Τα ευρωπαϊκά προγράμματα διάσωσης διακινδυνεύουν μια πλήρη χρηματοπιστωτική κρίση

0
215

Η λήψη μέτρων για να αποφευχθεί μια χρηματοπιστωτική κρίση εξαιτίας αυτών των ακραίων πολιτικών, θα είναι κρίσιμη για την αποτροπή μεγαλύτερων προβλημάτων.

 

Του Daniel Lacalle

Απόδοση στα Ελληνικά: Νίκος Μαρής

Τα μέτρα που εφαρμόζουν οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης έχουν έναν κοινό παρονομαστή: μια μαζική αύξηση του χρέους των κρατών και του ιδιωτικού τομέα.

Τα δάνεια οδηγούν τα πακέτα τόνωσης από τη Γερμανία στην Ισπανία. Ο στόχος είναι να δοθεί στις επιχειρήσεις και στις οικογένειες κάποια μόχλευση για να ξεπεράσουν τους κακούς μήνες κλειδώματος λόγω COVID, και να επιτρέψουν στην οικονομία να ανακάμψει δυνατά κατά το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο. Αυτό το στοίχημα για μια γρήγορη ανάκαμψη μπορεί να θέσει τον προβληματικό ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα σε μια ακόμα δυσχερέστερη κατάσταση.

Οι τράπεζες στην Ευρώπη είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση από ό,τι το 2008, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ισχυρές και έτοιμες να αναλάβουν δισεκατομμύρια δανείων υψηλότερου κινδύνου. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν μειώσει τα μη εξυπηρετούμενα δάνειά τους, αλλά το ποσοστό αυτό εξακολουθεί να είναι μεγάλο, στο 3,3% των συνολικών περιουσιακών τους στοιχείων, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Οι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί θα αντιμετωπίσουν επίσης, τα επόμενα δύο χρόνια, χαμηλά περιθώρια καθαρών εσόδων, λόγω αρνητικών επιτοκίων και πολύ χαμηλής απόδοσης ιδίων κεφαλαίων.

Τα δύο πιο σημαντικά μέτρα που έχουν χρησιμοποιήσει οι κυβερνήσεις σε αυτήν την κρίση είναι τα μεγάλα δάνεια προς τις επιχειρήσεις, τα οποία είναι μερικώς εγγυημένα από τα κράτη μέλη, και σημαντικά προγράμματα επιδοτήσεων ανέργων για τη μείωση του άγους της ανεργίας.

Σύμφωνα με την Eurostat και την Bankia Research, σχεδόν 40 εκατομμύρια εργαζόμενοι στα μεγάλα ευρωπαϊκά κράτη βρίσκονται σε κάποιο πρόγραμμα επιδοτούμενης ανεργίας. Δάνεια που ισοδυναμούν με έως και το 6% του ΑΕΠ της ευρωζώνης έχουν χορηγηθεί για να επιτρέψουν στις επιχειρήσεις να ξεπεράσουν την κρίση. Λοιπόν, τι θα συμβεί αν η ανάκαμψη είναι αδύναμη και ανομοιογενής και τα στοιχεία ανάπτυξης του τρίτου και τέταρτου τριμήνου απογοητευτικά, όπως πιστεύω ότι θα συμβεί; Πρώτον, η αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων μπορεί να αυξήσει το συνολικό ποσοστό στο 6% των συνολικών περιουσιακών στοιχείων του τραπεζικό τομέα, ή 1,2 τρισεκατομμύρια ευρώ. Δεύτερον, έως και το 20% των περιστασιακά επιδοτούμενων ανέργων πιθανότατα θα ενταχθούν σε προγράμματα πλήρους ανεργίας, γεγονός που μπορεί να αυξήσει σημαντικά τον κίνδυνο στεγαστικών και προσωπικών δανείων.

Οι τράπεζες ενδέχεται να αντιμετωπίσουν ένα τσουνάμι προβλημάτων καθώς πλήττονται ταυτόχρονα από τρεις παράγοντες:

  1. αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων
  2. αποπληθωριστικές πιέσεις από μια παρατεταμένη κρίση
  3. η κεντρική τράπεζα διατηρεί αρνητικά επιτόκια που καταστρέφουν την κερδοφορία των τραπεζών.

Υπολογίζουμε ότι αύξηση του καθαρού χρέους σε σχέση με το EBITDA (κέρδη προ τόκων, φόρων κι αποσβέσεων) των μεγαλύτερων εταιρειών του Stoxx 600  θα εκτοξεύτεί στο «επί 3» από το τρέχον «επί 1,8». Αυτό σημαίνει ότι οι τράπεζες ενδέχεται να αντιμετωπίσουν ένα τείχος καθυστερήσεων αποπληρωμών δανείων, και εξασθένισης της φερεγγυότητας και της ρευστότητας στη συντριπτική πλειονότητα των περιουσιακών τους στοιχείων (δάνεια), την ίδια ακριβώς στιγμή που οι αποπληθωριστικές πιέσεις πλήττουν την οικονομία, η ανάπτυξη αποδυναμώνεται, και η κεντρική τράπεζα εφαρμόζει ακόμη πιο επιθετικά, αλλά άσκοπα, μέτρα ρευστότητας και ζημιογόνες μειώσεις επιτοκίων.

Ο συνδυασμός αυτών των τριών προβλημάτων ταυτόχρονα, μπορεί να δημιουργήσει κίνδυνο χρηματοπιστωτικής κρίσης, που δημιουργείται καθώς χρησιμοποιούνται μαζικά οι ισολογισμοί των τραπεζών  για τη διάσωση κάθε πιθανού τομέα. Μπορεί να αναιρέσει ολόκληρη τη βελτίωση του ισολογισμού των χρηματοοικονομικών οργανισμών, που επιτεύχθηκε αργά και οδυνηρά την τελευταία δεκαετία και να προκαλέσει καταστροφή μέσα σε λίγους μήνες.

Η αποδυνάμωση των ισολογισμών των τραπεζών και η απόκρυψη του μεγαλύτερου κινδύνου στα χαμηλότερα επιτόκια ενδέχεται να είναι μια εξαιρετικά επικίνδυνη πολιτική μακροπρόθεσμα. Οι κυβερνήσεις έχουν ωθήσει τις τράπεζες να δώσουν δάνεια σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, που αντιμετωπίζουν πολύ δύσκολες οικονομικές συνθήκες, και αυτό μπορεί να επιστρέψει σαν μπούμερανγκ και να πλήξει την ευρωπαϊκή οικονομία, όπου το 80% της πραγματικής οικονομίας χρηματοδοτείται από τον τραπεζικό τομέα, σύμφωνα με την ΕΚΤ.

Οι κυβερνήσεις θα έπρεπε να είχαν λάβει πιο συνετά μέτρα και να αντιμετωπίσουν την κρίση του COVID-19 με φορολογικές περικοπές και όχι τόσο μέσω μαζικών δανείων, ακόμη και αν αυτά είναι μερικώς εγγυημένα από τα κράτη. Εάν η κρίση του δημόσιου χρέους αρχίσει να αναδύεται ξανά, θα υπάρξει ένας τέταρτος κίνδυνος που μπορεί να βλάψει τις τράπεζες και τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας.

Η ανταπόκριση των τραπεζών σε αυτήν την κρίση ήταν θετική, αλλά μπορεί να ήταν υπερβολική, και επίσης μπορεί να είναι πάρα πολύ νωρίς ακόμα. Και σαφώς αναλαμβάνουν πολύ μεγάλο ρίσκο, με πολύ χαμηλά επιτόκια. Μέχρι στιγμής, οι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί έχουν υπάρξει συνετοί στην διαχείρισή τους, και έχουν προβεί σε σημαντικά προληπτικά μέτρα για την ενίσχυση των ισολογισμών τους. Ωστόσο, αυτά τα προληπτικά μέτρα ενδέχεται να χρειαστεί να διπλασιαστούν τα επόμενα τρίμηνα. Η λήψη μέτρων για να αποφευχθεί μια χρηματοπιστωτική κρίση εξαιτίας αυτών των ακραίων πολιτικών, θα είναι κρίσιμη για την αποτροπή ενός μεγαλύτερου προβλήματος το 2021–22.

 

***

Συντάκτης: Daniel Lacalle

Ο Daniel Lacalle, PhD, είναι οικονομολόγος, διαχειριστής κεφαλαίων και καθηγητής παγκόσμιας οικονομίας στο IE Business School στη Μαδρίτη. Είναι ο συγγραφέας των  βιβλίων Freedom or Equality  (2020), Escape from the Central Bank Trap (2017), The Energy World Is Flat  (2015) και  Life in the Financial Markets ( 2014) .   

Αρχικά δημοσιεύθηκε στο dlacalle.com .

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.