Βγάζοντας Οικονομικό Νόημα: Ο Rothbard εξηγεί την χρεοκοπία της Ελλάδας

0
1314
Χρεοκοπία
O Murray Rothbard επισημαίνει πως οι κρατικές επιχειρήσεις όχι μόνο εμποδίζουν και καταστέλλουν τις ιδιωτικές επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα στον ίδιο κλάδο και σε ολόκληρη την οικονομία. Διαταράσσουν επίσης ολόκληρη την αγορά εργασίας.

η κυβέρνηση δεν έχει κανένα μηχανισμό ελέγχου για τον εαυτό της, δηλαδή κανένα μηχανισμό αξιολόγησης για το αν ικανοποιεί τις απαιτήσεις και τα πρότυπα των καταναλωτών. Δεν υφίσταται κάποια δοκιμή κέρδους/ζημίας της υπηρεσίας που παρέχει, για να μπορέσει να λάβει χρηματικά κεφάλαια βάσει των επιδόσεων της.

 

Του Ευθύμη Μαραμή

Ανάλυση βασισμένη στον Murray N. Rothbard και στο βιβλίο: Man, Economy, and State  The Economics of Violent Intervention in the market > 9. Binary Intervention: Government Expenditures The Fallacy of Government on a «Business Basis»

Εισαγωγή

Αρκετές φορές στην σελίδα μας, αναζητώντας ερμηνείες και εξηγήσεις των Ελληνικών οικονομικών φαινομένων, ανατρέχουμε σε έργα των Αυστριακών οικονομολόγων. Αυτό το άρθρο είναι μια ακόμη τέτοια αναδρομή, όπου διαβάζοντας Murray Rothbard από το 1960, θα διαπιστώσουμε πως περιγράφει προφητικά και εξηγεί επαρκέστατα τα χάλια της Ελληνικής οικονομίας.

Μία κυβέρνηση μπορεί είτε να επιδοτεί και να παρέχει «δωρεάν» μία υπηρεσία, είτε μπορεί να προσπαθήσει πραγματικά να ανακαλύψει την πραγματική τιμή της αγοράς, δηλαδή να «λειτουργήσει σε επιχειρηματική βάση» (Η δεύτερη περίπτωση αποτελεί συχνά αίτημα που θέτουν πολιτικές παρατάξεις όπως η Νέα Δημοκρατία) – να λειτουργήσει δηλαδή η κυβέρνηση με επιχειρηματικά πρότυπα αξιολόγησης, να εξαλειφθούν τα ελλείμματα κλπ.

Υπάρχει ωστόσο κάποια λογική βάση σε αυτή την αξίωση;

Συχνά λέγεται ότι μια κυβερνητική επιχείρηση, που δραστηριοποιείται στο χώρο της ιδιωτικής αγοράς και αγοράζει πόρους από αυτήν, ας πούμε για παράδειγμα η κρατική αγορά υγείας, μπορεί να τιμολογήσει τις υπηρεσίες της και να κατανείμει αποτελεσματικά τους πόρους της. Αυτό όμως είναι λάθος. Υπάρχει ένα μοιραίο ελάττωμα που διακατέχει κάθε πιθανό σχέδιο κυβερνητικής επιχείρησης και αναπόφευκτα την αποτρέπει από την ορθολογική τιμολόγηση και την αποτελεσματική κατανομή των πόρων. Λόγω αυτού του ελαττώματος, η κυβερνητική επιχείρηση δεν μπορεί ποτέ να λειτουργήσει σε «επιχειρηματική» βάση, ανεξάρτητα από το πόσο καλές είναι οι προθέσεις της κυβέρνησης.

Ποιο είναι αυτό το μοιραίο ελάττωμα;

Το πρόβλημα του ανορθολογικού οικονομικού υπολογισμού

Είναι το γεγονός ότι η κυβέρνηση μπορεί να αποκτήσει σχεδόν απεριόριστους πόρους μέσω της καταναγκαστικής φορολογικής της εξουσίας (περιορίζεται μόνο από το συνολικό μέγεθος των πόρων που διαθέτει η κοινωνία). Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις λαμβάνουν χρηματικά κεφάλαιά από ιδιώτες επενδυτές. Αυτή η κατανομή των χρηματικών κεφαλαίων από τους επενδυτές, με βάση την προτίμηση χρόνου και την πρόβλεψη, «εκλογικεύει» αυτά τα κεφάλαια και τους πόρους, κατευθύνοντας τους στις πιο κερδοφόρες και συνεπώς τις πλέον ωφέλιμες χρήσεις. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις μπορούν να λάβουν χρηματικά κεφάλαια μόνο από τους καταναλωτές και τους επενδυτές. Μπορούν να λάβουν χρηματικά κεφάλαια, με άλλα λόγια, μόνο από ανθρώπους που εκτιμούν και αγοράζουν τα αγαθά και τις υπηρεσίες τους και από αποταμιευτές που είναι διατεθειμένοι να διακινδυνεύσουν την επένδυση των εξοικονομούμενων χρηματικών κεφαλαίων τους, προσδοκώντας σε κάποιο κέρδος. Εν συντομία, οι πληρωμές και η εξυπηρέτηση, επαναλαμβάνουμε, συνδέονται άρρηκτα με την αγορά. Αλλά η κυβέρνηση, από την άλλη πλευρά, μπορεί να αποκτήσει όσα χρήματα επιθυμεί.

Επομένως, η ελεύθερη αγορά παρέχει έναν «μηχανισμό» για την κατανομή των πόρων, για τη μελλοντική και την τρέχουσα κατανάλωση, για τη διοχέτευση των πόρων στις πιο παραγωγικές τους χρήσεις για όλους τους ανθρώπους. Παρέχει έτσι ένα μέσο στους επιχειρηματίες, να κατανείμουν τους πόρους και να τιμολογήσουν τις υπηρεσίες, ώστε να εξασφαλίσουν τη βέλτιστη χρήση τους. Ωστόσο, η κυβέρνηση δεν έχει κανένα μηχανισμό ελέγχου για τον εαυτό της, δηλαδή κανένα μηχανισμό αξιολόγησης για το αν ικανοποιεί τις απαιτήσεις και τα πρότυπα των καταναλωτών. Δεν υφίσταται κάποια δοκιμή κέρδους/ζημίας της υπηρεσίας που παρέχει, για να μπορέσει να λάβει χρηματικά κεφάλαια βάσει των επιδόσεων της.

Η ιδιωτική επιχείρηση μπορεί να αντλήσει χρηματικά κεφάλαια μόνο από ικανοποιημένους πελάτες που την αξιολογούν και από επενδυτές που καθοδηγούνται από τα τρέχοντα και τα αναμενόμενα μελλοντικά κέρδη η τις ζημίες. Η κυβέρνηση, από την άλλη, αντλεί χρήματα κατά βούληση όποτε της κάνει γούστο.

Με την απουσία ελέγχου της διαδικασίας της αγοράς, εξαλείφεται ταυτόχρονα και κάθε ευκαιρία για την κυβέρνηση να κατανείμει τους πόρους ορθολογικά. Πώς μπορεί να ξέρει αν θα κατασκευάσει τον δρόμο Α ή τον δρόμο Β, αν θα «επενδύσει» σε δρόμο ή σχολείο η σε αγωγούς ύδρευσης; Για την ακρίβεια, δεν γνωρίζει καν πόσα χρήματα πρέπει να δαπανήσει για το σύνολο των δραστηριοτήτων της. Δεν υπάρχει κανένας ορθολογικός τρόπος με τον οποίο να μπορεί να κατανείμει τα κεφάλαια ή ακόμη και να αποφασίσει πόσα κεφάλαια πρέπει να διαθέτει. Όταν υπάρχει έλλειψη καθηγητών ή σχολικών χώρων ή αστυνομίας ή δρόμων, η κυβέρνηση και οι υποστηρικτές της έχουν μόνο μία απάντηση: περισσότερες δαπάνες. Ο λαός πρέπει να παραιτηθεί από τα δικά του οικονομικά σχέδια και να παραδώσει τα χρήματά του στην κυβέρνηση.

Ο ορθολογικός οικονομικός υπολογισμός απαιτεί διαδικασίες αγοράς

Γιατί, όμως, δεν παρέχεται ποτέ ανάλογη απάντηση στην ελεύθερη αγορά; Ο λόγος είναι ότι τα χρήματα πρέπει πάντα να αποσυρθούν από κάποια άλλη χρήση στην κατανάλωση ή τις επενδύσεις – και αυτή η απόσυρση πρέπει να δικαιολογείται. Στην αγορά, δικαιολογείται από τη δοκιμή των κερδών και των ζημιών – την ένδειξη ότι ικανοποιούνται οι πλέον επείγουσες ανάγκες των καταναλωτών. Εάν μια επιχείρηση ή ένα προϊόν αποδίδει υψηλά κέρδη στους ιδιοκτήτες της και τα κέρδη αυτά αναμένεται να συνεχιστούν, θα παρέχονται περισσότερα κεφάλαια σε αυτή την επιχείρηση. Αντίστροφα, αν προκύπτουν ζημίες, τα χρήματα θα αποσυρθούν από τον κλάδο αυτής της επιχείρησης. Ο μηχανισμός κέρδους και ζημιών, χρησιμεύει ως ο κρίσιμος οδηγός για την κατεύθυνση της ροής των παραγωγικών πόρων. Δεν υπάρχει ανάλογος οδηγός για την κυβέρνηση, η οποία επομένως δεν διαθέτει κανένα ορθολογικό τρόπο ώστε να αποφασίσει πόσα χρήματα να δαπανήσει συνολικά ή σε κάθε συγκεκριμένη δραστηριότητα της. Όσα περισσότερα χρήματα δαπανώνται, τόσο περισσότερη υπηρεσία, φυσικά, μπορεί να προσφέρει – αλλά πότε και που να σταματήσει;1

Οι υποστηρικτές των κυβερνητικών επιχειρήσεων, μπορούν να ισχυριστούν ότι η κυβέρνηση δύναται απλώς να ενημερώσει τη διεύθυνση της να ενεργεί σαν επιχείρηση με σκοπό το κέρδος και να καθιερωθεί με τον ίδιο τρόπο όπως και μια ιδιωτική επιχείρηση. Υπάρχουν δύο βασικές αδυναμίες σε αυτόν τον ισχυρισμό:

  1. Είναι αδύνατο να παριστάνεις την επιχείρηση. Επιχείρηση σημαίνει να διακινδυνεύσεις το δικό σου χρήμα για επενδύσεις. Οι γραφειοκρατικοί διαχειριστές και οι πολιτικοί δεν έχουν κανένα πραγματικό κίνητρο να αναπτύξουν επιχειρηματικές δεξιότητες και να προσαρμοστούν πραγματικά στις απαιτήσεις των καταναλωτών. Δεν κινδυνεύουν να χάσουν τα χρήματά τους στην επιχείρηση.
  2. Εκτός από το ζήτημα των κινήτρων, ακόμη και οι πιο ενθουσιώδεις διαχειριστές δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως επιχειρήσεις. Διότι, ανεξαρτήτως της διαχείρισης που θα προκύψει μετά την εγκατάστασή της επιχείρισης, η αρχική εκκίνηση πραγματοποιείται με χρήματα της κυβέρνησης και συνεπώς με εξαναγκαστική εισφορά. Ένα μοιραία αυθαίρετο στοιχείο έχει «ενσωματωθεί» στα ίδια τα ζωτικά στοιχεία της επιχείρησης.

Επιπλέον, οι μελλοντικές αποφάσεις για τις δαπάνες θα πραγματοποιηθούν αντλώντας κεφάλαια από τα φορολογικά ταμεία και συνεπώς θα υπόκεινται στο ίδιο ελάττωμα. Η ευκολία απόκτησης χρημάτων στρεβλώνει εγγενώς τις πράξεις των κυβερνητικών επιχειρήσεων. Επίσης, ας υποθέσουμε ότι η κυβέρνηση «επενδύει» σε μια επιχείρηση E. Είτε η ελεύθερη αγορά θα είχε επίσης επενδύσει σε αυτή την ίδια επιχείρηση, ή δεν θα το είχε κάνει. Εάν είχε επενδύσει η ελεύθερη αγορά, τότε η οικονομία θα πληγεί από το μερίδιο που θα αποσπάσει η εμπλεκόμενη κυβερνητική επιχείρηση. Εάν δεν είχε επενδύσει ήδη η ελεύθερη αγορά, και αυτό είναι σχεδόν βέβαιο, τότε αμέσως προκύπτει ότι οι δαπάνες για την Ε είναι μια στρέβλωση της ιδιωτικής ωφέλειας στην αγορά – κάποιες άλλες δαπάνες θα είχαν επιφέρει μεγαλύτερες χρηματικές αποδόσεις για την ιδιωτική οικονομία. Για άλλη μια φορά επαναλαμβάνουμε, μια κρατική επιχείρηση δεν μπορεί να λειτουργήσει με τα πρότυπα των ιδιωτικών επιχειρήσεων.

Στρέβλωση της επιχειρηματικότητας και παρεμπόδιση των επενδύσεων

Πέραν τούτων, η ίδρυση κρατικής επιχείρησης δημιουργεί ένα «άδικο» ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των ιδιωτικών επιχειρήσεων, επειδή τουλάχιστον ένα μέρος του κεφαλαίου της αποκτήθηκε με εξαναγκασμό παρά με παροχή υπηρεσίας. Είναι σαφές ότι η κυβέρνηση, με τις επιδοτήσεις της προς τις κρατικές επιχειρήσεις, μπορεί να οδηγήσει μια ιδιωτική επιχείρηση εκτός ανταγωνισμού από τον κλάδο που θα εμπλακεί. Οι ιδιωτικές επενδύσεις στον ίδιο κλάδο θα περιοριστούν σημαντικά, δεδομένου ότι οι μελλοντικοί επενδυτές θα προβλέψουν απώλειες κερδών τα οποία θα κατευθυνθούν εξαναγκαστικά στα χέρια προνομιούχων κυβερνητικών ανταγωνιστών. Επιπρόσθετα, δεδομένου ότι όλες οι υπηρεσίες ανταγωνίζονται για τα χρήματα του καταναλωτή, όλες οι ιδιωτικές επιχειρήσεις και όλες οι ιδιωτικές επενδύσεις θα επηρεαστούν και θα περιοριστούν σε κάποιο βαθμό. Και όταν εγκαθίσταται μια νέα κυβερνητική επιχείρηση, δημιουργεί φόβους σε άλλες βιομηχανίες ότι θα αναγκαστούν να ανταγωνιστούν με επιδοτούμενες από την κυβέρνηση επιχειρήσεις. Αυτοί οι φόβοι τείνουν να καταστέλλουν τις παραγωγικές επενδύσεις και, συνεπώς, την οικονομική ευημερία της κοινωνίας.

Θεωρία κόστους και σφάλματα των νεοκλασικών οικονομικών

Πολλά «κριτήρια» έχουν προταθεί από αναλυτές ως οδηγοί τιμολόγησης των κυβερνητικών υπηρεσιών. Ένα κριτήριο υποστηρίζει την τιμολόγηση σύμφωνα με το «οριακό κόστος». Ωστόσο, όπως είδαμε παραπάνω, αυτό δεν αποτελεί καν κριτήριο και βασίζεται σε κλασσικά σφάλματα καθορισμού των τιμών βάσει κόστους. Το «οριακό» διαφέρει ανάλογα με το χρονικό διάστημα που μελετάται. Και το κόστος δεν είναι στην πραγματικότητα στατικό αλλά δυναμικό και ευέλικτο. Αλλάζει ανάλογα με τις τιμές και ως εκ τούτου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως οδηγός για τον καθορισμό των τιμών. Επιπλέον, οι τιμές ισούνται με το μέσο κόστος μόνο στην τελική ισορροπία και η ισορροπία δεν μπορεί να ισχύσει στον πραγματικό κόσμο. Η αγορά τείνει μόνο προς αυτόν τον στόχο. Τελικά, τα κόστη λειτουργίας της κυβέρνησης, θα είναι υψηλότερα από ότι τα κόστη παρόμοιων λειτουργιών της ελεύθερης αγοράς.2

Στρέβλωση της αγοράς εργασίας

Οι κρατικές επιχειρήσεις όχι μόνο εμποδίζουν και καταστέλλουν τις ιδιωτικές επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα στον ίδιο κλάδο και σε ολόκληρη την οικονομία. Διαταράσσουν επίσης ολόκληρη την αγορά εργασίας. Διότι η κυβέρνηση:

  1. θα μειώσει την παραγωγή και το βιοτικό επίπεδο στην κοινωνία με την απομάκρυνση δυνητικά παραγωγικής εργασίας προς γραφειοκρατικές θέσεις.
  2. Χρησιμοποιώντας τα κατασχεθέντα κεφάλαια των ιδιωτών, είναι σε θέση να πληρώσει υψηλότερους μισθούς από τα επίπεδα της αγοράς εργασίας και, επομένως, θα δημιουργήσει υψηλή ζήτηση για κρατική εργασία και, συνεπώς, επέκταση της αντιπαραγωγικής γραφειοκρατικής μηχανής.
  3. Οι υψηλοί μισθοί των κρατικών θέσεων που υποστηρίζονται από τα κατασχεθέντα κεφάλαια (φόροι), παραπλανούν τους εργαζόμενους ότι αυτό αντανακλά το μισθό της αγοράς στον ιδιωτικό τομέα, προκαλώντας έτσι ανεπιθύμητη ανεργία.

Οι ανεπάρκειες της κυβερνητικής λειτουργίας επιδεινώνονται από πολλούς άλλους παράγοντες. Όπως είδαμε, μια κυβερνητική επιχείρηση που ανταγωνίζεται σε ένα κλάδο, μπορεί συνήθως να εξοντώσει τους ιδιώτες επιχειρηματίες, καθώς η κυβέρνηση μπορεί να επιδοτήσει τον εαυτό της με πολλούς τρόπους και να αποσπάσει απεριόριστα κεφάλαια όταν το επιθυμεί. Σε περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να ανταγωνιστεί ακόμη και υπό αυτές τις συνθήκες, μπορεί να αναλάβει υποχρεωτικό μονοπώλιο, εκδιώκοντας τους ανταγωνιστές με βία. Όταν η κυβέρνηση αποκτήσει έτσι μονοπώλιο, μπορεί να πάει στο άλλο άκρο από αυτό της «δωρεάν» υπηρεσίας. Μπορεί να χρεώσει τιμή μονοπωλίου. Η χρέωση μιας μονοπωλιακής τιμής – ευδιάκριτα διαφορετική από την τιμή της ελεύθερης αγοράς – στρεβλώνει και πάλι τους πόρους και δημιουργεί τεχνητή σπανιότητα του συγκεκριμένου αγαθού. Οδηγεί επίσης σε εξαιρετικά χαμηλή ποιότητα υπηρεσιών.

Ένα κυβερνητικό μονοπώλιο δεν χρειάζεται να ανησυχεί ότι οι πελάτες μπορούν να απευθυνθούν αλλού ή ότι η αναποτελεσματικότητα μπορεί να σημάνει την απόρριψη του. Είναι ιδιαίτερα παράλογο να αναζητούμε «επιχειρηματικά πρότυπα» όταν μια κυβερνητική επιχείρηση λειτουργεί ως μονοπώλιο. Για παράδειγμα, απαιτούταν περιοδικά, να τεθεί σε «επιχειρηματική βάση» ο ΟΤΕ, όταν ήταν κρατικός και να τερματιστούν οι σπατάλες και τα ελλείμματα, κόστη τα οποίο καταβάλλονταν από τους φορολογούμενους. Ο τερματισμός όμως του ελλείμματος μιας εγγενώς και εκ φύσεως ανεπαρκούς κυβερνητικής επιχείρησης δεν σημαίνει ότι πρόκειται για λειτουργία σε επιχειρηματική βάση. Για να καλυφθεί το κόστος, η τιμή πρέπει να αυξηθεί αρκετά ώστε να επιτευχθεί μονοπωλιακή τιμή και έτσι να καμουφλαριστεί και να αντισταθμιστεί η αναποτελεσματικότητα της κυβέρνησης. Μία μονοπωλιακή τιμή θα επιβαρύνει υπερβολικά τους χρήστες των υπηρεσιών της συγκεκριμένης υπηρεσίας, ειδικά αν το μονοπώλιο είναι υποχρεωτικό. Τελικά, άνοιξε εν μέρει η αγορά των τηλεπικοινωνιών και λύθηκαν μέσω των διεργασιών πραγματικής αξιολόγησης αυτά τα θέματα.

Από την άλλη πλευρά, είδαμε ότι ακόμη και οι κάτοχοι μονοπωλίων πρέπει να συμμορφώνονται με την καταναλωτική ζήτηση. Εάν αυτή η ζήτηση είναι αρκετά ελαστική, μια μονοπωλιακή υψηλή τιμή, μπορεί να μειώσει τόσο πολύ τα έσοδα ώστε τελικά να αυξήσει τα ελλείμματα και όχι να τα μειώσει. Ένα εξαιρετικό παράδειγμα επί τούτου μπορεί να παρατηρηθεί σήμερα στα διόδια των εθνικών οδών και στην δραματική μείωση της κίνησης σε αυτές τις οδούς.

Συμπέρασμα: η ιδιωτικοποίηση αντίδοτο στην χρεοκοπία

Η αποκρατικοποίηση η και το κλείσιμο κρατικών επιχειρήσεων, έχουν επιφέρει μόνο οφέλη στην κοινωνία και στην οικονομία της Ελλάδος. Κανενός η ζωή δεν επιδεινώθηκε με την πώληση της ολυμπιακής αεροπορίας η του ΟΤΕ. Επιδεινώθηκε μόνο το «δικαίωμα» στον παρασιτισμό, κάποιων ειδικών προνομιούχων των κυβερνήσεων. Η ζωή όλων των υπολοίπων βελτιώθηκε και λόγω της υψηλότερης ποιότητας των υπηρεσιών αλλά και λόγω της απαλλαγής από το φορολογικό βάρος των ελλειμμάτων αυτών των επιχειρήσεων. Κανενός η ζωή δεν επιδεινώθηκε από την αποκρατικοποίηση της ΣΕΚΑΠ, το «σπάσιμο» της ΔΕΗ η από το κλείσιμο της ΑΓΝΟ. Ισχύει ότι και για τα προαναφερθέντα. Κανενός η ζωή δεν θα επιδεινωθεί αν πωληθεί η ΕΒΖ ή, αν ιδιωτικοποιηθεί η αγορά ύδρευσης, η αγορά υγείας και ασφάλισης. Ισχύουν οι θεμελιώδεις νόμοι της οικονομίας: Το κράτος είναι εγγενώς αντιπαραγωγικό και προκαλεί μόνο ζημιά στην οικονομία και στην κοινωνία.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

  1. Ludwig von Mises, Bureaucracy (New Haven: Yale University Press, 1946), σελ. 50, 53.
  2. Έχουν προωθηθεί αυθαίρετα παραπλανητικά κριτήρια για τη λήψη απόφασης μεταξύ ιδιωτικής και κρατικής δράσης. Ένας κοινός κανόνας είναι να σταθμίζεται το «οριακό κοινωνικό κόστος» και όφελος, έναντι του «οριακού ιδιωτικού κόστους» και οφέλους. Εκτός από άλλα ελαττώματα, δεν υπάρχει τέτοια οντότητα όπως «η κοινωνία» ξεχωριστή από τα άτομα ως συστατικά της και, άρα, αυτό το κριτήριο είναι απλώς κενό νοήματος.