Ανάλυση: Τι έφταιξε για το στραπάτσο της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ;

0
3313
Το νομισματικό σύστημα του ευρώ, έπνιξε τις αδύναμες οικονομίες και τις οδήγησε σε μια πρωτοφανή πιστωτική κραιπάλη.
Το νομισματικό σύστημα του ευρώ, έπνιξε τις αδύναμες οικονομίες και τις οδήγησε σε μια πρωτοφανή πιστωτική κραιπάλη.

Όταν εισήχθη το ευρώ, δε χρειάστηκε πολύ για να αναπτυχθούν και να συσσωρευτούν ανισορροπίες. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών στις νότιες χώρες αυξήθηκε με μια καταναλωτική έκρηξη και οι εξαγωγές της γερμανικής βιομηχανίας άνθισαν.

Του Ευθύμη Μαραμή

Στον πυρήνα της Αυστριακής οικονομικής σκέψης, το πολιτικό νομισματικό σύστημα της Ευρωζώνης, δεσπόζει ως case study για την κατάρτιση της Αυστριακής Θεωρίας των Επιχειρηματικών Κύκλων (A.B.C.T.)

Δεν είναι τυχαίο πως τόσο ο Friedrich Hayek, όσο και ο Murray Rothbard, τάχθηκαν εναντίον της εισαγωγής του ενιαίου νομίσματος και εναντίον της ίδρυσης διακρατικής κεντρικής τράπεζας στην Ευρώπη. Οι λόγοι για τους οποίους το έκαναν, ήταν για να αποφευχθούν τα όσα, δυστυχώς, ακολούθησαν. Με την βοήθεια στοιχείων του καθηγητή Philipp Bagus, θα καταδείξουμε πολύ σύντομα σε αυτό το άρθρο, μερικούς μόνο από τους λόγους οι οποίοι καθιστούν το ευρω-σύστημα σε ένα κακό νομισματικό σύστημα πολιτικού χρήματος.

Πολιτική στρέβλωση των μηχανισμών ελέγχου, ισορροπιών και αποτιμήσεων της αγοράς. 

Το ευρώ μείωσε τεχνητά και στρέβλωσε τα επιτόκια στις νότιες χώρες, κυρίως για τα κυβερνητικά ομόλογα. Οι πολίτες και οι κυβερνήσεις μπορούσαν να πληρώσουν λιγότερους τόκους για τα χρέη τους. Οι επενδυτές αγόραζαν τα ομόλογα υψηλών αποδόσεων των περιφερειακών χωρών, κάτι που ανέβαζε τις τιμές τους και έριχνε τα επιτόκια. Αυτή ήταν μια επικερδής επιχείρηση, καθώς γνώριζαν πως τα ομόλογα που αντιστοιχούν σε λίρες, πεσέτες, εσκούδα και δραχμές θα πληρώνονταν τελικά σε ευρώ. Τα χαμηλότερα επιτόκια επέτρεψαν σε μερικές χώρες να μειώσουν το χρέος τους και να εκπληρώσουν τα κριτήρια του Μάαστριχτ. Τα ποσοστά της Ιταλίας, για παράδειγμα, είχαν μειωθεί σημαντικά, επιτρέποντας στην κυβέρνηση να εξοικονομήσει από τις πληρωμές των τόκων. Το 1996, η Ιταλία πλήρωσε περίπου €110 δισεκατομμύρια σε τόκους για τα δάνειά της, και το 1999 μόνο €79 δις.

Τα επιτόκια στις νότιες χώρες μειώθηκαν για κυρίως δύο λόγους.
  1.  τα επιτόκια μειώθηκαν καθώς υποχώρησαν οι πληθωριστικές προσδοκίες: το κύρος της Bundesbank που εν μέρει μεταφέρθηκε στην ΕΚΤ, οδήγησε σε χαμηλότερες πληρωμές τόκων.
  2. Το ασφάλιστρο κινδύνου για τις υπερχρεωμένες χώρες, μειώθηκε.

Η εισαγωγή του ευρώ ήταν ένα βήμα προς την πολιτική ολοκλήρωση στην Ευρώπη. Το ευρώ είχε εγκατασταθεί για ένα αόριστο χρονικό διάστημα. Η διάσπαση της ευρωζώνης δεν είχε προβλεφθεί νομικά και θα θεωρούνταν τεράστια πολιτική αποτυχία. Η προσδοκία ήταν ότι τα ισχυρότερα κράτη θα διασώζουν τα πιο αδύναμα αν θεωρείτο απαραίτητο.

Με μια σιωπηρή εγγύηση για τα χρέη τους, πολλές χώρες είχαν να πληρώσουν χαμηλότερα επιτόκια επειδή το ρίσκο της χρεοκοπίας είχε (υποθετικά) μειωθεί. Καθώς η Γερμανία και άλλες χώρες σιωπηλά εγγυόντουσαν για το χρέος των μεσογειακών χωρών, τα επιτόκια σε αυτές δεν ανταποκρίνονταν στο πραγματικό ρίσκο χρεοκοπίας τους.

Οι αγορές κανονικά τιμωρούν τη δημοσιονομική απειθαρχία σκληρά, με υψηλότερα επιτόκια και με υποτίμηση του νομίσματος. Η Οικονομική Νομισματική Ένωση οδήγησε σε αναβολή αυτών των επιπτώσεων. Από το 1995 και μετά, γινόταν όλο και πιο βέβαιο ότι οι μεσογειακές χώρες (εκτός της Ελλάδας που συμμετείχε από το 2001) θα συμμετείχαν στη νομισματική ένωση το 1999. Ως συνέπεια της αναμενόμενης εισόδου στη νομισματική ένωση, τα επιτόκια συνέκλιναν προς τα επίπεδα της Γερμανίας, όπως φαίνεται στο γράφημα που παραθέτουμε.

Νομισματικά επιτόκια τριμήνου σε Γερμανία, Έλλαδα, Ισπανία, Ιρλανδία, Ιταλία και Πορτογαλία (1987-1998) Κλικ στην εικόνα για μεγέθυνση

Στρέβλωση των επιτοκίων και παραμόρφωση πληροφοριών

Τα επιτόκια έπεσαν παρόλο που δεν είχαν αυξηθεί οι πραγματικές αποταμιεύσεις και επειδή τα ασφάλιστρα του πληθωρισμού είχαν μειωθεί. Τα χαμηλότερα επιτόκια προκάλεσαν αυξήσεις στις τιμές των κεφαλαιακών αγαθών. Κατά συνέπεια, προκλήθηκε μια έκρηξη στον τομέα της στέγασης σε πολλές μεσογειακές χώρες. Η πίστωση ήταν φθηνή και χρησιμοποιήθηκε για να αγοραστούν και να κατασκευαστούν σπίτια. Αυτή η φούσκα τροφοδοτούταν από την επεκτατική νομισματική πολιτική μέχρι το 2008, όταν η παγκόσμια κρίση οδήγησε σε συντριβή τις υπερμεγέθεις αγορές κατοικίας.

Η ανταγωνιστικότητα στις μεσογειακές χώρες και την Ιρλανδία μειώθηκε σημαντικά μετά την εισαγωγή του ευρώ. Την ίδια στιγμή η ανταγωνιστικότητα στη Γερμανία, στην Αυστρία, στην Ολλανδία και αλλού στο βορρά, αυξήθηκε. Από την εισαγωγή του ευρώ, η ανταγωνιστικότητα της Γερμανίας, όπως μετράται από το δείκτη που βασίζεται στο κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος που παρέχεται από την ΕΚΤ, αυξήθηκε κατά 13,7% από τη στιγμή της εισαγωγής του ευρώ μέχρι το 2010. Στην ίδια περίοδο, η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Ισπανία και η Ιταλία έχασαν την ανταγωνιστικότητά τους, 11,3%, 9,1%, 11,2% και 9,4% αντίστοιχα.

Πιστωτική κραιπάλη

Οι καταναλωτικές δαπάνες στις μεσογειακές χώρες αυξήθηκαν και ξεκίνησαν να πέφτουν μόνο μετά την οικονομική κρίση του 2008. Από το 2000 ως το 2007, οι καταναλωτικές δαπάνες στην Ισπανία αυξήθηκαν περισσότερο από 20%. Οι εισαγωγές παρέμειναν φθηνότερες για τη Νότια Ευρώπη από ό,τι ίσως θα ήταν χωρίς τη νομισματική ένωση. Παρόλο που οι πληθωριστικές χώρες έχασαν την ανταγωνιστικότητά τους σε σύγκριση με τη Γερμανία, οι τιμές των εισαγωγών δεν αυξήθηκαν τόσο όσο θα γινόταν αν οι χώρες αυτές είχαν παραμείνει στα δικά τους νομίσματα. Το αποτέλεσμα αυτού του συνδυασμού με τα τεχνητά χαμηλά επιτόκια, ήταν η καταναλωτική έκρηξη που χρηματοδοτήθηκε με πίστωση, κυρίως στα νότια κράτη.

Όταν εισήχθη το ευρώ, δε χρειάστηκε πολύ για να αναπτυχθούν και να συσσωρευτούν ανισορροπίες. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών στις νότιες χώρες αυξήθηκε με μια καταναλωτική έκρηξη και οι εξαγωγές της γερμανικής βιομηχανίας άνθισαν. Μια ανατίμηση του μάρκου θα προκαλούσε προβλήματα για τις γερμανικές εξαγωγές και θα μείωνε το πλεόνασμα των τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας. Με το ευρώ, αυτό δεν ήταν πια δυνατό. Καινούρια ευρώ πέταξαν από την έκρηξη που προκάλεσε η πίστωση στις νότιες χώρες, προς τη Γερμανία και προκάλεσαν την άνοδο των τιμών. Οι αναδιανομές προκλήθηκαν καθώς η ΕΚΤ συνέχισε να χρηματοδοτεί και να φιλοξενεί τις καταναλωτικές δαπάνες αυτών των χωρών. Καινούρια χρήματα θα έμπαιναν στις νότιες χώρες και θα αγόραζαν γερμανικά προϊόντα.

Ασυγκράτητη νομισματική επέκταση

Στο γράφημα που ακολουθεί, μπορούμε να δούμε την αύξηση του δείκτη Μ3 (εκτός του χρήματος που ήδη κυκλοφορεί) στην Ισπανία, την Ιταλία, την Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Γερμανία. Βλέπουμε πως το χρηματικό απόθεμα πραγματικά μεγάλωσε πολύ πιο γρήγορα στις μεσογειακές χώρες. Η Ισπανία και η Ελλάδα, κυρίως, είχαν μεγαλύτερο ρυθμό αύξησης από ότι η Γερμανία (χοντρή γραμμή) κατά τη διάρκεια της έκρηξης από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 ως το 2008. Για παράδειγμα, όταν το νομισματικό μέγεθος της Γερμανίας έπεφτε το 2002, η Ισπανία και η Ιταλία είχαν διψήφιες αυξήσεις.

Αύξηση της προσφοράς χρήματος Μ3 σε % (χωρίς το νόμισμα που βρίσκεται σε κυκλοφορία) σε Ισπανία, Γερμανία, Ιταλία, Ελλάδα και Πορτογαλία (1999-2010) Κλικ στην εικόνα για μεγέθυνση

Το 2004, ο ρυθμός αύξησης του νομισματικού μεγέθους της Γερμανίας, κυμαίνονταν στο 2%. Την ίδια στιγμή, η νομισματική αύξηση ήταν τουλάχιστον διπλάσια στις μεσογειακές χώρες. Όταν η έκρηξη στον κατασκευαστικό τομέα στην Ισπανία βγήκε εκτός ελέγχου το 2007, ο Ισπανικός δείκτης Μ3 είχε αυξηθεί κατά 20% ενώ το νομισματικό μέγεθος της Γερμανίας 5 με 8%.

Τα χρήματα έμπαιναν με γρηγορότερο ρυθμό στις νότιες χώρες.

Κατασκευάζοντας σπίτια, τα χρήματα απλώθηκαν στο υπόλοιπο της ευρωζώνης καθώς η Ισπανία εισήγαγε εμπορεύματα από τη Γερμανία και άλλες βόρειες χώρες. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών στη Μεσόγειο, αυξήθηκε. Αν η εισαγωγή του νέου χρήματος είχε συμβεί μόνο μια φορά, η κατάσταση θα σταθεροποιούνταν σύντομα. Οι τιμές θα είχαν αυξηθεί στη Γερμανία σε σχέση με τις χώρες του νότου, καθώς τα ευρώ θα αγόραζαν γερμανικά αγαθά. Οι χαμηλότερες τιμές και μισθοί στις νότιες χώρες θα τις είχαν κάνει πιο αποδοτικές και θα μείωναν το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών. Αλλά αυτή η προσαρμογή δεν είχε επιτραπεί να συμβεί.

