Πως διαβρώνουν την αγορά τα κράτη και οι κεντρικές τους τράπεζες

0
1196
Η διαδικασία της νομισματικής επέκτασης από το 1990 κι έπειτα, μετατόπισε τον πληθωρισμό τιμών από τις τιμές των καταναλωτικών αγαθών στις τιμές των μετοχών, των περιουσιακών στοιχείων και των συντελεστών της παραγωγής. Αυτό με τη σειρά του έδωσε στους κεντρικούς τραπεζίτες την ψευδαίσθηση ότι είχαν ξεπεράσει το εμπόδιο του πληθωρισμού των τιμών, στο στόχο τους να διευρύνουν αενάως τους ισολογισμούς της ομοσπονδιακής (κεντρικής) τράπεζας των ΗΠΑ
Η διαδικασία της νομισματικής επέκτασης από το 1990 κι έπειτα, μετατόπισε τον πληθωρισμό τιμών από τις τιμές των καταναλωτικών αγαθών στις τιμές των μετοχών, των περιουσιακών στοιχείων και των συντελεστών της παραγωγής. Αυτό με τη σειρά του έδωσε στους κεντρικούς τραπεζίτες την ψευδαίσθηση ότι είχαν ξεπεράσει το εμπόδιο του πληθωρισμού των τιμών, στο στόχο τους να διευρύνουν αενάως τους ισολογισμούς της ομοσπονδιακής (κεντρικής) τράπεζας των ΗΠΑ.

Κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες έψαξαν από κοινού και βρήκαν μια νέα μέθοδο χρηματοδότησης των κρατικών χρεών από το 1990 κι έπειτα.

 

Σχολιασμός: Ευθύμης Μαραμής

 

Για τους μελετητές της Αυστριακής σχολής οικονομικών, οι οποίοι ορίζουν τον πληθωρισμό (inflation) ως την επέκταση της προσφοράς χρήματος, οι αυξανόμενες τιμές καταναλωτή (Consumer Price Inflation, C.P.I.) λαμβάνουν χώρα μόνο στο βαθμό που το νέο αυτό χρήμα οδηγείται στα καταναλωτικά αγαθά. Δηλαδή, στα αγαθά τα οποία παράγονται ως εκείνη τη στιγμή με συγκεκριμένη κεφαλαιακή διάρθρωση και διαδικασία, χωρίς πρόσθετες επενδύσεις σε μηχανήματα ή εργασία. Αλλά, όπως επεσήμανε ο von Mises, το νέο χρήμα δεν εισέρχεται ουδέτερα στην οικονομία. Δηλαδή, εισέρχεται με συγκεκριμένους τρόπους και με συγκεκριμένους μηχανισμούς. Αυτό καθορίζει το που θα αυξηθούν οι τιμές.

Ωστόσο, η αύξηση των τιμών των καταναλωτικών αγαθών, δεν είναι το κύριο πρόβλημα της νομισματικής επέκτασης. Το κύριο πρόβλημα της νομισματικής επέκτασης, όπως, κατά γενικό κανόνα, αυτή εκδηλώνεται στο σημερινό χρηματοπιστωτικό σύστημα, είναι η ζημιά που προκαλείται στην κεφαλαιακή διάρθρωση. Η τεχνητή μείωση των επιτοκίων που προκύπτει από την επέκταση της προσφοράς χρήματος, έχει διαβρωτική επίδραση στο κεφαλαιακό απόθεμα της οικονομίας. Όταν τα επιτόκια συμπιέζονται κάτω από το σημείο που θα βρισκόταν χωρίς τη νομισματική επέκταση, κάποιες επενδύσεις σε μη αποδοτικά σχέδια, παρουσιάζονται εσφαλμένα ως επικερδείς. Αυτή είναι και η βάση της Αυστριακής Θεωρίας του Επιχειρηματικού Κύκλου. Το κεφάλαιο κατανέμεται σε έργα τα οποία δεν μπορεί να υποστηρίξει στην πραγματικότητα η οικονομία και συνεπώς το κεφάλαιο αυτό (πόροι, πρώτες ύλες, βιομηχανικά αγαθά, γη) σπαταλάται και καταστρέφεται.

