Το πρόβλημα οικονομικού υπολογισμού στην κοινωνικοποιημένη μαζική μετανάστευση

0
334

Εφόσον το κράτος κοινωνικοποιεί τη μαζική μετανάστευση με ταυτόχρονο συνδυασμό μεταναστευτικών περιορισμών, επιδοτούμενης μετανάστευσης και αναγκαστικής ενσωμάτωσης, πράττει ανάλογα με την ανάμειξη του Σοβιετικού κράτους στην παραγωγή σκυροδέματος: Προκαλεί χάος ενεργώντας στα τυφλά.

Του Ευθύμη Μαραμή 

Εισαγωγή

Οικονομολόγοι και από τα δύο «στρατόπεδα» της αντιπαράθεσης για τη μετανάστευση, χρησιμοποιούν συχνά στατιστικά στοιχεία που δείχνουν ότι οι μετανάστες έχουν τη Χ καθαρή επίδραση στη φορολογική συνεισφορά ή κατανάλωση και την Υ καθαρή νομισματική επίδραση στην ιδιωτική οικονομία. Ένα καθοριστικό πρόβλημα με τη χρήση τέτοιων στατιστικών στοιχείων για να τοποθετηθεί κάποιος υπέρ ή κατά της μετανάστευσης, είναι ότι, πέρα από τις νομισματικές επιπτώσεις, πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη οι μη νομισματικές επιπτώσεις, ώστε να γνωρίζουμε αν οι ντόπιοι ωφελούνται ή βλάπτονται από τη μετανάστευση (με την ex-ante έννοια). Ωστόσο, η κρατική παρεμβατικότητα στην οικονομία, περιορίζει τη σφαίρα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και καθιστά αδύνατο τον οικονομικό υπολογισμό στον τομέα της μετανάστευσης.

Τα οικονομικά της μετανάστευσης

Οι νομισματικές στατιστικές που συνδέονται με τα οικονομικά της μετανάστευσης, περιλαμβάνουν τις επιπτώσεις των μεταναστών στην απασχόληση, τους μισθούς, τις τιμές, τους προϋπολογισμούς της κεντρικής κυβέρνησης, των νομαρχιών, των δήμων κλπ. Οι μη νομισματικές επιπτώσεις της μετανάστευσης στους ντόπιους, περιλαμβάνουν την ικανοποίηση ή τη δυσαρέσκεια, την ευτυχία ή τη δυστυχία, που βιώνουν ως αποτέλεσμα της μετανάστευσης. Αυτές οι επιπτώσεις βασίζονται σε παράγοντες όπως η πραγματική ή αντιληπτή κατανόηση των μεταναστών σε σχέση με τις πολιτικές απόψεις, τις γλώσσες, τη διατροφή, τις θρησκευτικές συνήθειες, τις καλλιτεχνικές προτιμήσεις, τα προτιμώμενα αθλήματα, τα φύλα, τις ηλικίες κλπ. Αυτά τα χαρακτηριστικά, τα οποία βιώνει όποιος αλληλεπιδρά με άλλους ανθρώπους, παίζουν ρόλο στην ευτυχία μας και δεν μπορούν να υπολογιστούν με νομισματικά μέσα. Όμως, στην πραγματικότητα, οι νομισματικές επιπτώσεις των μεταναστών συνδυάζονται και γίνονται ένα ενιαίο κράμα με όλες τις άλλες εξεταζόμενες σκέψεις των μεμονωμένων ντόπιων για να καθοριστεί αν αξιολογούν υποκειμενικά την άφιξη οποιουδήποτε μεμονωμένου μετανάστη ως κάτι «καλό».

Το να γνωρίζουμε τις νομισματικές επιπτώσεις της μετανάστευσης χωρίς να γνωρίζουμε τις μη νομισματικές επιπτώσεις, είναι ανώφελο όσον αφορά τη συζήτηση για το μεταναστευτικό. Είναι σαν να αποφασίζει κάποιος να συγκατοικήσει με κάποιον άλλο στο διαμέρισμα του, γνωρίζοντας πόσα θα πληρώσει ο συγκάτοικος για το ενοίκιο (αν πληρώσει), αλλά δεν ξέρει ποιος είναι ο συγκάτοικος.  Και δυστυχώς, όσο οι αποφάσεις σχετικά με τη μετανάστευση δεν παίρνονται σε επίπεδο μεμονωμένων ιδιοκτητών που επιλέγουν να φιλοξενήσουν ή όχι μετανάστες στην ιδιοκτησία τους – ή να τους πουλήσουν ή όχι την ιδιοκτησία τους – οι μη νομισματικές επιπτώσεις καθίστανται ανυπολόγιστες καθώς εξαφανίζονται μέσα στο υπολογιστικό χάος που προκαλεί η κεντρικά σχεδιασμένη μετανάστευση.

Αν η στατιστική δείχνει πως οι μετανάστες πληρώνουν Χ ευρώ περισσότερα από όσους φόρους καταναλώνουν και παράγουν οφέλη για την ιδιωτική οικονομία σε ευρώ, η στατιστική αυτή απεικόνιση, εντούτοις, δεν μπορεί να μας δείξει εάν η μετανάστευση αποτελεί ex-ante όφελος ή ζημία υπό την οπτική των υποκειμενικών προτιμήσεων των ντόπιων μεμονωμένων ατόμων. Αν ο Αχμέντ διατίθεται να πληρώσει στον Γιώργο 500 ευρώ για να μετακομίσει σπίτι του, ο Γιώργος μπορεί να αρνηθεί, επειδή ίσως προτιμά να κρατήσει το σπίτι μόνο για τον εαυτό του από το να συγκατοικήσει με τον Αχμέντ. Αν το κράτος εξαναγκάσει τον Γιώργο να δεχτεί τον Αχμέντ ως συγκάτοικο και να πάρει τα 500 ευρώ τον μήνα, ο Γιώργος θα είναι κατά 500 ευρώ πλουσιότερος από πλευράς χρημάτων αλλά, παρόλα αυτά, βλάπτεται ex-ante επειδή η μη νομισματική ζημία που του προκαλεί η συμβίωση με τον Αχμέντ, υπερβαίνει το όφελος των 500 ευρώ.

Ομοίως, αν υπάρχουν δημόσιοι δρόμοι, δημόσια πάρκα, δημόσιες πλατείες, δημόσιες βιβλιοθήκες, δημόσια εξαναγκαστικά χρηματοδοτημένη παιδεία, δημόσια εξαναγκαστικά χρηματοδοτημένη περίθαλψη, προγράμματα πρόνοιας και άλλοι κρατικοί εξαναγκασμοί και απαγορεύσεις στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, ακόμη και αν οι μετανάστες αποφέρουν καθαρά χρηματικά οφέλη, τόσο στον κρατικό προϋπολογισμό όσο και στον ιδιωτικό τομέα, δεν μπορούμε, εντούτοις, να γνωρίζουμε αν η άφιξη των μεταναστών είναι ευνοϊκή για τους ντόπιους. Όπως στην περίπτωση του ανεπιθύμητου συγκάτοικου Αχμέντ, αν οι ντόπιοι διατηρούσαν τον έλεγχο υπό το καθεστώς μίας ελεύθερης αγοράς, όπου οι δρόμοι, τα σχολεία, τα νοσοκομεία και κάθε σπιθαμή γης ανήκει σε ιδιώτες και η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι δεν περιοριζόταν, μπορεί να επέλεγαν να μην επιτρέψουν τους μετανάστες στην ιδιοκτησία τους, έχοντας πλήρη επίγνωση των χρηματικών οφελών.

Ισχύει και το αντίστροφο σε κάποιες περιπτώσεις. Κάποιοι μετανάστες θα μπορούσαν να είναι ξεκάθαρα φοροφαγάδες (να καταναλώνουν φόρους χωρίς να συνεισφέρουν στην οικονομία), αλλά σε ένα καθάριο καθεστώς ιδιωτικής ιδιοκτησίας, θα μπορούσαν παρ’ όλα αυτά να γίνουν δεκτοί από τους ντόπιους. Αν ο Γιώργος αγαπά τη Ζβετλάνα, μπορεί να επιλέξει να ζήσει μαζί της, ακόμα κι αν αυτή δεν συνεισφέρει τίποτα στο νοίκι και επιβαρύνει τους λογαριασμούς, επειδή η διαβίωση μαζί της του αποφέρει καθαρό όφελος βάσει των υποκειμενικών του προτιμήσεων, παρά τη νομισματική ζημία. Όσο οι ντόπιοι επιθυμούν εθελοντικά να προσκαλέσουν τους μετανάστες στα σπίτια, τις επιχειρήσεις και τα σχολεία τους, αλλά το κράτος θέτει εμπόδια στην πορεία αυτής της διαδικασίας, οι περιορισμοί της μετανάστευσης θα προκαλέσουν ζημία τόσο για τους εν λόγω ντόπιους όσο και για τους μετανάστες, παρά την νομισματική ζημία που τους επιφέρουν οι μετανάστες.

Βεβαίως, είναι πιθανό οι μετανάστες να προκαλούν και νομισματική και μη νομισματική ζημία στους ντόπιους, κάτι το οποίο δεν απέχει από την πραγματικότητα σε αρκετές περιπτώσεις. Χωρίς την ιδιωτική ιδιοκτησία, είναι αδύνατο να προκύψει μια αυθόρμητη τάξη αμοιβαίου οφέλους, καθώς, χωρίς αυτήν, η αμοιβαία επωφελής συναλλαγή είτε με νομισματικούς είτε με μη νομισματικούς όρους, είναι πρακτικά αδύνατη.

Συμπέρασμα

Η χρησιμοποίηση στατιστικών στοιχείων σχετικά με τις νομισματικές επιπτώσεις, ως ρητορικό εργαλείο υποστήριξης ή εναντίωσης προς τη μετανάστευση, είναι σαν κωπηλασία χωρίς κουπιά, επειδή η οικονομία και ο πλούτος δεν αποτελούνται μόνο από χρήματα και ύλη, αλλά και από όλους τους άυλους παράγοντες που είναι παρόντες σε μια οικονομική κατάσταση. Η έλλειψη ακλόνητων δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, όπως έχει καταδείξει ο Ludwig von Mises με το πρόβλημα οικονομικού υπολογισμού υπό τον σοσιαλισμό, δημιουργεί σύγχυση στον υπολογισμό που αφορά τη μετανάστευση.

Εφόσον το κράτος κοινωνικοποιεί τη μαζική μετανάστευση με ταυτόχρονο συνδυασμό μεταναστευτικών περιορισμών, επιδοτούμενης μετανάστευσης και αναγκαστικής ενσωμάτωσης, πράττει ανάλογα με την ανάμειξη του Σοβιετικού κράτους στην παραγωγή σκυροδέματος: Προκαλεί χάος ενεργώντας στα τυφλά. Ο τρόπος για να διασφαλιστεί ότι η μετανάστευση ωφελεί τόσο τους μετανάστες όσο και τους ντόπιους – των οποίων τα φυσικά σώματα και η περιουσία έρχονται σε επαφή με αυτούς τους μετανάστες – είναι η ιδιωτικοποίηση όλων των πόρων.

Υ.Γ. Δεν ισχύει πως τα κονδύλια για την επιδότηση των μεταναστών προέρχονται εξ ολοκλήρου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τον ΟΗΕ κλπ. Μια ματιά στα σχέδια νόμου και στις κοινοβουλευτικές τροποποιήσεις, δείχνει ξεκάθαρα πως ο κρατικός προϋπολογισμός επιβαρύνεται με εκατομμύρια ευρώ για το συγκεκριμένο θέμα.

 

***

Ο Ευθύμης Μαραμής είναι αναρχοκαπιταλιστής, ιδρυτής της ιστοσελίδας «Ελεύθερη Αγορά – Austrian Economics, μελετητής της Αυστριακής Σχολής οικονομικών στην παράδοση του Ludwig von Mises και της αναρχοκαπιταλιστικής θεωρίας στην παράδοση των Murray Rothbard και Hans Hermann-Hoppe. 

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.