Χρειάζεται «δημόσιες επενδύσεις» η οικονομία μας;

0
569

Συνολικά, μπορούμε να συμπεράνουμε με σιγουριά ότι οι δημόσιες δαπάνες και επενδύσεις προκαλούν περισσότερη βλάβη παρά όφελος.

Του Ευθύμη Μαραμή

Περίληψη

Όλο και περισσότεροι οικονομολόγοι, παράγοντες της αγοράς και οικονομικοί «ειδήμονες» των ΜΜΕ, δυσανασχετούν για την «έλλειψη» δημοσίων «επενδύσεων» και δαπανών, θεωρώντας πως μέσω αυτών των πολιτικών θα επανέλθει η οικονομία στα επίπεδα προ της κρίσης. Με τη συνδρομή του Jonathan M. Finegold Catalan, θα δούμε όσο πιο σύντομα γίνεται την επίδραση των δημοσίων επενδύσεων/δαπανών σε μια οικονομία.

Εάν μια υγιής οικονομία μπορούσε να σχεδιαστεί με ένα απλό διάγραμμα ροής δαπανών, όπου η οικονομική ανάπτυξη αποτελεί απλά μια συνάρτηση του επιπέδου των επενδύσεων, τότε δεν θα χρειαζόταν να πούμε τίποτα σε αυτό το άρθρο. Θέτοντας μάλιστα αυτή την ιδέα στα λογικά της άκρα, μια τέτοια οικονομική αρχή θα σήμαινε πως μπορεί να κοινωνικοποιηθεί ολόκληρη η οικονομία: Εξάλλου, σε αυτό το πλαίσιο σκέψης, η οικονομική ανάπτυξη είναι απλώς μια συνάρτηση επενδύσεων σε διαδικασίες παραγωγής.

Γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι η οικονομία της αγοράς δεν πλησιάζει καν στο να είναι τόσο τακτική και τόσο απλή όπως υπαινίσσεται αυτό το σκεπτικό. Η αγορά είναι ένας περίπλοκος ιστός οικονομικών σχέσεων και αποτελεί διαδικασία που χαρακτηρίζεται από διάφορες συντονισμένες και αποσυντονισμένες δυνάμεις. Ζούμε σε ένα κόσμο σπανιότητας και αυτή η διαδικασία συντονισμού της αγοράς βοηθά το άτομο να κατανείμει τους κατάλληλους πόρους προς τους προτιμώμενους σκοπούς. Συνεπώς, η οικονομική ανάπτυξη ή η δημιουργία πλούτου δεν αποτελεί μόνο συνάρτηση επενδύσεων. Ο ασαφής όρος «επένδυση» πρέπει να ενσωματωθεί σε αυτή τη σφαίρα σπανιότητας, προτιμήσεων και συντονισμού.

Όταν οι κρατικές δαπάνες εντάσσονται στην ευρύτερη εικόνα των διαδικασιών της αγοράς, καθίσταται σαφές ότι το ζήτημα εξελίσσεται πέρα ​​από την απλοϊκή έννοια των δαπανών και της παραγωγής. Δεν πρόκειται για κάποια ξεκάθαρη σχέση μεταξύ επένδυσης και δημιουργίας πλούτου. Το ζήτημα είναι αν η κυβέρνηση μπορεί ή όχι να συμμετάσχει αποτελεσματικά στη διαδικασία συντονισμού της αγοράς.

Μετά από περαιτέρω εξέταση, υπάρχουν πειστικοί λόγοι που μας κάνουν να πιστεύουμε ότι οι κρατικές δαπάνες είναι στην πραγματικότητα μια δύναμη αποσυντονισμού και ότι ως εκ τούτου οι δαπάνες αυτές δεν αποτελούν αποτελεσματική αντικυκλική πολιτική. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται καν για ζήτημα αποτελεσματικότητας. Για την ακρίβεια, υπάρχουν επιζήμιες συνέπειες  από τις «κοινωνικοποιημένες επενδύσεις».

Η σπανιότητα, οι προτιμήσεις και ο συντονισμός στην αγορά

Μπορούμε να ξεκινήσουμε την κριτική μας λέγοντας πολύ απλοϊκά πως στην καλύτερη περίπτωση οι κρατικές δαπάνες αντικαθιστούν απλώς τις δαπάνες που θα πραγματοποιούνταν από τον ιδιωτικό τομέα – είναι σαν να παίρνουμε χρήματα από τη δεξιά τσέπη και να τα βάζουμε στην αριστερή. Στη χειρότερη περίπτωση, οι κρατικές δαπάνες αποθαρρύνουν την παραγωγή μέσω της φορολόγησης (ή της επαπειλούμενης φορολόγησης στην περίπτωση που οι δαπάνες χρηματοδοτούνται με χρέος).

Αυτές είναι σωστές επικρίσεις των κυβερνητικών δαπανών, αλλά το βασικό πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Οι κρατικές δαπάνες είναι εγγενώς υποδεέστερες από τις ιδιωτικές και δεν λειτουργούν εντός των συντονιστικών δυνάμεων της αγοράς.

Μία από τις ιδιαίτερες συνεισφορές της αυστριακής σχολής στην οικονομική επιστήμη, είναι η παροχή ενός πλαισίου που προσεγγίζει τα οικονομικά ζητήματα από αυτή ακριβώς την οπτική γωνία της σπανιότητας και του συντονισμού. Υπό αυτό το πρίσμα, ο Ludwig von Mises αμφισβήτησε τη βιωσιμότητα μιας σοσιαλιστικής οικονομίας. Υπό το ίδιο πρίσμα αυτός, ο Friedrich Hayek κι αργότερα ο Murray Rothbard, παρουσίασαν μια λεπτομερή περιγραφή της αρχιτεκτονικής των συντονισμένων δυνάμεων της αγοράς: τη διαδικασία της τιμολόγησης.

Η φράση «δυνάμεις της αγοράς», που περιγράφει τις τάσεις του συντονισμού και του αποσυντονισμού, είναι λίγο παραπλανητική, διότι υποδηλώνει κάτι μεταφυσικό. Οι διαδικασίες της αγοράς που συντονίζουν τη δραστηριότητα μεταξύ αποταμιευτών και επενδυτών, καταναλωτών και παραγωγών κ.ο.κ. είναι απτές και απολύτως πραγματικές.

Όλες οι «μακρο-οικονομικές» δυνάμεις, παραπέμπουν σε μια προηγηθείσα θεμελιώδη «μικρο-διαμόρφωση» – στην εξοικονόμηση σπάνιων πόρων (στη χρήση των πόρων με τον «αποτελεσματικότερο» τρόπο). Γνωρίζουμε ότι ο κοινός παρονομαστής όλων των οικονομικών δραστηριοτήτων είναι το γεγονός ότι ο άνθρωπος δρα – ότι οι μεμονωμένοι δρώντες στην αγορά χρησιμοποιούν συγκεκριμένα μέσα για να επιτύχουν προτιμώμενους σκοπούς. Τα άτομα, που διαθέτουν υποκειμενικές, τακτικές κλίμακες ωφέλειας, χρησιμοποιούν σπάνια μέσα παραγωγής κατευθύνοντας τα προς επιλεγμένους σκοπούς με βάση τις προτιμήσεις τους. Τα άτομα δρουν κατ’ αυτόν τον τρόπο επιδιώκοντας να μειώσουν τις δυσάρεστες και άβολες συνθήκες που βιώνουν – και οι οποίες αποτελούν την στάνταρ αρχική κατάσταση των πάντων – δηλαδή, για να επιτύχουν μια πιο προτιμώμενη κατάσταση.

Η συνεχής διαδικασία κατανομής πόρων σε ολόκληρη την κοινωνία είναι απλώς ένα σύνολο των διαρκών υπολογισμών που πραγματοποιούνται σε ατομική βάση. Αυτές οι μεμονωμένες δράσεις συντονίζονται σε μακροοικονομική κλίμακα μέσω της διαδικασίας τιμολόγησης και μέσω του καταμερισμού της εργασίας. Οι παραγωγοί ανταμείβονται ή τιμωρούνται μέσω των κερδών και των ζημιών, δημιουργώντας μια τάση ροής του κεφαλαίου προς όσους το χρησιμοποιούν καλύτερα (σε αυτούς που ικανοποιούν περισσότερο τον καταναλωτή). Αυτή είναι η μέθοδος της αγοράς για την ανταμοιβή της «αποτελεσματικότητας».

Μπορεί να είναι σώμα της αγοράς το κράτος;

Οι συνέπειες των κρατικών δαπανών, μπορούν να εκτιμηθούν σωστά μόνο στο πλαίσιο του συντονισμού της αγοράς. Εάν οι «κοινωνικοποιημένες επενδύσεις» είναι πραγματικά απαραίτητες, τότε το αποτέλεσμα αυτών των επενδύσεων θα πρέπει να είναι καλύτερο από το αποτέλεσμα που θα είχε προκύψει εάν οι ίδιοι πόροι είχαν εξοικονομηθεί από τα άτομα στην αγορά.

Με άλλα λόγια, η κρατική μέθοδος λήψης επενδυτικών αποφάσεων, θα πρέπει είτε να έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτά της αγοράς – και η κυβέρνηση να είναι καλύτερος επιχειρηματίας – ή η κρατική μέθοδος θα πρέπει να είναι κατά κάποιο τρόπο ανώτερη. Μπορούμε να αποκλείσουμε την τελευταία περίπτωση καθώς γνωρίζουμε ότι η μόνη μέθοδος οικονομικού υπολογισμού είναι αυτή που ακολουθούν τα άτομα μέσω της διαδικασίας τιμολόγησης. Ως εκ τούτου, οι κρατικές επενδύσεις είναι εγγενώς υποδεέστερες από τις επενδύσεις της ελεύθερης αγοράς.

Τα άτομα χρησιμοποιούν τους πόρους με βάση τις δικές τους προτιμήσεις και τους δικούς τους στόχους και βασίζονται στις αναμενόμενες προτιμήσεις των άλλων, οι οποίες αντανακλώνται εν μέρει στον μηχανισμό των τιμών και πολλές φορές προβλέπονται κι από άλλες πηγές πληροφοριών και σημάτων. Ακόμη και οι παραγωγοί κεφαλαιουχικών αγαθών που είναι απομακρυσμένοι από τον τελικό καταναλωτή κατά ένα ή περισσότερα παραγωγικά στάδια, αποκομίζουν τα κέρδη τους από την ικανοποίηση των καταναλωτών, δεδομένου ότι η ζήτηση για τα προϊόντα τους αποφασίζεται από τους επιχειρηματίες που προμηθεύουν άμεσα τον καταναλωτή.

Η ικανότητα ενός ατόμου να αποκτήσει τα απαραίτητα μέσα για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου στόχου, επηρεάζεται από τις ικανότητες των άλλων ατόμων που ανταγωνίζονται για τα ίδια μέσα. Με αυτόν τον τρόπο, η αγορά ενισχύει την τάση της περισσότερο αποτελεσματικής χρήσης των μέσων, προς εκπλήρωση των πιο σημαντικών στόχων.

Η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει τους ίδιους περιορισμούς ή τα ίδια κίνητρα όταν δαπανά. Στην πραγματικότητα, αν η κυβέρνηση υπόκειτο σε περιορισμούς και κίνητρα αγοράς, τότε δεν θα μπορούσε να προσφέρει στην κοινωνία αυτό που αποτυγχάνει να παραγάγει η αγορά (για καλό ή κακό).

Δεδομένου ότι το κράτος δεν περιορίζεται από την επίτευξη κέρδους, μπορεί να πλειοδοτήσει έναντι των δυνητικών ανταγωνιστών για οποιουσδήποτε πόρους χρειάζονται για την πραγματοποίηση του προγράμματος δαπανών. Δεν υπάρχει λόγος να εξοικονομήσει χρήματα, γιατί το κράτος μπορεί να δανειστεί, να φορολογήσει ή να δημιουργήσει απλά περισσότερα για να χρηματοδοτήσει τις αγορές του. Τελικά, αυτό στρεβλώνει ολόκληρη την έννοια της σπανιότητας, καθώς το κράτος μπορεί να αποκτήσει οποιοδήποτε οικονομικό αγαθό με οποιοδήποτε κόστος. Ο ρόλος των τιμών ως παρόχου πληροφοριών και βοήθειας στα άτομα κατά τη λήψη των αποφάσεών τους όταν χρησιμοποιούν μέσα και πόρους, ουσιαστικά ακυρώνεται, επειδή, για το κράτος, οι τιμές είναι σχεδόν αδιάφορες.

Ομοίως, ο περιορισμός/αυτοσυγκράτηση/ενθάρρυνση, που επιβάλει το σύστημα κέρδους-ζημίας, δεν ισχύει στις κυβερνητικές πράξεις. Οι κυβερνήσεις λειτουργούν με τα χρήματα των άλλων – η πηγή των κρατικών εσόδων δεν είναι το κέρδος αλλά η φορολόγηση – επομένως δεν υπάρχει λόγος να αποκομίζει κέρδος. Επιπλέον, το είδος των επενδύσεων που πραγματοποιούν οι κυβερνήσεις, απαιτεί μεγάλες αρχικές δαπάνες, ακόμη και αν το πρόγραμμα αποκομίσει κέρδη μακροπρόθεσμα. Ας πάρουμε για παράδειγμα τις κρατικές δαπάνες και επενδύσεις στην ΕΒΖ, υποθέτοντας ότι σε κάποια στιγμή η εταιρεία θα γινόταν κερδοφόρος ανταγωνιστής στην αγορά ζάχαρης. Ενώ οι δρώντες στην αγορά επενδύουν σε στόχους που θεωρούν ότι είναι οι υψηλότεροι στην κλίμακα ωφέλειας τους, αντίθετα, η κυβέρνηση τείνει να επενδύει σε στόχους που απορρίφθηκαν (επειδή είναι λιγότερο οικονομικοί και είναι αντιπαραγωγικοί).

Οι συνέπειες των κρατικών δαπανών κατανοούνται καλύτερα όταν τίθενται υπό το πρίσμα της δραστηριότητας της αγοράς. Ζούμε σε κόσμο σπανιότητας – επακόλουθο της ανθρώπινης δράσης και της θεμελιώδους σπανιότητας της εργασίας – και επομένως όλα τα οικονομικά αγαθά που ορίζονται ως σπάνια, εξοικονομούνται στην αγορά μέσω των προαναφερθεισών διαδικασιών. Οι κυβερνητικές δαπάνες, είτε πραγματοποιούνται άμεσα είτε μέσω επιδοτήσεων, ανακατανέμουν πόρους από τα άτομα που θα είχαν χρησιμοποιήσει αυτούς τους πόρους και, αντιθέτως, τους κατανέμουν προς λιγότερο προτιμώμενους σκοπούς. Επομένως, ακόμη και αν ένα κυβερνητικό πρόγραμμα αποκομίσει τελικά κάποιο κέρδος, το κόστος ευκαιρίας που αντιπροσωπεύεται από την ματαιωμένη ιδιωτική παραγωγή, αντιπροσωπεύει καθαρή ζημία για την κοινωνία.

Αδρανείς πόροι

Γνωρίζουμε τώρα πως, εάν πραγματοποιείται εξοικονόμηση πόρων στην αγορά, οι κρατικές δαπάνες θα διαταράξουν αυτήν την εξοικονόμηση και θα αναδιανείμουν τους πόρους προς την επίτευξη στόχων που θεωρούνται λιγότερο σημαντικοί. Μπορεί όμως να φανεί ότι αυτό το επιχείρημα δεν αντιμετωπίζει σωστά το ζήτημα της αντικυκλικής δημοσιονομικής πολιτικής κατά τη διάρκεια μιας περιόδου ύφεσης, καθώς κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου λέγεται ότι υπάρχει πλεόνασμα «αδρανών πόρων».

Οι αδρανείς πόροι είναι μέσα παραγωγής που φαίνονται να αφέθηκαν αχρησιμοποίητα – ένα προφανές παράδειγμα είναι ένας άνεργος εργάτης. Αν αυτά τα μέσα παραγωγής είναι «αδρανή», ποιο είναι το πρόβλημα αν χρησιμοποιηθούν από το κράτος;

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι κυβερνήσεις τείνουν να επιδεινώνουν το βαθμό κατά τον οποίο οι πόροι παραμένουν «αδρανείς» (δείτε για παράδειγμα την υπερφορολόγηση και το ασθενές πλαίσιο προστασίας της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στην Ελλάδα). Έτσι, θα μπορούσε κανείς να προβάλει το επιχείρημα ότι το πρόβλημα της αδράνειας είναι σε μεγάλο βαθμό τεχνητό και προκαλείται από τις παρεμβάσεις του κράτους και των κεντρικών τραπεζών. Ωστόσο, αυτό θα σήμαινε ότι θα μπορούσε να υπάρχει κάποια μορφή αδράνειας στην αγορά και ότι αυτό αποτελεί κάποιο είδος προβλήματος. Η σωστή απάντηση σε αυτό το ζήτημα, είναι αυτή που εξηγεί πως το υποτιθέμενο πρόβλημα των «αδρανών πόρων» δεν είναι στην πραγματικότητα πρόβλημα, επειδή οι πόροι δεν παρέμειναν άσκοπα αχρησιμοποίητοι.

Τα οικονομικά αγαθά εξοικονομούνται διαρκώς μέσα στο πλαίσιο μέσων-στόχων των μεμονωμένων δρώντων στην αγορά. Το γεγονός ότι ορισμένα αγαθά μπορεί να μην χρησιμοποιούνται για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου στόχου, δεν σημαίνει ότι οι πόροι αυτοί είναι πλέον αδρανείς και άχρηστοι. Απλώς επιδεικνύει ότι αυτοί οι πόροι είναι καλύτερο να εξοικονομηθούν για την επίτευξη ενός άλλου στόχου. Αν η οικονομική δραστηριότητα ορίζεται ως η επίτευξη στόχων και ως η εξοικονόμηση πόρων προς εκπλήρωση αυτών των στόχων και ορισμένα μέσα παραγωγής θεωρούνται καλύτερα αχρησιμοποίητα, ποια είναι η έννοια της εξαναγκαστικής χρήσης αυτών των «αδρανών πόρων» μέσω των κρατικών δαπανών; Η ανακατανομή των φερόμενων ως «αδρανών πόρων», αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα με την ανακατανομή των «μη αδρανών πόρων» – το κόστος ευκαιρίας της ματαιωμένης δραστηριότητας της αγοράς, είναι υψηλότερο από το όφελος του πραγματοποιημένου κυβερνητικού προγράμματος.

Μπορούμε λογικά να αναμένουμε αύξηση της ποσότητας των «αδρανών πόρων» κατά τη διάρκεια περιόδων που ακολουθούν φάσεις παρατεταμένης διαχρονικής έλλειψης συντονισμού. Κατά τη διάρκεια του διαχρονικού αποσυντονισμού, η δομή της παραγωγής αναπτύσσεται γύρω από τα στρεβλωμένα σήματα κέρδους που προκάλεσε η προηγηθείσα νομισματική επέκταση. Τα κεφαλαιουχικά αγαθά που αναπτύσσονται και παράγονται κατά τη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος, τείνουν να κυμαίνονται ως προς την εξειδίκευση. Ενώ ορισμένα είναι πολύ μη εξειδικευμένα (όπως εργασία χαμηλής ειδίκευσης), ορισμένα είναι ιδιαίτερα εξειδικευμένα (όπως μια μηχανή που έχει σχεδιαστεί για να παράγει μόνο ένα είδος αγαθού) και τα περισσότερα πέφτουν κάπου ενδιάμεσα.

Η απαραίτητη αναπροσαρμογή της δομής της παραγωγής που συμβαίνει όταν αποκαλύπτονται οι στρεβλώσεις (αυτό που θεωρείται στάδιο στασιμότητας ή ύφεσης) θα προκαλέσει αναγκαστικά αύξηση του όγκου των αδρανών πόρων. Τα κεφαλαιουχικά αγαθά υψηλότερης εξειδίκευσης, θα παραμείνουν σε αδράνεια επειδή ενδέχεται να είναι πλήρως ή εν μέρει ανεφάρμοστα σε εναλλακτικές γραμμές παραγωγής. Οι μεμονωμένοι επιχειρηματίες θα πρέπει να σχεδιάσουν τις ενέργειές τους γύρω από αυτά τα απομεινάρια εσφαλμένων επενδύσεων, γύρω από τις προτιμήσεις των καταναλωτών και γύρω από τις δικές τους προβλέψεις που ενέχουν αβεβαιότητα. Αυτά τα «αδρανή» κεφαλαιουχικά αγαθά δεν είναι καθόλου αδρανή και απλώς εξοικονομούνται σε μια περίοδο διαρθρωτικής αναπροσαρμογής.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου αναπροσαρμογής, η ανακατανομή του πλούτου μέσω κυβερνητικών δαπανών μπορεί να χρησιμοποιήσει όσους πόρους θεωρούνται ως αδρανείς. Η διάρθρωση της παραγωγής μπορεί να προσαρμοστεί γύρω από τις διάφορες νέες σειρές παραγωγής που αναγεννιούνται ή χρηματοδοτούνται από τις κρατικές δαπάνες. Ωστόσο, το σχήμα αυτής της παραγωγικής δομής είναι υποδεέστερο από εκείνο που θα είχε αναπτυχθεί χωρίς κυβερνητική παρεμβατικότητα και, συνεπώς, έχουμε και πάλι μια καθαρή οικονομική ζημία.

Το κράτος είναι μια πανίσχυρη δύναμη ανισορροπίας 

Οι δημόσιες επενδύσεις δεν είναι μέθοδος βελτίωσης της αποδοτικότητας της αγοράς, ούτε είναι μέθοδος χρησιμοποίησης υποτιθέμενων αδρανών πόρων. Το αποτέλεσμα των κυβερνητικών δαπανών είναι οι χαμένες παραγωγικές ευκαιρίες. Το κόστος τους, είναι το κέρδος που θα είχε προκύψει αν επιτρεπόταν η εξοικονόμηση/χρήση τους από την αγορά, μείον το αποτέλεσμα των κυβερνητικών δαπανών. Μπορούμε εύκολα να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η έννοια των «αντικυκλικών» δημοσιονομικών πολιτικών, είναι εξαιρετικά επιβλαβής και ότι μια καλύτερη εναλλακτική λύση είναι να δοθεί η δυνατότητα στους μεμονωμένους δρώντες της αγοράς να εξοικονομήσουν οικονομικά αγαθά βάσει των δικών τους κλιμάκων ωφέλειας.

Αυτό το επιχείρημα δεν υποστηρίζει ότι οι μεμονωμένοι δρώντες της αγοράς επιτυγχάνουν το «βέλτιστο» αποτέλεσμα ή ότι η αγορά είναι απόλυτα αποδοτική. Θα μπορούσε να υπάρξει περίπτωση κατά την οποία ένας μεμονωμένος δρώντας στην αγορά παίρνει μια κακή επενδυτική απόφαση και το επενδεδυμένο κεφάλαιο καταναλώνεται χωρίς περαιτέρω αναπαραγωγή πλούτου. Αυτές οι περιπτώσεις, ωστόσο, δεν δικαιολογούν κυβερνητικές δαπάνες. Σε μακροοικονομική κλίμακα, υπάρχουν καταλακτικές τάσεις και δυναμικές, δημιουργημένες από άτομα που δρουν στην κοινωνία, που ανταμείβουν όσους επενδύουν σωστά και τιμωρούν εκείνους που επενδύουν εσφαλμένα. Αυτή η τάση διανομής, δεν επηρεάζει τις κυβερνητικές δαπάνες, επειδή η κυβέρνηση λειτουργεί πάντα εκτός πεδίου των συντονιστικών δυνάμεων της αγοράς – το κράτος δεν περιορίζεται από συγκεκριμένα ποσά εσόδων, ούτε ανταποκρίνεται σε κέρδη και ζημίες. Επομένως, δεν υπάρχουν διορθωτικά μέτρα που να επανευθυγραμμίζουν τις κυβερνητικές δαπάνες με τις καταναλωτικές προτιμήσεις.

Η κυβέρνηση, στην πραγματικότητα, είναι μια ισχυρότατη δύναμη παραγωγής ανισορροπιών στην αγορά. Εξαναγκάζει την ανακατανομή των οικονομικών αγαθών, αποσπώντας τα από τη διαδικασία εξοικονόμησης/βέλτιστης χρήσης τους και, αντ’ αυτού, τα επενδύει για την υλοποίηση σπάταλων, αντιπαραγωγικών, λιγότερο σημαντικών ή λιγότερο προτιμώμενων σκοπών. Με άλλα λόγια, στρεβλώνει τη συνεχιζόμενη διαδικασία συντονισμού της αγοράς.

Συμπέρασμα

Το αν απαιτείται κάποιος βαθμός διακυβέρνησης για να μπορέσει να λειτουργήσει η αγορά, κάτι που είναι εκτός του πλαισίου αυτού του άρθρου, αξίζει ένα σχόλιο. Η πεποίθηση ότι η κυβέρνηση είναι απαραίτητη για να εξασφαλίσει τουλάχιστον τα δικαιώματα ιδιοκτησίας των ατόμων, δεν είναι ασυνήθιστη. Ωστόσο, γνωρίζοντας ότι τα δικαιώματα ιδιοκτησίας είναι απολύτως απαραίτητα για τη διαδικασία συντονισμού της οικονομικής δραστηριότητας, δύσκολα μπορεί να σκεφτεί κανείς ότι τα άτομα δεν θα φροντίσουν για την κατανομή των πόρων τους προς τον σκοπό της εξασφάλισης των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας τους. Η αγορά μπορεί και σε αυτόν τον τομέα, όπως και σε κάθε άλλον, να παράσχει καλύτερα αποτελέσματα.

Συνολικά, μπορούμε να συμπεράνουμε με σιγουριά ότι οι δημόσιες δαπάνες και επενδύσεις προκαλούν περισσότερη βλάβη παρά όφελος. Αναδιανέμουν τα μέσα παραγωγής προς την κατεύθυνση επίτευξης στόχων που θεωρούνται υποδεέστεροι από τα άτομα που αποτελούν την κοινωνία, την οποία η κυβέρνηση ισχυρίζεται πως υπηρετεί.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.