επιτόκια σχεδόν μηδενικά, οι υπερ- χρεωμένες κυβερνήσεις δεν εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση για να μειώσουν τα χρέη τους. Αντίθετα, επωφελήθηκαν από τα υψηλότερα φορολογικά έσοδα και τις χαμηλές δαπάνες που αφορούσαν τις πληρωμές τόκων, για να ενισχύσουν τις δημόσιες δαπάνες σε άλλους τομείς. Οι κυβερνήσεις πάντα πιστεύουν ότι μπορούν με κάποιο τρόπο να ξεφύγουν. Το σκεπτικό για αυτήν την ανεύθυνη συμπεριφορά ήταν απλό: όταν προέκυπτε κάποια άλλη κρίση στο μέλλον, αυτές οι κυβερνήσεις θα εκτύπωναν περισσότερα κρατικά ομόλογα, θα έπρεπε οι τράπεζες να τα αγοράσουν και να αναγκάσουν τους άλλους να πληρώσουν μέσω της απώλειας της αγοραστικής δύναμης του ευρώ.

Αυτές οι κυβερνήσεις πιστεύουν ότι κανείς δεν θα θέσει τέρμα στη νομισματοποίηση, διότι ο τερματισμός αυτού του μηχανισμού θα προκαλούσε χρεοκοπία των κυβερνητικών χρεογράφων, η οποία θα έβλαπτε και τις άλλες κυβερνήσεις της ευρωζώνης. Οι ευρωπαϊκές εμπορικές τράπεζες και ειδικά η ΕΚΤ είναι φορτωμένες με κρατικά ομόλογα της ευρωζώνης. Η χρεοκοπία μιας κυβέρνησης θα συνεπαγόταν απώλειες όχι μόνο για τη χρεοκοπημένη χώρα, αλλά για όλες τις τράπεζες της ευρωζώνης. Θα οδηγούσε σε ντόμινο χρεοκοπιών σε μεγαλειώδη κρίση κρατικών χρεών και σε οικονομική ύφεση. Η εμπιστοσύνη στο ευρώ θα μπορούσε να κλονιστεί καθοριστικά από τον κίνδυνο (υπερ)πληθωρισμού.

Παρόλο που οι κυβερνήσεις του Ευρωπαϊκού νότου όπως η Ιταλία, η Γαλλία και η Ισπανία δεν εκμεταλλεύτηκαν τα τελευταία χρόνια νομισματικής χαλάρωσης για να μειώσουν τα ελλείμματά τους, η Γερμανία και άλλες χώρες – όπως οι Κάτω Χώρες – μείωσαν τα χρέη τους, αυξάνοντας, κατά ειρωνικό τρόπο, τις πιθανότητες των κυβερνήσεων του νότου να βασιστούν στη Γερμανία και στον Βορρά για να διασωθούν με bailouts.

Κυβερνητικά ελλείμματα και πλεονάσματα ως ποσοστό του ΑΕΠ
bagusΚυβερνητικά χρέη ως ποσοστό το ΑΕΠ
bag

Κατά τη διάρκεια του πανικού του COVID-19 και των συνακόλουθων λουκέτων στις οικονομίες, η Ιταλία, η Ισπανία και η Γαλλία ζήτησαν με έντονο τρόπο «αλληλεγγύη» από τη Γερμανία, μπλοφάροντας για έξοδο από την ΕΕ εάν δεν ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους. Παρά την αποτυχία τους να μειώσουν τις δημόσιες δαπάνες και τα ελλείμματα τους στα σχετικά καλά χρόνια που προηγήθηκαν, θεωρούν δικαίωμά τους να διασωθούν με bailout. Τα προηγηθέντα υπερβολικά ελλείμματά αυτών των κυβερνήσεων οφείλονται στην δική τους προοπτική για την ΕΕ και αφορά την αμοιβαιοποίηση των ευρωπαϊκών χρεών (βλ. κορονο-ομόλογα). Στην πραγματικότητα, πολλά σχήματα bailout έχουν ήδη θεσπιστεί όσον αφορά τον COVID-19. Η ΕΚΤ ανακοίνωσε ότι θα αγοράσει ομόλογα 750 δισεκατομμυρίων ευρώ και η ΕΕ συμφώνησε σε ένα πακέτο bailout  ύψους 540 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Δυστυχώς, ο ηθικός κίνδυνος (moral hazard) που συνεπάγεται το στήσιμο της ζώνης του ευρώ, δεν επηρέασε μόνο τις υπερβολικές κυβερνητικές δαπάνες πριν από την κρίση του COVID-19  αλλά επηρεάζει και τις κυβερνητικές αντιδράσεις όσον αφορά την επιδημία. Το κόστος των λουκέτων στις οικονομίες και των κρατικών ενισχύσεων σε πολίτες και επιχειρήσεις είναι τεράστιο. Μια κυβέρνηση, πριν βάλει λουκέτο στην οικονομία της χώρας, πρέπει να εξετάσει προσεκτικά και με σύνεση την απόφαση της. Τι γίνεται όμως αν μια κυβέρνηση μπορεί να μεταθέσει μέρος των δαπανών του λουκέτου σε άλλους, μέσω έκδοσης νέων χρεών ή bailout; Εάν υφίσταται αυτή η δυνατότητα, όπως συμβαίνει στην ευρωζώνη, είναι πιθανότερο μια κυβέρνηση να βάλει λουκέτο με ευκολία και να συνεχίσει αυτή την πρακτική για μεγαλύτερο διάστημα, από ότι θα συνέβαινε σε διαφορετική περίπτωση. Αντί να άρουν τους περιορισμούς όσο το δυνατόν γρηγορότερα, οι κυβερνήσεις του νότου τις διατηρούν, επειδή βασίζονται στα bailouts και στην υποστήριξη κυβερνήσεων με πιο εξορθολογισμένους δημοσιονομικούς ισολογισμούς. Καταστρέφοντας τις δικές τους οικονομίες, οι νότιες κυβερνήσεις αυξάνουν στην πραγματικότητα την πίεση για τη θέσπιση νέων σχημάτων αναδιανομής και, τέλος, για την θέσπιση ενός ευρωπαϊκού υπερκράτους. Η συλλογιστική, όπως εκδηλώθηκε και από τον διαβόητο πρώην υπουργό Οικονομικών της Ελλάδας Γιάνη Βαρουφάκη, είναι απλή: αν δεν μας διασώσετε, θα χρεοκοπήσουμε, οδηγώντας σε ευρωπαϊκή τραπεζική κρίση, υψηλές απώλειες για την ΕΚΤ και σοβαρή ύφεση. Για αυτό λοιπόν, καλύτερα να μας διασώσετε.

Έτσι, το στήσιμο της ζώνης του ευρώ, μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο για τα αυτοκτονικά λουκέτα σε ορισμένες χώρες-μέλη, με όλες τις επιζήμιες κοινωνικές, πολιτικές, υγειονομικές και οικονομικές τους συνέπειες. Και είναι πιθανό αυτή η κρίση να οδηγήσει στις τελικές αποφάσεις όσον αφορά το μέλλον του ευρώ και του ενδεχόμενου ευρωπαϊκού υπερκράτους.

 

***

Ο Philipp Bagus είναι καθηγητής οικονομικών στο Universidad Rey Juan Carlos της Μαδρίτης. Είναι συνεργάτης του Ινστιτούτου Ludwig von Mises, μελετητής του IREF, και συγγραφέας πολυάριθμων βιβλίων.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Ludwig von Mises

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.