Οι συνέπειες της προσφοράς του πολιτικού χρήματος στην οικονομία

Η αύξηση των τιμών καταναλωτή δεν είναι απαραίτητο αποτέλεσμα της νομισματικής επέκτασης (όπως έχει επισημάνει και ο Murray N. Rothbard στο έργο του: America’s great depression σελ. 85-87). Όσοι σήμερα ισχυρίζονται πως οι κεντρικές τράπεζες έχουν κάνει «καλή δουλειά» στην συγκράτηση του πληθωρισμού των τιμών στα καταναλωτικά αγαθά, θα πρέπει να το ξανασκεφτούν διαβάζοντας προσεκτικά την ανάλυση που ακολουθεί. Στην πραγματικότητα, το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει υποκαταστήσει ένα πρόβλημα, με ένα άλλο.

Προτού αναπτύξουμε το τι συνέβη με τον πληθωρισμό των τιμών, ας υπενθυμίσουμε ότι η κατανόηση της θεωρίας του von Mises για τον επιχειρηματικό κύκλο, προϋποθέτει πως το νέο χρήμα εισέρχεται στην οικονομία μέσω των πιστωτικών αγορών. Ο επιχειρηματικός κύκλος λαμβάνει χώρα, επειδή το νέο χρήμα δανείζεται από τις τράπεζες σε επιχειρήσεις που το χρησιμοποιούν για να επενδύσουν σε μακροπρόθεσμες, χρονοβόρες παραγωγικές διαδικασίες. Η επένδυση αυτού του νέου χρήματος στην κεφαλαιακή διάρθρωση, αυξάνει πρώτα τις τιμές των συντελεστών της παραγωγής. Τα κεφαλαιακά αγαθά.

Να το πούμε απλά: οι τιμές αυξάνονται ανάλογα με το που διατέθηκε το νέο χρήμα. Εάν, για παράδειγμα, εκδόθηκε 1 τρισεκατομμύριο δολάρια από την ομοσπονδιακή κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ, αλλά αυτό το τρισεκατομμύριο δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ, δεν θα αυξηθούν οι τιμές. Συνεπώς, η έλλειψη πληθωρισμού στις τιμές των καταναλωτικών αγαθών, σημαίνει ότι το νέο χρήμα που δημιουργήθηκε (ειδικά από το 2008 κι έπειτα) πήγε σε κάποιο άλλο τομέα.

Σε μια καθολικά ελεύθερη αγορά με πραγματικό χρήμα που δεν μπορεί να πιστωθεί κλασματικά ή απλά να δημιουργηθεί ψηφιακά, οι γενικές τιμές στην οικονομία θα τείνουν να παραμένουν σχετικά στάσιμες με την πάροδο του χρόνου, ή να υποχωρούν καθώς αυξάνεται η παραγωγικότητα. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι τιμές των μεμονωμένων αγαθών παραμένουν πάντοτε οι ίδιες, σημαίνει ότι, μαθηματικά, καθώς ορισμένες τιμές αυξάνονται, άλλες πέφτουν. Οι συνολικές τιμές μπορούν να αυξάνονται συνεχώς με την πάροδο του χρόνου, μόνο εάν υπάρχει συνεχής αύξηση της προσφοράς χρήματος.

  • Για την Αυστριακή Θεωρία των Επιχειρηματικών Κύκλων, δείτε περισσότερα και αναλυτικότερα εδώ

Αντικατάσταση ενός προβλήματος με ένα άλλο

Αυτή η αρχή, περιλαμβάνει βεβαίως και τις τιμές των μετοχών στα χρηματιστήρια. Δηλαδή, εάν δεν υφίσταται νομισματική επέκταση (αύξηση της ποσότητας χρήματος), οι μέσες τιμές της χρηματιστηριακής αγοράς δεν θα μπορούσαν μαθηματικά να αυξηθούν, εκτός και αν οι άνθρωποι καταναλώνουν λιγότερο σε άλλους τομείς ώστε να αγοράσουν μετοχές. Κάποιες μεμονωμένες μετοχές αναπτυσσόμενων εταιρειών θα αυξάνονταν, ενώ οι μετοχές των εταιρειών που θα είχαν χειρότερη σχέση με τη ζήτηση των καταναλωτών θα έπεφταν. Αλλά το φαινόμενο της καθολικής, ταυτόχρονης ανοδικής τάσης των μετοχών των περισσότερων επιχειρήσεων, μπορεί να συμβεί μόνο σε καθεστώς νομισματικής επέκτασης.

Μετά την τελευταία ισχυρή πληθωριστική κρίση της δεκαετίας του 1970, είδαμε την προσφορά χρήματος να αυξάνεται σε μνημειώδη επίπεδα. Όμως, οι καταναλωτικές τιμές δεν φαίνεται να αντέδρασαν ανοδικά, όπως συνέβη στα 70s. Και μάλιστα, οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών παρέμειναν εξαιρετικά χαμηλές, ακόμα και όταν η ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ τετραπλασίασε τον ισολογισμό της ως αντίδραση στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 (ειδικά σε σύγκριση με αυτό που πολλοί περίμεναν ότι θα συμβεί, δεδομένης της κολοσσιαίας επέκτασης στην προσφορά χρήματος). Ωστόσο, παρόλο που τα ποσοστά πληθωρισμού των τιμών καταναλωτικών αγαθών δεν έφτασαν ποτέ στα διψήφια νούμερα της δεκαετίας του 70, δεν ισχύει το ίδιο για τους χρηματιστηριακούς δείκτες:

Αυτό που βλέπουμε στον βιομηχανικό δείκτη Dow Jones, καταδεικνύει την «καλή δουλειά» που έκαναν οι κεντρικές τράπεζες στον «έλεγχο» του πληθωρισμού των τιμών. Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, έχει αντικατασταθεί ένα πρόβλημα, με ένα άλλο. Οι κεντρικές τράπεζες αυξάνουν ξέφρενα τους ισολογισμούς τους και την προσφορά χρήματος, σε επίπεδα που παλαιότερα θα θεωρούταν αδιανόητα, παράγοντας ισχυρότατες πληθωριστικές πιέσεις αλλού. Μετατόπισαν τον πληθωρισμό των τιμών από τα καταναλωτικά αγαθά, στις αγορές μετοχών και ομολόγων. Τι προκάλεσε αυτή τη μετατόπιση;

Αλλαγή του τρόπου χρηματοδότησης των κυβερνητικών σπαταλών 

Ένας από τους λόγους για τους οποίους ο πληθωρισμός έπληξε τις τιμές των συντελεστών της παραγωγής πολύ πιο έντονα από τις τιμές των καταναλωτικών αγαθών, οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο αντέδρασαν οι κεντρικοί τραπεζίτες στον διψήφιο πληθωρισμό τιμών των 70s. Όταν ο Αμερικανός πρόεδρος Νίξον, αποσύνδεσε εντελώς τις Ηνωμένες Πολιτείες από τον νομισματικό χρυσό (μαζί του και κάθε κυβέρνηση σε Ευρώπη και Ιαπωνία), το αποτέλεσμα ήταν η ελευθερία των κεντρικών τραπεζών να επεκτείνουν σημαντικά την προσφορά χρήματος. Το αρνητικό ήταν, ότι τα χρήματα τότε έφτασαν γρήγορα στα χέρια των καταναλωτών και προκάλεσαν τρομερή ζημιά στην αγοραστική δύναμη του νομίσματος. Οι κεντρικοί τραπεζίτες, φυσικά, αντέδρασαν με σημαντική αύξηση των επιτοκίων και, κατ’ αυτό τον τρόπο, σταμάτησαν τον αυξανόμενο πληθωρισμό των τιμών.

Αυτό δημιούργησε ένα μεγάλο πρόβλημα στις κυβερνήσεις. Ο Robert Blumen το περιγράφει σε ένα άρθρο της ιστοσελίδας του Ινστιτούτου Mises πριν από αρκετά χρόνια:

«Ο γρίφος που πάσχιζαν να λύσουν τότε οι κυβερνήσεις, ήταν το πώς θα μπορούσαν να συνεχίσουν να ζουν πέρα από τα μέσα που διαθέτουν, χωρίς να υποστούν πολιτικό κόστος από τις πληθωριστικές συνέπειες. […] Ο μηχανισμός του τελευταίου μεγάλου κρούσματος πληθωρισμού, συνιστούσε την πώληση κυβερνητικού χρέους στις εμπορικές τράπεζες. Με αυτή τη διαδικασία, που ονομαζόταν «νομισματοποίηση» (monetization), οι εμπορικές τράπεζες, ή η κεντρική τράπεζα, δημιουργούσαν χρήμα από το πουθενά, με το οποίο αγόραζαν τα ομόλογα».

(σ.σ. Παρατηρούμε πως ο μηχανισμός που περιγράφηκε ανωτέρω, αποτέλεσε και τον κύριο μηχανισμό χρηματοδότησης των Ελληνικών κυβερνήσεων και της καταστροφής της Ελληνικής οικονομίας στο πλαίσιο της Ευρωζώνης)

Το πρόβλημα ήταν ότι οι κυβερνήσεις ήθελαν από τις κεντρικές τράπεζες να συμβάλουν στη χρηματοδότηση των απερίσκεπτων δαπανών τους, χωρίς να παράγουν πληθωρισμό τιμών. Η λύση σε αυτό το δίλημμα, αποτελεί την αιτία των μανιωδών αυξήσεων στις τιμές των χρηματιστηριακών μετοχών από τη δεκαετία του ’90 κι έπειτα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η μαζική νομισματική επέκταση των κεντρικών τραπεζών, δεν είχε ως αποτέλεσμα τον πληθωρισμό των τιμών των καταναλωτικών αγαθών. Η «ποσοτική χαλάρωση» της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ αρχικά και αργότερα της Ευρωζώνης και της Κίνας (όλες σε κοντινές περιόδους μεταξύ τους από το 1990 ως σήμερα) δεν είχε ποτέ ως αποτέλεσμα τον ξέφρενο πληθωρισμό τιμών των καταναλωτικών αγαθών, επειδή το τραπεζικό σύστημα δεν επεκτείνει πλέον την προσφορά χρήματος μέσω των εμπορικών τραπεζών.

(σ.σ. Στην Ελλάδα, παρά τις διαβεβαιώσεις για το αντίθετο, όλοι γνωρίζουν πως οι τιμές και των καταναλωτικών αγαθών διπλασιάστηκαν τουλάχιστον με την είσοδο στο ευρώ και την συνεπακόλουθη πιστωτική κραιπάλη) 

Συνεχίζει ο Blumen:

Tο κεντρικό στοιχείο της λύσης των κεντρικών τραπεζών στο κυβερνητικό πρόβλημα, ήταν η αλλαγή στη μέθοδο χρηματοδότησης των κυβερνητικών χρεών. Τα ομόλογα χρηματοδότησης των κυβερνητικών ελλειμμάτων, πωλούνται τώρα σε ιδιώτες επενδυτές μέσω των υφιστάμενων χρηματοπιστωτικών αγορών. Αυτό θέτει τα κυβερνητικά χρεόγραφα στα χέρια επενδυτικών κεφαλαίων και όχι στα βιβλία των εμπορικών τραπεζών, όπως θα συνέβαινε αν συνεχιζόταν το παλιό στυλ «νομισματοποίησης» (monetization). Αυτές οι αλλαγές, περιόρισαν τις προσαρμογές των τιμών που προέκυψαν από τη νομισματική επέκταση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ο χαρακτήρας του πληθωρισμού της δεκαετίας του ’80 και του ’90 διαφέρει από εκείνον της δεκαετίας του ’70. Τις τελευταίες δεκαετίες, οι μεταβολές των τιμών όπως προκύπτουν από τις μεταβολές στην ποσότητα χρήματος, περιορίζονται στις τιμές των μετοχών και των ομολόγων και δεν επεκτείνονται στους μισθούς και στα καταναλωτικά αγαθά.

Ψευδαίσθηση ανάπτυξης και διαρκής υπονόμευση του καπιταλισμού

Η διαδικασία της νομισματικής επέκτασης από το 1990 κι έπειτα, μετατόπισε τον πληθωρισμό τιμών από τις τιμές των καταναλωτικών αγαθών στις τιμές των μετοχών, των περιουσιακών στοιχείων και των συντελεστών της παραγωγής. Αυτό με τη σειρά του έδωσε στους κεντρικούς τραπεζίτες την ψευδαίσθηση ότι είχαν ξεπεράσει το εμπόδιο του πληθωρισμού των τιμών, στο στόχο τους να διευρύνουν αενάως τους ισολογισμούς της ομοσπονδιακής (κεντρικής) τράπεζας των ΗΠΑ της Ιαπωνίας, της ευρωζώνης κ.ο.κ. Στη θέση του πληθωρισμού τιμών των καταναλωτικών αγαθών, προέκυψε πληθωρισμός τιμών στα περιουσιακά στοιχεία (μετοχές, συντελεστές παραγωγής, κεφάλαιο, γη).

Αλλά αυτή η μετατόπιση δεν σημαίνει ότι εξαλείφθηκαν οι επιχειρηματικοί κύκλοι. Απλώς σημαίνει ότι η κατακραυγή των καταναλωτών εναντίον της νομισματικής επέκτασης – ένα πολιτικό φαινόμενο που παρέχει έλεγχο εναντίον των απερίσκεπτων κεντρικών τραπεζιτών – έχει σωπάσει προσωρινά, ενόσω η κεφαλαιακή διάρθρωση διαβρώνεται στα παρασκήνια. Τα ιστορικά χαμηλά επιτόκια που δεν προέκυψαν από πραγματική εξοικονόμηση πόρων, αλλά από νέο χρήμα, εξακολουθούν να καταστρέφουν τις πραγματικές αποταμιεύσεις της οικονομίας. Ο υπερπληθωρισμός (υπερπροσφορά) ενός χάρτινου περιουσιακού στοιχείου, αποτελεί νομισματική ψευδαίσθηση η οποία δεν μπορεί να παράγει πραγματικό πλούτο, πραγματικά αγαθά και υπηρεσίες.

Όπως επισημαίνει ο Frank Shostak:

«Επομένως, η προσφορά χρήματος δεν μπορεί να οδηγήσει σε περισσότερες αποταμιεύσεις, όπως ισχυρίζονται οι mainstream, κοινότυποι οικονομολόγοι. Οδηγεί στην ανακατανομή των πραγματικών αποταμιεύσεων (πραγματικά, μη καταναλωθέντα αγαθά). Αυτό, όσο εξελίσσεται η διαδικασία, υπονομεύει τους παραγωγούς πλούτου, εξασθενίζοντας έτσι με την πάροδο του χρόνου το σύνολο των πραγματικών αποταμιεύσεων. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε επονομαζόμενη οικονομική ανάπτυξη, στο πλαίσιο μιας χαλαρής νομισματικής πολιτικής, μπορεί να οφείλεται μόνο στον ιδιωτικό τομέα ο οποίος καταφέρνει να αυξήσει τον όγκο των πραγματικών αποταμιεύσεων (πραγματικά αγαθά) παρά τις αρνητικές επιπτώσεις της χαλαρής νομισματικής πολιτικής.»

 

Είναι ο ιδιωτικός τομέας παραγωγής πραγματικού πλούτου (πραγματικών αποταμιεύσεων), αυτός που προλαβαίνει την παραπανίσια ποσότητα χρήματος, από το να καταστρέψει αυτό την οικονομία. Αν ο ρυθμός της τρέχουσας κατανάλωσης, υπερβαίνει την τρέχουσα παραγωγή (τις πραγματικές δηλαδή αποταμιεύσεις), η οικονομία θα πέσει πάλι σε ύφεση, ασχέτως ποσότητας χρήματος.

***

Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην ιστοσελίδα του ινστιτούτου MisesPrice Inflation Is Not the Worst Part of Easy Money Policy

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: