Βασικά Οικονομικά: Σε ποιον ανήκει η αξία ενός αγαθού;

0
1411

Οποιαδήποτε κρατική παρέμβαση για τη διαμόρφωση τιμών (πατέντες και πλαφόν τιμών για παράδειγμα) αποτελεί και έμμεση επίθεση στην αυτοδιάθεση του ατόμου και στο πως αυτό εκτιμά την αξία των αγαθών. Το κράτος επομένως, δεοντολογικά, θα έπρεπε να μην εμπλέκεται στη διαμόρφωση των τιμών και στον έλεγχο της αγοράς.

Του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Στην αγορά, όπως γνωρίζουμε, κάνουμε συνεχώς αναφορές στην «αξία» των αγαθών και των υπηρεσιών. Προς διευκόλυνσή μας, την αξία τη βλέπουμε ως σχέση με το χρήμα, δηλαδή την ποσοτικοποιούμε χρηματικά. Αυτό γίνεται καθαρά για λόγους συνεννόησης. Το χρήμα δεν εκφράζει αξία, είναι απλώς ένα προϊόν που χρησιμοποιείται ως ανταλλακτικό μέσο. Το ερώτημα που προκύπτει εδώ είναι το εξής. Εφόσον τα προϊόντα, για να ανταλλαχθούν/πωληθούν πρέπει να είναι και ιδιοκτησία κάποιου, ποιανού ιδιοκτησία είναι η αξία τους;

Πώς προκύπτει η αξία σε χρήμα;

Έχουμε αναλύσει σε άλλο άρθρο, ότι η ιδιοκτησία προκύπτει με έναν από τους κάτωθι τρόπους. Πρώτον με την οικειοποίηση άκτητου αντικειμένου ή γης. Ο πρώτος που θα το βρει και το χρησιμοποιήσει είναι και ο δικαιούχος. Δεύτερον, με την αγοραπωλησία αγαθών, η οποία στην ουσία αποτελεί και μεταβίβαση τίτλων ιδιοκτησίας. Τρίτον και τελευταίο, με την κληρονομία και τα δώρα.

Η αξία (σε χρήμα) προκύπτει πολύ διαφορετικά όμως. Aς το δούμε μέσω ενός παραδείγματος. Έχουμε έναν επιπλοποιό, ο οποίος έχει κατασκευάσει ένα τραπέζι. Θέλει λοιπόν να το διαθέσει στην αγορά προς πώληση. Για να επιθυμεί την πώληση του τραπεζιού, η χρηστική αξία του τραπεζιού για τον παραγωγό είναι στην ουσία μηδέν. Γι’ αυτό και θέλει να το ξεφορτωθεί. Ο επιπλοποιός μας λοιπόν θεωρεί ότι αυτό το τραπέζι αξίζει να πωληθεί στα 10 ευρώ. Όταν βγει στην αγορά μπορεί να παρατηρήσει τα εξής: α) να πωληθεί το τραπέζι σε έναν ενδιαφερόμενο απευθείας, β) να μην πωληθεί απευθείας ή και καθόλου ή γ) ουρά καταναλωτών να σχηματίζεται για το τραπέζι. Στην πρώτη περίπτωση η αξία (την οποία ταυτίζουμε για ευκολία με την τιμή σε χρήμα) του τραπεζιού είναι 10 ευρώ.

Στη δεύτερη περίπτωση υπάρχουν δύο ενδεχόμενα. Ο πωλητής να κατεβάσει την τιμή του για να δελεάσει τους καταναλωτές (ας αφήσουμε για ευκολία το μάρκετινγκ απ’ έξω). Μπορεί όσο πέφτει η τιμή, κάποιος να αγοράσει. Η τιμή στην οποία θα φτάσει το τραπέζι τη στιγμή της πώλησής του είναι και η αξία του (σε χρήμα). Η τιμή θα πέσει στο σημείο της αξιακής κλίμακας του πωλητή που το τραπέζι έχει χαμηλότερη κατάταξη από τα χρήματα τα οποία ζητάει. Ας το αναπαραστήσουμε καλύτερα:

Αξιακή κλίμακα πωλητή:
(1 η πρώτη προτίμηση, 5 η τελευταία ιεραρχικά)

1. 10 ευρώ
2. 9 ευρώ
3. 8 ευρώ
4. τραπέζι
5. 7 ευρώ κ.ο.κ

Βλέπουμε ότι ο πωλητής ναι μεν επιδιώκει την ανώτατη τιμή των 10 ευρώ, αλλά θα αρκούταν και στα 8 ευρώ. Πράγματι, η κατώτατη τιμή στην οποία ο πωλητής θα…πουλούσε είναι τα 8 ευρώ (η κλίμακα είναι τυχαία, χρησιμοποιείται ενδεικτικά).

Και οι καταναλωτές όμως έχουν τέτοιες αξιακές κλίμακες. Το τραπέζι βρίσκεται σε διαφορετική θέση ανά άτομο. Το άτομο, το οποίο θεωρεί ότι το τραπέζι αξίζει 10 ευρώ, θα το αποκτήσει διότι ταυτίζεται η θέση του τραπεζιού στην αξιακή του κλίμακα με τη θέση του τραπεζιού στην αξιακή κλίμακα του πωλητή. Αν δεν υπάρχουν άτομα που να εκτιμούν το τραπέζι στα 10 ευρώ, ο πωλητής θα ρίξει την τιμή στα 9 κ.ο.κ. Αν κανένας πελάτης δε θέλει το τραπέζι για 8 ευρώ, τότε ο παραγωγός θα βγει εκτός αγοράς, καθώς ο ίδιος δεν το εκτιμά κάτω από αυτό το ποσό για να το πουλήσει. Αν το τραπέζι δεν το θέλει κανένας τότε η τιμή του θα είναι πρακτικά…μηδέν.

Στην τρίτη περίπτωση, ο παραγωγός μπορεί να δει ότι οι πελάτες του συρρέουν στο μαγαζί ζητώντας το τραπέζι. Αυτός θέλει να πουλήσει στην ανώτερη τιμή που μπορεί, οι καταναλωτές να αγοράσουν στην χαμηλότερη. Αλλά, μιας και βλέπει τη ζήτηση μπορεί να αρχίσει να ανεβάζει την τιμή του τραπεζιού. Εδώ, αντίστροφα με πριν, η τιμή θα ανέβει μέχρι το σημείο που ένας πελάτης θα έχει το τραπέζι στο σημείο της αξιακής του κλίμακας που αντιστοιχεί σε αυτήν την τιμή. Να μία τυχαία κλίμακα καταναλωτή (ενδεικτικά πάλι, οι καταναλωτές είναι περισσότεροι του ενός προφανώς):

Αξιακή κλίμακα καταναλωτή:
1. 15 ευρώ
2. τραπέζι
3. 14 ευρώ
4. 13 ευρώ
5. 12 ευρώ κ.ο.κ.

Βλέπουμε ότι η τιμή του τραπεζιού δεν μπορεί να ανέβει πάνω από τα 14 ευρώ (υποθέτουμε ακέραια ποσά για ευκολία). Αυτό διότι ο καταναλωτής εκτιμάει περισσότερο τα 15 του ευρώ από το τραπέζι. Καταναλωτές που εκτιμούν το τραπέζι κάτω από τα 14 ευρώ, θα μείνουν εκτός αγοράς και θα πρέπει να αναζητήσουν άλλους πωλητές με χαμηλότερες τιμές.

Έτσι λοιπόν έχουμε και τη διαμόρφωση των τιμών. Οι δρώντες σε μία οικονομία στην ουσία αντιπαραβάλλουν τις αξιακές τους κλίμακες, κάνουν ένα «παζάρι» και από την σύνθεση αυτής της αντιπαραβολής προκύπτει η τιμή ενός αγαθού ή υπηρεσίας. Αυτό εξηγεί και την αυξομείωση τιμών των προϊόντων. Η ίδια λογική μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για το κόστος παραγωγής. Οι συντελεστές παραγωγής έχουν την τιμή που προκύπτει από την σύνθεση των αξιακών κλιμάκων των πωλητών τους με τους ενδιαφερόμενους αγοραστές (η οποία αξία διαμορφώνεται από το πόσο πολύτιμα θεωρούνται τα αγαθά που θα παραχθούν από αυτούς εν τέλει).

Η σειρά κατάταξης ενός αγαθού σε μία αξιακή κλίμακα βασίζεται στην υποκειμενική άποψη του ατόμου για την ωφέλεια που αυτό θα του παράσχει. Η ωφέλεια (utility) μπορεί να είναι και χρηστική (δηλαδή να απολαμβάνει κάποιος το αγαθό εκ της χρήσης του) ή και ψυχική (δηλαδή να το απολαμβάνει κάποιος από την κατοχή του) ή και τα δύο ταυτόχρονα. Η ωφέλεια πάντα συγκρίνεται με βάση αυτή της αμέσως επόμενης προτίμησης του ατόμου.

Βλέπουμε λοιπόν ότι η ωφέλεια και μόνο η ωφέλεια είναι αυτή που καθορίζει τις τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών αλλά και των συντελεστών παραγωγής.

Άρα…σε ποιον ανήκει η αξία ενός αγαθού;

Εφόσον η ωφέλεια καθορίζει τη θέση ενός αγαθού στην αξιακή κλίμακα του κάθε ατόμου και εφόσον μέσω της σύνθεσης των αξιακών κλιμάκων των ατόμων διαμορφώνεται η τιμή, τότε θα λέγαμε ότι η αξία ανήκει στο κάθε άτομο ξεχωριστά. Εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Ο τελικός αγοραστής του προϊόντος, δεν είναι αυτός που κατέχει και την αξία του αγορασθέντος προϊόντος. Η αξία έχει διαμορφωθεί από όλους τους δρώντες. Ο παραγωγός μπήκε στην ουσία με μία τιμή «ανοίγματος» και οι καταναλωτές, με βάση τις αξιακές τους κλίμακες καθόρισαν την τιμή πώλησης. Ο Mises το διατύπωσε εξαιρετικά:

«Οι μόνοι παράγοντες που καθοδηγούν την αγορά και καθορίζουν τις τιμές, είναι οι σκοπούμενες πράξεις των ανθρώπων. Δεν υπάρχει αυτοματισμός. Υπάρχουν άνθρωποι που συνειδητά στοχεύουν σε επιλεγμένους στόχους και σκοπίμως καταφεύγουν σε συγκεκριμένα μέσα για την επίτευξη αυτών των σκοπών. Δεν υπάρχουν μυστηριώδεις μηχανικές δυνάμεις. Υπάρχει μόνο η βούληση κάθε ατόμου να ικανοποιήσει τη ζήτηση του για διάφορα αγαθά. Δεν υπάρχει ανωνυμία. Υπάρχετε εσείς και εγώ και ο Βασίλης και ο Γιάννης και όλοι οι υπόλοιποι. Και ο καθένας μας ασχολείται τόσο με την παραγωγή, όσο και με την κατανάλωση. Ο καθένας συνεισφέρει το μερίδιό του στον καθορισμό των τιμών».

 

Για να το θέσουμε πιο «επιστημονικά», η αξία, η οποία διαμορφώνει και τις τιμές της αγοράς, είναι η πληροφορία που βρίσκεται στα μυαλά των ατόμων που δραστηριοποιούνται σε μία οικονομία. Αυτή η πληροφορία περιέχει τους σκοπούς, την αξιακή κλίμακα, τους στόχους και τις επιθυμίες και μέσα που ένα άτομο θέλει να χρησιμοποιήσει για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του. Κάθε άτομο είναι και ιδιοκτήτης των πληροφοριών που διαμορφώνουν την αξιακή του κλίμακα. Η αξία ανήκει στο άτομο.

Φιλοσοφικές προεκτάσεις

Εφόσον η αξία ανήκει στο άτομο διότι αυτό κατέχει και την πληροφορία για τη διαμόρφωσή της, οδηγούμαστε σε μερικές ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις και παραδοχές.

Πρώτη παραδοχή αποτελεί το εξής. Οποιαδήποτε ρυθμιστική παρέμβαση κάνει το κράτος στις τιμές προϊόντων, αποτελεί και επίθεση στο άτομο μιας και βάλει κατά του διαμορφωτή της τιμής των αγαθών. Αν ένα προϊόν για παράδειγμα, τεθεί υπό μέγιστο πλαφόν τιμής κάτω από την τιμή αγοράς τότε θα λέγαμε ότι απαγορεύεται στο άτομο να το ζητήσει/πουλήσει στην τιμή που εκείνο επιθυμεί πάνω από αυτό το όριο. Αυτό θα έχει ως συνέπεια να αποσυρθούν από την αγορά παραγωγοί που τα αγαθά τους προς πώληση είναι υψηλότερα τοποθετημένα στις αξιακές τους κλίμακες από το ποσό που όρισε το κράτος. Άρα θα μειωθεί ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε παραγωγούς που διαμορφώνουν τιμές καθώς και οι επιλογές του καταναλωτή, κάτι που θα μειώσει και το επίπεδο διαβίωσης. Αν η τιμή είναι πάνω από το επίπεδο της αγοράς, τότε αποκλείονται καταναλωτές από την αγορά και τη διαμόρφωση των τιμών.

Δεύτερη παραδοχή. Οποιαδήποτε προστασία τιμών αγαθών ανακοινώνει η κυβέρνηση αποτελεί και αυτή επίθεση στο άτομο. Πέρα από τα πλαφόν που μπορεί και να στοχεύουν και στο «γενικό καλό του καταναλωτή», η κυβέρνηση μπορεί να επέμβει με πολλούς τρόπους ώστε να αλλοιώσει τη διαμόρφωση τιμών στην αγορά. Από την επιβολή ΦΠΑ και άλλων φόρων, επιχορηγήσεις σε επιχειρήσεις, επιδοτήσεις σε αγρότες, μέχρι και επιβολή καταστροφής σοδειών (θάψιμο ή κάψιμο τους), όλα αποτελούν και έμμεσες επιθέσεις στο άτομο.

Τρίτον, επίθεση αποτελούν ο θεσμός της πατέντας και η επιβολή κρατικού μονοπωλίου. Η πρώτη περίπτωση διότι δίνει σε κάποιον εφευρέτη θέση μονοπωλίου στην αγορά εμποδίζοντας την είσοδο ανταγωνιστών, με ότι αυτό συνεπάγεται για την τιμή του προϊόντος του. Η δεύτερη, διότι απευθείας αποκλείει άτομα όπου με τις επιχειρήσεις τους μπορούν να συμμετάσχουν στη διαμόρφωση τιμών. Το κρατικό μονοπώλιο δικαιοσύνης και προστασίας επίσης συμπεριλαμβάνεται. Άτομα εμποδίζονται από το να εισέλθουν στον τομέα και να διαμορφώσουν τις τιμές.

Τέλος, ο βασικός μισθός (ως πλαφόν αξίας εργασίας), οι συνδικαλιστικές πιέσεις, κλείσιμο επαγγελμάτων αποτελούν επιθέσεις για τους ίδιους λόγους.

Ομπτζεκτιβισμός και προστασία της αξίας

Οι Ομπτζεκτιβιστές (ή Αντικειμενιστές) θεωρούν ότι η αξία είναι κάτι το οποίο χρήζει προστασίας ενάντια στην συκοφαντία και τον λίβελο. Μάλιστα, αυτό αποτελεί ipso facto και το επιχείρημα υπέρ της ποινικοποίησης της συκοφαντίας και του λίβελου. Ας δούμε την αντίφαση που κρύβεται σε κάτι τέτοιο.

Ο Αντικειμενισμός, όπως και ο Λιμπερταριανισμός, αναγνωρίζει μόνο τα αρνητικά δικαιώματα. Ιδιοκτησία, αυτοκτησία και ζωή. Η ιδιαιτερότητα της συκοφαντίας και του λίβελου είναι ότι δε βλάπτουν την ιδιοκτησία per se, αλλά στοχεύουν στην μείωση της αξίας του στόχου τους. Για παράδειγμα, αν αρχίσω να διαδίδω τη φήμη ότι το σουβλατζίδικο της γειτονιάς μου σερβίρει κρέας σκύλου, δεν επιτίθεμαι στο σουβλατζίδικο το ίδιο, ήτοι στο κτήριο, τα μηχανήματα και τους υπαλλήλους. Αυτό στο οποίο επιτίθεμαι είναι η αξία των υπηρεσιών του. Μιας και επιτίθεμαι όμως στην αξία, στην ουσία προσπαθώ να αλλάξω την πληροφορία που διαμορφώνει τη γνώμη των ανθρώπων για την αξία του σουβλατζίδικου.

Όπως αναφέραμε, ο παραγωγός εισέρχεται στην αγορά με τιμή «ανοίγματος». Η αξία των προϊόντων του διαμορφώνεται από τους ενδιαφερόμενους καταναλωτές. Άρα θα λέγαμε ότι η συκοφαντία και ο λίβελος «πλήττουν» εμάς. Αλλά το ρήμα είναι λάθος. Δεν μας πλήττουν, καθώς δεν είμαστε υποχρεωμένοι ή εξαναγκασμένοι να πιστέψουμε τίποτα από αυτά. Δεν παραβιάζεται η αυτοδιάθεση ή η ζωή μας. Οπότε και η συκοφαντία ή ο λίβελος, μη παραβιάζοντας κάποιο αρνητικό δικαίωμα, αποτελούν και «εγκλήματα» χωρίς θύμα, άρα μη-εγκλήματα.

Επιπλέον παρατηρήσεις

Ας δούμε καλύτερα την παραδοχή ότι η αξία χρήζει προστασίας αρχικά. Εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα. Το ότι η αξία θεωρείται ως κάτι το οποίο χρήζει προστασίας μετατρέπει και σε επίθεση την όποια δράση προς αυτόν τον σκοπό. Εφόσον η συκοφαντία και ο λίβελος δεν απειλούν κανέναν με φυσική βία, τότε η δράση του κράτους έναντι τους είναι μη δικαιολογημένη. Εάν η αξία γενικά χρήζει προστασίας, λογικό επόμενο θα ήταν κάποιος να επιτεθεί και έναντι αρνητικών κριτικών ταινιών και εστιατορίων και σε ανθρώπους που εκφράζουν αρνητική άποψη για ένα προϊόν ή υπηρεσία. Γιατί να μείνει μόνο στη συκοφαντία;

Οι αντικειμενιστές εδώ θα ανταπαντήσουν πως η συκοφαντία και ο λίβελος πρέπει να τιμωρούνται διότι εμπεριέχουν ψέμα. Δηλαδή ο συνδυασμός ψεύδους και προσβολής της αξίας αποτελούν έγκλημα. Είναι όμως το ψέμα έγκλημα από μόνο του; Δε θα το λέγαμε. Εξάλλου και το ψέμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί με σκοπό της μείωσης του κύρους κάποιου ανθρώπου ακόμα και σε επίπεδο κουτσομπολιού. Είναι έγκλημα αυτό; Επίσης, η συκοφαντία και ο λίβελος όχι μόνο πρέπει να εκφραστούν, αλλά και να πείσουν τα άτομα. Δηλαδή μπορεί να είναι και ανεπιτυχείς οι προσπάθειες ενός συκοφάντη.

Η πραγματική αντίφαση όμως είναι η εξής. Ο Αντικειμενισμός αποθεώνει τον ατομικισμό και τον ορθολογικό, όπως τον αποκαλούσε η Άυν Ραντ, εγωισμό. Παρόλα αυτά, ενώ το άτομο είναι κεντρικό στη φιλοσοφία της, δε θεωρείται ικανό να κρίνει αν μία άποψη αποτελεί ψευδή συκοφαντία παρά μόνο αν το κράτος την απαγορεύσει.

Αναγωγή στην επικαιρότητα

Αφορμή για αυτό το άρθρο αποτέλεσε η είδηση που θέλει την κα. Αραμπατζή να ζητάει μέτρα ώστε να προστατευτεί η τιμή του εγχώριου ρυζιού η οποία έχει πέσει δραματικά τα τελευταία χρόνια. Στην ουσία ζητάει μέτρα ώστε να μειωθεί η εισαγωγή φτηνού ρυζιού από το εξωτερικό, κάτι που απειλεί τους εγχώριους παραγωγούς. Όπως αναλύσαμε προηγουμένως, οι τιμές διαμορφώνονται βάσει των καταναλωτικών προτιμήσεων. Επομένως, η βουλευτής Σερρών ζητάει να πραγματοποιηθεί μία εκτεταμένη επίθεση στις προτιμήσεις των ατόμων.

Ξεχνάει, ότι αν δεν υπήρχε ζήτηση για φτηνό ρύζι, τότε οι εισαγωγείς ρυζιού δε θα έμπαιναν στον κόπο να το φέρουν στη χώρα μας. Ο κόσμος, η αγορά και οι καταναλωτές το ζητούν μέσα από τις αξιακές τους κλίμακες προτίμησης. Μέτρα υπέρ της προστασίας των τιμών του ρυζιού αποτελούν παραβίαση της επιθυμίας των καταναλωτών.

Επίλογος

Συνοψίζοντας θα μπορούσαμε να πούμε τα εξής. Η αξία μίας υπηρεσίας ή αγαθού που ορίζει και την τιμή ενός αγαθού ανήκει στον κάθε καταναλωτή ξεχωριστά. Αυτό διότι μόνο αυτός διαθέτει την πληροφορία για να την ορίσει και να διαμορφώσει με τη ζήτηση του και τις τιμές των αγαθών.

Επομένως, οποιαδήποτε κρατική παρέμβαση για τη διαμόρφωση τιμών (πατέντες και πλαφόν τιμών για παράδειγμα) αποτελεί και έμμεση επίθεση στην αυτοδιάθεση του ατόμου και στο πως αυτό εκτιμά την αξία των αγαθών. Το κράτος επομένως, δεοντολογικά, θα έπρεπε να μην εμπλέκεται στη διαμόρφωση των τιμών και στον έλεγχο της αγοράς.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε σχετικά: