Φόροι και κρατικές δαπάνες: Τα πεταμένα χρήματα των Ελλήνων

0
1090

Μόλις αποσπασθούν τα χρήματα από έναν ιδιοκτήτη με τη μορφή φόρων, τα χρήματα αυτά εξέρχονται από τη σφαίρα της αγοράς και από τις τιμές της αγοράς. Τα χρηματικά αυτά κεφάλαια, καθίστανται πόροι που αποκτήθηκαν, όχι μέσω ανταλλαγής, αλλά μέσω εξαναγκασμού ο οποίος υποστηρίζεται από την απειλή φυλάκισης, προστίμων και άλλων κυρώσεων.

Του Ευθύμη Μαραμή

Οι παραγωγικοί Έλληνες, όσοι κατορθώνουν και ανταλλάσσουν αγαθά και υπηρεσίες εθελοντικά στη χώρα, εξοντώνονται καθημερινά από την φορολογία. Μεγάλο κόστος πέραν του χρηματικού, αποτελεί η ψυχική πίεση, ο χρόνος και η ενέργεια που πρέπει να δαπανήσουν οι παραγωγοί. Ολόκληρο το χρόνο απασχολούνται διαρκώς, ώστε να συνδράμουν την κυβέρνηση στο να υπολογίσει πόσα χρήματα θα πρέπει να τους αποσπάσει το καλοκαίρι. Μοιάζει με μια σουρεαλιστική κατάσταση ιδανικής αυτοχειρίας.

Φοροκαταιγίδα 

Ο φόρος εισοδήματος είναι μόνο ένα μέρος της εξίσωσης. Υπάρχουν δεκάδες άλλοι φόροι, «έκτακτες» εισφορές, φόροι ιδιοκτησίας, φόροι «πολυτελείας», εισφορές σε επιμελητήρια, φόροι μεταβιβάσεων, «ασφαλιστικές» εισφορές, εταιρικοί φόροι, ειδικοί φόροι κατανάλωσης, ειδικοί φόροι στα καύσιμα, ειδικοί ενεργειακοί φόροι στα τιμολόγια ρεύματος, φόροι υπέρ τρίτων, δημοτικοί φόροι, ΦΠΑ και, τέλος, δασμοί στα εισαγόμενα εκτός Ε.Ε. προϊόντα.

Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος ιδιοκτήτης μιας εταιρείας για να πληρώσει εταιρικούς φόρους. Όταν μια επιχείρηση πληρώνει φόρους, οι πελάτες της και οι εργαζόμενοι της πληρώνουν επίσης με τη μορφή χαμηλότερων μισθών και ακριβότερων αγαθών ή υπηρεσιών. Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος εισαγωγέας για να πληρώσει δασμούς, οι οποίοι καταλήγουν να κοστίζουν περισσότερο στους καταναλωτές καθώς συνεπάγονται ακριβότερα και λιγότερα αγαθά στη διάθεσή τους. Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος οδηγός αυτοκινήτου για να πληρώσει τον ειδικό φόρο κατανάλωσης για τη βενζίνη. Κάθε αγαθό και υπηρεσία που βασίζεται στη βενζίνη για τη μεταφορά του, μας κοστίζει περισσότερο εξαιτίας αυτού του φόρου. Δεν χρειάζεται να καταναλώνει κάποιος πολύ ηλεκτρικό ρεύμα, καθώς κάθε αγαθό που παράγεται απαιτώντας ηλεκτρική ένταση, θα επιβαρυνθεί από τους ειδικούς ενεργειακούς φόρους της αποκαλούμενης «πράσινης ανάπτυξης».

Το ίδιο μοτίβο ισχύει για κάθε φόρο, έμμεσο η άμεσο. Οι φόροι πλήττουν αυτούς που τους πληρώνουν και ωφελούν αυτούς που τους εισπράττουν, όπως μας εξηγεί ο Murray N. Rothbard.

Παρόλα αυτά, δεν είναι οι φόροι που είναι το χειρότερο μέρος της εξίσωσης φόρων-δαπανών. Αυτό που πράττει η κυβέρνηση με τα χρήματα – μόλις τα αποσπάσει – είναι στην πραγματικότητα χειρότερο και πιο επιζήμιο, τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά.

Δεν υπάρχει ορθολογικός τρόπος κατανομής των πόρων εκ μέρους της κυβέρνησης

Μόλις αποσπασθούν τα χρήματα από έναν ιδιοκτήτη με τη μορφή φόρων, τα χρήματα αυτά εξέρχονται από τη σφαίρα της αγοράς και από τις τιμές της αγοράς. Τα χρηματικά αυτά κεφάλαια, καθίστανται πόροι που αποκτήθηκαν, όχι μέσω ανταλλαγής, αλλά μέσω εξαναγκασμού ο οποίος υποστηρίζεται από την απειλή φυλάκισης, προστίμων και άλλων κυρώσεων.

Σε αυτό το σημείο, τα χρήματα έχουν ήδη κατανεμηθεί εσφαλμένα, καθώς κατανεμήθηκαν (με τη βία) χωρίς την συναίνεση των πραγματικών ιδιοκτητών τους. Κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι οι νόμιμοι κάτοχοι των φορολογηθέντων χρημάτων, θα λάβουν τελικά αγαθά και υπηρεσίες σε αντάλλαγμα για αυτά τα χρήματα. Αλλά ποιος μπορεί να πει ότι οι φορολογούμενοι θα ήταν πρόθυμοι να πληρώσουν μια τιμή ισοδύναμη με το ποσό που τους αποσπάστηκε υπό τη μορφή φόρων;

Είναι αδύνατο να εξακριβωθεί κάτι τέτοιο, δεδομένου ότι ο φορολογούμενος δεν είχε ποτέ τη δυνατότητα να επιδείξει την προτίμησή του, όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να δαπανηθούν αυτά τα χρήματα.

Με άλλα λόγια, είναι αδύνατο να ξέρουμε πόσο αποτιμούν οι φορολογούμενοι πραγματικά ένα πανεπιστημιακό κρατικό πρόγραμμα με παιδικά πάρτι, μια δραστηριότητα του ΟΣΕ, η 10.000.000 εμβόλια για μια ανύπαρκτη «πανδημία γρίπης». Οι φορολογούμενοι εξαναγκάζονται να πληρώσουν για όλα αυτά τα προϊόντα. Το πόσο εκτιμούν οι φορολογούμενοι αυτά τα προϊόντα, ωστόσο, αποτελεί εικασία των υπολοίπων.

Δείτε σχετικά: Η καταστροφή της Ελληνικής οικονομίας, οφείλεται στις κρατικές δαπάνες

Αντί για μία αξία καθορισμένη από τους καταναλωτές σε εθελοντική αγορά, οι κυβερνητικοί πόροι κατανέμονται στην σφαίρα της πολιτικής και των πολιτικών. Αυτοί θα διανείμουν τούτα τα αγαθά, σύμφωνα με την πολιτική δύναμη των διαφόρων ομάδων συμφερόντων που εξυπηρετούν. Πέρα από την δεδομένη σκόπιμη λεηλασία που συνεπάγεται η κρατική διαχείριση πόρων, είναι επιπλέον αδύνατη κάθε είδους αποτίμηση και αξιολόγηση. Πραξεολογικά μιλώντας, η κυβέρνηση δεν μπορεί να έχει υποκειμενική κρίση αξιολόγησης, καθώς δεν είναι ιδιοκτήτης αυτών των πόρων και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να τους εκτιμήσει.

Ολυμπιακή «πισίνα». Μια ακόμα «παραγωγική κυβερνητική επένδυση»

Οι κρατικές δαπάνες χρησιμοποιούν σπάνιους πόρους και στρεβλώνουν την οικονομία

Όπως επεσήμανε ο Rothbard στο «Μan economy and State», οι φόροι είναι επιβλαβείς τόσο από πλευράς συλλογής όσο και από πλευράς δαπάνης:

Υπάρχουν εκτεταμένες, άχρηστες αντιπαραθέσεις σχετικά με το ποια κυβερνητική δραστηριότητα επιβάλλει βάρος στον ιδιωτικό τομέα: η φορολογία ή οι κρατικές δαπάνες; Είναι πράγματι μάταιο να διαχωρίζονται, καθώς αποτελούν δύο στάδια της ίδιας διαδικασίας επιβάρυνσης και αναδιανομής …
Ας υποθέσουμε πως η κυβέρνηση φορολογεί τη βιομηχανία πλαστικών με ένα εκατομμύριο δολάρια, ώστε να αγοράσει χαρτί για τις γραφειοκρατικές υπηρεσίες της. Οι πόροι ενός εκατομμυρίου δολαρίων μετατοπίζονται από τα πλαστικά στο χαρτί. Αυτό γίνεται σε δύο στάδια: πρώτον, η βιομηχανία πλαστικών γίνεται φτωχότερη χάνοντας τα χρήματά της. Τότε η κυβέρνηση χρησιμοποιεί αυτά τα χρήματα για να αποσπάσει χαρτί από την αγορά για δική της χρήση, αφαιρώντας έτσι πόρους στο δεύτερο στάδιο.
Και οι δύο πλευρές της διαδικασίας αποτελούν επιβάρυνση. Κατά μία έννοια, η βιομηχανία πλαστικών είναι υποχρεωμένη να πληρώσει για την απόσπαση χαρτιού από την κοινωνία. Τουλάχιστον, επιβαρύνεται αρχικά με την πληρωμή. Ωστόσο, ακόμη και χωρίς να ληφθεί υπόψη το πρόβλημα της «μερικής ισορροπίας» του τρόπου με τον οποίο οι φόροι αυτοί «μετατοπίζονται» από τη βιομηχανία πλαστικών σε άλλες πλάτες, πρέπει επίσης να σημειώσουμε ότι δεν είναι η μόνη που θα πληρώσει. Θα πληρώσουν σίγουρα και οι καταναλωτές χαρτιού, όταν διαπιστώσουν πως οι τιμές αυξήθηκαν λόγω της κυβερνητικής παρέμβασης.

Με άλλα λόγια, κάθε φορά που η κυβέρνηση αγοράζει κάτι με χρήματα που προέρχονται από τους φορολογούμενους, οδηγεί αναγκαστικά σε άνοδο τις τιμές αυτών των αγαθών. Επιπλέον, εμποδίζει τους πόρους αυτούς από το να χρησιμοποιηθούν από τον ιδιωτικό τομέα για ιδιωτικούς σκοπούς. Έτσι, κάθε φορά που η κυβέρνηση αγοράζει ιατρικά υλικά, καθιστά αυτά τα υλικά ακριβά για τον ιδιωτικό τομέα, καθώς και όλους τους συντελεστές που συμβάλουν στην παραγωγή αυτών των αγαθών. Κάθε φορά που εξαναγκάζει σε καταβολή φόρων για την κρατική παιδεία, στερεί αυτούς τους πόρους από τον ιδιωτικό τομέα της παιδείας. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει το πόσο καλύτεροι θα ήταν οι τομείς της περίθαλψης και της παιδείας, για όλη την κοινωνία, αν απελευθερωνόταν μια μέρα από τα μακριά, διεφθαρμένα και ανίκανα χέρια του κράτους. Μπορούμε απλά να πούμε με a priori λογική, πως θα ήταν σίγουρα καλύτερα να αφεθούν στη δημοκρατία της αγοράς.

Περιττό να πούμε ότι, εκτός από την άνοδο των τιμών, η κυβέρνηση στρεβλώνει την οικονομία, αλλά και επιλέγει νικητές (κυβερνητικούς υπαλλήλους, εργολάβους και προμηθευτές) και ηττημένους (αυτούς που δεν ευνοούνται από την κυβέρνηση). Όλοι οι παραγωγικοί κλάδοι – που ήταν κερδοφόροι στην αγορά πριν την κυβερνητική παρέμβαση – μπορούν να καταστραφούν κατ ‘αυτόν τον τρόπο. Και μαζί τους, βεβαίως, να καταστραφούν ανθρώπινες ζωές.

«Ειδικοί» στα ειδικά τους συμφέροντα

Όμως, ένα από τα σπουδαιότερα επιτεύγματα των κυβερνητικών δαπανών, αποτελεί σίγουρα η ικανότητα συγκέντρωσης κολεκτίβων ψηφοφόρων και ομάδων ειδικών συμφερόντων. Αυτούς θα τους δείτε καθημερινά να ωρύονται ώστε να μην περικοπούν οι κυβερνητικές δαπάνες. Θα τους παρατηρήσετε να καταθέτουν περισπούδαστες προτάσεις για την «ανάγκη» εφαρμογής ενός ακόμα γύρου Κεϋνσιανών πολιτικών. Ο αμοραλισμός αυτών των ανθρώπων της «δημόσιας διοίκησης», σε συνδυασμό με το θράσος τους, δεν έχουν μέτρο σύγκρισης.

Αντί να ζητήσουν συγγνώμη από τους Έλληνες, για την περιπέτεια στην οποία τους ενέπλεξαν οι Κεϋνσιανές πολιτικές μιας ολόκληρης τριακονταετίας, ζητούν ανερυθρίαστα έναν ακόμα γύρο από αυτές. Στο κάτω κάτω, όπως διαβεβαίωσε και ο μέντορας τους, μακροπρόθεσμα θα πεθάνουμε όλοι. Σε μια ελεύθερη κοινωνία, βασισμένη στην ελεύθερη συναλλαγή, όλοι αυτοί θα απασχολούταν σίγουρα σε κάποια χρήσιμη εργασία. Είναι βέβαιο πως σε μια παραγωγική κοινωνία ελεύθερης επιλογής, το επάγγελμα του γραφειοκράτη «ειδικού» που επιβάλλει το «καλό μας» δια της βίας, δεν θα είχε καμία ζήτηση.

Προς το παρόν – υπό το δημοκρατικό σύστημα επιβολής της πλειοψηφίας – είναι εξαιρετικά δύσκολο να δούμε σοβαρές περικοπές κυβερνητικών δαπανών. Έτσι, ακόμη και σε έναν κόσμο γεμάτο συζητήσεις για «φορολογικές περικοπές», οι κακές επιπτώσεις των κρατικών δαπανών θα συνεχιστούν αμείωτα, επ’ αόριστον. Η πλειοψηφία του 67% που συντηρείται από την φορολόγηση των υπολοίπων, είναι αναμενόμενο πως θα συνεχίσει να ψηφίζει υπέρ της αύξησης των κυβερνητικών δαπανών, διότι ακριβώς συντηρείται από αυτές τις δαπάνες. (κρατικοί υπάλληλοι, εργολάβοι, προμηθευτές, δικαιούχοι επιδομάτων και παροχών). Μόνο που ο χρόνος μετρά αντίστροφα για την Ελλάδα και όταν καταρρεύσουν οι είλωτες φορολογούμενοι, θα είναι πλέον αργά για όλους.

 

***

Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην ιστοσελίδα μας στις 16/12/2017

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: