Μαρξιστική και Αυστριακή ταξική ανάλυση – Hans Hermann Hoppe

0
1662

Ο Hans Hermann Hoppe προχωρά σε μια ταξική ανάλυση υπό την Αυστριακή οπτική, καταδεικνύοντας το κράτος ως τον πραγματικό εκμεταλλευτή των παραγωγικών ανθρώπων.

 

Του Hans Hermann Hoppe

Απόδοση στα Ελληνικά: Νίκος Μαρής

Θα κάνω τα εξής σε αυτό το δοκίμιο: Πρώτον, θα παρουσιάσω μια σειρά από θέσεις που αποτελούν τον σκληρό πυρήνα της μαρξιστικής θεωρίας της ιστορίας. Ισχυρίζομαι ότι όλες είναι ουσιαστικά σωστές. Κατόπιν θα δείξω το πώς αυτές οι αληθείς θέσεις του μαρξισμού εκπορεύονται από μια λανθασμένη αφετηρία. Τέλος, θέλω να καταδείξω το πώς η αυστριακή σχολή στην παράδοση Mises-Rothbard μπορεί να προσφέρει μια σωστή αλλά κατηγορηματικά διαφορετική εξήγηση της εγκυρότητάς τους.

Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με τον σκληρό πυρήνα του μαρξιστικού συστήματος πεποιθήσεων1:

1. «Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι η ιστορία των ταξικών αγώνων.»2  Είναι η ιστορία των αγώνων μεταξύ μιας σχετικά μικρής άρχουσας τάξης και μιας μεγαλύτερης τάξης που υφίσταται εκμετάλλευση. Η κύρια μορφή εκμετάλλευσης είναι η οικονομική: Η άρχουσα τάξη απαλλοτριώνει μέρος της παραγωγής των θυμάτων της εκμετάλλευσης ή, όπως λένε οι μαρξιστές, «απαλλοτριώνει ένα κοινωνικό πλεόνασμα προϊόντων και το χρησιμοποιεί για τους δικούς της καταναλωτικούς σκοπούς».

2. Η άρχουσα τάξη ενοποιείται από το κοινό της συμφέρον να διατηρεί την εκμεταλλευτική της θέση και να μεγιστοποιεί το άδικα αποκτημένο πλεόνασμα προϊόντων. Ποτέ δεν εγκαταλείπει εκούσια την εξουσία της, ή τις εκμεταλλευτικές προσόδους της. Αντίθετα, καταπολεμά κάθε απώλεια εξουσίας ή προσόδων μέσω αγώνων, των οποίων το αποτέλεσμα τελικά εξαρτάται από την ταξική συνείδηση ​​των εκμεταλλευόμενων, δηλαδή από το κατά πόσον και σε ποιο βαθμό οι εκμεταλλευόμενοι έχουν επίγνωση της κατάστασής τους και είναι συνειδητά ενωμένοι με άλλα μέλη της τάξης τους σε μια κοινή αντίθεση προς την εκμετάλλευση.

3. Η ταξική κυριαρχία εκδηλώνεται κυρίως με συγκεκριμένες διευθετήσεις σχετικά με την εκχώρηση δικαιωμάτων ιδιοκτησίας ή, στη μαρξιστική ορολογία, με συγκεκριμένες «σχέσεις παραγωγής». Προκειμένου να προστατευθούν αυτές οι διευθετήσεις ή οι σχέσεις παραγωγής, η άρχουσα τάξη διαμορφώνεται και διοικεί το κράτος ως ένας μηχανισμός επιβολής και εξαναγκασμού. Το κράτος επιβάλλει και βοηθά στην αναπαραγωγή μιας δεδομένης ταξικής δομής μέσω της διαχείρισης ενός συστήματος «ταξικής δικαιοσύνης», και βοηθά στη δημιουργία και την υποστήριξη μιας ιδεολογικής υπερδομής που έχει σχεδιαστεί για να προσδώσει νομιμότητα στην ύπαρξη της ταξικής κυριαρχίας.

4. Εσωτερικά, η διαδικασία ανταγωνισμού εντός της άρχουσας τάξης δημιουργεί μια τάση προς την αύξηση της συγκέντρωσης και του συγκεντρωτισμού. Ένα πολύ-πολικό σύστημα εκμετάλλευσης αντικαθίσταται σταδιακά από ένα ολιγαρχικό ή μονοπωλιακό σύστημα. Ολοένα και λιγότερα κέντρα εκμετάλλευσης παραμένουν σε λειτουργία, και εκείνα που παραμένουν ενσωματώνονται όλο και περισσότερο σε μια ιεραρχική τάξη. Εξωτερικά (δηλαδή, όσον αφορά το διεθνές σύστημα), αυτή η διαδικασία συγκεντρωτισμού (και όσο πιο έντονη, τόσο πιο προχωρημένη) θα οδηγήσει σε ιμπεριαλιστικούς διακρατικούς πολέμους και στην εδαφική επέκταση της εκμεταλλευτικής εξουσίας.

5. Τέλος, με τον συγκεντρωτισμό και την επέκταση της εκμεταλλευτικής εξουσίας να πλησιάζει σταδιακά το τελικό όριο της παγκόσμιας κυριαρχίας, η ταξική κυριαρχία θα καθίσταται όλο και περισσότερο ασύμβατη με την περαιτέρω ανάπτυξη και βελτίωση των «παραγωγικών δυνάμεων». Η οικονομική στασιμότητα και οι κρίσεις θα γίνονται όλο και πιο χαρακτηριστικές, και θα δημιουργήσουν τις «αντικειμενικές συνθήκες» για την εμφάνιση μιας επαναστατικής ταξικής συνείδησης των εκμεταλλευόμενων. Οι συνθήκες θα γίνουν ώριμες3 και, ως αποτέλεσμα, θα προκύψει μια πρωτοφανής οικονομική ευημερία.

Σε όλες αυτές τις θέσεις μπορεί να δοθεί μια απολύτως καλή αιτιολόγηση, όπως θα δείξω. Δυστυχώς, ωστόσο, ο μαρξισμός που προσυπογράφει αυτές τις θέσεις, έχει κάνει περισσότερα από οποιοδήποτε άλλο ιδεολογικό σύστημα για να απαξιώσει την εγκυρότητά τους, αντλώντας τις από μια εντελώς παράλογη θεωρία εκμετάλλευσης.

Ποια είναι αυτή η μαρξιστική θεωρία της εκμετάλλευσης; Σύμφωνα με τον Μαρξ, προ-καπιταλιστικά κοινωνικά συστήματα όπως η δουλεία και η φεουδαρχία χαρακτηρίζονται από εκμετάλλευση. Δεν υπάρχει κάποια αντιπαράθεση για αυτό. Διότι, τελικά, ο σκλάβος δεν είναι ελεύθερος εργάτης, και δεν μπορεί να ειπωθεί ότι επωφελείται από τη δουλεία του. Αντίθετα, όταν υποδουλώνεται, η δική του ωφέλεια μειώνεται έναντι μιας αύξησης του πλούτου που αποκομίζει ο ιδιοκτήτης του. Τα συμφέροντα του σκλάβου και του ιδιοκτήτη του σκλάβου είναι πράγματι ανταγωνιστικά. Το ίδιο ισχύει και για τα συμφέροντα του φεουδάρχη άρχοντα που αποσπά ένα μίσθωμα από έναν αγρότη που εργάζεται σε γη που κατοικείται από τον ίδιο (δηλαδή, τον αγρότη). Τα κέρδη του άρχοντα είναι οι ζημίες των αγροτών. Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο ότι η δουλεία καθώς και η φεουδαρχία παρεμποδίζουν πράγματι την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Ούτε ο σκλάβος, ούτε ο πληβείος θα είναι τόσο παραγωγικοί όσο θα ήταν χωρίς την δουλεία ή την φεουδαρχία.

Η πραγματικά νέα μαρξιστική ιδέα είναι ότι ουσιαστικά τίποτα δεν αλλάζει όσον αφορά την εκμετάλλευση υπό τον καπιταλισμό (εάν ο σκλάβος γίνει ελεύθερος εργάτης), ή εάν ο αγρότης αποφασίσει να καλλιεργήσει γη που ανήκει σε κάποιον άλλο και πληρώνει μισθώματα για να το πράττει. Σίγουρα, ο Μαρξ στο διάσημο κεφάλαιο 24 του πρώτου τόμου του Kεφαλαίου, με τίτλο «Η λεγόμενη αρχική συσσώρευση», δίνει μια ιστορική περιγραφή της εμφάνισης του καπιταλισμού, υποστηρίζοντας ότι μεγάλο μέρος ή ακόμη και το μεγαλύτερο μέρος της αρχικής καπιταλιστικής ιδιοκτησίας είναι αποτέλεσμα λεηλασίας, ενθυλάκωσης και κατάκτησης. Ομοίως, στο κεφάλαιο 25, σχετικά με τη «Σύγχρονη Θεωρία της Αποικιοκρατίας», ο ρόλος της επιβολής και της βίας στην εξαγωγή του καπιταλισμού προς τον, όπως θα λέγαμε σήμερα, Τρίτο Κόσμο, σημειώνεται εμφατικά. Βεβαίως, όλα αυτά είναι γενικά σωστά, και στο βαθμό που δεν μπορεί να υπάρξει διαμάχη με την επισήμανση ενός τέτοιου εκμεταλλευτικού καπιταλισμού. Ωστόσο, πρέπει κανείς να γνωρίζει το γεγονός ότι εδώ ο Μαρξ μεταχειρίζεται ένα τέχνασμα. Ασχολούμενος με ιστορικές έρευνες και διεγείροντας την αγανάκτηση του αναγνώστη σχετικά με τη βαναυσότητα με την οποία δημιουργήθηκαν πολλές καπιταλιστικές περιουσίες, στην πραγματικότητα παρακάμπτει το προκείμενο ζήτημα. Αποσπά την προσοχή από το γεγονός ότι η θέση του είναι πραγματικά εντελώς διαφορετική: δηλαδή, ακόμη κι αν κάποιος είχε «καθαρό» καπιταλισμό, τρόπος του λέγειν, δηλαδή έναν καπιταλισμό στον οποίο η αρχική ιδιοποίηση του κεφαλαίου ήταν αποκλειστικά αποτέλεσμα φυσικής οικειοποίησης, εργασίας και αποταμίευσης, ο καπιταλιστής που προσέλαβε εργατικό δυναμικό για να εργαστεί με αυτό το κεφάλαιο θα συμμετείχε παρ’ όλα αυτά σε εκμετάλλευση. Πράγματι, ο Μαρξ θεώρησε την απόδειξη αυτής της θέσης την πιο σημαντική του συμβολή στην οικονομική ανάλυση.

Ποια είναι λοιπόν η απόδειξη του εκμεταλλευτικού χαρακτήρα του αμιγούς καπιταλισμού;

Συνίσταται στην παρατήρηση ότι οι τιμές των συντελεστών της παραγωγής, συγκεκριμένα οι μισθοί που καταβάλλονται στους εργάτες από τον καπιταλιστή, είναι χαμηλότερες από τις τιμές του παραγόμενου προϊόντος. Ο εργάτης, για παράδειγμα, πληρώνεται ένα μισθό που αντιπροσωπεύει καταναλωτικά αγαθά που μπορούν να παραχθούν σε τρεις ημέρες, αλλά στην πραγματικότητα εργάζεται πέντε ημέρες για τον μισθό του και παράγει έναν όγκο καταναλωτικών αγαθών που υπερβαίνει αυτό που λαμβάνει ως αμοιβή. Την παραγωγή των δύο επιπλέον ημερών, την υπεραξία στη μαρξιστική ορολογία, οικειοποιείται ο καπιταλιστής. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τον Μαρξ, υπάρχει εκμετάλλευση.4

Τι λάθος έχει αυτή η ανάλυση;5   Η απάντηση γίνεται προφανής, όταν τεθεί το ερώτημα γιατί ο εργάτης πιθανώς να συναινούσε σε μια τέτοια συμφωνία! Συναινεί επειδή η αμοιβή του αντιπροσωπεύει αγαθά στον παρόντα χρόνο – ενώ οι δικές του εργασιακές υπηρεσίες αντιπροσωπεύουν μόνο μελλοντικά αγαθά (θα πρέπει να βρεθεί αγοραστής) – και εκτιμά τα παρόντα αγαθά περισσότερο. Σε τελική ανάλυση, θα μπορούσε επίσης να αποφασίσει να μην πουλήσει τις εργασιακές του υπηρεσίες στον καπιταλιστή και στη συνέχεια να φέρει εις πέρας την πλήρη αξία της παραγωγής του μόνος του. Αυτό βέβαια όμως θα σήμαινε πως θα έπρεπε να περιμένει περισσότερο χρόνο, για να έχει στη διάθεσή του καταναλωτικά προϊόντα. Πωλώντας τις εργασιακές του υπηρεσίες, αποδεικνύει ότι προτιμά τώρα μια μικρότερη ποσότητα καταναλωτικών αγαθών από μια πιθανώς μεγαλύτερη σε κάποια μελλοντική ημερομηνία (σ.σ. στην Ελλάδα το λέμε: κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει). Αφ ‘ετέρου, γιατί να θέλει ο καπιταλιστής να συνάψει μια συμφωνία με τον εργάτη; Γιατί να θέλει να δώσει τα υπάρχοντα αγαθά του (χρήματα) στον εργάτη με αντάλλαγμα υπηρεσίες δεν αποφέρουν καρπούς παρά μόνο αργότερα; Προφανώς, δεν θα ήθελε να πληρώσει, για παράδειγμα, 100$ τώρα εάν επρόκειτο να λάβει το ίδιο ποσό μετά από έναν χρόνο. Σε αυτήν την περίπτωση, γιατί να μην τα κρατήσει απλά για ένα χρόνο και να λάβει το πρόσθετο όφελος από την πραγματική κατοχή τους καθ ‘όλη τη διάρκεια του έτους; Αντ ‘αυτού, χρειάζεται να προσδοκά να λάβει ένα ποσό μεγαλύτερο από τα 100 $ στο μέλλον, προκειμένου να δώσει τώρα 100 $ με τη μορφή των μισθών που καταβάλλονται στον εργάτη. Πρέπει να προσδοκά να μπορεί να αποκομίσει κάποιο κέρδος, ή πιο σωστά μια απόδοση τόκου. Περιορίζεται επίσης από τη χρονική προτίμηση, δηλαδή το γεγονός ότι ένας άνθρωπος προτιμά πάντοτε τα πρωθύστερα από τα μεταγενέστερα αγαθά, και για έναν δεύτερο λόγο. Αν όμως κάποιος μπορεί να κερδίσει ένα μεγαλύτερο ποσό στο μέλλον θυσιάζοντας ένα μικρότερο ποσό στο παρόν, γιατί τότε ο καπιταλιστής δεν ασχολείται με την εξοικονόμηση περισσότερο από ό, τι κάνει στην πραγματικότητα; Γιατί δεν προσλαμβάνει περισσότερους εργάτες από ό, τι ήδη κάνει, εάν ο καθένας τους υπόσχεται μια επιπρόσθετη απόδοση τόκου; Η απάντηση και πάλι θα πρέπει να είναι προφανής: επειδή ο καπιταλιστής είναι επίσης και καταναλωτής, και δεν μπορεί να μην είναι. Το ποσό των αποταμιεύσεών του και της επένδυσής του περιορίζεται από την αναγκαιότητα ότι και αυτός, όπως και ο εργάτης, απαιτεί την παροχή αγαθών «η ποσότητα των οποίων πρέπει να είναι αρκετή για να εξασφαλίσει την ικανοποίηση όλων εκείνων των επιθυμιών, η ικανοποίηση των οποίων κατά τη διάρκεια της αναμονής θεωρείται πιο επείγουσα από τα πλεονεκτήματα που θα προσφέρει μια ακόμη μεγαλύτερη παράταση της περιόδου παραγωγής.»6

Το λάθος στη θεωρία της εκμετάλλευσης του Μαρξ, είναι ότι δεν κατανοεί το φαινόμενο της χρονικής προτίμησης, ως μια καθολική πραγματικότητα της ανθρώπινης δράσης.7 Το ότι ο εργάτης δεν λαμβάνει την «πλήρη αξία» της εργασίας του δεν έχει καμία σχέση με την εκμετάλλευση, αλλά απλώς αντανακλά το γεγονός ότι είναι ασύμφορο για έναν άνθρωπο να ανταλλάσσει υπάρχοντα αγαθά με μελλοντικά αγαθά, παρά εκτός εάν αυτό γίνεται με κάποια έκπτωση. Σε αντίθεση με την περίπτωση του σκλάβου και του αφέντη, όπου ο τελευταίος επωφελείται εις βάρος του πρώτου, η σχέση μεταξύ του ελεύθερου εργαζόμενου και του καπιταλιστή είναι αμοιβαία επωφελής. Ο εργαζόμενος συνάπτει τη συμφωνία επειδή, δεδομένης της χρονικής του προτίμησης, προτιμά μια μικρότερη ποσότητα αγαθών στο παρόν από μια μεγαλύτερη στο μέλλον. Και ο καπιταλιστής συναινεί γιατί, δεδομένης της χρονικής του προτίμησης, έχει μια αντίστροφη σειρά προτίμησης και κατατάσσει μια μεγαλύτερη μελλοντική ποσότητα αγαθών πολύ υψηλότερα από μια μικρότερη ποσότητα στο παρόν. Τα συμφέροντά τους δεν είναι ανταγωνιστικά αλλά εναρμονίζονται. Χωρίς την προσδοκία του καπιταλιστή για την απόδοση τόκου, ο εργαζόμενος θα ήταν σε χειρότερη θέση περιμένοντας περισσότερο από ό, τι θέλει να περιμένει. Και χωρίς την προτίμηση του εργαζόμενου για αγαθά στο παρόν, ο καπιταλιστής θα ήταν σε χειρότερη θέση, καταφεύγοντας σε λιγότερο κυκλικές και λιγότερο αποτελεσματικές μεθόδους παραγωγής από αυτές που επιθυμεί να υιοθετήσει. Ούτε το καπιταλιστικό μισθολογικό σύστημα μπορεί να θεωρηθεί εμπόδιο στην περαιτέρω ανάπτυξη των δυνάμεων παραγωγής, όπως ισχυρίζεται ο Μαρξ. Εάν δεν επιτρεπόταν στον εργάτη να πωλήσει τις υπηρεσίες εργασίας του και στον καπιταλιστή να τις αγοράσει, η παραγωγή δεν θα ήταν υψηλότερη αλλά χαμηλότερη, επειδή η παραγωγή θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί με σχετικά μειωμένα επίπεδα συσσώρευσης κεφαλαίου.

Υπό ένα σύστημα κοινωνικοποιημένης παραγωγής, αντίθετα με τις διακηρύξεις του Μαρξ, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δεν θα έφτανε σε νέα ύψη, αλλά θα βυθιζόταν δραματικά.8 Γιατί προφανώς, η συσσώρευση κεφαλαίου πρέπει να πραγματοποιείται από συγκεκριμένα άτομα σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο μέσω της αρχικής οικειοποίησης, της παραγωγής ή/και της αποταμίευσης. Σε κάθε περίπτωση επιτυγχάνεται με την προσδοκία ότι θα οδηγήσει σε αύξηση της παραγωγής μελλοντικών αγαθών. Η αξία που προσδίδει ένα άτομο στο κεφάλαιό του αντικατοπτρίζει την αξία που αποδίδει σε όλα τα αναμενόμενα μελλοντικά εισοδήματα που οφείλονται στη συνεργασία του και εκπίπτουν από τον ρυθμό της χρονικής του προτίμησης. Εάν, όπως στην περίπτωση της συλλογικής ιδιοκτησίας των συντελεστών της παραγωγής, σε ένα άτομο δεν παρέχεται πλέον αποκλειστικός έλεγχος επί του συσσωρευμένου κεφαλαίου του και ως εκ τούτου για το μελλοντικό εισόδημα που θα προκύψει από την απασχόλησή του, αλλά ο έλεγχος ανατίθεται εν μέρει σε μη αρχικούς ιδιοκτήτες, μη παραγωγούς και μη αποταμιευτές, η αξία του αναμενόμενου εισοδήματος του, και συνεπώς η αξία των κεφαλαιουχικών αγαθών, μειώνεται. Ο πραγματικός ρυθμός της χρονικής προτίμησης θα αυξηθεί και θα υπάρξει χαμηλότερη απόδοση των λιγοστών πόρων και λιγότερη αποταμίευση για τη συντήρηση των υπαρχόντων πόρων και την παραγωγή νέων κεφαλαιουχικών αγαθών. Η περίοδος παραγωγής, ο κύκλος της παραγωγικής δομής, θα μειωθεί, με αποτέλεσμα την φτωχοποίηση.

Εάν η θεωρία του Μαρξ για την καπιταλιστική εκμετάλλευση και οι ιδέες του για το πώς να τερματίσει την εκμετάλλευση και να καθιερώσει την καθολική ευημερία είναι εσφαλμένες σε βαθμό γελοιότητας, είναι σαφές ότι οποιαδήποτε θεωρία της ιστορίας που μπορεί να συναχθεί από αυτήν, είναι επίσης εσφαλμένη. Ή, σε περίπτωση που είναι σωστή, έχει προκύψει με τρόπο λανθασμένο. Αντί να ασχοληθούμε με το πιο χρονοβόρο καθήκον της επεξήγησης όλων των σφαλμάτων στο μαρξιστικό επιχείρημα, όπως εκτίθεται από τη θεωρία της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και καταλήγει με τη θεωρία της Ιστορίας που παρουσίασα νωρίτερα, θα κάνω εδώ μια συντόμευση. Θα περιγράψω τώρα με τον συντομότερο δυνατό τρόπο τη σωστή θεωρία της εκμετάλλευσης – της Αυστριακής Σχολής των Mises και Rothbard . Θα δώσω ένα επεξηγηματικό περίγραμμα του πώς αυτή η θεωρία έχει νόημα μέσα από την ταξική θεωρία της Ιστορίας. Και στην πορεία θα δώσω έμφαση σε κάποιες κρίσιμες διαφορές μεταξύ αυτής της Αυστριακής ταξικής θεωρίας και της μαρξιστικής, και επίσης θα καταδείξω κάποιες διανοητικές συγγένειες μεταξύ της Αυστριακής Σχολής και του Μαρξισμού, που πηγάζουν από την κοινή τους πεποίθηση ότι πράγματι υπάρχει κάποια εκμετάλλευση και κάποια άρχουσα τάξη.9

Το σημείο εκκίνησης της Αυστριακής θεωρίας της εκμετάλλευσης είναι απλό και κατανοητό, όπως θα έπρεπε να είναι. Στην πραγματικότητα, έχει ήδη καθιερωθεί μέσω της ανάλυσης της μαρξιστικής θεωρίας: Η εκμετάλλευση χαρακτήριζε τη σχέση μεταξύ σκλάβου και αφέντη, και μεταξύ πληβείου και φεουδάρχη. Όμως καμία εκμετάλλευση δεν ήταν δυνατή υπό ένα σύστημα αμιγούς καπιταλισμού. Ποια είναι η βασική διαφορά μεταξύ αυτών των δύο περιπτώσεων; Η απάντηση είναι: η αναγνώριση ή, η μη αναγνώριση, του αξιώματος της αρχικής οικειοποίησης (homesteading). Ο πληβείος υπό τη φεουδαρχία υφίσταται εκμετάλλευση επειδή δεν έχει αποκλειστικό έλεγχο στη γη που οικειοποιήθηκε πρώτος, και ο σκλάβος επειδή δεν έχει τον αποκλειστικό έλεγχο στο δικό του σώμα. Εάν, σε αντίθεση με τα προαναφερθέντα, ο καθένας έχει τον αποκλειστικό έλεγχο του σώματός του (είναι ελεύθερος εργάτης, δηλαδή) και ενεργεί σύμφωνα με την αρχή της αρχικής οικειοποίησης γης (homesteading), δεν μπορεί να υπάρξει καμία εκμετάλλευση. Από λογική άποψη είναι εξωφρενικό να ισχυριζόμαστε ότι ένα άτομο που οικειοποιήθηκε αγαθά που δεν είχε οικειοποιηθεί στο παρελθόν οποιοσδήποτε άλλος, ή που χρησιμοποιεί τέτοια αγαθά για την παραγωγή μελλοντικών αγαθών, ή που αποταμιεύει επί του παρόντος οικειοποιημένα ή παραχθέντα αγαθά για να αυξήσει τη μελλοντική προσφορά αγαθών, θα μπορούσε εκμεταλλευτεί έτσι οποιονδήποτε. Τίποτα δεν έχει αφαιρεθεί από κανέναν σε αυτήν τη διαδικασία, και έχουν δημιουργηθεί επιπλέον προϊόντα. Και θα ήταν εξίσου παράλογο να ισχυριστεί κανείς ότι μια συμφωνία μεταξύ διαφορετικών αρχικών ιδιοκτητών, αποταμιευτών και παραγωγών σχετικά με τα αποκτημένα δίχως εκμετάλλευση αγαθά ή τις υπηρεσίες τους θα μπορούσε ενδεχομένως να εμπεριέχει οποιαδήποτε αδικία. Αντιθέτως, η εκμετάλλευση λαμβάνει χώρα όποτε υπάρχει οποιαδήποτε παρέκκλιση από την αρχή της οικειοποίησης. Εκμετάλλευση υπάρχει κάθε φορά που ένα άτομο διεκδικεί με επιτυχία τον μερικό ή πλήρη έλεγχο των σπάνιων πόρων που δεν έχει οικειοποιηθεί, αποταμιεύσει ή παραγάγει, ή που δεν έχει αποκτήσει συναινετικά από έναν προηγούμενο παραγωγό-ιδιοκτήτη. Η εκμετάλλευση είναι η απαλλοτρίωση των ιδιόκτητων πόρων, των παραγωγών και των αποταμιευτών από μεταγενέστερους μη αρχικούς ιδιοκτήτες, μη παραγωγούς, μη αποταμιευτές και μη συμβαλλόμενους. Είναι η απαλλοτρίωση της περιουσίας ατόμων των οποίων οι αξιώσεις ιδιοκτησίας στηρίζονται σε εργασία και συμβόλαια, από άτομα των οποίων οι αξιώσεις προέρχονται από αέρα κοπανιστό και αδιαφορούν για την εργασία και τις συμβάσεις των άλλων.10

Περιττό να πούμε ότι η εκμετάλλευση που ορίζεται έτσι είναι στην πραγματικότητα αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας. Κάποιος μπορεί να αποκτήσει και να αυξήσει τον πλούτο του είτε μέσω της αρχικής οικειοποίησης- homesteading, της παραγωγής, της αποταμίευσης, της σύναψης συμβάσεων, ή,  με την απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας των αρχικών ιδιοκτητών, των παραγωγών, των αποταμιευτών ή των συμβαλλόμενων. Δεν υπάρχουν άλλοι τρόποι. Και οι δύο μέθοδοι είναι φυσικές για την ανθρωπότητα. Παράλληλα με την αρχική οικειοποίηση/homesteading, την παραγωγή και τη σύναψη συμβάσεων, υπήρχαν πάντοτε μη παραγωγικές και μη συμβολαιακές αποκτήσεις ιδιοκτησίας. Και κατά τη διάρκεια της οικονομικής ανάπτυξης, όπως οι παραγωγοί και οι συμβαλλόμενοι μπορούν να σχηματίσουν επιχειρήσεις και εταιρείες, έτσι και οι εκμεταλλευτές μπορούν να συνδυαστούν σε μεγάλες επιχειρήσεις εκμετάλλευσης: σε κυβερνήσεις και κράτη. Η άρχουσα τάξη (η οποία μπορεί με τη σειρά της να είναι στρωματοποιημένη εσωτερικά) αποτελείται αρχικά από τα μέλη μιας τέτοιας εκμεταλλευτικής οργάνωσης. Και με μια άρχουσα τάξη που είναι εγκατεστημένη σε μια δεδομένη περιοχή και ασχολείται με την απαλλοτρίωση οικονομικών πόρων από μια τάξη παραγωγών που υφίστανται εκμετάλλευση, το επίκεντρο όλης της ιστορίας γίνεται πράγματι ο αγώνας μεταξύ των εκμεταλλευτών και των εκμεταλλευόμενων. Η Ιστορία, λοιπόν, όπως σωστά λέγεται, είναι ουσιαστικά η ιστορία των νικών και των ήττων των κυβερνώντων στην προσπάθειά τους να μεγιστοποιήσουν το εκμεταλλευτικά αποκτημένο τους εισόδημα, και των κυβερνώμενων στην προσπάθειά τους να αντισταθούν και να αντιστρέψουν αυτήν την τάση. Σε αυτήν την εκτίμηση της Ιστορίας συμφωνούν οι Αυστριακοί και οι μαρξιστές, και γι ‘αυτό υπάρχει μια αξιοσημείωτη πνευματική συγγένεια μεταξύ των αυστριακών και των μαρξιστικών ιστορικών ερευνών. Αμφότεροι αντιτίθενται σε μια ιστοριογραφία που αναγνωρίζει μόνο τη δράση ή την αλληλεπίδραση, οικονομικά και ηθικά, όλων ισότιμα. Αμφότεροι αντιτίθενται σε μια ιστοριογραφία που αντί να υιοθετεί μια τέτοια ουδέτερη στάση, πιστεύει ότι οι αυθαίρετα καθιερωμένες υποκειμενικές αξιολογικές κρίσεις κάποιου πρέπει να παρέχουν το πλαίσιο για τις ιστορικές αφηγήσεις. Αντίθετα, η Ιστορία πρέπει να ειπωθεί με όρους ελευθερίας και εκμετάλλευσης, παρασιτισμού και φτωχοποίησης, ιδιωτικής ιδιοκτησίας και καταστροφής της – αλλιώς είναι μια ψεύτικη Ιστορία.11

Ενώ οι παραγωγικές επιχειρήσεις εμφανίζονται ή εξαφανίζονται λόγω της εθελοντικής κοινωνικής υποστήριξής τους, ή της απουσίας κοινωνικής υποστήριξης, μια άρχουσα τάξη δεν έρχεται ποτέ στην εξουσία επειδή υπάρχει ζήτηση για αυτήν, ούτε παραιτείται όταν απαιτείται η παραίτησή της. Δεν μπορεί κανείς να υποστηρίξει με κανένα τρόπο το φαντασιοκόπημα ότι οι αρχικοί ιδιοκτήτες, οι παραγωγοί, οι αποταμιευτές και οι αμοιβαία συμβαλλόμενοι ζήτησαν την απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας τους. Πρέπει να αναγκαστούν να την αποδεχτούν και αυτό αποδεικνύει τελεσίδικα ότι μια εταιρεία εκμετάλλευσης δεν έχει καμία ζήτηση. Ούτε μπορεί να πει κανείς ότι μια άρχουσα τάξη μπορεί να αποκαθηλωθεί με το να απέχουμε από τις συναλλαγές με αυτήν, με τον ίδιο τρόπο όπως μπορεί να αποκαθηλωθεί μια παραγωγική επιχείρηση. Γιατί η άρχουσα τάξη αποκτά το εισόδημά της μέσω μη παραγωγικών και μη συναινετικών συναλλαγών και έτσι δεν επηρεάζεται από οποιοδήποτε μποϊκοτάζ. Αντίθετα, αυτό που καθιστά δυνατή την ανάδυση μιας εκμεταλλευτικής οργάνωσης και το μόνο που μπορεί να την γκρεμίσει, είναι μια συγκεκριμένη κατάσταση της κοινής γνώμης ή, με την μαρξιστική ορολογία, μια συγκεκριμένη κατάσταση ταξικής συνείδησης.

Ένας εκμεταλλευτής δημιουργεί θύματα, και τα θύματα είναι δυνητικοί εχθροί. Είναι όντως πιθανό αυτή η αντίσταση να διαλυθεί οριστικά με τη βία στην περίπτωση μιας ομάδας ανθρώπων, που εκμεταλλεύονται μια άλλη ομάδα περίπου του ίδιου μεγέθους. Ωστόσο, απαιτείται κάτι περισσότερο από την ισχύ, για να επεκταθεί η εκμετάλλευση μιας ομάδας ανθρώπων επί ενός πληθυσμού με πολλαπλάσιο μέγεθος από το δικό της. Για να συμβεί αυτό, μια εκμεταλλευτική επιχείρηση πρέπει επίσης να διαθέτει την υποστήριξη του πλήθους. Η πλειονότητα του πληθυσμού πρέπει να αποδεχθεί τις εκμεταλλευτικές ενέργειες ως νόμιμες. Αυτή η αποδοχή μπορεί να κυμαίνεται από τον ενεργό ενθουσιασμό έως την παθητική παραίτηση. Αλλά πρέπει να είναι αποδοχή, με την έννοια ότι η πλειοψηφία πρέπει να έχει εγκαταλείψει την ιδέα της ενεργητικής ή της παθητικής αντίστασης σε οποιαδήποτε απόπειρα επιβολής μη παραγωγικής και μη συναινετικής απόκτησης ιδιοκτησίας. Η ταξική συνείδηση ​​πρέπει να είναι χαμηλή, υπανάπτυκτη και συγκεχυμένη. Μόνο όσο διαρκεί αυτή η κατάσταση πραγμάτων, υπάρχει ακόμη το περιθώριο για να ευδοκιμήσει μια εκμεταλλευτική επιχείρηση, ακόμη και αν δεν υπάρχει πραγματική ζήτηση για αυτήν. Μόνο εάν, και στο βαθμό που, οι εκμεταλλευόμενοι και οι λεηλατούμενοι αναπτύξουν μια ξεκάθαρη αντίληψη της κατάστασής τους και ενωθούν με άλλα μέλη της τάξης τους μέσω ενός ιδεολογικού κινήματος που εκφράζει την ιδέα μιας κοινωνίας χωρίς τάξεις όπου καταργείται κάθε εκμετάλλευση, μπορεί να σπάσει η δύναμη της άρχουσας τάξης. Μόνο εάν, και στο βαθμό που, η πλειοψηφία του υπό εκμετάλλευση πλήθους συμμετάσχει συνειδητά σε ένα τέτοιο κίνημα και, κατά συνέπεια, εκφράσει μια κοινή κατακραυγή για όλες τις μη παραγωγικές ή μη συναινετικές μορφές απόκτησης περιουσιακών στοιχείων, δείξει περιφρόνηση για όλους όσους εμπλέκονται σε τέτοιες πράξεις, και σκόπιμα δεν συνεισφέρει τίποτα για να τους βοηθήσει να επιτύχουν (για να μην αναφέρουμε ενεργά την παρεμπόδισή τους), μπορεί η ισχύς τους να συντριβεί.

Η σταδιακή κατάργηση της φεουδαρχικής και απολυταρχικής εξουσίας και η άνοδος των ολοένα και πιο καπιταλιστικών κοινωνιών στη Δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ, και μαζί με αυτά, η άνευ προηγουμένου οικονομική ανάπτυξη και ο αυξανόμενος πληθυσμός, ήταν το αποτέλεσμα μιας αυξανόμενης ταξικής συνείδησης μεταξύ των εκμεταλλευόμενων, οι οποίοι ήταν ιδεολογικά διαμορφωμένοι από κοινού μέσα από τα δόγματα των φυσικών δικαιωμάτων και του φιλελευθερισμού. Σε αυτό συμφωνούν Αυστριακοί και Μαρξιστές.12 Διαφωνούν, ωστόσο, σχετικά με την επόμενη εκτίμηση: Η αναστροφή αυτής της διαδικασίας απελευθέρωσης και τα σταθερά αυξανόμενα επίπεδα εκμετάλλευσης σε αυτές τις κοινωνίες από το τελευταίο τρίτο του δέκατου ένατου αιώνα και μετά, και ιδιαίτερα έντονα μετά από τον Α ‘Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι αποτέλεσμα της απώλειας της ταξικής συνείδησης . Στην πραγματικότητα, κατά την αυστριακή άποψη, ο μαρξισμός πρέπει να αποδεχθεί ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης για αυτήν την εξέλιξη, καθώς έστρεψε εσφαλμένα την προσοχή από το πραγματικό μοντέλο εκμετάλλευσης του αρχικού ιδιοκτήτη-παραγωγού-αποταμιευτή-αμοιβαία συμβαλλόμενου, έναντι του μη αρχικού ιδιοκτήτη, μη παραγωγού, μη αποταμιευτή, στο παραπλανητικό μοντέλο του μισθωτού εναντίον του καπιταλιστή, συγχέοντας έτσι τελείως τα πράγματα.13

Η εγκαθίδρυση μιας άρχουσας τάξης πάνω από μία εκμεταλλευόμενη τάξη, με πολλαπλάσιο μέγεθος από το δικό της, μέσω του εξαναγκασμού και της χειραγώγησης της κοινής γνώμης (δηλαδή, χάρη σ’ έναν χαμηλό βαθμό ταξικής συνείδησης μεταξύ των εκμεταλλευόμενων), βρίσκει την πιο βασική θεσμική έκφρασή της στη δημιουργία ενός συστήματος κοινού δικαίου, που τίθεται πάνω από το ιδιωτικό δίκαιο. Η άρχουσα τάξη διαχωρίζει και προστατεύει τη θέση της ως άρχουσας τάξης υιοθετώντας ένα Σύνταγμα για τη λειτουργία της επιχείρησής της. Αφ’ ενός, επισημοποιώντας τις εσωτερικές επιχειρήσεις εντός του κρατικού μηχανισμού καθώς και τις σχέσεις της έναντι του υπό εκμετάλλευση πληθυσμού, ένα Σύνταγμα δημιουργεί κάποιο βαθμό νομικής σταθερότητας. Όσο πιο οικείες και δημοφιλείς είναι οι ιδέες του ιδιωτικού δικαίου που ενσωματώνονται στο συνταγματικό και το κοινό δίκαιο, τόσο πιο πρόσφορες θα είναι για τη δημιουργία μιας ευνοϊκής κοινής γνώμης. Αφ ‘ετέρου, οποιοδήποτε Σύνταγμα και κοινό δίκαιο επισημοποιεί επίσης το παραδειγματικό καθεστώς της άρχουσας τάξης όσον αφορά την αρχή της πρώτης οικειοποίησης. Επισημοποιεί το δικαίωμα των εκπροσώπων του κράτους να εμπλέκονται σε μη παραγωγικές και μη συναινετικές μορφές απόκτησης ιδιοκτησίας και στην απόλυτη υπαγωγή του ιδιωτικού στο δημόσιο δίκαιο.

Η ταξική δικαιοσύνη, δηλαδή ένας δυϊσμός ενός συνόλου νόμων για τους κυβερνώμενους, και ενός άλλου συνόλου νόμων για τους κυβερνώντες, εκδηλώνεται σε αυτόν τον δυϊσμό του δημοσίου και του ιδιωτικού δικαίου και στην κυριαρχία και διείσδυση του δημοσίου δικαίου υπεράνω και εντός του ιδιωτικού δικαίου. Η ταξική δικαιοσύνη έχει επιβληθεί, όχι επειδή τα δικαιώματα ιδιωτικής ιδιοκτησίας αναγνωρίζονται από το νόμο -όπως πιστεύουν οι μαρξιστές- αντίθετα, η ταξική δικαιοσύνη δημιουργείται ακριβώς όταν υπάρχει νομική διάκριση μεταξύ μιας τάξης προσώπων που ενεργούν υπό, και προστατεύονται από, το δημόσιο δίκαιο, και μιας άλλης τάξης που ενεργεί υπό και προστατεύεται από κάποιο υποδεέστερο ιδιωτικό δίκαιο. Πιο συγκεκριμένα λοιπόν, ο βασικός ισχυρισμός της μαρξιστικής θεωρίας για το κράτος είναι ιδιαζόντως εσφαλμένος. Το κράτος δεν είναι εκμεταλλευτικό επειδή προστατεύει τα δικαιώματα ιδιοκτησίας των καπιταλιστών, αλλά επειδή το ίδιο εξαιρείται από τον περιορισμό του να πρέπει να αποκτά την ιδιοκτησία του με παραγωγικό και συναινετικό τρόπο.14

Παρά αυτήν τη θεμελιωδώς εσφαλμένη αντίληψη, ωστόσο, ο μαρξισμός, επειδή ερμηνεύει σωστά το κράτος ως εκμεταλλευτικό (αντίθετα, για παράδειγμα, με τη Σχολή Δημόσιας Επιλογής, η οποία το βλέπει ως μια κανονική οργάνωση, μεταξύ άλλων),15 έχει κάποια αξιόλογη επίγνωση της λογικής των κρατικών λειτουργιών. Γιατί τουλάχιστον, αναγνωρίζει τη στρατηγική λειτουργία των αναδιανεμητικών πολιτικών του κράτους. Ως εκμεταλλευτική επιχείρηση, το κράτος πρέπει ανά πάσα στιγμή να ενδιαφέρεται να επικρατεί ένας χαμηλός βαθμός ταξικής συνείδησης μεταξύ των κυβερνώμενων. Η αναδιανομή της περιουσίας και του εισοδήματος – μια πολιτική του διαίρει και βασίλευε– είναι τα μέσα του κράτους με τα οποία μπορεί να δημιουργεί τον διχασμό μεταξύ του κοινού και να καταστρέφει τον σχηματισμό μιας ενοποιητικής ταξικής συνείδησης μεταξύ των εκμεταλλευόμενων. Επιπλέον, η ανακατανομή της ίδιας της κρατικής εξουσίας μέσω του εκδημοκρατισμού του κρατικού συντάγματος και του ανοίγματος κάθε κυβερνητικής θέσης σε όλους και της παραχώρησης σε όλους του δικαιώματος συμμετοχής στον προσδιορισμό του κρατικού προσωπικού και της κρατικής πολιτικής, είναι ένα μέσο για τη μείωση της αντίστασης κατά της εκμετάλλευσης ως έχει. Δεύτερον, το κράτος είναι πράγματι, όπως το βλέπουν οι μαρξιστές, το μεγάλο κέντρο ιδεολογικής προπαγάνδας και εξαπάτησης: «Η εκμετάλλευση είναι στην πραγματικότητα ελευθερία. Οι φόροι είναι στην πραγματικότητα εθελοντικές εισφορές. Οι μη συναινετικές σχέσεις είναι στην πραγματικότητα «εννοιολογικά» συναινετικές. Κανείς δεν κυβερνάται από κανέναν, αλλά όλοι κυβερνάμε τον εαυτό μας Χωρίς το κράτος δεν θα υπήρχε ούτε νόμος ούτε ασφάλεια και οι φτωχοί θα πέθαιναν.»16 Και τέλος, οι μαρξιστές έχουν επίσης δίκιο να παρατηρούν την στενή σχέση μεταξύ κράτους και επιχειρήσεων, ειδικά της τραπεζικής ελίτ – παρόλο που η ερμηνεία τους για αυτήν είναι εσφαλμένη. Ο λόγος δεν είναι ότι το αστικό κατεστημένο βλέπει και υποστηρίζει το κράτος ως εγγυητή των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων  και των συμβολαίων. Αντίθετα, το κατεστημένο αντιλαμβάνεται σωστά το κράτος ως τον αντίποδα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας που όντως είναι, και ενδιαφέρεται πολύ γι ‘αυτό για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Όσο πιο επιτυχημένη είναι μια επιχείρηση, τόσο μεγαλύτερος είναι ο δυνητικός κίνδυνος της κρατικής εκμετάλλευσης, αλλά τόσο μεγαλύτερα είναι και τα πιθανά κέρδη που μπορούν να επιτευχθούν εάν μπορεί να τεθεί υπό την ειδική προστασία της κυβέρνησης και να απαλλαχθεί από το πλήρες βάρος του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Γι ‘αυτό το επιχειρηματικό κατεστημένο ενδιαφέρεται για το κράτος και για τη διείσδυσή του σε αυτό. Η κυρίαρχη ελίτ με τη σειρά της ενδιαφέρεται για τη στενή συνεργασία με το επιχειρηματικό κατεστημένο λόγω των οικονομικών της εξουσιών. Συγκεκριμένα, η τραπεζική ελίτ έχει ενδιαφέρον γιατί ως εκμεταλλευτική οργάνωση το κράτος επιθυμεί εύλογα να έχει πλήρη αυτονομία για την παραχάραξη του νομίσματος [ενν. μέσω νομισματικού πληθωρισμού].

Επιχειρώντας να ξεπεράσει την τραπεζική ελίτ στις δικές της πληθωριστικές παραχαράξεις και να της επιτρέψει να παραχαράξει την αξία του χρήματος επιπροσθέτως των δικών του πλαστών τραπεζογραμματιών υπό ένα καθεστώς κλασματικών αποθεματικών τραπεζών, το κράτος μπορεί εύκολα να επιτύχει αυτόν τον στόχο και να δημιουργήσει ένα σύστημα κρατικά μονοπωλούμενου χρήματος και καρτελοποιημένων τραπεζικών εργασιών που ελέγχονται από την κεντρική τράπεζα. Και μέσω αυτής της άμεσης σύνδεσης με το τραπεζικό σύστημα και κατ ‘επέκταση των μεγάλων πελατών των τραπεζών, η άρχουσα τάξη εκτείνεται στην πραγματικότητα πολύ πιο πέρα ​​από τον κρατικό μηχανισμό στην ίδια την σπονδυλική στήλη της κοινωνίας των πολιτών – όχι τόσο πολύ διαφορετικά, τουλάχιστον στην εμφάνιση, από την εικόνα που οι μαρξιστές αρέσκονται να δίνουν για τη συνεργασία μεταξύ τραπεζών, επιχειρηματικών ελίτ και κράτους.17

Ο ανταγωνισμός εντός της άρχουσας τάξης και μεταξύ διαφορετικών αρχουσών τάξεων επιφέρει μια τάση για αύξηση του συγκεντρωτισμού. Ο μαρξισμός έχει δίκιο σ’ αυτό. Ωστόσο, η ελαττωματική του θεωρία της εκμετάλλευσης τον οδηγεί και πάλι να εντοπίσει την αιτία αυτής της τάσης στο λάθος μέρος. Ο μαρξισμός βλέπει μια τέτοια τάση ως εγγενή στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό. Ωστόσο, ακριβώς όσο οι άνθρωποι συμμετέχουν σε έναν αμιγή καπιταλισμό, που ο ανταγωνισμός δεν είναι μια μορφή αλληλεπίδρασης μηδενικού αθροίσματος, ο αρχικός ιδιοκτήτης, ο παραγωγός, ο αποταμιευτής και ο συμβαλλόμενος δεν κερδίζουν εις βάρος κάποιου άλλου. Τα κέρδη τους είτε αφήνουν εντελώς αμετάβλητα τα φυσικά αγαθά των άλλων, είτε συνεπάγονται αμοιβαία οφέλη (όπως στην περίπτωση όλων των συναινετικών ανταλλαγών). Ο καπιταλισμός μπορεί έτσι να επιφέρει την αύξηση του απόλυτου πλούτου. Αλλά υπό συνθήκες καπιταλισμού δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει κάποια συστηματική τάση προς μια σχετική συγκέντρωση πλούτου.18 Αντίθετα, οι αλληλεπιδράσεις μηδενικού αθροίσματος χαρακτηρίζουν όχι μόνο τη σχέση μεταξύ των κυβερνώντων και των κυβερνώμενων, αλλά και μεταξύ ανταγωνιστικών κυβερνώντων. Η εκμετάλλευση, που ορίζεται ως η μη παραγωγική και μη συναινετική απόκτηση περιουσιακών στοιχείων, είναι δυνατή μόνο εφόσον υπάρχει κάτι που μπορεί να απαλλοτριωθεί. Ωστόσο, εάν υπήρχε ελεύθερος ανταγωνισμός στην επιχείρηση εκμετάλλευσης, προφανώς δεν θα είχε απομείνει τίποτα για να απαλλοτριωθεί. Επομένως, η εκμετάλλευση απαιτεί ένα μονοπώλιο σε κάποια δεδομένη περιοχή και πληθυσμό. Και ο ανταγωνισμός μεταξύ των εκμεταλλευτών είναι από την ίδια του τη φύση εξοντωτικός, και επιφέρει μοιραία μια τάση για σχετική συγκέντρωση των εκμεταλλευτικών επιχειρήσεων καθώς και μια τάση για συγκεντρωτισμό εντός κάθε εκμεταλλευτικής επιχείρησης. Η ανάπτυξη των κρατών αντί των καπιταλιστικών εταιρειών μας παρέχει την βασική απεικόνιση αυτής της τάσης: Υπάρχει τώρα ένας πολύ μικρότερος αριθμός κρατών με εκμεταλλευτικό έλεγχο σε πολύ μεγαλύτερες εδαφικές εκτάσεις από ό,τι τους προηγούμενους αιώνες. Και σε κάθε κρατικό μηχανισμό υπήρξε πράγματι μια συνεχής τάση αύξησης των εξουσιών της κεντρικής κυβέρνησης σε βάρος των περιφερειακών και τοπικών υποδιαιρέσεών της. Ωστόσο, έξω από την κρατική μηχανή, η τάση για σχετικό συγκεντρωτισμό έχει επίσης γίνει εμφανής για τον ίδιο λόγο. Όχι, –όπως θα έπρεπε να είναι σαφές τώρα- λόγω οποιουδήποτε χαρακτηριστικού που ενυπάρχει στον καπιταλισμό, αλλά επειδή η άρχουσα τάξη έχει επεκτείνει την κυριαρχία της στην κοινωνία των πολιτών μέσω της δημιουργίας ενός συνασπισμού κράτους-τραπεζών-εταιρειών και ιδίως μέσω της δημιουργίας ενός συστήματος κεντρικής τραπεζιτικής. Εάν λαμβάνει χώρα λοιπόν η συγκέντρωση και ο συγκεντρωτισμός της κρατικής εξουσίας, είναι φυσικό να συνοδεύεται από μια παράλληλη διαδικασία σχετικής συγκέντρωσης και σύμπραξης τραπεζών και βιομηχανίας. Μαζί με τις αυξημένες κρατικές εξουσίες, αυξάνεται η εξουσία των διαπλεκόμενων τραπεζών και επιχειρήσεων να εξαλείφουν ή να θέτουν τους οικονομικούς ανταγωνιστές τους σε μειονεκτική θέση μέσω μη παραγωγικών ή/και μη συναινετικών απαλλοτριώσεων. Η συγκέντρωση των επιχειρήσεων είναι η αντανάκλαση μιας «κρατικο-ποίησης» της οικονομικής ζωής.19

Το πρωταρχικό μέσο για την επέκταση της κρατικής εξουσίας και την εξάλειψη των αντίπαλων κέντρων εκμετάλλευσης είναι ο πόλεμος και η στρατιωτική κυριαρχία. Ο διακρατικός ανταγωνισμός συνεπάγεται τάση για πόλεμο και ιμπεριαλισμό. Ως κέντρα εκμετάλλευσης τα ενδιαφέροντά τους είναι από τη φύση τους ανταγωνιστικά. Επιπλέον, με καθένα από αυτά – εσωτερικά – να διοικεί τον οργανισμό φορολόγησης και να έχει την απόλυτη εξουσία υποτίμησης του νομίσματος, είναι δυνατόν για τις άρχουσες τάξεις να κάνουν τους άλλους να πληρώσουν για τους πολέμους τους. Φυσικά, εάν κάποιος δεν χρειάζεται να πληρώσει ο ίδιος για τις ριψοκίνδυνες επιχειρήσεις του, αλλά μπορεί να αναγκάσει τους άλλους να το πράξουν, τότε τείνει να είναι πιο ευεπίφορος στην ανάληψη κινδύνου και να είναι πιο πολεμοχαρής, από ό, τι θα ήταν κανονικά.20 Ο μαρξισμός, σε αντίθεση με πολλές από τις λεγόμενες αστικές κοινωνικές επιστήμες, διαβάζει τα γεγονότα σωστά: υπάρχει πράγματι μια τάση προς τον ιμπεριαλισμό που λειτουργεί στην Ιστορία. και οι σημαντικότερες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις είναι πράγματι τα πιο προηγμένα καπιταλιστικά έθνη. Ωστόσο, η εξήγηση είναι και πάλι ελαττωματική. Είναι το κράτος ως θεσμός που εξαιρείται από τους καπιταλιστικούς κανόνες της απόκτησης περιουσιακών στοιχείων που είναι εκ φύσεως επιθετικό. Και οι ιστορικές ενδείξεις μιας στενής συσχέτισης μεταξύ του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού φαινομενικά έρχονται σε αντίθεση με αυτό. Βρίσκει την εξήγησή του, αρκετά εύκολα, στο γεγονός ότι για να βγει επιτυχώς από διακρατικούς πολέμους, ένα κράτος πρέπει να έχει τη διοίκηση επαρκών (σε σχετικούς όρους) οικονομικών πόρων. Ceteris paribus, το κράτος με τους περισσότερους άφθονους πόρους θα κερδίσει. Ως εκμεταλλευτική εταιρεία, ένα κράτος είναι εκ φύσεως καταστρεπτικό του πλούτου και της συσσώρευσης κεφαλαίου. Ο πλούτος παράγεται αποκλειστικά από την κοινωνία των πολιτών, και όσο ασθενέστερες είναι οι εκμεταλλευτικές δυνάμεις του κράτους, τόσο περισσότερος πλούτος και κοινωνικό κεφάλαιο συσσωρεύονται. Έτσι, όσο παράδοξο κι αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως, όσο πιο αδύναμο ή πιο φιλελεύθερο είναι ένα κράτος εσωτερικά, τόσο περισσότερο αναπτυγμένος είναι ο καπιταλισμός του. Μια ανεπτυγμένη καπιταλιστική οικονομία με άφθονους πόρους προς άντληση, κάνει το κράτος πλουσιότερο · και ένα πλουσιότερο κράτος στη συνέχεια κάνει πολύ περισσότερους και πιο επιτυχημένους επεκτατικούς πολέμους. Αυτή η σχέση εξηγεί γιατί αρχικά τα κράτη της Δυτικής Ευρώπης, και ιδίως η Μεγάλη Βρετανία, ήταν οι ηγετικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, και γιατί τον 20ο αιώνα αυτόν τον ρόλο τον ανέλαβαν οι ΗΠΑ.

Και μια εξίσου απλή, και για άλλη μια φορά εντελώς μη-μαρξιστική εξήγηση υπάρχει για την παρατήρηση που κάνουν πάντα οι μαρξιστές, ότι το τραπεζιτικό και επιχειρηματικό κατεστημένο είναι συνήθως μεταξύ των πιο ένθερμων υποστηρικτών της στρατιωτικής ισχύος και του ιμπεριαλιστικού επεκτατισμού. Δεν οφείλεται στο γεγονός ότι η επέκταση των καπιταλιστικών αγορών απαιτεί κάποια εκμετάλλευση, αλλά στο ότι η επέκταση των κρατικά προστατευόμενων και ευνοούμενων επιχειρήσεων απαιτεί την επέκταση αυτής της προστασίας και σε ξένες χώρες και ότι οι ξένοι ανταγωνιστές παρεμποδίζονται μέσω μη συναινετικής και μη παραγωγικής απόκτησης ιδιοκτησίας με τον ίδιο τρόπο ή και πιο έντονα, όπως και στον εσωτερικό ανταγωνισμό. Συγκεκριμένα, το κατεστημένο υποστηρίζει τον ιμπεριαλισμό εάν αυτός υπόσχεται να οδηγήσει σε μια θέση στρατιωτικής κυριαρχίας του συμμάχου του κράτους επί ενός άλλου. Γιατί τότε, από μια θέση στρατιωτικής ισχύος, γίνεται εφικτό να καθιερωθεί ένα σύστημα νομισματικού ιμπεριαλισμού – όπως θα το αποκαλούσε κάποιος. Το κυρίαρχο κράτος θα χρησιμοποιήσει την υπέρτερη δύναμή του για να εφαρμόσει μια πολιτική διεθνούς συντονισμού του νομισματικού πληθωρισμού. Η δική του κεντρική τράπεζα θέτει το ρυθμό στη διαδικασία της υποτίμησης του νομίσματος και οι κεντρικές τράπεζες των υποτελών κρατών υποχρεούνται να χρησιμοποιούν το νόμισμά της ως δικό τους αποθεματικό και να το πληθωρίζουν επιπρόσθετα. Με αυτόν τον τρόπο, μαζί με το κυρίαρχο κράτος και ως οι πρώτοι αποδέκτες του πληθωρισμένου αποθεματικού νομίσματος, το διαπλεκόμενο τραπεζικό και επιχειρηματικό του κατεστημένο μπορεί να εμπλακεί σε μια σχεδόν αδάπανη απαλλοτρίωση ξένων ιδιοκτητών ακινήτων και παραγωγών εισοδήματος. Ένα διπλό επίπεδο εκμετάλλευσης ενός ξένου κράτους και μιας ξένης ελίτ πάνω από ένα εθνικό κράτος και μια εθνική ελίτ επιβάλλεται στην υπό εκμετάλλευση τάξη στις υποτελείς περιοχές, προκαλώντας παρατεταμένη οικονομική εξάρτηση και σχετική οικονομική στασιμότητα έναντι του κυρίαρχου κράτους.21

Τέλος, η αυξανόμενη κεφαλαιακή συγκέντρωση και ο συγκεντρωτισμός των εκμεταλλευτικών δυνάμεων οδηγεί σε οικονομική στασιμότητα και δημιουργεί έτσι τις αντικειμενικές προϋποθέσεις για την απόλυτη κατάργησή τους και την εγκαθίδρυση μιας αταξικής κοινωνίας ικανής να παράγει μια άνευ προηγουμένου οικονομική ευημερία.

Ωστόσο, σε αντίθεση με τους μαρξιστικούς ισχυρισμούς, αυτό δεν είναι αποτέλεσμα ιστορικών νόμων. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα, όπως οι αναπόδραστοι ιστορικοί νόμοι, όπως οι Μαρξιστές τους αντιλαμβάνονται.22 Ούτε είναι το αποτέλεσμα μιας τάσης για πτώση του ποσοστού κέρδους με αυξημένη οργανική σύνθεση κεφαλαίου (αύξηση της αναλογίας σταθερού προς μεταβλητό κεφάλαιο, δηλαδή), όπως πίστευε ο Μαρξ. Ακριβώς όπως η εργασιακή θεωρία της αξίας είναι εσφαλμένη και δεν επιδέχεται βελτίωση, το ίδιο είναι και ο νόμος της τάσης για πτώση του ποσοστού κέρδους, που βασίζεται σε αυτήν. Η πηγή της αξίας, του τόκου και του κέρδους δεν είναι η δαπάνη εργατοωρών, αλλά η δράση, δηλαδή η χρήση πεπερασμένων πόρων για την επίτευξη στόχων από δρώντες που περιορίζονται από την χρονική προτίμηση και την αβεβαιότητα, δηλαδή την ατελή γνώση. Δεν υπάρχει λόγος να υποθέτουμε, λοιπόν, ότι οι αλλαγές στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου θα πρέπει να έχουν συστηματική σχέση με τις αλλαγές στους τόκους και τα κέρδη.

Αντ ‘αυτού, η πιθανότητα κρίσεων που διεγείρουν την ανάπτυξη υψηλότερου βαθμού ταξικής συνείδησης (δηλαδή, οι υποκειμενικές συνθήκες για την ανατροπή της άρχουσας τάξης) αυξάνεται λόγω της – για να χρησιμοποιήσω έναν από τους αγαπημένους όρους του Μαρξ –  διαλεκτικής εκμετάλλευσης, στην οποία ήδη αναφέρθηκα νωρίτερα: Η εκμετάλλευση είναι καταστροφική για τον σχηματισμό πλούτου. Ως εκ τούτου, στον ανταγωνισμό των εκμεταλλευτικών εταιρειών (των κρατών), οι λιγότερο εκμεταλλευτικές ή πιο φιλελεύθερες τείνουν να υπερτερούν σε σχέση με τις περισσότερο εκμεταλλευτικές εταιρείες, διότι έχουν στη διάθεσή τους πιο άφθονους πόρους. Η διαδικασία του ιμπεριαλισμού έχει αρχικά μια σχετικά απελευθερωτική επίδραση στις κοινωνίες που βρίσκονται υπό τον έλεγχό της. Ένα σχετικά πιο καπιταλιστικό κοινωνικό μοντέλο εξάγεται σε σχετικά λιγότερο καπιταλιστικές (πιο εκμεταλλευτικές) κοινωνίες. Υποστηρίζεται η ανάπτυξη παραγωγικών δυνάμεων: προωθείται η οικονομική ολοκλήρωση, επεκτείνεται ο καταμερισμός της εργασίας και δημιουργείται μια πραγματική παγκόσμια αγορά. Ο πληθυσμός αυξάνεται ως αποτέλεσμα, και οι προσδοκίες όσον αφορά το οικονομικό μέλλον αυξάνονται σε πρωτοφανή ύψη.23 Με την σταθεροποίηση της εκμεταλλευτικής κυριαρχίας, και τον διακρατικό ανταγωνισμό να μειώνεται ή ακόμη και εξαλείφεται σε μια διαδικασία ιμπεριαλιστικού επεκτατισμού, ωστόσο, οι εξωτερικοί περιορισμοί στην εξουσία του κυρίαρχου κράτους για απαλλοτρίωση και εκμετάλλευση στο εσωτερικό του,  σταδιακά εξαφανίζονται. Η εσωτερική εκμετάλλευση, η φορολογία και οι κανονισμοί αρχίζουν να αυξάνονται όσο πλησιάζει η άρχουσα τάξη στον τελικό στόχο της παγκόσμιας κυριαρχίας. Αναπτύσσεται σταδιακά η οικονομική στασιμότητα  και οι – σε όλο τον κόσμο – υψηλότερες προσδοκίες διαψεύδονται. Και αυτό – οι υψηλές προσδοκίες και μια οικονομική πραγματικότητα που διαψεύδει όλο και περισσότερο αυτές τις προσδοκίες – είναι η κλασική συνθήκη για την εμφάνιση μιας επαναστατικής δυνατότητας.24 Εμφανίζεται μια απεγνωσμένη ανάγκη για ιδεολογικές λύσεις στις αναδυόμενες κρίσεις, μαζί με μια ευρύτερη αναγνώριση του γεγονότος ότι η κρατική εξουσία, η φορολογία και οι κανονισμοί – μακράν του να προσφέρουν μια τέτοια λύση – στην πραγματικότητα αποτελούν το ίδιο το πρόβλημα που πρέπει να ξεπεραστεί. Εάν σε αυτές τις συνθήκες οικονομικής στασιμότητας, κρίσεων και ιδεολογικής απογοήτευσης 25 προταθεί μια θετική λύση με τη μορφή μιας συστηματικής και ολοκληρωμένης φιλελεύθερης φιλοσοφίας, σε συνδυασμό με το οικονομικό αντίστοιχό της: τα αυστριακά οικονομικά · και αν αυτή η ιδεολογία διαδοθεί από ένα ακτιβιστικό κίνημα, τότε οι προοπτικές ανάφλεξης του επαναστατικού δυναμικού μέσω ακτιβισμού γίνονται εξαιρετικά θετικές και πολλά υποσχόμενες. Οι πιέσεις για αντίσταση θα αυξηθούν και θα προκαλέσουν μια ακαταμάχητη τάση να αποσυναρμολογηθεί η εξουσία της άρχουσας τάξης και του κράτους ως μέσου εκμετάλλευσης.26

Εάν και εφ’ όσον συμβεί αυτό, ωστόσο, δεν θα σημάνει την κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, σε αντίθεση με το μαρξιστικό μοντέλο. Στην πραγματικότητα, η κοινωνική ιδιοκτησία δεν είναι μόνο οικονομικά αναποτελεσματική όπως έχει ήδη εξηγηθεί. Είναι ασυμβίβαστη με την ιδέα ότι το κράτος «μαραίνεται».27 Διότι εάν τα μέσα παραγωγής κατέχονται συλλογικά και αν υποτεθεί ρεαλιστικά ότι δεν συμπίπτουν (σαν από θαύμα) οι ιδέες όλων σχετικά με τον τρόπο χρήσης αυτών των μέσων παραγωγής, τότε είναι ακριβώς οι κοινωνικά ιδιόκτητοι συντελεστές της παραγωγής που απαιτούν τη συνέχιση των κρατικών δράσεων, δηλαδή, έναν θεσμό που θα επιβάλλει βίαια τη θέληση ενός ατόμου σε ένα άλλο που διαφωνεί. Αντίθετα, η εξάλειψη του κράτους, και μαζί με αυτήν το τέλος της εκμετάλλευσης και η αρχή της ελευθερίας και της άνευ προηγουμένου οικονομικής ευημερίας, σημαίνει την καθιέρωση μιας κοινωνίας αμιγούς ιδιωτικής ιδιοκτησίας, που δεν ρυθμίζεται από τίποτα άλλο εκτός από το ιδιωτικό δίκαιο.

 

***

Ο Hans-Hermann Hoppe, είναι οικονομολόγος της Αυστριακής σχολής και αναρχοκαπιταλιστής φιλόσοφος με κοινωνικά συντηρητικές αρχές. Eίναι ομότιμος καθηγητής οικονομικών στο UNLV, διακεκριμένος ανώτερος συνεργάτης του Ινστιτούτου Mises, ιδρυτής και πρόεδρος της «κοινωνίας ιδιοκτησίας και ελευθερίας» και πρώην συντάκτης της εφημερίδας Journal of Libertarian studies. Είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων, μεταξύ των οποίων και το αριστούργημα: Democracy: The god that failed.

[Το παρόν δοκίμιο δημοσιεύτηκε στην περιοδική έκδοση The journal of libertarian studies Volume 9, Number 2 (1990) και αποτελεί επίσης το κεφάλαιο 4 του βιβλίου The Economics and Ethics of Private Property]

Σημειώσεις-βιβλιογραφία:

  1. Δείτε τα ακόλουθα Karl Marx και Frederic Engels, Το κομμμουνιστικό μανιφέστο (1848). Karl Marx, Das Kapital , 3 τόμοι. (1867, 1885, 1894) ως σύγχρονοι μαρξιστές, Ernest Mandel, Marx’s Economic Theory (Λονδίνο: Merlin, 1962). Του ιδίου, Late Capitalism (Λονδίνο: Νέα Αριστερά Βιβλία, 1975); Paul Baran και Paul Sweezy, Monopoly Capital (Νέα Υόρκη: Μηνιαίος Τύπος επισκόπησης, 1966). Από μια μη-μαρξιστική προοπτική, Leszek Kolakowski, Main Currents of Marxism (Oxford: Clarendon Press, 1995). G. Wetter, Sovietideologie heute (Φρανκφούρτη / Μ .: Fischer, 1962), τομ. 1; W. Leonhard, Sovietideologie heute (Φρανκφούρτη / Μ .: Fischer, 1962), τομ. 2.
  2. Marx και Engels, Το κομμουνιστικό μανιφέστο (κεφάλαιο 1ο)
  3. Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο (κεφάλαιο 2ο, τελευταίες 2 παράγραφοι). Frederic Engels, Von tier Autorität , στο Karl Marx και Frederic Engels, Ausgewählte Schriften , 2 τόμοι (Ανατολικό Βερολίνο: Dietz, 1953), τόμος 1, σ. 606. Του ιδίου, Die Entwicklung des Sozialismus von der Utopie zur Wissenschaft , ibid., τόμος. 2, σελ. 139.
  4. Βλέπε Marx, Το Κεφάλαιο, τόμος 1ος. Η πιο σύντομη παρουσίαση παρέχεται στο Lohn, Preis, Profit (1865). Στην πραγματικότητα, για να αποδειχθεί η πιο συγκεκριμένη μαρξιστική θέση ότι αποκλειστικά πάροχος των εργασιακών υπηρεσιών υφίσταται εκμετάλλευση (αλλά όχι ο ιδιοκτήτης του άλλου αρχικού συντελεστή της παραγωγής, δλδ της γης), θα χρειαζόταν ένα ακόμη επιχείρημα. Γιατί εάν ήταν αλήθεια ότι η απόκλιση μεταξύ των τιμών των συντελεστών παραγωγής και του παραγόμενου προϊόντος αποτελεί εκμεταλλευτική σχέση, αυτό θα έδειχνε μόνο ότι ο καπιταλιστής που ενοικιάζει υπηρεσίες εργασίας από έναν πάροχο εργασίας και υπηρεσίες γης από έναν ιδιοκτήτη γης, θα εκμεταλλευόταν είτε την εργασία είτε τη γη, ή και τα δύο ταυτόχρονα. Φυσικά, είναι η εργασιακή θεωρία της αξίας, η οποία υποτίθεται ότι παρέχει τον χαμένο κρίκο εδώ, προσπαθώντας να καθιερώσει την εργασία ως τη μοναδική πηγή αξίας. Θα απαλλάξω τον εαυτό μου από την ταλαιπωρία να απορρίψει αυτήν τη θεωρία. Λίγα άτομα παραμένουν σήμερα, ακόμη και μεταξύ εκείνων που ισχυρίζονται ότι είναι μαρξιστές, που δεν αναγνωρίζουν την αστοχία της εργασιακής θεωρίας της αξίας. Αντίθετα, θα δεχτώ για λόγους επιχειρηματολογίας την πρόταση που έγινε, για παράδειγμα, από τον αυτοανακηρυγμένο ως «αναλυτικό μαρξιστή» John Roemer (Μια  Γενική Θεωρία της Εκμετάλλευσης και των Τάξεων  [Cambridge, Mass .: Harvard University Press, 1982], του ιδίου, Value, Exploitation and Class [Λονδίνο: Harwood Academic Publishers, 1985] ) ότι η θεωρία της εκμετάλλευσης μπορεί να διαχωριστεί αναλυτικά από την εργασιακή θεωρία της αξίας και ότι μπορεί να διατυπωθεί μια «γενικευμένη θεωρία εκμετάλλευσης εμπορευμάτων» η οποία μπορεί να υποστηριχτεί ανεξάρτητα από το αν η θεωρία της αξίας της εργασίας είναι αληθής, ή όχι. Θέλω να δείξω ότι η μαρξιστική θεωρία της εκμετάλλευσης είναι ανόητη ακόμη κι αν κάποιος απαλλάσσει τους υποστηρικτές της από το να υποχρεωθούν να αποδείξουν την εργασιακή θεωρία της αξίας και, μάλιστα, ακόμη και αν η θεωρία της εργασίας της αξίας ήταν αληθής. Ακόμη και μια γενικευμένη θεωρία εκμετάλλευσης των εμπορευμάτων δεν παρέχει καμία διαφυγή από το συμπέρασμα ότι η μαρξιστική θεωρία της εκμετάλλευσης είναι εντελώς εσφαλμένη.
  5. Βλέπε Eugen von Böhm-Bawerk, The Exploitation Theory of Socialism-Communism (South Holland, Ill .: Libertarian Press,1975. idem, Shorter Classics of Böhm-Bawerk (South Holland, Ill: Libertarian Press, 1962).
  6. Ludwig von Mises, Human Action (Chicago: Regnery, 1966), σελ. 407; δείτε επίσης Murray N. Rothbard, Man, Economy, and State (Λος Άντζελες: Nash, 1970), σελ. 300-01.
  7. Δείτε τη θεωρία χρονικής προτίμησης του επιτοκίου, επιπρόσθετα από τα έργα που αναφέρονται στις σημειώσεις 5 και 6. Βλ. επίσης Frank Fetter, Capital, Interest and Rent (Κάνσας: Sheed Andrews and McMeel, 1977)
  8. Βλέπε Hans-Hermann Hoppe, A Theory of Socialism and Capitalism (Boston: Kluwer Academic Publishers, 1989). idem, Why Socialism Must Fail – Free Market (July 1988) idem, The Economics and Sociology of taxation – Journal des Economistes et des Etudes Humaines (1990) κεφ. 2.
  9. Οι συνεισφορές του Mises στη θεωρία της εκμετάλλευσης και των τάξεων είναι μη συστηματικές. Ωστόσο, σε όλα τα γραπτά του παρουσιάζει κοινωνιολογικές και ιστορικές ερμηνείες που είναι ταξικές αναλύσεις, αν και μόνο υπόρρητα. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ιδιαίτερα η οξυδερκής ανάλυσή του για τη συνεργασία μεταξύ κυβερνητικής και τραπεζικής ελίτ για την καταστροφή του κανόνα του χρυσού, προκειμένου να αυξηθούν οι πληθωριστικές τους δυνάμεις ως μέσο δόλιας, εκμεταλλευτικής αναδιανομής εισοδήματος και πλούτου προς όφελός τους. Δείτε για παράδειγμα τη Νομισματική Σταθεροποίηση και την Κυκλική Πολιτική του (1928) στο On the Manipulation of Money and Credit, ed. Percy Greaves (Dobbs Ferry, NY: Free Market Books,1978); idem, Socialism (Indianapolis: Liberty Fund, 1981), κεφάλαιο. 20. Του ιδίου, The Clash of Group Interests and Other Essays (New York: Center for Libertarian Studies, Occasional Paper Series No. 7, 1978). Ωστόσο, ο Mises δεν δίνει μια συστηματική υπόσταση στην ταξική ανάλυση και στη θεωρία της εκμετάλλευσης, διότι τελικά παρερμηνεύει την εκμετάλλευση ως απλώς ένα πνευματικό σφάλμα που μπορεί να διαλύσει η ορθή οικονομική λογική. Αδυνατεί να αναγνωρίσει πλήρως ότι η εκμετάλλευση είναι επίσης, και μάλλον ακόμα περισσότερο, ένα πρόβλημα ηθικής και κινήτρων,που υπάρχει ανεξάρτητα από κάθε οικονομική λογική. Ο Rothbard προσθέτει την διορατικότητά του στη δομή των αυστριακών οικονομικών του Mises, και κάνει την ανάλυση της εξουσίας και της εξουσίας των ελίτ αναπόσπαστο μέρος της οικονομικής θεωρίας και ιστορικών κοινωνιολογικών ερμηνειών και επεκτείνει συστηματικά την αυστριακή επιχειρηματολογία κατά της εκμετάλλευσης ώστε να συμπεριλάβει την ηθική εκτός από την οικονομική θεωρία, δηλαδή μια θεωρία δικαιοσύνης δίπλα σε μια θεωρία αποτελεσματικότητας έτσι ώστε η άρχουσα τάξη μπορεί επίσης να κατηγορηθεί και ως ανήθικη. Για τη θεωρία της εξουσίας, των τάξεων και της εκμετάλλευσης του Rothbard, δείτε συγκεκριμένα το δικό του Power and Market (Kansas City: Sheed Andrews and McMeel, 1977), For a New Liberty (New York: Macmillan, 1978). Του ιδίου, The Mystery of Banking (Νέα Υόρκη: Richardson and Snyder, 1983), America’s Great Depression (Kansas City:Sheed and Ward, 1975). Για τους σημαντικούς προδρόμους του 19ου αιώνα της αυστριακής ταξικής ανάλυσης, βλ. Leonard Liggio, «Charles Dunoyer and French Classical Liberalism», Journal of Libertarian Studies 1, αρ. 3 (1977); Ralph Raico, “Classical Liberal Exploitation Theory,” Journal of Libertarian Studies 1, no. 3 (1977), Mark Weinburg, “The Social Analysis of The Early 19th Century French Liberals: Say, Comte, and Dunoyer,” Journal of Libertarian Studies 2, no. 1 (1978); Joseph T. Salerno, “Comment on the French Liberal School,” Journal of Libertarian Studies 2, no. 1 (1978); David M. Hart, “Gustave de Molinari and the Anti-Statist Liberal Tradition,” 2 parts, Journal of Libertarian Studies 5, no 3 and 4 (1981).
  10. Βλ. επίσης Hoppe, A Theory of Socialism and Capitalism, The Justice of Economic Efficiency, Austrian Economics Newsletter 1 (1988) κεφ. 9., του ιδίου Μια ολοκληρωμένη ηθική αιτιολόγηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, Liberty (September 1988): infra κεφ. 10.
  11. Δείτε για αυτό το θέμα επίσης: Lord (John) Acton, Essays in the History of Liberty (Indianapolis: Liberty Fund, 1985); Franz Oppenheimer, System der Soziologie , τόμος II: Der Staat (Στουτγκάρδη: G. Fischer, 1964) Alexander Rüstow, Ελευθερία και Κυριαρχία (Princeton, NJ: Princeton University Press, 1986).
  12. Δείτε για το θέμα αυτό: Murray N. Rothbard, “Left and Right: The Prospects for Liberty,” in idem, Egalitarianism As a Revolt Against Nature and Other Essays (Washington, D.C.: Libertarian Review Press, 1974).
  13. Σε αντίθεση με ολόκληρη την σοσιαλιστική προπαγάνδα, η πλάνη της μαρξιστικής περιγραφής των καπιταλιστών και των εργατών ως ανταγωνιστικών τάξεων εκδηλώνεται επίσης σε ορισμένες εμπειρικές παρατηρήσεις: Λογικά μιλώντας, οι άνθρωποι μπορούν να ομαδοποιηθούν σε τάξεις με άπειρους διαφορετικούς τρόπους. Σύμφωνα με την κυρίαρχη θετικιστική μεθοδολογία (την οποία θεωρώ ψευδή, αλλά είμαι πρόθυμος να την αποδεχτώ εδώ για χάρη της συζήτησης), το καλύτερο σύστημα ταξινόμησης είναι εκείνο που μας βοηθά να κάνουμε καλύτερες προβλέψεις. Ωστόσο, η ταξινόμηση των ανθρώπων ως καπιταλιστών ή εργατών (ή ως εκπροσώπων διαφόρων βαθμών καπιταλιστικής ή εργατικής εργασίας) είναι πρακτικά άχρηστη για την πρόβλεψη της στάσης ενός ατόμου σε θεμελιώδη πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά θέματα. Σε αντίθεση με αυτό, η σωστή ταξινόμηση των ατόμων ως παραγωγών φόρων και κρατικά ρυθμιζόμενων  έναντι των καταναλωτών φόρων και ρυθμιζόντων (ή ως εκπροσώπων διαφορετικών βαθμών φορο-παραγωγών ή φορο-καταναλωτών) είναι πράγματι επίσης ισχυρός προγνωστικός παράγοντας. Οι κοινωνιολόγοι το έχουν παραβλέψει σε μεγάλο βαθμό λόγω των σχεδόν καθολικά κοινών μαρξιστικών τους προκαταλήψεων. Αλλά η καθημερινή εμπειρία επιβεβαιώνει κατά πολύ τη θέση του δοκιμίου μου: Ανακαλύψτε αν κάποιος είναι δημόσιος υπάλληλος (και το βαθμό και ο μισθός του) και αν και εάν και σε ποιο βαθμό το εισόδημα και ο πλούτος ενός ατόμου εκτός του δημόσιου τομέα καθορίζεται από το κοινό τομεακές αγορές ή / και κανονιστικές ενέργειες · Οι άνθρωποι θα διαφέρουν συστηματικά στην απάντησή τους σε θεμελιώδη πολιτικά ζητήματα ανάλογα με το εάν ταξινομούνται ως καταναλωτές άμεσων ή έμμεσων φόρων ή ως φορολογικοί παραγωγοί!
  14. Ο Franz Oppenheimer, System der Soziologie, τόμος. ΙΙ. σελ. 322–23, παρουσιάζει το θέμα ως εξής:

    «Ο βασικός κανόνας του κράτους είναι η εξουσία. Δηλαδή, από την πλευρά της προέλευσής του: η βία μετατρέπεται σε δύναμη. Η βία είναι μια από τις πιο ισχυρές δυνάμεις που διαμορφώνουν την κοινωνία, αλλά δεν είναι από μόνη της μια μορφή κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Πρέπει να γίνει νόμος με τη θετική έννοια αυτού του όρου, δηλαδή κοινωνιολογικά μιλώντας, πρέπει να επιτρέψει την ανάπτυξη ενός συστήματος «υποκειμενικής αμοιβαιότητας» και αυτό είναι δυνατό μόνο μέσω ενός συστήματος αυτοεπιβαλλόμενων περιορισμών στη χρήση βίας και την ανάληψη ορισμένων υποχρεώσεων σε αντάλλαγμα των δικαιωμάτων της · Με αυτόν τον τρόπο η βία μετατρέπεται σε δύναμη και αναδύεται μια σχέση κυριαρχίας, η οποία γίνεται αποδεκτή όχι μόνο από τους ηγέτες, αλλά και, υπό όχι υπερβολικά καταπιεστικές συνθήκες, από τους υπηκόους τους, καθώς επίσης εκφράζει μια «δίκαιη αμοιβαιότητα.» Από αυτόν τον βασικό κανόνα, οι δευτερογενείς και τριτογενείς κανόνες εμφανίζονται τώρα όπως υπονοούνται σε αυτόν: κανόνες ιδιωτικού δικαίου, κληρονομιάς, ποινικού, αστικού και συνταγματικού δικαίου, που όλοι φέρουν το σημάδι του βασικού κανόνα εξουσίας και κυριαρχίας, και που είναι όλοι σχεδιασμένοι να επηρεάσουν τη δομή του κράτους κατά τρόπο που να αυξάνει την οικονομική εκμετάλλευση στο μέγιστο επίπεδο που είναι συμβατό με τη συνέχιση της νομικά ρυθμιζόμενης κυριαρχίας».

    Η αντίληψη αυτή είναι θεμελιώδης ότι «ο νόμος αναπτύσσεται από δύο ουσιαστικά διαφορετικές ρίζες». Από τη μία πλευρά, από το νόμο της ένωσης των ίσων ατόμων, που μπορεί να ονομαστεί «φυσικό δικαίωμα», ακόμη και αν δεν είναι φυσικό δικαίωμα, και από την άλλη πλευρά, από το νόμο της βίας που μετατρέπεται σε ρυθμιστική δύναμη, ο νόμος των άνισων ατόμων. Σχετικά με τη σχέση ιδιωτικού και δημόσιου δικαίου, δείτε επίσης FA Hayek, Law, Legislation and Liberty , 3 τόμοι. (Σικάγο: University of Chicago Press, 1973–79), ειδικά  τομος 1, κεφ. 6 και τομ. 2, σελ. 85–88.

  15. Βλ. James Buchanan and Gordon Tullock, The Calculus of Consent (Ann Arbor: University of Michigan Press, 1962), σ. 19.
  16. Βλ. Hans-Hermann Hoppe, Eigentum, Anarchie, und Staat (Opladen: Westdeutscher Verlag, 1987) του ιδίου A Theory of Socialism and Capitalism.
  17. Δείτε Hans-Hermann Hoppe, Banking, Nation States and International Politics, Review of Austrian Economics 4 (1990) κεφ. 3 – Rothbard, The Mystery of Banking, κεφ. 15–16.
  18. Δείτε για αυτό συγκεκριμένα: Rothbard, Man, Economy και State . κεφάλαιο 10, ειδικά την ενότητα “The Problem of One Big Cartel”· επίσης Mises, Socialism , κεφάλαια. 22–26.
  19. Βλ. Gabriel Kolko, The Triumph of Conservatism (Chicago: Free Press, 1967). James Weinstein, The Corporate Ideal in the Liberal State (Βοστώνη: Beacon Press, 1968); Ronald Radosh and Murray N. Rothbard, eds., A New History of Leviathan (Νέα Υόρκη: Dutton, 1972); Leonard Liggio and James J. Martin, εκδόσεις, Watershed of Empire (Colorado Springs, Colo .: Ralph Myles, 1976).
  20. Αναφορικά με τη σχέση μεταξύ κράτους και πολέμου βλ. Ekkehart Krippendorff, Staat Und Krieg (Φρανκφούρτη / Μ .: Suhrkamp, ​​1985). Charles Tilly, “War Making and State Making as Organized Crime,” στο βιβλίο του Peter Evans και άλλων, Bringing the State Back In (Cambridge: Cambridge University Press, 1985). επίσης Robert Higgs, Crisis and Leviathan (Νέα Υόρκη: Oxford University Press, 1987).
  21. Σε μια πιο αναλυτική εκδοχή αυτής της θεωρίας του στρατιωτικού και νομισματικού ιμπεριαλισμού βλέπε Hoppe, Banking, Nation States και International Politics (κεφάλαιο 3).
  22. Δείτε σχετικά συγκεκριμένα: Ludwig von Mises, Theory and History  (Auburn, Ala: Ινστιτούτο Ludwig von Mises, 1985), ειδικά το 2ο μέρος.
  23. Μπορεί να σημειωθεί εδώ ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς, κυρίως στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο τους, χαιρέτισαν τον ιστορικά προοδευτικό χαρακτήρα του καπιταλισμού και ήταν γεμάτοι επαίνους για τα πρωτοφανή επιτεύγματά του Πράγματι, εξετάζοντας τα σχετικά αποσπάσματα του Μανιφέστου, ο Joseph A. Schumpeter συμπεραίνει ότι:

    «Ποτέ, επαναλαμβάνω, και ιδιαίτερα από κανέναν σύγχρονο υπερασπιστή του αστικού πολιτισμού δεν έχει γραφτεί κάτι σαν αυτό, ποτέ δεν συντάχθηκε ένας απολογισμός για λογαριασμό της επιχειρηματικής τάξης με τόσο βαθιά και τόσο μεγάλη κατανόηση του τι είναι το επίτευγμά του και τι σημαίνει για την ανθρωπότητα.»  («Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο στην Κοινωνιολογία και τα Οικονομικά». Του ιδίου, Essays of Joseph A. Schumpeter , ed. Richard Clemence [Port Washington, NY: Kennikat Press, 1951], σ. 293)

    Δεδομένης αυτής της άποψης για τον καπιταλισμό, ο Μαρξ προχώρησε τόσο πολύ ώστε να υπερασπιστεί τη βρετανική κατάκτηση της Ινδίας, για παράδειγμα, ως μια ιστορικά προοδευτική εξέλιξη. Δείτε τις παραθέσεις του Marx στην New York Daily Tribune, στις 25 Ιουνίου 1853, 11 Ιουλίου 1853, 8 Αυγούστου 1853 (Marx and Engels, Werke [Ανατολικό Βερολίνο: Dietz, 1960], τόμος 9). Ως σύγχρονος μαρξιστής που έχει παρόμοια στάση για τον ιμπεριαλισμό, δείτε τον Bill Warren, Imperialism: Pioneer of Capitalism (London: New Left Books, 1981).

  24. Βλ. για τη θεωρία της επανάστασης συγκεκριμένα τον Charles Tilly,  From Mobilization to Revolution  (Reading, Mass .: Addison-Wesley, 1978). Του ιδίου, As Sociology Meets History (Νέα Υόρκη: Academic Press, 1981).
  25. Για μια νεο-μαρξιστική εκτίμηση της σημερινής εποχής του «ύστερου καπιταλισμού» όπως χαρακτηρίζεται από «έναν νέο ιδεολογικό αποπροσανατολισμό» που γεννήθηκε από τη  μόνιμη οικονομική στασιμότητα και την εξάντληση των νομιμοποιητικών δυνάμεων του συντηρητισμού και του σοσιαλδημοκρατισμού, (δηλαδή, του «φιλελευθερισμού» στην αμερικανική ορολογία) δείτε Jürgen Habermas, Die Neue Unübersichtlichkeit (Φρανκφούρτη / Μ .: Suhrkamp, ​​1985) επίσης του ιδίου, Legitimation Crisis (Boston: Beacon Press, 1975) C. Offe, Strukurprobleme des kapitalistischen Staates (Φρανκφούρτη / Μ .: Suhrkamp, ​​1972).
  26. Για μια αυστριακή-φιλελεύθερη εκτίμηση του χαρακτήρα της κρίσης του ύστερου καπιταλισμού και για τις προοπτικές για την ανάδυση μιας επαναστατικής φιλελεύθερης ταξικής συνείδησης, δείτε τον Rothbard, “Left and Right”. Του ιδίου: For a New Liberty, κεφ. 15. Του ιδίου, The Ethics of Liberty (Atlantic Highlands, NJ: Humanities Press, 1982), μέρος V.
  27. Σχετικά με τις εσωτερικές ανακολουθίες της μαρξιστικής θεωρίας του κράτους βλ. επίσης Hans Kelsen, Sozialismus und Staat (Βιέννη, 1965).