Bασικά οικονομικά: Ο «τέλειος ανταγωνισμός» οδηγεί σε μηδενικό ανταγωνισμό

0
1228

Η όλη ιδέα να επιβληθεί η ομοιογένεια του προϊόντος προκειμένου προσεγγιστεί το μοντέλο τέλειου ανταγωνισμού, θα οδηγούσε σε μηδενικό ανταγωνισμό.

Του 
Απόδοση: Μιχάλης Γκουντής

Εισαγωγή

Σύμφωνα με τη δημοφιλή άποψη, ένα κατάλληλο ανταγωνιστικό περιβάλλον πρέπει να μιμηθεί το τέλειο μοντέλο ανταγωνισμού. Στον κόσμο του τέλειου ανταγωνισμού, μια αγορά χαρακτηρίζεται από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

  • Υπάρχουν άπειροι καταναλωτές και πωλητές στην αγορά
  • Εμπορεύονται ομοιογενή προϊόντα
  • Oι καταναλωτές και οι πωλητές είναι απόλυτα ενημερωμένοι
  • Δεν υπάρχουν εμπόδια ή φραγμοί εισόδου στην αγορά

Επιπλέον, οι αγοραστές και οι πωλητές δεν ελέγχουν την τιμή του προϊόντος. Είναι αποδέκτες τιμών.

Δεν υπάρχει περιθώριο επιχειρηματικότητας

Η υπόθεση της τέλειας πληροφόρησης και της απόλυτης βεβαιότητας συνεπάγεται ότι δεν υπάρχει χώρος για επιχειρηματική δραστηριότητα. Διότι στον κόσμο της απόλυτης βεβαιότητας δεν υπάρχουν κίνδυνοι και επομένως δεν υπάρχει ανάγκη για επιχειρηματίες.

Ωστόσο, αν αυτό συμβαίνει, ποιος εισάγει τότε νέα προϊόντα και πώς; Σύμφωνα με τους υπερασπιστές του τέλειου μοντέλου ανταγωνισμού, οποιαδήποτε πραγματική κατάσταση σε μια αγορά που αποκλίνει από αυτό το μοντέλο θεωρείται ως μη βέλτιστη για την ευημερία των καταναλωτών. Συνιστάται λοιπόν, να παρεμβαίνει η κυβέρνηση όποτε συμβαίνει μια τέτοια απόκλιση, προκειμένου να επιβάλει εκ νέου ένα ανταγωνιστικό μοντέλο πιο κοντά στον τέλειο ανταγωνισμό.

Επίσης, σύμφωνα με τη διαδεδομένη άποψη, η κυβέρνηση πρέπει να παρεμβαίνει για να αποτρέψει την εμφάνιση μιας κατάστασης όπου ένας παραγωγός κυριαρχεί ή μονοπωλεί μια αγορά και θέτει την τιμή πάνω από το πραγματικά ανταγωνιστικό επίπεδο. Όταν αυτό συμβαίνει, υπονομεύεται η ευημερία των καταναλωτών.

Τα μονοπώλια δεν μπορούν να ορίζουν οποιαδήποτε τιμή επιθυμούν

Στην πραγματικότητα, όμως, η ικανότητα ενός παραγωγού να μονοπωλεί μια αγορά περιορίζεται από διάφορους παράγοντες. Πρώτον, πρέπει να σημειώσουμε ότι ο στόχος της τυπικής επιχείρησης είναι να κάνει κέρδη. Αυτό όμως δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς να προσφέρεται στους καταναλωτές η κατάλληλη τιμή.

Είναι προς το συμφέρον κάθε επιχειρηματία να εξασφαλίσει μια τιμή όπου η παραγόμενη ποσότητα θα μπορούσε να πωληθεί με κέρδος. Κατά τον καθορισμό αυτής της τιμής, ο επιχειρηματίας του παραγωγού θα πρέπει να εξετάσει πόσα χρήματα δαπανούν οι καταναλωτές για το προϊόν. Θα πρέπει να εξετάσει τις τιμές διαφόρων ανταγωνιστικών προϊόντων. Θα πρέπει επίσης να εξετάσει το κόστος παραγωγής του.

Οποιαδήποτε προσπάθεια εκ μέρους του φερόμενου παραγωγού που κατέχει δεσπόζουσα θέση να αγνοήσει αυτά τα γεγονότα θα τον οδηγήσει στο να υποστεί ζημίες. Πέρα από αυτό, πώς μπορούν οι κυβερνητικοί υπάλληλοι να διαπιστώσουν εάν η τιμή ενός προϊόντος που χρεώνεται από έναν παραγωγό σε δεσπόζουσα θέση βρίσκεται πάνω από το λεγόμενο ανταγωνιστικό επίπεδο;

Πώς μπορούν να γνωρίζουν ποια θα έπρεπε να είναι η ανταγωνιστική τιμή; Σύμφωνα με τον Murray Rothbard:

«Δεν υπάρχει τρόπος να ορίσουμε την «τιμή μονοπωλίου», διότι δεν υπάρχει κανένας τρόπος να οριστεί η «ανταγωνιστική τιμή» με την οποία πρέπει η πρώτη να συγκρίνεται 1«.
Εάν κυβερνητικοί αξιωματούχοι επιχειρήσουν να επιβάλουν χαμηλότερη τιμή, η τιμή αυτή θα μπορούσε να εξαλείψει το κίνητρο για την παραγωγή του προϊόντος. Έτσι, αντί να βελτιωθεί η ευημερία των καταναλωτών, οι κυβερνητικές πολιτικές κάνουν τα πράγματα πολύ χειρότερα.

Η ποικιλία στα προϊόντα είναι πιο σημαντική από την ποικιλία στους προμηθευτές τους

Σε αντίθεση με το μοντέλο τέλειου ανταγωνισμού, αυτό που δημιουργεί ένα μεγαλύτερο ανταγωνιστικό περιβάλλον δεν είναι ένας μεγάλος αριθμός συμμετεχόντων σε μια συγκεκριμένη αγορά, αλλά μια μεγάλη ποικιλία ανταγωνιστικών προϊόντων. Όσο μεγαλύτερη είναι η ποικιλία, τόσο μεγαλύτερος θα είναι ο ανταγωνισμός και κατά συνέπεια μεγαλύτερο όφελος για τον καταναλωτή.

Ωστόσο, οι κυβερνητικές πολιτικές, στο πνεύμα του μοντέλου τέλειου ανταγωνισμού, καταστρέφουν τη διαφοροποίηση των προϊόντων και επομένως τον ανταγωνισμό.

Η όλη ιδέα ότι οι διάφοροι προμηθευτές πρέπει να ανταγωνίζονται για να προσφέρουν ένα ενιαίο ομοιογενές προϊόν ή υπηρεσία δεν είναι αξιόπιστη. Διότι, αν ήταν έτσι τα πράγματα, γιατί ένας αγοραστής να προτιμούσε έναν πωλητή από τον άλλον; Η όλη ιδέα να επιβληθεί η ομοιογένεια του προϊόντος προκειμένου προσεγγιστεί το μοντέλο τέλειου ανταγωνισμού, θα οδηγούσε σε μηδενικό ανταγωνισμό.

Δεδομένου ότι η διαφοροποίηση των προϊόντων αφορά τον ελεύθερο ανταγωνισμό της αγοράς, όλοι οι προμηθευτές ενός προϊόντος έχουν 100% μονοπωλιακό έλεγχο όσον αφορά το συγκεκριμένο προϊόν τους. Εξάλλου, σε μια απρόσκοπτη αγορά, δύο προϊόντα δεν είναι ακριβώς ίδια και κάθε προμηθευτής είναι κατά κάποιον τρόπο μονοπωλιακός.

Αυτό που δημιουργεί τη διαφοροποίηση του προϊόντος, είναι ότι κάθε επιχειρηματίας έχει διαφορετικές ιδέες και ταλέντα. Αυτή η διαφορά ιδεών και ταλέντων εκδηλώνεται με τον τρόπο συσκευασίας του προϊόντος, τον τόπο πώλησης, τον τρόπο με τον οποίο προσφέρεται στον καταναλωτή κ.λπ.

Η κυβερνητική παρέμβαση δε δικαιολογείται και ηθικά

Για παράδειγμα, ένα χάμπουργκερ που πωλείται σε ένα όμορφο εστιατόριο είναι ένα διαφορετικό προϊόν από ένα χάμπουργκερ που πωλείται σε ένα κατάστημα fast-food. Έτσι, εάν ο ιδιοκτήτης ενός εστιατορίου κερδίσει την κυριαρχία στις πωλήσεις των χάμπουργκερ θα πρέπει να περιοριστεί για αυτό; Θα έπρεπε τότε να αλλάξει τον τρόπο λειτουργίας του και να μετατρέψει το εστιατόριο του σε κατάστημα fast-food προκειμένου να συμμορφωθεί με το τέλειο μοντέλο ανταγωνισμού; Το μόνο που έχει συμβεί εδώ είναι ότι οι καταναλωτές έχουν εκφράσει μεγαλύτερη προτίμηση να δειπνούν στο εστιατόριο παρά να αγοράζουν από το κατάστημα fast-food. Yπάρχει κάτι «λάθος» σε όλο αυτό;

Ας υποθέσουμε τώρα ότι οι καταναλωτές έχουν εγκαταλείψει εντελώς τα φαστφουντάδικα και αγοράζουν χάμπουργκερ μόνο από το εστιατόριο. Σημαίνει αυτό ότι η κυβέρνηση πρέπει να εμφανιστεί και να παρέμβει;

Κλείνοντας

Προτείνουμε ότι το όλο ζήτημα ενός επιβλαβούς μονοπωλίου δεν έχει σημασία σε μια ελεύθερη αγορά. Ένα ζημιογόνο μονοπώλιο μπορεί να προκύψει μόνο, όταν η κυβέρνηση, μέσω κανονισμών, περιορίζει τον αριθμό των προμηθευτών σε μια συγκεκριμένη βιομηχανία. Επιβάλλοντας περιορισμούς και περιορίζοντας έτσι την ποικιλία των αγαθών και των υπηρεσιών που προσφέρονται στους καταναλωτές, η κυβέρνηση περιορίζει τις επιλογές των καταναλωτών, μειώνοντας έτσι την ευημερία τους.

***

 

Αρχική δημοσίευση στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Ludwig von Mises: Why Perfect Competition Is not So Perfect

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα βασικά οικονομικά:

  1.  Murray N. Rothbard, Man Economy and State (Auburn, Ala.: Mises Institute), σελ. 606–07