Η υφήλιος πνίγεται στα χρέη

0
382
Δυστυχώς, όταν συμβεί το επόμενο κραχ, οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες θα μας πουν ότι απαιτούνται ακόμα περισσότερα χρέη και πακέτα τόνωσης.
Δυστυχώς, όταν συμβεί το επόμενο κραχ, οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες θα μας πουν ότι απαιτούνται ακόμα περισσότερα χρέη και πακέτα τόνωσης.

Η κατανάλωση στην Ιαπωνία έπεσε ξανά τον Μάιο, και η χώρα παραμένει στάσιμη εδώ και δύο δεκαετίες, με χρέη που θα υπερβούν το 260% του ΑΕΠ.

 

 Του Daniel Lacalle

Απόδοση στα Ελληνικά: Νίκος Μαρής

Σύμφωνα με το ΔΝΤ, η παγκόσμια δημοσιονομική στήριξη ως αντίδραση στην κρίση θα είναι πάνω από 9 τρισεκατομμύρια δολάρια, περίπου 12% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Αυτή η πρόωρη, σαφώς βιαστική, πιθανώς υπερβολική, και συχνά λανθασμένη αλυσίδα των λεγόμενων σχεδίων τόνωσης της οικονομίας θα στρεβλώσει τα δημόσια οικονομικά με έναν τρόπο που δεν έχει παρατηρηθεί ποτέ μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η τεράστια αύξηση των δημόσιων δαπανών και η μείωση της παραγωγής θα οδηγήσουν σε ένα παγκόσμιο δημόσιο χρέος που θα προσεγγίζει το 105% του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Εάν προσθέσουμε το δημόσιο και το ιδιωτικό χρέος, μιλάμε για συνολικό χρέος 200 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, μια παγκόσμια αύξηση άνω του 35% του ΑΕΠ, πολύ πάνω από το 20% που παρατηρήθηκε μετά την κρίση του 2008, και όλα αυτά μέσα σε ένα μόνο έτος.

Αυτή η βίαιη αύξηση του χρέους δεν πρόκειται να αποτρέψει την ραγδαία κάμψη των εθνικών οικονομιών. Το κύριο πρόβλημα αυτής της παγκόσμιας αλυσίδας πακέτων τόνωσης είναι ότι είναι απολύτως προσανατολισμένη στο να υποστηρίξει τις διογκωμένες κρατικές δαπάνες και τις τεχνητά χαμηλές αποδόσεις των ομολόγων. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μια τέτοια τεράστια παγκόσμια νομισματική και δημοσιονομική αντίδραση δεν μπορεί να κάνει πολλά για να αποτρέψει την κατάρρευση των θέσεων εργασίας, των επενδύσεων και της ανάπτυξης. Οι περισσότερες επιχειρήσεις, μικρές, χωρίς χρέος και περιουσιακά στοιχεία, σαρώνονται.

Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του νέου χρέους δημιουργήθηκε για να διατηρήσει ένα επίπεδο δημόσιων δαπανών που σχεδιάστηκε για μια κυκλική οικονομική επέκταση, όχι για μια κρίση, και για να βοηθήσει τις μεγάλες εταιρείες που είχαν ήδη προβλήματα από το 2018 και το 2019, τις λεγόμενες εταιρείες «ζόμπι».

Σύμφωνα με την Bank Of International Settlements, το ποσοστό των εταιρειών ζόμπι – εκείνων που δεν μπορούν να καλύψουν τις πληρωμές τοκοχρεολυσίων με τα λειτουργικά τους κέρδη – εκτοξεύτηκε κατά την περίοδο των τεράστιων πακέτων τόνωσης και των αρνητικών πραγματικών επιτοκίων, και το ποσοστό αυτό θα εκτιναχτεί ξανά.

Γι ‘αυτό, όλο αυτό το νέο χρέος δεν πρόκειται να ενισχύσει την ανάκαμψη, αλλά πιθανότατα θα παρατείνει την ύφεση.

Το χρέος δεν είναι ούτε χωρίς κόστος ούτε ασήμαντο -ακόμη και αν τα επιτόκια είναι χαμηλά- όπως θέλουν να πιστέψουμε οι υπέρμαχοι του παρεμβατισμού. Περισσότερο χρέος σημαίνει χαμηλότερη ανάπτυξη, πιο αργή έξοδο από την κρίση με χαμηλότερη αύξηση της παραγωγικότητας, και χλιαρή βελτίωση της απασχόλησης. Το συχνά επαναλαμβανόμενο επιχείρημα ότι «τα πράγματα θα ήταν χειρότερα» εάν αυτά τα σχέδια διάσωσης και δαπανών δεν είχαν εφαρμοστεί και ότι «τίποτα άλλο δεν μπορούσε να γίνει» είναι εύκολο να καταρριφθεί: Οι χώρες των οποίων η οικονομία θα σημειώσει μικρότερη κάμψη το 2020, που θα ανακάμψουν πρώτες, και που θα το κάνουν με τα χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας, είναι εκείνες που έχουν διατηρήσει σφιχτά σχέδια δαπανών, που προστάτεψαν τον οικονομικό τους ιστό, και που αντιμετωπίζουν την κρίση υγείας με σοβαρά πρωτόκολλα. Νότια Κορέα, Ταϊβάν, Σιγκαπούρη, Αυστρία, Ελβετία, Σουηδία, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία… Πολλές χώρες δεν έπεσαν στην παγίδα των μαζικών κυβερνητικών δαπανών, έχουν να επιδείξουν καλύτερα αποτελέσματα στους τομείς της υγείας και της οικονομίας από ό,τι τα περισσότερα άλλα κράτη, και αυτό το πέτυχαν με χαμηλότερα επίπεδα κρατικού παρεμβατισμού.

Πολλές χώρες καταδεικνύουν ότι δεν είναι απαραίτητο να καλυφθεί η οικονομία με τεράστιες δημοσιονομικές ανισορροπίες για να διασφαλιστεί η «δημόσια» υγεία.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε αυτούς τους αριθμούς του τεράστιου χρέους εξαιτίας της αποσύνδεσης μεταξύ των χρηματοπιστωτικών αγορών και της πραγματικής οικονομίας, η οποία αποσύνδεση έχει φτάσει σχεδόν σε επίπεδα ρεκόρ και παρουσιάζει χαρακτηριστικά τύπου χρηματοπιστωτικής φούσκας. Πρώτον, αυτά τα τεράστια πακέτα τόνωσης είναι πιθανώς υπερβολικά μεγάλα, πολύ πρώιμα και προσανατολίζονται σαφώς προς τη διατήρηση τομέων χαμηλής παραγωγικότητας. Όλα αυτά υποστηρίζονται από μια νομισματική πολιτική που έχει περάσει από το να παρέχει ρευστότητα στο να καθιστά εφικτές τέτοιες φούσκες περιουσιακών στοιχείων.

Ο ισολογισμός της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έχει αυξηθεί κατά σχεδόν δύο τρισεκατομμύρια ευρώ μέχρι στιγμής φέτος και αποτελεί ήδη περισσότερο από το 52% του ΑΕΠ της ευρωζώνης, πολύ υψηλότερο από εκείνο της αμερικανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας, που είναι στο 32,6% του ΑΕΠ των ΗΠΑ, ή της Τράπεζας της Αγγλίας, στο 31,1%. Ο ισολογισμός της Τράπεζας της Ιαπωνίας αντιπροσωπεύει ήδη το 117% του ΑΕΠ, και οι συνέπειές του θα πρέπει να αποτελούν ένα προειδοποιητικό καμπανάκι για όλα τα κράτη του κόσμου. Η κατανάλωση στην Ιαπωνία έπεσε ξανά τον Μάιο, και η χώρα παραμένει στάσιμη εδώ και δύο δεκαετίες, με χρέος που θα υπερβεί το 260% του ΑΕΠ. Το να αντιγράφουμε την Ιαπωνία είναι η συνταγή για μια παγκόσμια στασιμότητα.

Η τεράστια αύξηση του ισολογισμού των κεντρικών τραπεζών, ώστε να διατηρήσουν τεχνητά χαμηλές τις αποδόσεις των ομολόγων, ώθησε τις χρηματιστηριακές αγορές υψηλότερα, καθώς το 80% των εισηγμένων εταιρειών έχουν εγκαταλείψει τους επιχειρηματικούς τους στόχους για κέρδη, και οι αναλυτές περικόπτουν τις εκτιμήσεις τους για τα έτη 2020, 2021 και 2022 με τον ταχύτερο ρυθμό την τελευταία δεκαετία, σύμφωνα με τις JP Morgan και Bank of America.

Αυτή η γιγαντιαία δράση των κεντρικών τραπεζών οδηγεί σε μια άνευ προηγουμένου αποσύνδεση μεταξύ της πραγματικής οικονομίας και των χρηματιστηρίων. Η επαύξηση των πολλαπλασιαστών κερδών (multiples) επιταχύνεται ακριβώς στο βαθμό που οι εκτιμήσεις των κερδών κατακρημνίζονται.

Καθιστώντας τα κρατικά ομόλογα ακριβά σε σημείο απαγορευτικό, συμβαίνουν δύο επικίνδυνα πράγματα: Οι κυβερνήσεις πιστεύουν ότι οι χαμηλές αποδόσεις των ομολόγων τους οφείλονται στις πολιτικές τους, και οι επενδυτές διατρέχουν στην πραγματικότητα πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο από ό,τι πιστεύουν ότι έχουν στα χαρτοφυλάκια τους.

Όλα αυτά φαίνονται αβλαβή εάν επεκταθεί η φούσκα και λειτουργήσει το φαινόμενο του placebo, αλλά εάν τα μακροοικονομικά δεδομένα κερδών και απασχόλησης παραμείνουν απογοητευτικά, το επόμενο κραχ μπορεί να είναι χειρότερο από το οικονομικό lockdown, επειδή μπορεί να προσθέσει μια χρηματοπιστωτική κρίση στην ήδη αδύναμη οικονομία. Δυστυχώς, όταν συμβεί το επόμενο κραχ, οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες θα μας πουν ότι απαιτούνται ακόμα περισσότερα πακέτα τόνωσης.

 

***

Συντάκτης: Daniel Lacalle

Ο Daniel Lacalle, PhD, οικονομολόγος και διαχειριστής κεφαλαίων, είναι ο συγγραφέας των best sellers: Freedom or Equality (2020), Escape from the Central Bank Trap (2017), The Energy World Is Flat (2015) και Life in the Financial Markets ( 2014). Είναι καθηγητής παγκόσμιας οικονομίας στο IE Business School στη Μαδρίτη.

Δημοσιεύτηκε αρχικά στο dlacalle.com.

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.