Η ουτοπία του «μικρού κράτους» και ο ρόλος των διανοούμενων

0
999

Ο Hans Hermann Hoppe στο δοκίμιό του μας εξηγεί τι πρέπει να γίνει ώστε να καταπολεμήσουμε το κράτος και τη θεσμική του εκμετάλλευση.

(Συνέχεια από το πρώτο μέρος)
Του Hans Hermann Hoppe
Απόδοση: Ευθύμης Μαραμής και Μιχάλης Γκουντής

Η ουτοπία του «ελάχιστου κράτους»

Όταν το μονοπώλιο προστασίας βρίσκεται στη θέση του, τίθεται σε κίνηση μια δική του λογική. Κάθε μονοπώλιο εκμεταλλεύεται τη θέση του. Το τίμημα της προστασίας θα αυξηθεί και, το σημαντικότερο, το περιεχόμενο του νόμου, δηλαδή η ποιότητα του προϊόντος, θα αλλάξει προς όφελος του μονοπωλίου και εις βάρος των άλλων. Η δικαιοσύνη θα διαστρεβλωθεί και ο προστάτης θα γίνει ολοένα και περισσότερο εκμεταλλευτής και απαλλοτριωτής. Ειδικότερα, ως αποτέλεσμα της εδαφικής μονοπώλησης της προστασίας, παράγονται δύο τάσεις. Πρώτον, μια τάση προς την επέκταση της εκμετάλλευσης και, δεύτερον, μια τάση προς την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης.

Αρχικώς τα κράτη έχουν μια εγγενή τάση προς εδαφική επέκταση, με γνώμονα το συμφέρον τους, να θέλουν περισσότερο εισόδημα και όχι λιγότερο. Όσο περισσότερους υπηκόους προστατεύει ένα κράτος (ή μάλλον εκμεταλλεύεται) σε τόσο καλύτερη θέση βρίσκεται. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των κρατών (δηλαδή των εδαφικών μονοπωλίων) είναι ένας αποκλειστικός ανταγωνισμός: είτε θα είμαι εγώ σαν κράτος, είτε εσύ ως άλλο κράτος ο μονοπωλητής της λεηλασίας των ανθρώπων.

Επιπλέον, με πολλά κράτη, οι άνθρωποι μπορούν εύκολα να κινούνται με τα πόδια τους. Ωστόσο, η απώλεια πληθυσμού από την άποψη του κράτους είναι ένα ενοχλητικό πρόβλημα. Ως εκ τούτου, τα κράτη έρχονται σχεδόν αυτομάτως σε σύγκρουση μεταξύ τους και ένας τρόπος επίλυσης αυτής της σύγκρουσης, από μια κρατιστική άποψη, είναι η εδαφική επέκταση: είτε με πόλεμο είτε με συνένωση και, μερικές φορές, με άμεση εξαγορά. Τελικά, η τάση αυτή θα σταματήσει μόνο με τη δημιουργία ενός παγκοσμίου υπερ-κράτους.

Η δεύτερη τάση είναι η εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης. Επεκτείνοντας την εκμετάλλευση (της λεηλασίας του κόσμου δηλαδή από το κράτος) από ένα κρατικό μονοπώλιο συνεπάγεται αφ ‘εαυτής και μια εντατικοποίηση. Επειδή όσο μικρότερος είναι ο αριθμός των ανταγωνιστικών κρατών (δηλαδή όσο μεγαλύτερα είναι τα κράτη) τόσο λιγότερες είναι οι δυνατότητες ψήφου με τα πόδια. Και κάτω από το σενάριο ενός παγκόσμιου κράτους, όπου και αν κάποιος πηγαίνει, η φορολογική και κανονιστική δομή είναι η ίδια. Δηλαδή, με την απειλή της μετανάστευσης απούσα, η μονοπωλιακή εκμετάλλευση θα αυξηθεί φυσικά (δηλαδή, η τιμή της προστασίας θα αυξηθεί και η ποιότητα θα μειωθεί).

Ο ρόλος των διανοούμενων

Πριν εξηγήσουμε αυτή την άποψη ως ακόμα ένα βήμα προς την κατεύθυνση αυτού του στόχου, πρέπει να αναγνωριστεί ένα δεύτερο κοινωνιολογικό γεγονός: η αλλαγή του ρόλου των διανοουμένων, της εκπαίδευσης και της ιδεολογίας. Μόλις ο οργανισμός προστασίας γίνει εδαφικό μονοπώλιο (δηλαδή γίνει κράτος) μετατρέπεται από γνήσιο προστάτη σε θεσμικό γκάνγκστερ. Και υπό το πρίσμα της αντίστασης των θυμάτων αυτού του θεσμικού μαφιόζου, ένα κράτος έχει ανάγκη νομιμότητας, πνευματικής δικαιολόγησης για το τι κάνει. Όσο περισσότερο το κράτος μετατρέπεται από προστάτη σε θεσμικό κακοποιό (δηλαδή, με κάθε πρόσθετη αύξηση των φόρων και των κανονισμών) τόσο μεγαλύτερη γίνεται αυτή η ανάγκη για «πνευματική νομιμοποίηση».

Προκειμένου να διασφαλιστεί η ακριβής κρατικιστική σκέψη, ο μονοπωλιακός πάροχος προστασίας θα χρησιμοποιήσει την προνομιακή του θέση ως θεσμικός γκάγκστερ, για να θεσπίσει γρήγορα ένα εκπαιδευτικό μονοπώλιο. Ακόμη και κατά τον 19ο αιώνα, υπό σαφώς αντιδημοκρατικές, μοναρχικές συνθήκες, η εκπαίδευση, τουλάχιστον στο επίπεδο της στοιχειώδους εκπαίδευσης και της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, ήταν ήδη σε μεγάλο βαθμό μονοπωλιακά οργανωμένη και εξαναγκαστικά χρηματοδοτούμενη. Στελεχωνόταν κατά κύριο λόγο από τις τάξεις των βασιλικών / κυβερνητικών δασκάλων και καθηγητών. Δηλαδή εκείνων που είχαν εργαστεί ως πνευματικοί φύλακες βασιλιάδων και πριγκίπων. Από αυτό το εκπαιδευτικό σύστημα υπονομεύτηκε ιδεολογικά η μοναρχία και τα προνόμια των βασιλιάδων και των ευγενών  και αντ’ αυτών προωθήθηκαν ιδέες εγκαλιταριανισμού, με τη μορφή της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού.

Αυτό συνέβη για βάσιμους λόγους από την άποψη των διανοουμένων. Διότι η δημοκρατία και ο σοσιαλισμός πολλαπλασιάζουν τον αριθμό των εκπαιδευτικών και των διανοουμένων. Αυτή η επέκταση του συστήματος της κρατικής δημόσιας εκπαίδευσης με τη σειρά του, έχει οδηγήσει σε μια όλο και μεγαλύτερη πλημμύρα πνευματικών τοξικών αποβλήτων. Η τιμή της εκπαίδευσης, όπως η τιμή της προστασίας και της δικαιοσύνης, αυξάνεται δραματικά υπό μονοπωλιακή διοίκηση, ενώ παράλληλα η ποιότητα της εκπαίδευσης, όπως και η ποιότητα της δικαιοσύνης, μειώνονται συνεχώς. Σήμερα, είμαστε τόσο απροστάτευτοι όσο και αμόρφωτοι, λόγω του κρατικού μονοπωλίου.

Χωρίς τη συνεχιζόμενη ύπαρξη του δημοκρατικού συστήματος και της εξαναγκαστικής χρηματοδότησης της κρατικής εκπαίδευσης και έρευνας, ωστόσο, οι περισσότεροι δάσκαλοι και διανοούμενοι θα ήταν άνεργοι ή το εισόδημά τους θα είχε κατρακυλήσει σε ένα μικρό κλάσμα του σημερινού επιπέδου. Αντί να ερευνούν το συντακτικό της ιδιάζουσας ομιλίας των Αφρο-αμερικανών, την ερωτική ζωή των κουνουπιών ή τη σχέση μεταξύ φτώχειας και εγκληματικότητας για $ 100.000  ετησίως, θα διερευνούσαν την επιστήμη της καλλιέργειας πατάτας ή την τεχνολογία εξόρυξης φυσικού αερίου για $ 20.000.

Το μονοπωλιακό εκπαιδευτικό σύστημα αποτελεί πλέον τόσο μεγάλο πρόβλημα όσο το μονοπωλιακό σύστημα προστασίας και δικαιοσύνης. Στην πραγματικότητα η κρατική εκπαίδευση, έρευνα και ανάπτυξη, είναι το κύριο μέσο με το οποίο το κράτος προστατεύεται από την αντίσταση του κόσμου. Σήμερα, οι διανοούμενοι είναι εξίσου σημαντικοί ή και περισσότερο για την κυβέρνηση, όσον αφορά τη διατήρηση του status quo, από όσο είναι οι δικαστές οι αστυνομικοί και οι στρατιώτες.

Και όπως δεν μπορεί κάποιος να διαμορφώσει το δημοκρατικό σύστημα από την πολιτική κορυφή προς τα κάτω, έτσι δεν μπορεί να αναμένεται ότι αυτή η μετατροπή θα προκύψει εκ των έσω από το καθιερωμένο σύστημα της κρατικής εκπαίδευσης και των κρατικών πανεπιστημίων. Αυτό το σύστημα δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί. Είναι αδύνατο για τους φιλελεύθερους-λιμπερταριανούς να διεισδύσουν και να αναλάβουν το κρατικό εκπαιδευτικό σύστημα, όπως μπορούσαν οι δημοκράτες και οι σοσιαλιστές όταν αντικατέστησαν τους μοναρχικούς.

Από την άποψη του κλασσικού φιλελευθερισμού, ολόκληρο το σύστημα της κρατικής εκπαίδευσης ή της φορολογικής χρηματοδότησης της πρέπει να ξεριζωθεί. Και με αυτή την πεποίθηση, είναι προφανώς αδύνατο για κάποιον να κάνει καριέρα σε αυτές τις συνθήκες. Δεν θα μπορούσα ποτέ να γίνω πρόεδρος πανεπιστημίου. Οι απόψεις μου με εμποδίζουν να κάνω μια τέτοια καριέρα. Τώρα αυτό δεν σημαίνει ότι η εκπαίδευση και οι διανοούμενοι δεν παίζουν ρόλο στην πραγματοποίηση μιας λιμπερταριανής επανάστασης. Αντίθετα, όπως εξήγησα προηγουμένως, όλα εξαρτώνται τελικά από το ερώτημα εάν θα καταφέρουμε ή όχι να απονομιμοποιήσουμε και να εκθέσουμε ως οικονομική και ηθική διαστροφή τη δημοκρατία και το δημοκρατικό μονοπώλιο δικαιοσύνης και προστασίας.

Αυτό προφανώς δεν είναι παρά μια ιδεολογική μάχη. Αλλά θα ήταν λάθος να υποθέσουμε ότι ο επίσημος ακαδημαϊκός κόσμος θα βοηθήσει σε αυτό το εγχείρημα. Στο κυβερνητικό επίπεδο, οι εκπαιδευτικοί και οι διανοούμενοι θα τείνουν να είναι κρατιστές. Τα πνευματικά πυρομαχικά και η ιδεολογική κατεύθυνση και ο συντονισμός μπορούν να προέλθουν μόνο από έξω από τον καθιερωμένο ακαδημαϊκό χώρο. Από κέντρα πνευματικής αντίστασης. Από μια πνευματική αντικουλτούρα  ανεξάρτητη και θεμελιωδώς αντίθετη στο κρατικό μονοπώλιο προστασίας και εκπαίδευσης, όπως το Ινστιτούτο Mises.

***

Απόσπασμα από το δοκίμιο What Must Be Done (2009): >The impossibility of limited government > The Role of Intellectuals

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

Ο Hans-Hermann Hoppe, είναι οικονομολόγος της Αυστριακής σχολής οικονομικής σκέψης και Λιμπερταριανός/αναρχοκαπιταλιστής φιλόσοφος με κοινωνικά συντηρητικές αρχές. Eίναι ομότιμος καθηγητής οικονομικών στο UNLV, διακεκριμένος ανώτερος συνεργάτης του Ινστιτούτου Mises, ιδρυτής και πρόεδρος της «κοινωνίας ιδιοκτησίας και ελευθερίας»και πρώην συντάκτης της εφημερίδας Journal of Libertarian studies. Είναι συγγραφέας του βιβλίου: Democracy: The god that failed.