Οικονομία της αγοράς και καπιταλιστική ηθική

0
3946

Τα χρηματικά κέρδη δεν είναι καλά μόνο για τον καπιταλιστή, αλλά είναι καλά και για τους συνανθρώπους του. Όσο υψηλότερο είναι το κέρδος του καπιταλιστή, τόσο μεγαλύτερη υπήρξε η συμβολή του στην κοινωνική ευημερία. Ομοίως, οι χρηματικές απώλειες είναι κακές όχι μόνο για τον καπιταλιστή, αλλά είναι κακές και για τους συνανθρώπους του, των οποίων η ευημερία πλήττεται από τα λάθη του και την απώλεια κέρδους του 

Του Hans-Hermann Hoppe

Απόδοση στα Ελληνικά: Ευθύμης Μαραμής

I. ΚΕΡΔΟΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΔΡΑΣΗ

Με την πιο θεμελιώδη έννοια, είμαστε όλοι, με κάθε δράση μας πάντα και σταθερά, επιχειρηματίες που αναζητούν το κέρδος. Κάθε φορά που δρούμε, χρησιμοποιούμε κάποια φυσικά μέσα (πράγματα που αξιολογούνται ως αγαθά) – τουλάχιστον το σώμα μας και ο χώρος που στεκόμαστε αποτελούν τέτοια αγαθά, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις χρησιμοποιούμε και διάφορα άλλα, «εξωτερικά» πράγματα – για να εκτρέψουμε την «φυσική» πορεία των γεγονότων (την πορεία των γεγονότων που περιμέναμε να συμβούν αν ενεργούσαμε διαφορετικά), προσδοκώντας να επιτύχουμε κάποια πιο υψηλά αξιολογημένη μελλοντική κατάσταση.

Με κάθε μας δράση στοχεύουμε στην υποκατάσταση μιας λιγότερο ευνοϊκής κατάστασης – που θα προέκυπτε εάν θα δρούσαμε διαφορετικά – με μια ευνοϊκότερη μελλοντική κατάσταση. Με αυτή την έννοια, με κάθε δράση επιδιώκουμε να αυξήσουμε την ικανοποίησή μας και να επιτύχουμε ένα ψυχικό κέρδος. «Το κέρδος είναι πάντα ο επιδιωκόμενος στόχος κάθε δράσης», όπως αναφέρει ο Ludwig von Mises (Mises, Human Action, 1966, σελ. 289)

Αλλά κάθε δράση απειλείται και με την πιθανότητα απώλειας. Διότι κάθε δράση αφορά το μέλλον και το μέλλον είναι αβέβαιο ή στην καλύτερη περίπτωση μόνο εν μέρει γνωστό. Κάθε δρώντας, όταν αποφασίζει μια πορεία δράσης, συγκρίνει την αξία δύο αναμενόμενων καταστάσεων: της κατάστασης που θέλει να επιτύχει μέσω της δράσης του, αλλά δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί και μίας άλλης κατάστασης που θα προέκυπτε αν θα ενεργούσε διαφορετικά αλλά δεν μπορεί να συμβεί, επειδή δρα με τον τρόπο που επέλεξε.

Δεν υπάρχει τίποτα κακό στην επιδίωξη του κέρδους

Αυτό αναγάγει κάθε δράση σε ένα εγχείρημα ρίσκου. Ένας δρώντας ενδέχεται πάντα να αποτύχει και να υποστεί ζημία η απώλεια. Μπορεί να μην είναι σε θέση να επιτύχει την μελλοντική κατάσταση που προσδοκούσε – δηλαδή, είτε μπορεί να υπάρχει ανεπάρκεια «know how» η τεχνικών γνώσεων εκ μέρους του δρώντα, ή μπορεί αυτή η τεχνογνωσία να είναι προσωρινά «υποκατεστημένη», λόγω κάποιων απρόβλεπτων εξωτερικών συσχετισμών. Η άλλως, ακόμη και αν έχει επιτύχει την επιθυμητή κατάσταση των φυσικών υποθέσεων του, μπορεί να θεωρεί τη δράση του ως αποτυχία και να έχει υποστεί ζημιά αν αυτή η κατάσταση του προσφέρει λιγότερη ψυχική ικανοποίηση από αυτήν που θα μπορούσε να είχε επιτύχει αν είχε επιλέξει διαφορετική κατεύθυνση (μια νωρίτερα απορριφθείσα εναλλακτική πορεία δράσης) – δηλαδή, η υποθετική (speculative), κριτική γνώση του δρώντα – οι γνώσεις του για τις χρονικές μεταβολές και τη διακύμανση αξιών και αποτιμήσεων – μπορεί να είναι ανεπαρκής.

Δεδομένου ότι όλες οι ενέργειές μας επιδεικνύουν επιχειρηματικότητα (με την Αυστριακή ερμηνεία του όρου) και αποσκοπούν στην επιτυχία και την απόδοση κέρδους – υλικού, ψυχικού ή συνδυασμού των δύο – στον δρώντα, δεν υπάρχει τίποτα κακό στην επιχειρηματικότητα και το κέρδος. Κακές, με οποιαδήποτε ουσιαστική έννοια του όρου, είναι μόνο η αποτυχία και η ζημία, καταστάσεις τις οποίες κατά συνέπεια προσπαθούμε να αποφύγουμε σε όλες τις πράξεις μας.

Το ζήτημα της δικαιοσύνης, δηλαδή το εάν μια συγκεκριμένη δράση και το κέρδος ή η ζημία που προκύπτουν από αυτήν είναι ορθή ή λάθος από ηθική άποψη, εγείρεται μόνο σε σχέσεις σύγκρουσης.

Δεδομένου ότι κάθε δράση απαιτεί την χρησιμοποίηση συγκεκριμένων φυσικών μέσων – σώματος, χώρου, εξωτερικών αντικειμένων – προκύπτει σύγκρουση μεταξύ διαφορετικών δρώντων, όταν δύο δρώντες προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν τα ίδια φυσικά μέσα για την επίτευξη διαφορετικών στόχων.

Σπανιότητα φυσικών πόρων και ιδιοκτησία

Η πηγή της σύγκρουσης είναι πάντα και αμετάβλητα η ίδια: η σπανιότητα φυσικών μέσων. Δύο δρώντες δεν μπορούν ταυτόχρονα να χρησιμοποιούν τα ίδια φυσικά μέσα – τα ίδια σώματα, χώρους και αντικείμενα – για διαφορετικούς στόχους. Εάν επιχειρήσουν να το κάνουν θα συγκρουστούν. Επομένως, προκειμένου να αποφευχθεί η σύγκρουση ή να επιλυθεί εάν προκύψει, απαιτείται μια ενακτέα αρχή και ένα κριτήριο δικαιοσύνης, δηλαδή μια αρχή που ρυθμίζει την δίκαιη ή «σωστή» εις βάρος της άδικης ή «λανθασμένης» χρήσης και ελέγχου (ιδιοκτησίας) των σπάνιων φυσικών μέσων.

Λογικά, αυτό που απαιτείται για να αποφευχθεί κάθε σύγκρουση είναι σαφές: Είναι μόνο απαραίτητο κάθε αγαθό να ανήκει πάντοτε και ανά πάσα στιγμή ιδιωτικά, δηλαδή να ελέγχεται αποκλειστικά από κάποιο συγκεκριμένο άτομο (ή ατομική εταιρική σχέση ή συνεργασία) και να είναι πάντοτε αναγνωρίσιμο ποιο αγαθό ανήκει και σε ποιον και ποιο δεν ανήκει. Τα σχέδια και οι σκοποί των διαφόρων δρώντων-επιχειρηματιών που επιζητούν το κέρδος, μπορούν σε αυτή την περίπτωση να είναι όσο διαφορετικά γίνεται και παρόλα αυτά να μην προκύψει σύγκρουση, εφόσον οι αντίστοιχες δράσεις τους αφορούν μόνο και αποκλειστικά τη χρήση της ιδιωτικής τους περιουσίας.

Ωστόσο, πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτή η κατάσταση σχέσεων: η πλήρης και χωρίς περιστροφές ιδιωτικοποίηση όλων των αγαθών; Πώς μπορούν τα φυσικά πράγματα να γίνουν ατομική περιουσία εξ αρχής; Και πώς μπορεί να αποφευχθεί η σύγκρουση από την αρχή της ανθρωπότητας;

Εξ αρχής ιδιοποίηση

Υπάρχει μια απλή – πραξεολογική – λύση για αυτό το πρόβλημα και ήταν ουσιαστικά γνωστή στην ανθρωπότητα από τις αρχές της – ακόμα κι αν αναπτύχθηκε και δέχτηκε λογική ανακατασκευή, αργά και σταδιακά . Για να αποφευχθεί η σύγκρουση εξ αρχής, είναι απαραίτητο να εδραιωθεί η ιδιοκτησία μέσω ατομικών δράσεων ιδιοποίησης.

Η ιδιοκτησία πρέπει να καθιερωθεί μέσω δράσεων (αντί απλών λέξεων ή δηλώσεων), διότι μόνο μέσω δράσεων που πραγματοποιούνται σε χώρο και χρόνο, μπορεί να δημιουργηθεί μια αντικειμενική – διυποκειμενικά επαληθεύσιμη – σχέση ανάμεσα σε ένα συγκεκριμένο άτομο και ένα συγκεκριμένο πράγμα. Και μόνο ο πρώτος που ιδιοποιήθηκε ένα πράγμα το οποίο δεν ήταν ιδιοποιημένο πριν, μπορεί να αποκτήσει αυτό το πράγμα ως περιουσία του χωρίς συγκρούσεις. Γιατί, εξ ορισμού, ως πρώτος ιδιοκτήτης δεν θα μπορούσε να έρθει σε σύγκρουση με κανέναν για την ιδιοποίηση του εν λόγω πράγματος, καθώς οποιοσδήποτε άλλος θα μπορούσε να αξιώσει αυτό το πράγμα, θα εμφανιστεί στον χώρο αργότερα.

Αυτό σημαίνει καίρια ότι, ενώ κάθε άνθρωπος είναι ο αποκλειστικός ιδιοκτήτης του δικού του φυσικού σώματος ως πρωτεύον μέσον της δράσης του, κανείς δεν μπορεί ποτέ να είναι ο ιδιοκτήτης του σώματος οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Γιατί μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το σώμα ενός άλλου προσώπου μόνο έμμεσα, δηλαδή, χρησιμοποιώντας πρώτα το δικό μας ελεγχόμενο σώμα το οποίο είναι απευθείας ιδιοποιημένο. Επομένως, η απευθείας ιδιοποίηση προηγείται χρονικά και λογικά της έμμεσης ιδιοποίησης. Ως εκ τούτου, με κάθε μη συναινετική χρήση του σώματος ενός άλλου προσώπου, ιδιοποιούμαστε εσφαλμένα και άδικα κάτι το οποίο έχει ήδη απευθείας ιδιοποιηθεί κάποιος άλλος.

Δικαίως αποκτηθέντα μέσα

Όλη η δίκαιη ιδιοκτησία, λοιπόν, πηγαίνει πίσω άμεσα ή έμμεσα, μέσω μιας αλυσίδας αμοιβαία επωφελών – και κατά συνέπεια χωρίς συγκρούσεις – μεταβιβάσεων τίτλων ιδιοκτησίας, σε όσους αρχικά ιδιοποιήθηκαν και σε δράσεις αρχικής ιδιοποίησης.

Αντίστροφα, όλες οι αξιώσεις και οι χρήσεις πραγμάτων οι οποίες έγιναν από ένα άτομο το οποίο δεν είχε ούτε ιδιοποιηθεί (έμμεσα η άμεσα) ούτε έχει παραγάγει αυτά τα πράγματα, ούτε τα απέκτησε μέσω ανταλλαγής χωρίς σύγκρουση από κάποιον προηγούμενο ιδιοκτήτη, είναι άδικες.

Και συνεπώς: Όλα τα κέρδη που αποκτήθηκαν ή οι απώλειες που υπέστη ένας δρώντας – επιχειρηματίας, είναι απλώς κέρδη (η ζημίες) εφόσον προέκυψαν με δίκαια αποκτηθέντα μέσα. Και όλα τα κέρδη η οι ζημίες που προκύπτουν για αυτόν μέσω της χρήσης άδικα αποκτηθέντων μέσων, είναι άδικα.

II. ΚΕΡΔΟΣ ΚΑΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ

Η ανάλυση αυτή ισχύει εξίσου και για την περίπτωση του επιχειρηματία με τον στενότερο ορισμό της ιδιότητας, ως καπιταλιστή-επιχειρηματία.

Ο καπιταλιστής επιχειρηματίας ενεργεί με συγκεκριμένο στόχο: να επιτύχει ένα νομισματικό κέρδος. Αποταμιεύει ή δανείζεται αποταμιευμένα χρήματα, μισθώνει εργασία και αγοράζει ή μισθώνει πρώτες ύλες, κεφαλαιακά αγαθά και γη. Στη συνέχεια προβαίνει στην παραγωγή των προϊόντων του ή των υπηρεσιών του και ελπίζει να πουλήσει αυτά που παράγει για νομισματικό κέρδος.

Για τον καπιταλιστή:

«το κέρδος εμφανίζεται ως πλεόνασμα των χρημάτων που εισπράχθηκαν για χρήματα που δαπανήθηκαν και η απώλεια ως πλεόνασμα των χρημάτων που δαπανήθηκαν για χρήματα που εισπράχθηκαν. Τα κέρδη και οι ζημίες μπορούν να εκφράζονται σε συγκεκριμένα χρηματικά ποσά. » (Von Mises, Human Action, 1966, σελ. 289) 

Όπως όλες οι δράσεις, έτσι και μια καπιταλιστική επιχείρηση εμπεριέχει ρίσκο. Το κόστος παραγωγής – τα χρήματα που δαπανώνται – δεν καθορίζουν τα εισπραχθέντα έσοδα. Στην πραγματικότητα, αν το κόστος παραγωγής καθόριζε τις τιμές και τα έσοδα, κανένας καπιταλιστής δεν θα αποτύγχανε ποτέ. Αντίθετα, οι αναμενόμενες τιμές και έσοδα είναι που καθορίζουν το κόστος παραγωγής που μπορεί να πληρώσει ο καπιταλιστής.

Ωστόσο, ο καπιταλιστής δεν γνωρίζει τις μελλοντικές τιμές που θα ισχύσουν ή ποια ποσότητα του προϊόντος του θα αγοραστεί σε αυτές τις τιμές. Αυτό εξαρτάται αποκλειστικά από τους αγοραστές του προϊόντος του και ο καπιταλιστής δεν έχει κανέναν έλεγχο πάνω τους. Ο καπιταλιστής πρέπει να υποθέσει ποια θα είναι η μελλοντική ζήτηση. Αν υποθέσει σωστά και οι αναμενόμενες μελλοντικές τιμές αντιστοιχούν στις μεταγενέστερες τιμές της αγοράς, θα έχει κέρδος.

Από την άλλη πλευρά, αν και κανένας καπιταλιστής δεν στοχεύει σε ζημίες – επειδή οι ζημίες σημαίνουν ότι πρέπει τελικά να εγκαταλείψει τη λειτουργία του ως καπιταλιστής και να γίνει είτε μισθωτός υπάλληλος άλλου καπιταλιστή είτε αυτοαπασχολούμενος παραγωγός-καταναλωτής – κάθε καπιταλιστής μπορεί να σφάλλει με τις υποθετικές προβλέψεις του και οι μελλοντικές τιμές να πέσουν χαμηλότερα από ότι προσδοκούσε και αντίστοιχα να ανέβει έτσι το υποτιθέμενο (προβλεπόμενο εξ αυτού) κόστος παραγωγής του. Σε αυτή την περίπτωση δεν έχει κέρδος αλλά ζημία.

Τα χρηματικά κέρδη δεν είναι καλά μόνο για τον καπιταλιστή

Ενώ είναι δυνατόν να προσδιοριστεί με ακρίβεια πόσα χρήματα κέρδισε η έχασε ένας καπιταλιστής με την πάροδο του χρόνου, δεν σημαίνει τίποτα για την κατάσταση της ευτυχίας του καπιταλιστή το κέρδος ή η απώλεια χρημάτων, δηλαδή για το ψυχικό κέρδος ή την ζημία. Για τον καπιταλιστή, σπανίως τα χρήματα είναι, αν είναι καν, ο απώτερος στόχος (μπορεί να είναι για τον Σκρουτζ μακ Ντακ, και μόνο υπό τον χρυσό κανόνα). Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, τα χρήματα είναι ένα μέσο για περαιτέρω δράση, για ακόμα πιο απομακρυσμένους και απόλυτους στόχους.

Ο καπιταλιστής μπορεί να θέλει να τα χρησιμοποιήσει για να συνεχίσει ή να επεκτείνει το ρόλο του ως καπιταλιστής που αναζητά κέρδος. Μπορεί να τα χρησιμοποιήσει ως αποταμιεύσεις για την πραγματοποίηση μη καθορισμένων ακόμη μελλοντικών χρήσεων. Μπορεί να θέλει να τα ξοδέψει για καταναλωτικά αγαθά και προσωπική κατανάλωση. Ή μπορεί να επιθυμεί να τα χρησιμοποιήσει για φιλανθρωπικούς λόγους.

Αυτό που μπορεί να αναφερθεί χωρίς αμφιβολία για το κέρδος ή την ζημία ενός καπιταλιστή είναι το εξής:

Το κέρδος ή η απώλεια του είναι η ποσοτική έκφραση του μεγέθους της συμβολής του στην ευημερία των συνανθρώπων του, δηλαδή των αγοραστών και των καταναλωτών των προϊόντων του, οι οποίοι παρέδωσαν τα χρήματά τους σε αντάλλαγμα για τα προϊόντα του, τα οποία εκτιμήθηκαν περισσότερο (από τους αγοραστές) από όσο τα χρήματα.

Τα κέρδη του καπιταλιστή δείχνουν ότι έχει μεταμορφώσει με επιτυχία κάποια λιγότερο αξιολογημένα και εκτιμηθέντα από την κοινωνία μέσα δράσης, σε πιο εκτιμημένα και έτσι ο καπιταλιστής ενίσχυσε την κοινωνική ευημερία. Αντίστροφα, η ζημία του καπιταλιστή δείχνει ότι έχει χρησιμοποιήσει κάποια περισσότερο αξιολογημένα από την κοινωνία αγαθά για την παραγωγή λιγότερο αξιολογημένων προϊόντων και έτσι σπατάλησε σπάνια φυσικά μέσα και έκανε φτωχότερη την κοινωνία.

Τα χρηματικά κέρδη δεν είναι καλά μόνο για τον καπιταλιστή λοιπόν, αλλά είναι καλά και για τους συνανθρώπους του. Όσο υψηλότερο είναι το κέρδος του καπιταλιστή, τόσο μεγαλύτερη υπήρξε η συμβολή του στην κοινωνική ευημερία. Ομοίως, οι χρηματικές απώλειες είναι κακές όχι μόνο για τον καπιταλιστή, αλλά είναι κακές και για τους συνανθρώπους του, των οποίων η ευημερία πλήττεται από τα λάθη του.

Η καπιταλιστική ηθική

Το ζήτημα δικαιοσύνης: από το ηθικά «σωστό» ή «λάθος» των ενεργειών ενός καπιταλιστή-επιχειρηματία, προκύπτει, όπως και στην περίπτωση όλων των δράσεων και πάλι μόνο σε σχέση σύγκρουσης, δηλαδή με αντίπαλες αξιώσεις ιδιοκτησίας και διαφωνίες για συγκεκριμένα φυσικά μέσα δράσης. Και η απάντηση για τον καπιταλιστή εδώ είναι η ίδια όπως για όλους, σε οποιαδήποτε από τις δράσεις του.

Οι δράσεις και τα κέρδη του καπιταλιστή είναι δίκαια, αν έχει αυθεντικά ιδιοποιηθεί ή έχει παραγάγει τους συντελεστές της παραγωγής του, ή τους έχει αποκτήσει – είτε αγόρασε είτε μισθώσει – με αμοιβαία επωφελή συναλλαγή από προηγούμενο ιδιοκτήτη, αν όλοι οι υπάλληλοί του μισθώθηκαν ελεύθερα με αμοιβαία αποδεκτούς όρους και αν δεν προκάλεσε φυσική φθορά στην ιδιοκτησία τρίτων στην παραγωγική διαδικασία.

Διαφορετικά, αν κάποιοι ή όλοι οι συντελεστές παραγωγής του καπιταλιστή δεν είναι ούτε αυθεντικά ιδιοποιημένοι ούτε παραγόμενοι από αυτόν, ούτε αγορασμένοι ή μισθωμένοι από προηγούμενο ιδιοκτήτη (αλλά προέρχονται από την απαλλοτρίωση περιουσίας άλλου προσώπου), αν απασχολεί μη συναινετική, «καταναγκαστική» εργασία στην παραγωγή του, ή εάν προκαλεί φυσική καταστροφή στην ιδιοκτησία τρίτων κατά τη διάρκεια της παραγωγής, τότε οι πράξεις του και τα προκύπτοντα κέρδη είναι άδικα.

Στην περίπτωση αυτή, το άτομο που υπέστη άδικα ζημία, ο σκλάβος ή οποιοσδήποτε έχει στην κατοχή του απόδειξη δικού του παλαιού τίτλου ιδιοκτησίας κάποιων ή όλων των μέσων παραγωγής του καπιταλιστή, έχει νόμιμη, δίκαιη, απαίτηση εναντίον του και μπορεί να επιμείνει στην αποκατάσταση του – ακριβώς όπως θα κρινόταν και θα χειριζόταν το θέμα εκτός του επιχειρηματικού κόσμου σε όλες τις πολιτικές υποθέσεις.

III. ΚΡΑΤΙΚΗ ΕΜΠΛΟΚΗ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Επιπλοκές σε αυτό το θεμελιωδώς ηθικά καθαρό τοπίο, προκύπτουν μόνο από την παρουσία ενός κράτους.

Το κράτος ορίζεται συμβατικά ως ένας οργανισμός που ασκεί εδαφικό μονοπώλιο απόλυτης/τελικής λήψης αποφάσεων, σε όλες τις περιπτώσεις σύγκρουσης, συμπεριλαμβανομένων των συγκρούσεων που εμπλέκεται αυτό το ίδιο και οι εκπρόσωποι του. Δηλαδή, το κράτος μπορεί να θεσπίζει νόμους, μπορεί μονομερώς να καταπατά τους νόμους και συνεπώς, το κράτος έχει το αποκλειστικό προνόμιο να φορολογεί, δηλαδή να καθορίζει μονομερώς την τιμή που πρέπει να πληρώσουν τα υποκείμενα του για να ασκεί το «καθήκον» της απόλυτης/τελικής λήψης αποφάσεων.

Ο θεσμός ενός κράτους έχει διπλή επίδραση. Πρώτον, όλη η ιδιωτική περιουσία γίνεται κατ ‘ουσίαν ιδιοκτησία που χορηγείται από το κράτος και, επίσης, ιδιοκτησία που μπορεί να αφαιρεθεί μέσω νομοθεσίας ή φορολογίας. Τελικά, όλες οι ιδιωτικές περιουσίες γίνονται κρατικές. Δεύτερον, καμία από τις «δικές» του εκτάσεις γης, των δικών του περιουσιακών στοιχείων – αποκαλούμενων παραπλανητικά ως «δημόσια περιουσία» – και των χρημάτων του, δεν προέρχονται από αυθεντική/αρχική ιδιοποίηση, παραγωγή ή εθελοντική συναλλαγή. Αντίθετα, το σύνολο της περιουσίας και του εισοδήματος του κράτους είναι το αποτέλεσμα απαλλοτριώσεων ιδιωτικής περιουσίας.

Το κράτος, λοιπόν, σε αντίθεση με τις δηλώσεις του – οι οποίες εξυπηρετούν τα συμφέροντα του – δεν είναι ο δημιουργός ή ο εγγυητής της ιδιοκτησίας. Αντίθετα, είναι ο κατακτητής της ιδιοκτησίας. Ούτε το κράτος είναι ο δημιουργός ή ο εγγυητής της δικαιοσύνης. Αντιθέτως, είναι ο καταστροφέας της δικαιοσύνης και η ενσάρκωση της αδικίας.

Ηθική και προστασία της ιδιοκτησίας

Πώς ένας καπιταλιστής-επιχειρηματίας (ή οποιοσδήποτε σε αυτή την περίπτωση) να ενεργήσει δίκαια σε έναν θεμελιωδώς άδικο, κρατικιστικό κόσμο, δηλαδή αντιμέτωπος και περικυκλωμένος από έναν ηθικά αδικαιολόγητο θεσμό – αυτόν του κράτους – του οποίου οι εκπρόσωποι ζουν και συντηρούνται, όχι από την παραγωγή και την εθελοντική ανταλλαγή, αλλά από τις απαλλοτριώσεις: από την αρπαγή, την αναδιανομή και την κανονιστική ρύθμιση της ιδιωτικής περιουσίας του καπιταλιστή και των υπολοίπων;

Δεδομένου ότι η ιδιοκτησία είναι δίκαιη, κάθε ενέργεια υπεράσπισης της ιδιωτικής περιουσίας είναι εξίσου δίκαιη – με την προϋπόθεση πως κατά την υπεράσπισή ο αμυνόμενος δεν παραβιάζει τα δικαιώματα ιδιοκτησίας άλλων. Ο καπιταλιστής έχει το ηθικό δικαίωμα να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή του για να υπερασπιστεί τον εαυτό του από οποιαδήποτε επίθεση και αρπαγή της περιουσίας του από το κράτος, ακριβώς όπως έχει το δικαίωμα να κάνει εναντίον οποιουδήποτε κοινού εγκληματία.

Από την άλλη πλευρά, και πάλι ακριβώς όπως στην περίπτωση οποιουδήποτε κοινού εγκληματία, οι αμυντικές ενέργειες του καπιταλιστή θα είναι άδικες αν συνεπάγονται επίθεση στην ιδιοκτησία οποιουδήποτε τρίτου προσώπου, δηλαδή αν ο καπιταλιστής χρησιμοποιήσει τα μέσα παραγωγής του για να παίξει συμμετοχικό ρόλο στις αρπαγές ιδιοκτησίας που συντελούνται από το κράτος.

Ενέργειες συμβατές με την καπιταλιστική ηθική

Πιο συγκεκριμένα: Για τον καπιταλιστή (ή οποιονδήποτε) σε άμυνα για την προστασία της περιουσίας του, ίσως να μην είναι συνετό ή να είναι και επικίνδυνο να το πράξει, αλλά είναι σίγουρα δίκαιο γι ‘αυτόν να αποφύγει όλους τους περιορισμούς που επιβάλλονται στην περιουσία του από το κράτος όσο καλύτερα μπορεί.

Συνεπώς, είναι δίκαιο για τον καπιταλιστή να εξαπατήσει και να πει ψέματα στους κρατικούς εκπροσώπους για την ιδιοκτησία του και το εισόδημά του. Είναι δίκαιο για αυτόν, να αποφεύγει φορολογικές πληρωμές για την περιουσία του και το εισόδημά του και να αγνοεί ή να παρακάμπτει όλους τους νομοθετικούς ή κανονιστικούς περιορισμούς που επιβάλλονται στις χρήσεις των συντελεστών παραγωγής του (γη, εργασία και κεφάλαιο).

Αντίστοιχα, ένας καπιταλιστής ενεργεί δίκαια, αν δωροδοκεί ή ασκεί παρασκηνιακές πολιτικές πιέσεις σε κρατικούς εκπροσώπους για να τον βοηθήσουν να αγνοήσει, να διαγράψει, ή να αποφύγει τους φόρους και τους κανονισμούς που του επιβάλλονται. Πράττει δίκαια και πάνω από όλα προωθεί τη δικαιοσύνη, εάν χρησιμοποιεί τα μέσα παραγωγής του για να διαπλέκεται με κρατικούς εκπροσώπους, ή να τους δωροδοκήσει ώστε να μειώσει τους φόρους και τους κανονισμούς ιδιοκτησίας γενικά και όχι μόνο γι ‘αυτόν.

Και ενεργεί δίκαια και καθίσταται πράγματι πρωταθλητής της δικαιοσύνης, αν ενεργά διαπλέκεται με κρατικούς εκπροσώπους με σκοπό να καταργηθεί, ως άδικη, οποιαδήποτε απαλλοτρίωση και συνεπώς όλοι οι φόροι περιουσίας και εισοδήματος και όλοι οι νομοθετικοί περιορισμοί για τη χρήση της περιουσίας (πέραν της απαίτησης να μην προκαλεί υλική φθορά στην ιδιοκτησία των άλλων κατά την παραγωγική διαδικασία).

Επίσης, είναι δίκαιο για τον καπιταλιστή να αγοράσει κρατική περιουσία στη χαμηλότερη δυνατή τιμή – με την προϋπόθεση μόνο πως η εν λόγω περιουσία δεν προέρχεται από απαλλοτρίωση συγκεκριμένου τρίτου προσώπου που διατηρεί ακόμα τον τίτλο ιδιοκτησίας. Ομοίως, είναι δίκαιο για τον καπιταλιστή να πουλά τα προϊόντα του στο κράτος στην υψηλότερη δυνατή τιμή – υπό την προϋπόθεση μόνο ότι το προϊόν αυτό δεν μπορεί να συνδεθεί άμεσα και κατ ‘επέκταση με μια μελλοντική πράξη κρατικής επιθετικότητας εναντίον κάποιου τρίτου προσώπου (όπως μπορεί να συμβαίνει με ορισμένες πωλήσεις όπλων).

Και ενέργειες που δεν συνάδουν με την ηθική του καπιταλισμού

Στον αντίλογο, εκτός από οποιαδήποτε παραβίαση των δύο προαναφερθεισών ρητρών, ένας καπιταλιστής ενεργεί άδικα και γίνεται συμμέτοχος στην αδικία εάν χρησιμοποιεί τα μέσα του για να διατηρήσει ή να αυξήσει περαιτέρω το σημερινό επίπεδο κατασχέσεων ή νομοθετικής απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας ή του εισοδήματος των άλλων από το κράτος.

Έτσι, για παράδειγμα, η αγορά κυβερνητικών ομολόγων και το χρηματικό κέρδος που προκύπτει από αυτήν είναι άδικο, διότι μια τέτοια αγορά συνεπάγεται συνέργεια για την διαιώνιση του κράτους και της συνεχιζόμενης αδικίας, καθώς οι πληρωμές τόκων και η εξόφληση απαιτούν μελλοντικούς φόρους. Ομοίως και το πιο σημαντικό, είναι ότι κάθε μέσο που χρησιμοποιείται από έναν καπιταλιστή για διαπλοκή με το κράτος, με σκοπό τη διατήρηση ή την αύξηση του σημερινού επιπέδου φορολογίας – και επομένως του κρατικού εισοδήματος και των δαπανών – ή των κανονιστικών περιορισμών ιδιοκτησίας, είναι άδικο και οποιαδήποτε κέρδη προκύπτουν από αυτές τις ενέργειες είναι διεφθαρμένα.

Αντιμετωπίζοντας έναν άδικο θεσμό – αυτόν του κράτους – ο πειρασμός για έναν καπιταλιστή να δράσει και αυτός άδικα αυξάνεται συστηματικά. Αν γίνει συνεργός στις φορολογικές, αναδιανεμητικές και νομοθετικές επιχειρήσεις του κράτους, ανοίγουν νέες ευκαιρίες κέρδους. Η διαφθορά γίνεται ελκυστική, διότι μπορεί να προσφέρει μεγάλα οικονομικά οφέλη.

Με την δαπάνη χρημάτων και άλλων μέσων για πολιτικά κόμματα, πολιτικούς ή άλλους κρατικούς εκπροσώπους, ένας καπιταλιστής μπορεί να πιέσει το κράτος να επιχορηγήσει την ζημιογόνο επιχείρηση του, ή να την διασώσει από πτώχευση – και έτσι να πλουτίσει ή να διασωθεί εις βάρος άλλων. Μέσω των δράσεων και των δαπανών που στοχεύουν στην πολιτική διαπλοκή, ένας καπιταλιστής μπορεί να αποκτήσει νόμιμα προνόμια ή μονοπώλιο όσον αφορά την παραγωγή, την πώληση ή την αγορά ορισμένων προϊόντων ή υπηρεσιών – και έτσι να κερδίσει μονοπωλιακά κέρδη εις βάρος άλλων καπιταλιστών που αναζητούν κέρδος. Ή μπορεί να πιέσει το κράτος για να εγκριθεί νομοθεσία που αυξάνει το κόστος παραγωγής των ανταγωνιστών του σε σχέση με τη δική του – και έτσι να αποκτήσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα εις βάρος των υπολοίπων.

Συμπερασματικά

Παρόλα αυτά, όσο δελεαστικές και να είναι αυτές οι δραστηριότητες διαπλοκής, τα κέρδη που προκύπτουν είναι άδικα. Συνεπάγονται ότι ένας καπιταλιστής πληρώνει κρατικούς εκπροσώπους για την απαλλοτρίωση ιδιωτικής περιουσίας άλλων, τρίτων μερών, με την προσδοκία υψηλότερου προσωπικού κέρδους. Ο καπιταλιστής σε αυτή την περίπτωση δεν χρησιμοποιεί τα μέσα παραγωγής του αποκλειστικά για την παραγωγή αγαθών που πρόκειται να πωληθούν σε καταναλωτές που πληρώνουν οικειοθελώς. Αντίθετα, απασχολεί ένα μέρος των μέσων του για την την ακούσια απαλλοτρίωση ιδιωτικής περιουσίας άλλων προσώπων. Επομένως, το κέρδος που εισπράττει από την επιχείρησή του, όποιο κι αν είναι, δεν είναι πλέον σωστό μέτρο του μεγέθους της συμβολής του στην κοινωνική ευημερία. Τα κέρδη του είναι διεφθαρμένα και ηθικά μολυσμένα. Ορισμένα τρίτα μέρη θα έχουν δίκαιη αξίωση κατά της επιχείρησής του και του κέρδους του – αξίωση που μπορεί να μην είναι εκτελέσιμη έναντι του κράτους, ωστόσο θα είναι μια δίκαιη αξίωση.

***

 

Ο Hans-Hermann Hoppe, είναι οικονομολόγος της Αυστριακής σχολής οικονομικής σκέψης και Λιμπερταριανός/αναρχοκαπιταλιστής φιλόσοφος με κοινωνικά συντηρητικές αρχές. Eίναι ομότιμος καθηγητής οικονομικών στο UNLV, διακεκριμένος ανώτερος συνεργάτης του Ινστιτούτου Mises, ιδρυτής και πρόεδρος της «κοινωνίας ιδιοκτησίας και ελευθερίας» και πρώην συντάκτης της εφημερίδας Journal of Libertarian studies. Είναι συγγραφέας του βιβλίου: Democracy: The god that failed.

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.