Γιατί είμαι αναρχοκαπιταλιστής

0
409
αναρχοκαπιταλιστής

Ο αναρχοκαπιταλιστής δεν έχει παράλογες προσδοκίες από τους ανθρώπους. Απλά απαιτείται να μην κλέβεις και να μην επιτίθεσαι βίαια στους συνανθρώπους σου.

 

Του Llewellyn H. Rockwell Jr.

Απόδοση στα Ελληνικά: Νίκος Μαρής

Πολλοί άνθρωποι σήμερα – περισσότεροι από ποτέ, πιθανότατα – αυτοπροσδιορίζονται ως υποστηρικτές της ελεύθερης αγοράς, παρά την αδιάκοπη προπαγάνδα εναντίον της. Και αυτό είναι υπέροχο. Αυτές οι δηλώσεις υποστήριξης, ωστόσο, ακολουθούνται από το αναπόφευκτο αλλά : αλλά χρειαζόμαστε το κράτος για να μας παρέχει την ασφάλεια και την επίλυση των διαφορών, τις πιο κρίσιμες υπηρεσίες όλων.

Σχεδόν χωρίς σκέψη, οι άνθρωποι που κανονικά είναι υπέρμαχοι της αγοράς, θέλουν να αναθέσουν στο κράτος την παροχή των πιο σημαντικών αγαθών και υπηρεσιών. Πολλοί τάσσονται υπέρ ενός κρατικού, ή εκχωρημένου από  το κράτος, μονοπωλίου για την παραγωγή χρήματος, και όλοι υποστηρίζουν το κρατικό μονοπώλιο στην παραγωγή νόμων και στην παροχή υπηρεσιών προστασίας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι ανόητοι ή κουφιοκέφαλοι. Σχεδόν όλοι μας περάσαμε από μια περίοδο που υποστηρίζαμε την ιδέα του περιορισμένου κράτους – ή «ελαχισταρχίας» – και απλά δεν έτυχε ποτέ να εξετάσουμε προσεκτικά τις πεποιθήσεις μας.

Κατ ‘αρχάς, μερικές βασικές οικονομικές αρχές θα πρέπει να μας κάνουν να αναστοχαστούμε, προτού θεωρήσουμε ότι οι δραστηριότητες του κράτους είναι θεμιτές:

  • Τα μονοπώλια (των οποίων το ίδιο το κράτος αποτελεί πρωταρχικό παράδειγμα) οδηγούν σε υψηλότερες τιμές και σε φτωχότερη ποιότητα υπηρεσιών με την πάροδο του χρόνου.
  • Το σύστημα τιμών της ελεύθερης αγοράς κατευθύνει συνεχώς τους πόρους με τέτοιο τρόπο, που οι επιθυμίες των καταναλωτών εξυπηρετούνται με το λιγότερο δυνατό κόστος από την άποψη των δυνατοτήτων που θυσιάζονται.
  • Το κράτος, αντίθετα, δεν μπορεί να «διοικηθεί σαν μια επιχείρηση», όπως εξήγησε ο Λούντβιχ φον Μίζες στο βιβλίο του Γραφειοκρατία . Χωρίς το τεστ του κέρδους και της ζημίας, ένας κρατικός οργανισμός δεν έχει ιδέα τι να παράγει, σε ποιες ποσότητες, σε ποια τοποθεσία, χρησιμοποιώντας ποιες μεθόδους. Κάθε απόφασή του είναι αυθαίρετη.

Με άλλα λόγια, όταν πρόκειται για την κρατική παροχή οποιουδήποτε πράγματος, έχουμε βάσιμους λόγους να περιμένουμε κακή ποιότητα, υψηλές τιμές, και αυθαίρετη και σπάταλη κατανομή των πόρων.

Υπάρχουν πολλοί άλλοι λόγοι που η αγορά, δηλαδή το πεδίο των εθελούσιων αλληλεπιδράσεων μεταξύ ατόμων, αξίζει το τεκμήριο της αθωότητας σε σχέση με το κράτος, και που δεν πρέπει να υποθέτουμε ότι το κράτος είναι απαραίτητο, χωρίς πρώτα να εξετάσουμε σοβαρά σε ποιο βαθμό η ανθρώπινη επινοητικότητα και η οικονομική αρμονία της αγοράς μπορούν να τα καταφέρουν χωρίς αυτό. Για παράδειγμα:

  • Το κράτος αποκτά τα έσοδά του ενεργώντας επιθετικά εναντίον ειρηνικών πολιτών. (φορολόγηση).
  • Το κράτος ενθαρρύνει τον κόσμο να πιστεύει ότι υπάρχουν δύο δέσμες ηθικών κανόνων: μια δέσμη που μαθαίνουμε ως παιδιά, που περιλαμβάνει την αποχή από τη βία και την κλοπή, και μια άλλη, που ισχύει μόνο για το κράτος, το οποίο μπορεί μονομερώς να επιτίθεται εναντίον ειρηνικών ατόμων με  κάθε είδους τρόπο.
  • Το εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο πάντα κυριαρχείται από το κράτος, ενθαρρύνει τους πολίτες να θεωρούν τις επιδιώξεις του κράτους ως ηθικά νόμιμες, ενώ τον κόσμο των εθελούσιων ανταλλαγών ως ηθικά ύποπτο.
  • Ο κρατικός τομέας κυριαρχείται από εκπροσώπους οργανωμένων συμφερόντων, οι οποίοι πιέζουν για ειδικά προνόμια εις βάρος του γενικού πληθυσμού, ενώ η επιτυχία στον ιδιωτικό τομέα έρχεται μόνο ικανοποιώντας αυτόν τον πληθυσμό.
  • Η επιθυμία να ικανοποιηθούν οι οργανωμένες ομάδες πίεσης υπερβαίνει σχεδόν πάντα την επιθυμία να ικανοποιηθούν οι πολίτες που θα ήθελαν να μειωθούν οι κρατικές δαπάνες (και οι περισσότεροι από αυτούς τους πολίτες, όπως αποδεικνύεται, θέλουν να μειωθούν μόνο οριακά, ούτως ή άλλως).
  • Στις Ηνωμένες Πολιτείες (σ.σ. και όχι μόνο εκεί) το κρατικό δικαστικό σώμα εκδίδει παράλογες αποφάσεις, με ελάχιστη ή καθόλου σχέση με την αρχική πρόθεση του νομοθέτη, εδώ και περισσότερο από δύο αιώνες.
  • Τα κράτη διδάσκουν τους υπηκόους τους να κυματίζουν σημαίες και να τραγουδούν ύμνους προς τιμήν τους, συμβάλλοντας έτσι στην εντύπωση ότι η αντίσταση στις απαλλοτριώσεις και τα εγκλήματά τους αποτελούν προδοσία.

Αυτή η λίστα θα μπορούσε να συνεχιστεί επ’ άπειρον.

Είναι βέβαια κατανοητό, ότι οι άνθρωποι μπορεί να μην καταλαβαίνουν το πώς ο νόμος – ο οποίος θεωρούν ότι πρέπει να παρέχεται από την κορυφή προς τα κάτω – θα μπορούσε να υπάρξει εν τη απουσία του κράτους, αν και υπάρχουν πολλές καλές ιστορικές εργασίες που αποδεικνύουν ακριβώς αυτό. Αλλά αν το κράτος είχε μονοπωλήσει ιστορικά την παραγωγή οποιουδήποτε αγαθού ή υπηρεσίας, θα ακούγαμε πανικόβλητες αντιρρήσεις για την ιδιωτικοποίηση αυτού του αγαθού –ή της υπηρεσίας. Αν η κυβέρνηση μονοπωλούσε την παραγωγή λαμπτήρων, για παράδειγμα, θα μας έλεγαν ότι ο ιδιωτικός τομέας δεν μπορεί  να παράγει λαμπτήρες. Ο ιδιωτικός τομέας δεν θα μπορούσε να παράγει το μέγεθος ή την ισχύ που θέλουν οι καταναλωτές, θα επέμεναν οι αμφισβητίες. Ο ιδιωτικός τομέας δεν θα μπορούσε να παράγει ειδικούς λαμπτήρες για κάποιο ειδικό αγοραστικό κοινό, καθώς θα υπήρχε ελάχιστο περιθώριο κέρδους σε κάτι τέτοιο. Ο ιδιωτικός τομέας θα παρήγαγε επικίνδυνους λαμπτήρες που θα εκρήγνυνταν. Και ούτω καθεξής.

Εφόσον ζούμε με λαμπτήρες ιδιωτικής παραγωγής, αυτές οι αντιρρήσεις μας φαίνονται γελοίες. Κανείς δεν θα επιθυμούσε οποιοδήποτε σενάριο σαν κι αυτά για τα οποία θα μας προειδοποιούσαν αυτοί οι υποθετικοί επικριτές, οπότε ο ιδιωτικός τομέας προφανώς δεν θα τα παρήγαγε.

Το γεγονός είναι ότι, οι ανταγωνιστικές πηγές δικαίου δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστες στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού. Όταν οι βασιλείς άρχισαν να μονοπωλούν τη νομοθετική εξουσία, δεν το έκαναν λόγω κάποιας αφηρημένης επιθυμίας τους να θεσπίσουν την τάξη, η οποία υπήρχε ήδη, αλλά επειδή εισέπρατταν αμοιβές κάθε φορά που εκδικάζονταν υποθέσεις στα βασιλικά δικαστήρια. Οι αφελείς θεωρίες περί δημοσίου συμφέροντος που το κράτος προασπίζει, τις οποίες κανένα λογικό άτομο δεν πιστεύει σε κανένα άλλο πλαίσιο, δεν μπορούν ξαφνικά να είναι πειστικές σ’ αυτή την περίπτωση.

Ο Murray N. Rothbard αρεσκόταν να αναφέρει τον Franz Oppenheimer, ο οποίος είχε εντοπίσει δύο τρόπους για την απόκτηση πλούτου. Τα οικονομικά μέσα για τον πλούτο είναι οι εθελούσιες ανταλλαγές: η δημιουργία κάποιου αγαθού ή υπηρεσίας, για τα οποία οι άλλοι άνθρωποι πληρώνουν με τη θέλησή τους. Τα πολιτικά μέσα, είπε ο Oppenheimer, είναι «η, χωρίς ανταπόδοση, απαλλοτρίωση της εργασίας των άλλων».

Πώς βλέπουμε εμείς οι Ροθμπαρντιανοί το κράτος; Όχι ως τον αναντικατάστατο πάροχο του νόμου και της τάξης, ή της ασφάλειας, ή άλλων λεγόμενων «δημόσιων αγαθών». (Ολόκληρη η θεωρία των δημόσιων αγαθών είναι διάτρητη από σφάλματα λογικής, ούτως ή άλλως.) Το κράτος, αντίθετα, είναι ένας παρασιτικός θεσμός που ζει από τον πλούτο των υπηκόων του, κρύβοντας τον αντικοινωνικό, επιθετικό χαρακτήρα του πίσω από έναν μανδύα προάσπισης του «δημοσίου συμφέροντος». Είναι, όπως είπε ο Oppenheimer, η οργάνωση των πολιτικών μέσων για την απόκτηση πλούτου. «Το κράτος», έγραψε ο Rothbard,

είναι αυτός ο οργανισμός στην κοινωνία που προσπαθεί να διατηρήσει το μονοπώλιο της χρήσης βίας και εξουσίας σε μια δεδομένη εδαφική περιοχή · ειδικότερα, είναι ο μόνος οργανισμός στην κοινωνία που αποκτά τα έσοδά του, όχι μέσω εθελοντικής συνεισφοράς ή πληρωμής για τις παρεχόμενες υπηρεσίες, αλλά μέσω εξαναγκασμού. Ενώ άλλα άτομα ή θεσμοί αποκτούν το εισόδημά τους με την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών και με την ειρηνική και εθελοντική πώληση αυτών των αγαθών και υπηρεσιών σε άλλους, το κράτος αποκτά τα έσοδά του με τη χρήση καταναγκασμού. Δηλαδή, από τη χρήση και την απειλή της φυλακής και της θανάτωσης. Έχοντας χρησιμοποιήσει τη βία και τον εξαναγκασμό για να κερδίσει τα έσοδά του, το κράτος γενικά συνεχίζει να ρυθμίζει και να υπαγορεύει τις υπόλοιπες ενέργειες των μεμονωμένων υπηκόων του …. Το κράτος παρέχει μια νόμιμη, εύτακτη, συστηματική δίοδο για την λεηλασία της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Καθιστά σίγουρη, ασφαλή, και σχετικά «ειρηνική» την επιβίωση της παρασιτικής κάστας εντός της κοινωνίας. Δεδομένου ότι η παραγωγή πρέπει πάντα να προηγείται της αρπαγής, η ελεύθερη αγορά είναι προγενέστερη του κράτους. Το κράτος δεν δημιουργήθηκε ποτέ από ένα «κοινωνικό συμβόλαιο», προέκυψε πάντα μέσω της κατάκτησης και της εκμετάλλευσης.

Τώρα, αν αυτή η περιγραφή του κράτους είναι ακριβής, και νομίζω ότι έχουμε βάσιμους λόγους να πιστεύουμε ότι πράγματι είναι, τότε είναι εφικτός, ή ακόμα κι επιθυμητός, ο απλός περιορισμός του; Πριν απορρίψουμε τη δυνατότητα εντελώς, θα πρέπει τουλάχιστον να εξετάσουμε εάν θα μπορούσαμε να ζήσουμε χωρίς αυτό εντελώς; Θα μπορούσε η ελεύθερη αγορά, το πεδίο της εθελοντικής συνεργασίας, να είναι ο πραγματικά μεγάλος κινητήρας του πολιτισμού, που κατά τα υπόλοιπα γνωρίζουμε ήδη ότι είναι;

Ας επιστρέψουμε στο αμερικανικό Σύνταγμα και τους Ιδρυτές Πατέρες του έθνους, λένε κάποιοι. Αυτό θα ήταν μια βελτίωση, χωρίς αμφιβολία, αλλά η εμπειρία μας έχει διδάξει ότι το «περιορισμένο κράτος» είναι μια πολύ ασταθής ισορροπία. Τα κράτη δεν έχουν κανένα συμφέρον να παραμείνουν περιορισμένα, όταν μπορούν να επεκτείνουν την εξουσία και τα έσοδά τους.

Την επόμενη φορά που θα επιμείνετε ότι πρέπει να διατηρήσουμε το κράτος περιορισμένο, αναρωτηθείτε γιατί ποτέ δεν παραμένει έτσι. Μήπως κυνηγάτε μια χίμαιρα;

Τι γίνεται με τον «λαό»; Δεν μπορούμε να τον εμπιστευτούμε για να κρατήσει το κράτος περιορισμένο; Η απάντηση σε αυτήν την ερώτηση είναι παντού γύρω σας.

Σε αντίθεση με την ελαχισταρχία, ο αναρχοκαπιταλισμός δεν έχει παράλογες προσδοκίες από τους ανθρώπους. Ο υπέρμαχος της ελαχισταρχίας πρέπει να βρει το πώς θα πείσει το κοινό ότι, παρόλο που το κράτος έχει την ωμή εξουσία να αναδιανέμει τον πλούτο και να χρηματοδοτεί δημοφιλή έργα που αρέσουν σε όλους, στην πραγματικότητα δεν θα έπρεπε. Πρέπει να εξηγήσει, ένα προς ένα κάθε φορά, τα προβλήματα με κάθε πιθανή κρατική παρέμβαση, ενώ στο μεταξύ η τάξη των διανοουμένων, τα πανεπιστήμια, τα μέσα ενημέρωσης, και η πολιτική τάξη συνασπίζονται εναντίον του, για να εκπέμψουν το αντίθετο ακριβώς μήνυμα.

Αντί να επιζητά τον ατελέσφορο στόχο να διδαχθούν όλοι ποιο είναι το πρόβλημα με τις αγροτικές επιδοτήσεις,  με τις διασώσεις (bailouts) των κεντρικών τραπεζών, με τη στρατιωτικό-βιομηχανική διαπλοκή, με τους ελέγχους των τιμών  -με άλλα λόγια, αντί να προσπαθούμε να διδάξουμε σε όλους τους πολίτες το ισοδύναμο τριών μεταπτυχιακών μαθημάτων στην οικονομία, την ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία-  η αναρχοκαπιταλιστική κοινωνία απαιτεί από τους ανθρώπους απλά να αναγνωρίζουν τις βασικές ηθικές αξίες, που είναι κοινές για όλους σχεδόν: να μην βλάπτουν αθώους ανθρώπους και να μην κλέβουν. Όλα όσα πιστεύουμε συνεπάγονται από αυτές τις απλές αρχές.

Υπάρχει μια τεράστια βιβλιογραφία που ασχολείται με τις πιο συχνές και προφανείς αντιρρήσεις – π.χ., δεν θα κατέρρεε η κοινωνία εξαιτίας βίαιων συγκρούσεων, καθώς ένοπλες φράξιες θα πολεμούσαν μεταξύ τους για την εδαφική κυριαρχία; Πώς θα επιλύονταν οι διαφορές μας, εάν ο γείτονάς μου είχε επιλέξει έναν διαμεσολαβητή, και εγώ έναν άλλο; Ένα σύντομο άρθρο δεν μπορεί να απαντήσει σε όλες τις αντιρρήσεις, γι’ αυτό σας παραπέμπω σε αυτήν την λεπτομερή βιβλιογραφία του αναρχο-καπιταλισμού που συμπθκμώνει ο Hans-Hermann Hoppe.

Υπάρχει ένα αστείο που κυκλοφορεί τα τελευταία χρόνια: ποια είναι η διαφορά μεταξύ ενός ελαχιστοκράτη και ενός αναρχικού; Απάντηση: έξι μήνες. Εάν εκτιμάτε τις ηθικές αρχές, τη συνέπεια, τη δικαιοσύνη και αντιτίθεστε στη βία, τον παρασιτισμό και τα μονοπώλια, μπορεί να μην σας πάρει καν τόσο χρόνο. Ξεκινήστε να διαβάζετε, και δείτε πού θα σας οδηγήσουν αυτές οι ιδέες.

 

***

Συντάκτης: Llewellyn H. Rockwell Jr.

Ο Llewellyn H. Rockwell, Jr. είναι ιδρυτής και πρόεδρος του ινστιτούτου Ludwig von Mises στο Auburn της Αλαμπάμα.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Ludwig von Mises

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.