COVID-19: Ο νέος πόλεμος εναντίον των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

0
743

Αυτός ο πόλεμος φέρνει μαζική ανεργία, αδυναμία πρόσβασης σε μια ευρεία ποικιλία αγαθών και υπηρεσιών, θανάτους, ασθένειες και πολλές ακόμα καταστροφικές παρενέργειες

 

Του Ryan McMaken

Σε έναν κόσμο όπου οι «προοδευτικοί» έχουν ανακηρύξει τα πάντα σε ανθρώπινο δικαίωμα, από την άμβλωση έως τα κοινωνικά δίκτυα, είναι τουλάχιστον τραγικό που όλοι αυτοί επικροτούν ένθερμα τις μαζικές καταπατήσεις των πραγματικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως για παράδειγμα το δικαίωμα αναζήτησης απασχόλησης, την ελεύθερη συνάθροιση και την άσκηση θρησκευτικής λατρείας.

Η πιο επιζήμια απαγόρευση όσον αφορά τις άμεσες επιπτώσεις της, είναι αυτή της αναζήτησης εργασίας και ο πόλεμος ενάντια σε αυτό το δικαίωμα μοιάζει κάπως έτσι: στο όνομα της πρόληψης της εξάπλωσης ασθενειών, οι πολιτικές κυβερνήσεις εξέδωσαν διατάγματα — σε πολλές περιπτώσεις χωρίς κανένα είδος νομικής διαδικασίας που να επιτρέπει ενστάσεις ή δημόσια συζήτηση — με τα οποία έκλεισαν επιχειρήσεις και απαγόρευσαν την ελεύθερη άσκηση του δικαιώματος αναζήτησης εργασίας.

Γιατί η αναζήτηση εργασίας είναι βασικό ανθρώπινο δικαίωμα

Με άλλα λόγια, απαγορεύτηκε στους ανθρώπους να συνάπτουν ειρηνικές εθελοντικές συμφωνίες με άλλους ανθρώπους για να πουλήσουν την εργασία τους με αντάλλαγμα έναν μισθό. Για όσους κερδίζουν τα προς το ζην μέσω ανεξάρτητων συμβολαίων ή πωλήσεων αγαθών και υπηρεσιών, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: απαγορεύτηκε να εμπορεύονται τα αγαθά και τις υπηρεσίες τους, με αποτέλεσμα την απώλεια εισοδήματος και τη φτωχοποίηση τους.

Αυτό συνεπάγεται καταπάτηση δικαιωμάτων και ειδικότερα των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Το να απαγορεύεται σε κάποιον να εργαστεί και να συνάπτει συμβάσεις, συνεπάγεται ουσιαστικά την καταστροφή του θεμελιώδους δικαιώματος ελέγχου της ιδιοκτησίας και του σώματος του. Όλα τα ανθρώπινα όντα έχουν εγγενή αυτά τα δικαιώματα, είτε αναγνωρίζονται από κυβερνητικούς αξιωματούχους είτε όχι. Ένας αγρότης στην Τανζανία έχει αυτά τα δικαιώματα όπως τα έχει και ένας ασφαλιστικός πράκτορας στη Βαλτιμόρη. Το να περιφρονούνται αυτά τα δικαιώματα, είναι το ίδιο με το να περιφρονούνται τα δικαιώματα στην ελευθερία του λόγου ή το δικαίωμα στο να μην είναι κάποιος σκλάβος. Οποιαδήποτε κυβερνητική απόπειρα κατάσχεσης ιδιωτικής ιδιοκτησίας με αυτόν τον τρόπο απαιτεί – ηθικά μιλώντας – μια ενδεδειγμένη διαδικασία.

Η ανισότητα των λουκέτων στις κοινωνίες

Αυτοί που τάσσονται υπέρ των λουκέτων και της φτωχοποίησης εκατομμυρίων ανθρώπων, επιμένουν ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Μας λένε πως αν δεν απαγορεύσουμε την απασχόληση σε εκατομμύρια ανθρώπους, θα προκύψει ένας απαράδεκτος αριθμός θανάτων. Φυσικά, όταν πιέζονται να απαντήσουν ποιος είναι ο «αποδεκτός» αριθμός θανάτων, δεν δίνουν καμία απάντηση. Είναι εξακόσιες χιλιάδες; (ο αριθμός θανάτων από καρκίνο στις ΗΠΑ κάθε χρόνο) Είναι εξήντα χιλιάδες; (ο αριθμός θανάτων από γρίπη στις ΗΠΑ κάθε χρόνο) Είναι κάποιος μικρότερος αριθμός; Είναι ένας θάνατος; Αυτός ο αριθμός παραμένει ένα μεγάλο μυστήριο. Μας λένε μόνο ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα αναβάλλονται, έως ότου αποφασίσουν διαφορετικά οι «ειδικοί».

Οι πολιτικοί και οι γραφειοκράτες, με μισή καρδιά, επιτρέπουν σε κάποιους ανθρώπους το δικαίωμά να εργαστούν για τα προς το ζην. Αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται στις αποκαλούμενες «απαραίτητες» γραμμές εργασίας. Ποιοι τύποι όμως εργασίας είναι απαραίτητοι; Αυτό εξαρτάται από τις αυθαίρετες ιδιοτροπίες των κυβερνητικών γραφειοκρατών (που πληρώνονται εξαψήφιους μισθούς, τη στιγμή που στέλνουν τους άλλους στην ανεργία).

Εάν οι πολίτες παραβιάσουν αυτές τις απαγορεύσεις και τους περιορισμούς, το αποτέλεσμα είναι κάθε άλλο παρά εθελοντικό: το κράτος χρησιμοποιεί βία (ή την απειλή βίας) επιβάλει πρόστιμα και ανακαλεί άδειες λειτουργίας επιχειρήσεων.

Το αποτέλεσμα, φυσικά, είναι η μαζική ανεργία και η αδυναμία πρόσβασης σε μια ευρεία ποικιλία αγαθών και υπηρεσιών, όπως η στέγαση, οι μεταφορές, η εκπαίδευση, η ασφάλιση, και πολλά ακόμη. Οι άνεργοι που προκύπτουν από αυτές τις βίαιες κρατικές ενέργειες, πρέπει να μένουν ικανοποιημένοι στο σπίτι, να πηγαίνουν στην πρόνοια για επιδόματα, να προετοιμάζονται για πτώχευση και να βλέπουν τα παιδιά τους να πεινούν.

Εν τω μεταξύ, αυτοί που διαμαρτύρονται για την καθεστωτική ανηθικότητα και την ανηλεή παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καταγγέλλονται από τους κυβερνώντες (και τους παχυλά αμειβόμενους) τεχνοκράτες και «ειδικούς».

Μερικοί, ειδικά οι κορωνομάχοι υπέρμαχοι των λουκέτων που δεν τους επηρεάζουν οικονομικά τα lockdowns, εξορθολογίζουν τα πάντα επιμένοντας ότι αυτοί οι περιορισμοί που στερούν τα προς το ζην είναι, όπως ισχυρίζεται ο Δρ Anthony Fauci, μικροπροβλήματα. Είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί κάποιος σαν τον Fauci σκέφτεται έτσι. Ο κρατικός μισθός που λαμβάνει ανέρχεται στα 400.000 δολάρια (χωρίς να συμπεριλαμβάνεται οποιαδήποτε προσοδοφόρα συμβατική εργασία εκτός των κυβερνητικών του εργασιών) και υπάρχει ελάχιστος κίνδυνος να μην μπορεί να πληρώσει τα ενυπόθηκα δάνεια του και όλες τις άλλες οικονομικές υποχρεώσεις του.

Ομοίως, πολλοί δημοσιουπαλληλικοί τύποι και πολλά μέλη της «δημιουργικής τάξης» που μπορούν να εργαστούν από το σπίτι, κουνούσαν το δάχτυλο στους άλλους «να μένουν στο σπίτι» για να «ευθυγραμμιστεί η καμπύλη», τη στιγμή που οι εργαζόμενοι σε κλάδους που απαιτούν ανθρώπινη αλληλεπίδραση δεν είχαν την ίδια τύχη. Κάποιοι, πολύ απλά, δεν μπορούν να στερηθούν τα εισοδήματά τους περιμένοντας τα ανεπαρκή κρατικά επιδόματα τα οποία μπορεί να χρειαστούν εβδομάδες για να φτάσουν στους παραλήπτες τους. Σε κάποιο σημείο στο εγγύς μέλλον, αυτά τα επιδόματα θα σταματήσουν, ακόμη και σε τομείς όπου το κράτος σκοπεύει να αυξήσει τις δαπάνες της πρόνοιας. Το γεγονός είναι ότι μια κοινότητα πρέπει να παραγάγει πλούτο προτού διανεμηθεί ο πλούτος. Μια οικονομία που βρίσκεται σε ύφεση, απλώς θα αναδιανέμει πλούτο αντλώντας πόρους από μια διαρκώς φθίνουσα ποσότητα.

Δεν αποτελεί έκπληξη ότι ορισμένοι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων και ελεύθεροι επαγγελματίες προσπάθησαν να ανοίξουν τις επιχειρήσεις τους ούτως ή άλλως. Και ορισμένοι εργαζόμενοι συνέχισαν να προσπαθούν να παρέχουν υπηρεσίες στην αγορά – η οποία κατέληξε σε μαύρη αγορά εξαιτίας των κυβερνητικών διαταγμάτων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αστυνομία – δηλαδή, περισσότεροι καλά αμειβόμενοι κυβερνητικοί υπάλληλοι με εξασφαλισμένες θέσεις εργασίας – παρενέβησαν και τιμώρησαν ιδιοκτήτες επιχειρήσεων, για να βεβαιώσουν ότι επιβάλλεται η «τάξη» –  η απαγόρευση απόκτησης των προς το ζην.

Αυτοί που υποστηρίζουν αυτή τη συστηματική χρήση βίας και την μεθοδική παρενόχληση ειρηνικών πολιτών, επιμένουν ότι έχουν ηθικό πλεονέκτημα. Οι «σταυροφόροι» της δημόσιας υγείας υποστηρίζουν ότι είναι οι μόνοι που νοιάζονται για την ανθρώπινη ζωή, ενώ κάποιοι «απεχθείς» εργαζόμενοι όπως οι μπαρμπέρηδες, οι γυμναστές, οι ρεσεψιονίστ και πολλοί άλλοι, «νοιάζονταν μόνο για τις τσέπες τους».

Τα κόστη της απομόνωσης και της ανεργίας

Στον πραγματικό κόσμο, ωστόσο, η απαγόρευση να αποκομίζονται τα προς το ζην έχει στην  πραγματικότητα πολλά κόστη. Υπάρχει ένα αυξανόμενο σύνολο δεδομένων που δείχνουν ότι η ανεργία οδηγεί σε περισσότερους θανάτους μέσω κατάχρησης επιβλαβών ουσιών, αυτοκτονιών και εγκεφαλικών επεισοδίων. Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ακόμη πιο ζοφερές, όπως η αύξηση της ενδοοικογενειακής βίας και η κακοποίηση παιδιών που καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια των εκκλήσεων να «μείνουμε σπίτι». Αναγκάζοντας τους ανθρώπους να απομονωθούν, δημιουργούνται πραγματικές ψυχοκοινωνικές συνέπειες που μειώνουν τη διάρκεια της ζωής τους.

Όμως η περιφρόνηση αυτής της πραγματικότητας, πρέπει να είναι αναμενόμενη από εκείνους που έχουν υιοθετήσει τον ρόλο του δημοσίου ηθικολόγου. Στο μυαλό των κορωνομάχων, το μόνο που έχει σημασία είναι η ζωή των ανθρώπων που οι ίδιοι έκριναν πως έχει σημασία. Η ζωή και η ευημερία όλων των άλλων είναι μικρότερης σημασίας. Η αύξηση των αυτοκτονιών, των εγκεφαλικών επεισοδίων, της κατάχρησης ναρκωτικών και αλκοόλ, καθώς και η παιδική κακοποίηση μπορεί να αποτελούν δυσάρεστες καταστάσεις, αλλά «αξίζει τον κόπο».

Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι αυτός ο πόλεμος εναντίον των ανθρωπίνων δικαιωμάτων – με ηγέτες σε μεγάλο βαθμό ψωνισμένους «διανοούμενους», δισεκατομμυριούχους και πολιτικούς – έχει φορέσει τον μανδύα της ηθικής ανωτερότητας. Όμως, αυτό είναι το σύνηθες modus operandi όσων βλέπουν τα ανθρώπινα δικαιώματα ως ενοχλητικό εμπόδιο στην εξυπηρέτηση της ατζέντας τους. Οι Σοβιετικοί επέμεναν ότι εκπροσωπούσαν τους «εργάτες» και την επανάσταση υπέρ ενός πιο δίκαιου κόσμου. Οι δουλέμποροι του Παλαιού Νότου των ΗΠΑ ταύτιζαν τη δουλεία με τον ίδιο τον πολιτισμό. Οι ολοκληρωτικοί αναγεννησιακοί μονάρχες, ισχυρίζονταν πως είναι υπερασπιστές του πολιτισμού, του Θεού και της εθνικής «τιμής». Τότε, όπως και τώρα, οι «σταυροφόροι της ηθικής» δικαιολόγησαν τον αφανισμό των αντιφρονούντων, των «προδοτών» και οποιουδήποτε άλλου αρνήθηκε να επαναλάβει κάποια παραλλαγή του συνθήματος: «Είμαστε όλοι μαζί σε αυτό».

 

***

Ο Ryan McMaken  είναι ο αρχισυντάκτης του Mises Wire και του The Austrian στο Ινστιτούτο Ludwig von Mises. Έχει πτυχία στα οικονομικά και στις πολιτικές επιστήμες από το πανεπιστήμιο του Colorado και ήταν αρμόδιος οικονομολόγος του οικιστικού τομέα του Colorado από το 2009 ως το 2014. Είναι συγγραφέας του Commie Cowboys: The Bourgeoisie and the Nation-State in the Western Genre.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Ludwig von Mises

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.