Νέα χρήματα συνέχισαν να εισέρχονται ταχύτερα στις μεσογειακές χώρες, όπου μετά μεταφέρονταν στους καταναλωτές και στις κυβερνήσεις, μην επιτρέποντας τις τιμές να πέσουν (τιμές που ήταν υψηλότερες σε σύγκριση με αυτές στη Γερμανία). Η ροή των εμπορευμάτων από τη Γερμανία προς τις νότιες χώρες συνεχιζόταν. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών διατηρήθηκε και οι νότιες χώρες παρέμειναν – αναλογικά – μη παραγωγικές (με την οικονομική έννοια του όρου) ενώ συνήθιζαν σε ένα επίπεδο κατανάλωσης που δε θα ήταν εφικτό χωρίς τη δημιουργία χρήματος. Ο νότιος πληθωρισμός εξαγόταν στη Γερμανία ενώ εισαγόταν επίπλαστη νομισματική σταθερότητα. Οι τιμές στο νότο δεν αυξήθηκαν όσο θα είχε συμβεί χωρίς τις εισαγωγές από τη Γερμανία. Οι τιμές στη Γερμανία αυξήθηκαν περισσότερο από ότι θα είχε συμβεί αν δεν εξήγαγαν στη νότια Ευρώπη.

Ένα κακό νομισματικό σύστημα πολιτικών φιλοδοξιών 

Μέχρι σήμερα, είναι γνωστά τρία είδη νομισματικών συστημάτων (χωρίς να υπολογίσουμε τα ψηφιακά νομίσματα).

  1. Ο κανόνας του χρυσού: Με τον κανόνα του χρυσού, ο χρυσός θα έφευγε από την Ελλάδα και θα πήγαινε στη Γερμανία ως αντάλλαγμα για τα εισαγόμενα αγαθά.
  2. Πολιτικά εθνικά νομίσματα: Με τα κυμαινόμενα χάρτινα εθνικά νομίσματα, ένας πολιτικός θα ανταλλάξει τις δραχμές που μόλις εκτύπωσε με μάρκα – το μάρκο θα ανέβαινε σε αξία και η δραχμή θα έχανε σε αξία.
  3. Το ευρώ: Στην περίπτωση του ευρώ, το χάρτινο χρήμα έρεε (και ρέει) ανεξέλεγκτο προς κάθε χώρα όπου γίνεται αποδεκτό ως νόμιμο χρήμα. Δεν υφίσταται συναλλαγματικός έλεγχος από μηχανισμούς της αγοράς.

Μια από τις κύριες αιτίες αδυναμίας κατανόησης των οικονομικών φαινομένων, αποτελεί η εσφαλμένη νομισματική θεωρία που επικρατεί σήμερα. Κατ’ επέκταση, αυτή οφείλεται σε ανεπαρκή κατανόηση της προαπαιτούμενης διαδικασίας για την παραγωγή κεφαλαίου και πλούτου. Έχουμε πει αρκετές φορές πως το χρήμα δεν παράγει πλούτο, αλλά αντιπροσωπεύει ήδη υπάρχοντα υποκείμενα αγαθά και υπηρεσίες σε μία οικονομία. Το χρήμα, εξυπηρετεί στην ροή των αγαθών και των υπηρεσιών μεταξύ των παραγωγών του πραγματικού πλούτου και των καταναλωτών.

Όταν εισέρχεται υπερβολικό νέο χρήμα σε μια οικονομία, προκύπτουν αρκετά φαινόμενα τα οποία μπορούν να διαβρώσουν τον υποκείμενο πλούτο. Δίδεται η δυνατότητα σε αυτούς που παραλαμβάνουν αυτό το χρήμα να αποσπάσουν αγαθά και υπηρεσίες χωρίς να μπορούν να αποκαταστήσουν αυτά τα αγαθά και τις υπηρεσίες. (Το χρήμα είναι άμεση απαίτηση για αγαθά και υπηρεσίες). Δίδεται η δυνατότητα κατανάλωσης πόρων σε ανθρώπους που δεν αποκαθιστούν ανταλλακτικά αυτούς τους πόρους. Καταστρέφονται έτσι οι αποταμιεύσεις της οικονομίας.

Τι είναι οι αποταμιεύσεις;

Οι αποταμιεύσεις (εξοικονομήσεις, savings) είναι τα υποκείμενα υπάρχοντα μη καταναλωθέντα αγαθά και τα αντίστοιχα κεφαλαιακά τους αποθέματα, δηλαδή τα μέσα παραγωγής των καταναλωτικών αγαθών (πρώτες ύλες, βιομηχανικά εργαλεία, μηχανήματα, γη). Με άλλα λόγια, η αποταμίευση, είναι η υπέρβαση της τρέχουσας παραγωγής έναντι της τρέχουσας κατανάλωσης. Και ως εκ τούτου, είναι απαραίτητη για την πραγματοποίηση κάθε μελλοντικής επένδυσης. Ακόμα πιο απλά, τα υποκείμενα μη καταναλωθέντα αγαθά, είναι απαραίτητα ώστε να υποστηρίξουν την παραγωγική διαδικασία των επενδύσεων. Δεν μπορεί να κατασκευαστεί τίποτα χωρίς να χρησιμοποιηθούν υπάρχοντα αγαθά.

Υπό αυτή την έννοια, γίνεται επαρκώς κατανοητό το γιατί το χρήμα δεν παράγει, ούτε «κινεί» κάτι, αν δεν υπάρχει αυτό το κάτι. Στην «καλύτερη» περίπτωση, θα ανεβάσει απλά τις τιμές των υποκείμενων αγαθών, η δεν θα τους επιτρέψει να μειωθούν (κρυφός πληθωρισμός). Θα τα αποσπάσει από τους παραγωγούς μεταφέροντας τα σε όσους παραλαμβάνουν το νέο παραπανίσιο χρήμα. Δείτε περισσότερα για την έννοια της αποταμίευσης εδώ.

Στην αυστριακή θεωρία της κεφαλαιακής διάρθρωσης, το επιτόκιο είναι η τιμή διαφοράς μεταξύ των χρονικών σταδίων της παραγωγής. Η στρέβλωση του επιτοκίου από τις κεντρικές τράπεζες και η ακόλουθη νομισματική και πιστωτική επέκταση, τροφοδοτούν διαρκώς τους επιχειρηματικούς κύκλους, καθώς διαταράσσεται η σχέση αποταμίευσης – επένδυσης. Δείτε περισσότερα για το επιτόκιο εδώ.

Ανταλλαγή τύπου: Κάτι έναντι τίποτα

Γνωρίζοντας πλέον τι είναι το χρήμα και η αποταμίευση, μπορούμε να προχωρήσουμε σε ασφαλέστερα συμπεράσματα για την περίπτωση της Ελλάδας. Όταν εισήλθαν οι μεγάλες ποσότητες νέου χρήματος με δανεισμό από το εξωτερικό, περάσαμε στην υπέρβαση της τρέχουσας κατανάλωσης έναντι της τρέχουσας παραγωγής. Μπήκε έτσι σε κίνηση η διαδικασία ανταλλαγής τύπου: «κάτι έναντι τίποτα», δηλαδή υπάρχοντα αγαθά έναντι πολύχρωμων χαρτιών. Κατά συνέπεια, οι τιμές των υποκείμενων αγαθών εκτινάχτηκαν και, ως εκ τούτου, αυξήθηκαν οι εισαγωγές. Ήταν επόμενο να αυξηθούν οι εισαγωγές καθώς η Ελληνική οικονομία δεν μπορούσε να αντέξει, να το πούμε έτσι, αυτή την ποσότητα χρήματος. Οι εισαγωγές ήταν εφικτές λόγω του ευρώ, καθώς δεν υφίστατο κανένας μηχανισμός συναλλαγματικού ελέγχου της αγοράς ώστε να τις καταστήσει ακριβές. Αλλά αυτό δεν είναι η μόνη ζημιά που προκαλεί το τεχνητά χαμηλό επιτόκιο και η πλεονάζουσα ρευστότητα.

Οι καταναλωτικές δαπάνες στην Ελλάδα, έφτασαν στο υψηλό των 43,5 δισεκατομμυρίων ευρώ το 2009 και καλυπτόταν εξ ολοκλήρου με πίστωση. Δεδομένου πως δεν είναι δυνατόν να κατανάλωναν όλοι με πίστωση (προσωπικά είμαι ένας εξ αυτών) η ανάγνωση έχει ως εξής. Κάποιοι κατανάλωναν περισσότερους πόρους από όσους παρήγαγαν με συνέπεια να ξεπεράσουν οι πιστωτικές δαπάνες στο σύνολο τους τις δαπάνες που λάμβαναν χώρα καλυμμένες από τα λειτουργικά κέρδη. Αυτό συνεχίζει να υφίσταται όσο εξακολουθούν να λειτουργούν αντιπαραγωγικοί φορείς βασισμένοι σε χρέος (επιχειρήσεις και καταναλωτές ζόμπι που δεν μπορούν να καλύψουν τους τόκους με τα λειτουργικά τους κέρδη). Οι κυβερνήσεις (εγγενή ζόμπι) καθώς και οι επιχειρήσεις και οι καταναλωτές ζόμπι, είναι ο λόγος των συνεχών ανακεφαλαιοποιήσεων των τραπεζών. Αν δεν αφεθούν να χρεοκοπήσουν, η κατάσταση θα επιδεινώνεται διαρκώς. Η αναχρηματοδότηση αντιπαραγωγικών συντελεστών (με πρώτες και καλύτερες τις τράπεζες ζόμπι) αντιπαραγωγικών κυβερνητικών φορέων και των πελατών τους, αποτελεί εγγύηση της καταστροφής σπάνιων πόρων και αποταμιεύσεων του παραγωγικού κόσμου. Κλικ στην εικόνα για μεγέθυνση.

Εσφαλμένες επενδύσεις

Η μεγαλύτερη ζημιά προκαλείται λόγω της τεχνητής αίσθησης ευημερίας, η οποία με τη σειρά της οδηγεί τους επιχειρηματίες σε εσφαλμένες επενδυτικές επιλογές. Η κεφαλαιακή διάρθρωση κατανέμεται εσφαλμένα καθώς ο οικονομικός υπολογισμός έχει καταστεί ανορθολογικός ως συνέπεια της πολιτικής στρέβλωσης των νομισματικών υποθέσεων. Πραγματοποιούνται επενδύσεις και ξεπηδούν επιχειρήσεις που δεν μπορεί να υποστηρίξει η πραγματική οικονομία. Έτσι καθίσταται σαφές το γιατί «δεν επενδύθηκαν παραγωγικά» οι πραγματικές αποταμιεύσεις, τα υπάρχοντα αγαθά δηλαδή που εισήγαγε η χώρα μαζικά από το εξωτερικό. Δεν επενδύθηκαν «παραγωγικά», διότι ήταν εξαιρετικά δύσκολο να συμβεί αυτό σε περιβάλλον τεχνητής ζήτησης. Με την παύση της πιστωτικής επέκτασης, αποκαλύπτεται ποιες επιχειρήσεις έχουν κατανείμει εσφαλμένα τους πόρους, καθώς πλέον δεν υποστηρίζονται με χρέος, αλλά με πραγματικά λειτουργικά κέρδη της οικονομίας.

Νόμισμα εξυπηρέτησης πολιτικών επιδιώξεων

Ούτε οι επιδοτήσεις ευνόησαν την Ελλάδα, ούτε οι πιστώσεις, ούτε τα τεχνητά επιτόκια. Την Ελλάδα θα την ευνοούσαν, αντιθέτως, οι άμεσες ξένες κεφαλαιακές, παραγωγικές επενδύσεις. Αυτό όμως κατέστη αδύνατο ακριβώς λόγω του χρηματικού δανεισμού και των επιδοτήσεων. Με ποια έννοια; Οι Ελληνικές κυβερνήσεις χρησιμοποίησαν αυτά τα δανεικά εξυπηρετώντας εργατικά συνδικάτα, κατεστημένες συντεχνίες, τα σκόρπισαν σε υπερτιμολογήσεις προμηθειών, σε παροχές και επιδόματα εξυπηρέτησης διάφορων συμφερόντων, σε σπάταλες εργολαβίες, καθώς και σε προνόμια και προστατευτισμό των ψηφοφόρων τους. Είναι δεδομένο πως έτσι σπαταλούν τα χρήματα οι πολιτικοί. Αποτελεί a priori γνώση αυτό.

Αυτές οι πρακτικές, με τη σειρά τους, καθιστούν απαγορευτικές τις άμεσες παραγωγικές επενδύσεις λόγω αυξημένου κόστους κανονιστικών ρυθμίσεων, μισθολογικού κόστους, δημιουργίας εχθρικού αντικαπιταλιστικού περιβάλλοντος, κλίματος διαφθοράς και διαπλοκής μεταξύ κατεστημένων καρτέλ και πολιτικών. Επιπλέον το υψηλό χρέος παρέχει οικονομική πληροφορία στους επενδυτές, για επερχόμενη υψηλή φορολογία.

Η πορεία σύγκλισης και η ζώνη του ευρώ συνέβαλαν στην παγίωση του κρατισμού

Οι πολιτικές της Ευρωζώνης, ενέπλεξαν ανθρώπους σε παραγωγικές διαδικασίες τις οποίες δεν θα αναλάμβαναν σε αντίθετη περίπτωση. Αφού σπατάλησαν χρόνια δράσης, συρόμενοι από τις στρεβλώσεις πολιτικών παρεμβάσεων, σήμερα πλέον, λεηλατούνται οι περιουσίες και η ιδιοκτησία τους. Πρόκειται για τον ορισμό της καταστροφής που προκαλεί η κρατική παρέμβαση στην οικονομία. Μακράν από το να θεωρούνται «ευεργετημένοι» αυτοί οι άνθρωποι, σε μια ευνομούμενη ελεύθερη κοινωνία θα αποζημιωνόταν από ανθρώπους ανάλογους των γραφειοκρατών του οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ακόμα και σήμερα, θεωρείται πως ο δανεισμός χρήματος χωρίς προϋποθέσεις (χωρίς ικανές εγχώριες αποταμιεύσεις) καθώς και οι επιδοτήσεις, αποτελούν ευλογία. Συζητείται πως χρειάζεται μια νέα αύξηση προσφοράς χρήματος ώστε να «κινηθεί» η οικονομία. Οι αντιλήψεις αυτές είναι χρεοκοπημένες όπως και η χώρα. Ο ακάλυπτος από πραγματικές αποταμιεύσεις δανεισμός και η αύξηση της προσφοράς χρήματος δεν ευνόησαν την Ελλάδα, ούτε και μπορούσαν να την ευνοήσουν σε καμία περίπτωση, (όπως συχνά θεωρείται από εγχώριους αναλυτές «αν τα επενδύαμε σωστά»).

Το παραπανίσιο χρήμα έβλαψε την Ελλάδα, έκανε μεγάλη ζημιά στην οικονομία και στην κοινωνία της και επέτρεψε στους πολιτικούς να διαμορφώσουν το διεφθαρμένο, σπάταλο πολιτικό σύστημα από τα 80s κι έπειτα. Για την ακρίβεια, η συνεχιζόμενη χρηματοδότηση των Ελληνικών κυβερνήσεων, ήταν η κύρια αιτία να μην ανακάμψει η Ελληνική οικονομία. Η πορεία «σύγκλισης» προς την νομισματική ενοποίηση από το 1983 κι έπειτα, με αποκορύφωμα την εισαγωγή του ευρώ, ήταν επιβλαβής για τους αποταμιευτές και τους παραγωγικούς Έλληνες. Η ζώνη του ευρώ είναι μια οικονομική αποτυχία, η οποία φέρει την σφραγίδα μεγαλομανών πολιτικών και ανεύθυνων γραφειοκρατών.

Μια από τα ίδια

Αυτοί οι γραφειοκράτες ακολουθούν σήμερα τις ίδιες ακριβώς πολιτικές. 11 χρόνια μετά την οικονομική κατάρρευση, τα ΜΜΕ πανηγυρίζουν για τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων. Σαφώς δεν έχει πάρει κανείς το μάθημα του, διότι θα κατανοούσαν πως η μείωση αυτή καθοδηγείται από την ΕΚΤ η οποία θα επαναγοράσει αυτά τα ομόλογα σε κάθε περίπτωση – πρακτικά είναι ο κύριος αγοραστής και εγγυητής των κρατικών χρεογράφων στην ευρωζώνη. Η ΕΚΤ κάνει αυτό που ξέρει να κάνει και πάντα έκανε. Χρηματοδοτεί τις σπατάλες των κυβερνήσεων, στρεβλώνει τις αγορές και καταστρέφει τους αποταμιευτές.

***

 

Στοιχεία και γραφήματα από Philipp Bagus και Trading economics

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





 

Σχετικά με την κρίση του ευρώ, την Ελληνική κρίση, τα αίτια και τις λύσεις δείτε:

Για το χρήμα και το τραπεζικό σύστημα δείτε: