Η λογική πίσω από την ιδιωτικοποίηση των πάντων

0
1469

Με την ιδιωτικοποίηση και, συνεπώς, χωρίς φόρους, δεν θα υπάρχουν κυβερνητικές δαπάνες και χωρίς κυβερνητικές δαπάνες όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν θα έχουν εισοδήματα και θα πρέπει να αναζητήσουν παραγωγική εργασία για να κερδίσουν τα προς το ζην.

 

Του Hans-Hermann Hoppe
Απόδοση: Ευθύμης Μαραμής και Μιχάλης Γκουντής

Εισαγωγή

Έχω τρεις στόχους. Πρώτον, θέλω να διευκρινίσω τη φύση και τη λειτουργία της ιδιωτικής περιουσίας. Δεύτερον, θέλω να διευκρινίσω τη διάκριση μεταξύ «κοινών» αγαθών και περιουσιακών στοιχείων και «δημόσιων» αγαθών και περιουσιακών στοιχείων και να εξηγήσω το θεμελιώδες σφάλμα που είναι εγγενές στο θεσμό των δημόσιων αγαθών και ιδιοκτησίας. Τρίτον, θέλω να εξηγήσω το σκεπτικό και τις αρχές της ιδιωτικοποίησης.

Θεωρητικά προαπαιτούμενα

Θα ξεκινήσω με μερικές αφηρημένες αλλά θεμελιώδεις θεωρητικές σκέψεις σχετικά με τις πηγές των συγκρούσεων και τον σκοπό των κοινωνικών κανόνων. Αν δεν υπήρχαν διαπροσωπικές συγκρούσεις, δεν θα υπήρχε ανάγκη διαμόρφωσης κανόνων. Ο σκοπός των κανόνων είναι να βοηθήσουν στην αποφυγή διαφορετικών αναπόφευκτων συγκρούσεων. Ένας κανόνας που δημιουργεί σύγκρουση και δεν βοηθά στην αποφυγή της, αντίκειται στον σκοπό των κανόνων, δηλαδή είναι ένας δυσλειτουργικός κανόνας ή μια διαστροφή.

Μερικές φορές πιστεύεται ότι οι συγκρούσεις προκύπτουν από το απλό γεγονός ότι υπάρχουν άνθρωποι διαφορετικοί μεταξύ τους που έχουν διαφορετικά ενδιαφέροντα ή ιδέες. Αλλά αυτό είναι ψευδές, ή τουλάχιστον πολύ επιφανειακό. Από την ποικιλομορφία των μεμονωμένων συμφερόντων και ιδεών δεν προκύπτει ότι πρέπει να υπάρξουν και συγκρούσεις. Θέλω βροχή, και ο γείτονάς μου θέλει ηλιοφάνεια. Τα συμφέροντά μας είναι αντίθετα. Ωστόσο, επειδή ούτε εγώ ούτε ο γείτονάς μου ελέγχουμε τον ήλιο ή τα σύννεφα, τα συγκρουόμενα συμφέροντά μας δεν έχουν πρακτικές συνέπειες. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για τον καιρό. Ομοίως, μπορεί να πιστεύω ότι το Α προκαλεί το Β και να πιστεύεις ότι το Β προκαλείται από το Γ. Ή πιστεύω και προσεύχομαι στον Θεό αλλά εσείς δεν το κάνετε. Αλλά, αν αυτή είναι όλη η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε εμάς, δεν προκύπτει κάτι που να έχει ιδιαίτερη σημασία. Τα διαφορετικά συμφέροντα και πεποιθήσεις μπορούν να οδηγήσουν σε σύγκρουση μόνο όταν τεθούν σε εφαρμογή, δηλαδή όταν τα συμφέροντα και οι ιδέες μας συνδέονται ή εφαρμόζονται σε φυσικά ελεγχόμενα αντικείμενα, δηλαδή σε οικονομικά αγαθά ή μέσα δράσης.

Ωστόσο, ακόμη και αν τα συμφέροντα και οι ιδέες μας συνδέονται και εφαρμόζονται σε οικονομικά αγαθά, δεν προκύπτουν συγκρούσεις εφόσον τα συμφέροντα και οι ιδέες μας αφορούν αποκλειστικά διαφορετικά – φυσικά ξεχωριστά – αγαθά. Η σύγκρουση προκύπτει μόνο, αν τα διαφορετικά μας συμφέροντα και πεποιθήσεις συνδέονται και επενδύονται σε ένα και μόνο αγαθό. Στο Schlaraffenland (σ.σ. ο παράδεισος στην ουσία), σε υπεραφθονία αγαθών, δεν μπορεί να προκύψει σύγκρουση (εκτός από τις συγκρούσεις σχετικά με τη χρήση των σωμάτων μας, που περιέχουν τα δικά μας συμφέροντα και ιδέες). Υπάρχουν αρκετά αγαθά, ώστε όλοι να είναι ευχαριστημένοι.

Προκειμένου τα διαφορετικά συμφέροντα και ιδέες να οδηγήσουν σε σύγκρουση, τα αγαθά πρέπει να είναι σπάνια. Μόνο η σπανιότητα καθιστά δυνατή την προσάρτηση και την επένδυση διαφορετικών συμφερόντων και ιδεών σε ένα μόνο απόθεμα αγαθών. Οι συγκρούσεις, λοιπόν, είναι φυσικές συγκρούσεις όσον αφορά τον έλεγχο ενός και μοναδικού δεδομένου αποθέματος αγαθών. Οι άνθρωποι συγκρούονται επειδή θέλουν να χρησιμοποιούν τα ίδια αγαθά με διαφορετικούς, ασύμβατους τρόπους.

Ακόμα και υπό συνθήκες σπανιότητας, όταν οι συγκρούσεις είναι πιθανές, δεν είναι απαραίτητες ή αναπόφευκτες. Όλες οι συγκρούσεις σχετικά με τη χρήση οποιουδήποτε αγαθού μπορούν να αποφευχθούν, εάν και μόνο αν κάθε αγαθό είναι ιδιόκτητο, δηλαδή ελέγχεται αποκλειστικά από συγκεκριμένο άτομο και είναι πάντοτε σαφές τι ανήκει σε ποιον και όχι. Τα συμφέροντα και οι ιδέες των διαφόρων ατόμων μπορεί τότε να είναι τόσο διαφορετικά και όμως να μην δημιουργείται σύγκρουση εφόσον τα συμφέροντα και οι ιδέες τους αφορούν πάντα και αποκλειστικά τη δική τους, ξεχωριστή ιδιοκτησία.

Επομένως, αυτό που χρειάζεται για να αποφευχθεί κάθε σύγκρουση είναι μόνο ένας κανόνας σχετικά με την ιδιωτικοποίηση των πεπερασμένων πραγμάτων (αγαθών). Πιο συγκεκριμένα, για να αποφευχθεί κάθε σύγκρουση από την αρχή της ανθρωπότητας, ο απαιτούμενος κανόνας πρέπει να αφορά την αρχική οικειοποίηση αγαθών (την πρώτη μετατροπή των φυσικών πόρων σε «οικονομικά αγαθά» και ιδιωτική ιδιοκτησία). Επιπλέον, η αρχική οικειοποίηση αγαθών δεν μπορεί να γίνει με λεκτική δήλωση, δηλαδή με απλή αναγγελία, διότι αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει και να μην οδηγήσει σε μόνιμη και ανεξέλεγκτη σύγκρουση, μόνο αν, σε αντίθεση την αρχική μας υπόθεση ύπαρξης διαφορετικών συμφερόντων και ιδεών, υπήρχε αρμονία συμφερόντων και ιδεών σε όλους τους ανθρώπους. (Ωστόσο, σε αυτή την περίπτωση κανένας κανόνας δεν θα ήταν απαραίτητος εξ αρχής!)

Αντίθετα, για να αποφευχθεί κάθε άλλη κατά τ’ άλλα αναπόφευκτη σύγκρουση, η αρχική οικειοποίηση των αγαθών πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσω ενεργειών: μέσω ενεργειών αρχικής οικειοποίησης των προηγούμενων «πραγμάτων». Μόνο μέσω ενεργειών που λαμβάνουν χώρα σε χρόνο και χώρο, μπορεί να δημιουργηθεί μια αντικειμενική, αλληλεπιδραστικά επιβεβαιωτική, σχέση μεταξύ ενός συγκεκριμένου ατόμου και ενός συγκεκριμένου αγαθού. Και μόνο ο πρώτος ιδιοκτήτης ενός προηγουμένως άκτητου πράγματος μπορεί να αποκτήσει αυτό το πράγμα χωρίς σύγκρουση. Γιατί, εξ ορισμού, ως πρώτος ιδιοκτήτης δεν μπορεί να έρθει σε καμία σύγκρουση με κανέναν για την οικειοποίηση του εν λόγω αγαθού, καθώς όλοι οι άλλοι εμφανίστηκαν στη σκηνή μόνο αργότερα. Όλα τα περιουσιακά στοιχεία πρέπει να μας οδηγούν αναδρομικά, έπειτα, άμεσα ή έμμεσα, μέσω μιας αλυσίδας αμοιβαία επωφελών και κατά συνέπεια και χωρίς συγκρούσεις μεταβιβάσεων ιδιοκτησίας-τίτλων, στους αρχικούς ιδιοκτήτες και στις πράξεις αρχικής οικειοποίησης.

Για του λόγου το αληθές, αυτή η απάντηση είναι αποδεικτικά, δηλαδή μη-υποθετικά, αληθής. Ελλείψει προκαθορισμένης αρμονίας όλων των ατομικών συμφερόντων, μόνο η ιδιωτική ιδιοκτησία μπορεί να βοηθήσει στην αποφυγή κατά τα άλλα αναπόφευκτης σύγκρουσης υπό συνθήκες σπανιότητας. Και μόνο η αρχή της απόκτησης περιουσιακών στοιχείων μέσω της αρχικής οικειοποίησης ή της αμοιβαία επωφελούς μεταβίβασης από έναν προηγούμενο σε έναν μεταγενέστερο ιδιοκτήτη καθιστά δυνατή την αποφυγή συγκρούσεων καθ’ όλη τη διάρκεια – από την αρχή της ανθρωπότητας μέχρι το τέλος της. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Κάθε άλλη απόφαση είναι αντίθετη με τη φύση του ανθρώπου ως λογικού δρώντα.

Συμπερασματικά, ακόμη και υπό συνθήκες παντελούς σπανιότητας, είναι δυνατόν οι άνθρωποι με διαφορετικά συμφέροντα και ιδέες να μπορούν να συνυπάρχουν ειρηνικά, χωρίς συγκρούσεις, υπό την προϋπόθεση ότι αναγνωρίζουν τον θεσμό ιδιωτικής (δηλαδή αποκλειστικής) περιουσίας και την τελική θεμελίωση της μέσα και μέσα από πράξεις της αρχικής οικειοποίησης.

Ιδιωτική ιδιοκτησία, κοινά αγαθά και δημόσια περιουσία

Επιτρέψτε μου τώρα να κινηθώ από τη θεωρία στην πράξη και την εφαρμογή. Ας υποθέσουμε ένα μικρό χωριό με ιδιωτικά σπίτια, κήπους και χωράφια. Κατ’ αρχήν, όλες οι συγκρούσεις σχετικά με τη χρήση αυτών των αγαθών μπορούν να αποφευχθούν, επειδή είναι σαφές ποιος κατέχει και έχει αποκλειστικό έλεγχο σε κάθε σπίτι, κήπο και χωράφι και ποιος όχι.

Στη συνέχεια όμως υπάρχει ένας «δημόσιος» δρόμος μπροστά από τα ιδιωτικά σπίτια και ένα «δημόσιο» μονοπάτι που οδηγεί μέσα από τα δάση στην άκρη του χωριού σε κάποια λίμνη. Ποια είναι η κατάσταση αυτού του δρόμου και αυτού του μονοπατιού; Δεν είναι ιδιωτική ιδιοκτησία. Πράγματι, υποθέτουμε ότι κανείς δεν ισχυρίζεται ότι είναι ο ιδιωτικός ιδιοκτήτης του δρόμου ή του μονοπατιού. Αντίθετα, ο δρόμος και το μονοπάτι είναι μέρος του φυσικού περιβάλλοντος στο οποίο όλοι ενεργούν. Ο καθένας χρησιμοποιεί το δρόμο, αλλά κανείς δεν τον διαθέτει ή ασκεί αποκλειστικό έλεγχο όσον αφορά τη χρήση του.

Είναι πιθανό ότι αυτή η κατάσταση ως έχει των πραγμάτων με άκτητους δημόσιους δρόμους μπορεί να συνεχιστεί για πάντα χωρίς να οδηγήσει σε οποιαδήποτε σύγκρουση. Δεν είναι όμως πολύ ρεαλιστικό, διότι αυτό απαιτεί την υπόθεση μίας στατικής οικονομίας. Ωστόσο, με την οικονομική αλλαγή και την ανάπτυξη, και ιδίως με τον αυξανόμενο πληθυσμό, οι συγκρούσεις σχετικά με τη χρήση του δημόσιου δρόμου θα αυξηθούν. Ενώ οι «συγκρούσεις δρόμων» αρχικά ίσως ήταν σπάνιες και εύκολο να αποφευχθούν, ώστε να μην προκαλέσουν κανέναν να ανησυχεί, τώρα είναι πανταχού παρούσες και ανυπόφορες. Ο δρόμος είναι συνεχώς υπό συμφόρηση και σε μόνιμη εξαθλίωση. Απαιτείται λύση. Ο δρόμος πρέπει να αφαιρεθεί από τον τομέα του φυσικού περιβάλλοντος – από εξωτερικά «πράγματα» ή κοινή ιδιοκτησία – και να τεθεί στη σφαίρα «οικονομικών αγαθών». Αυτό, η αυξανόμενη εξοικονόμηση των πραγμάτων που θεωρούνταν προηγουμένως και λογίζονταν ως «κοινά αγαθά», είναι ο τρόπος που επιτυγχάνεται ο πολιτισμός και η πρόοδος.

Έχουν προταθεί και δοκιμαστεί δύο λύσεις στο πρόβλημα της αντιμετώπισης ολοένα και πιο εκτεταμένων συγκρούσεων σχετικά με τη χρήση της «κοινής ιδιοκτησίας». Η πρώτη – και σωστή – λύση είναι η ιδιωτικοποίηση του δρόμου. Η δεύτερη – λανθασμένη – λύση είναι να μετατραπούν οι δρόμοι σε αυτό που αποκαλείται σήμερα «δημόσια περιουσία» (που είναι πολύ διαφορετικό από τα πρώην, άκτητα «κοινά» αγαθά και περιουσίες). Το γιατί η δεύτερη λύση είναι λανθασμένη ή δυσλειτουργική μπορεί να γίνει αντιληπτό καλύτερα όταν γίνει σύγκριση με την εναλλακτική λύση της ιδιωτικοποίησης.

Πώς είναι δυνατόν να ιδιωτικοποιηθούν οι παλιότερα κοινόχρηστοι δρόμοι χωρίς να δημιουργούνται συγκρούσεις με άλλους; Η σύντομη απάντηση είναι ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η ιδιοποίηση του δρόμου δεν θα παραβιάζει τα δικαιώματα που έχουν θεσπιστεί προηγουμένως, οι διευκολύνσεις, των ιδιοκτητών ιδιωτικής ιδιοκτησίας να χρησιμοποιούν τέτοιους δρόμους «δωρεάν». Όλοι πρέπει να παραμείνουν ελεύθεροι να περπατούν στο δρόμο από σπίτι σε σπίτι, μέσα στο δάσος και πάνω στη λίμνη, όπως ακριβώς και πριν. Ο καθένας διατηρεί το δικαίωμά πρόσβασης και, επομένως, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ζημιώνεται από την ιδιωτικοποίηση του δρόμου.

Σίγουρα, προκειμένου να αντιληφθεί – και να επικυρώσει – τον ισχυρισμό του ότι ο πρώην κοινός δρόμος είναι πλέον ιδιωτικός και ότι αυτός (και κανένας άλλος) δεν είναι ο ιδιοκτήτης του, ο οικειοποιητής (όποιος κι αν είναι) πρέπει να εκτελέσει κάποια ορατή συντήρηση και επισκευή στον δρόμο. Στη συνέχεια, ως ιδιοκτήτης του, αυτός – και κανείς άλλος – δεν μπορεί να αναβαθμίσει περαιτέρω και να βελτιώσει τους δρόμους, όπως κρίνει κατάλληλο. Ορίζει τους κανονισμούς σχετικά με τη χρήση του δρόμου του, ώστε να αποφεύγονται όλες οι οδικές διενέξεις. Μπορεί, για παράδειγμα, να χτίσει περίπτερο ή ένα φαστφουντάδικο στον δρόμο του και να αποκλείσει τους άλλους να κάνουν το ίδιο. Ή μπορεί να απαγορεύσει την οκνηρία στον δρόμο του και να εισπράττει τέλος για την απομάκρυνση των απορριμμάτων. Σε σχέση με τους άγνωστους ή τους ξένους, ο ιδιοκτήτης του δρόμου μπορεί να καθορίσει τους κανόνες εισόδου για απρόσκλητους ξένους. Τελευταίο, αλλά εξίσου σημαντικό, ως ιδιοκτήτης του, μπορεί να πουλήσει το δρόμο σε κάποιον άλλο (με όλα τα προηγουμένως ισχύοντα δικαιώματα να παραμείνουν άθικτα).

Σε όλα αυτά, είναι πιο σημαντικό να πραγματοποιηθεί μια ιδιωτικοποίηση από το ποια συγκεκριμένη μορφή που θα έχει. Στο ένα άκρο του φάσματος πιθανών ιδιωτικοποιήσεων μπορούμε να φανταστούμε έναν μόνο ιδιοκτήτη. Ένας πλούσιος χωρικός, για παράδειγμα, αναλαμβάνει μόνος του να συντηρεί και να επισκευάζει το δρόμο και έτσι γίνεται ιδιοκτήτης του. Από την άλλη πλευρά του φάσματος, μπορούμε να φανταστούμε ότι η αρχική συντήρηση ή επισκευή του δρόμου είναι αποτέλεσμα μιας πραγματικά κοινοτικής προσπάθειας. Σε αυτή την περίπτωση, δεν υπάρχει μόνο ένας ιδιοκτήτης του δρόμου, αλλά κάθε μέλος της κοινότητας είναι (αρχικά) ίσος συνιδιοκτήτης.

Ελλείψει μιας προκαθορισμένης αρμονίας όλων των συμφερόντων και των ιδεών, μια τέτοια συνιδιοκτησία απαιτεί μηχανισμό λήψης αποφάσεων σχετικά με την περαιτέρω ανάπτυξη του δρόμου. Ας υποθέσουμε ότι, όπως και σε μια ανώνυμη εταιρεία, η πλειοψηφία των ιδιοκτητών του δρόμου καθορίζει τι να κάνει ή να μην κάνει με αυτόν. Αυτός, δηλαδή ο κανόνας της πλειοψηφίας, βρίθει σύγκρουσης, αλλά δεν όχι στην περίπτωση αυτή. Κάθε ιδιοκτήτης που είναι δυσαρεστημένος από τις αποφάσεις που έλαβε η πλειοψηφία των ιδιοκτητών, ο οποίος πιστεύει ότι τα βάρη που του επιβλήθηκαν από την πλειοψηφία είναι μεγαλύτερα από τα οφέλη που μπορεί να αντλήσει από την (μερική) οδική ιδιοκτησία του, μπορεί πάντα και πάντοτε να εγκαταλείψει ή να εξέλθει. Μπορεί να πουλήσει το μερίδιό του σε κάποιον άλλο, ανοίγοντας έτσι τη δυνατότητα συγκέντρωσης τίτλων ιδιοκτησίας, πιθανότατα σε ένα μόνο χέρι, διατηρώντας παράλληλα το αρχικό δικαίωμά πρόσβασης του.

Αντίθετα, δημιουργείται ένα πολύ διαφορετικό είδος ιδιοκτησίας δρόμου, αν δεν υπάρχει η επιλογή εξόδου, δηλαδή εάν ένα άτομο δεν επιτρέπεται να πουλήσει το μερίδιό του στο ιδιόκτητο οικόπεδο ή έχει απογυμνωθεί από το προηγούμενο δικαίωμα διέλευσης σε αυτό.

Αυτό, ωστόσο, είναι ακριβώς αυτό που ορίζει και χαρακτηρίζει τη δεύτερη «δημόσια» επιλογή ιδιοκτησίας. Ο δημόσιος δρόμος σε αυτή τη σύγχρονη έννοια της λέξης «δημόσιο» δεν είναι άκτητος όπως ήταν κάποτε. Υπάρχει ένας ιδιοκτήτης του δρόμου – είτε πρόκειται για ένα συγκεκριμένο άτομο, ο βασιλιάς του δρόμου, είτε για μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση του δρόμου – ο οποίος έχει αποκλειστικό λόγο στον καθορισμό των κανόνων κυκλοφορίας και στον καθορισμό της μελλοντικής ανάπτυξης του δρόμου.

Αλλά η κυβέρνηση του δρόμου δεν επιτρέπει στους εκλογείς της, δηλαδή στους ανθρώπους που υποτίθεται ότι είναι ίσοι συνιδιοκτήτες του δρόμου, να πουλήσουν το μερίδιο ιδιοκτησίας τους (και έτσι τους καθιστά υποχρεωτικούς ιδιοκτήτες σε κάτι που ίσως θέλουν να εκποιήσουν). Και ούτε η κυβέρνηση, ούτε ο βασιλιάς επιτρέπουν στους κατοίκους του χωριού να έχουν ελεύθερη πρόσβαση και διέλευση στον πρώην ελεύθερο δρόμο αλλά να εξαρτώνται από την περαιτέρω χρήση τους από την καταβολή κάποιου τέλους χρήσεως ή συνεισφοράς (καθιστώντας έτσι τους κατοίκους του χωριού υποχρεωτικούς ιδιοκτήτες δρόμων και πάλι, εάν μόνο ήθελαν να τον χρησιμοποιούν όπως πριν).

Τα αποτελέσματα αυτής της συμφωνίας είναι προβλέψιμα. Με το να αρνηθεί την επιλογή «εξόδου», ο ιδιοκτήτης του «δημόσιου» δρόμου έχει αποκτήσει εκβιαστικό πλεονέκτημα ενάντια στον πληθυσμό του χωριού. Συνεπώς, οι εισφορές και οι λοιποί όροι που επιβάλλονται στους κατοίκους του χωριού για τη συνέχιση της χρήσης του πρώην «ελεύθερου» δρόμου θα τείνουν να γίνονται όλο και πιο επαχθείς.

Οι συγκρούσεις δεν θα αποφευχθούν. Αντίθετα, οι συγκρούσεις θεσμοθετούνται. Επειδή η επιλογή εξόδου είναι κλειστή, δηλαδή επειδή οι χρήστες του δημόσιου δρόμου πρέπει τώρα να πληρώσουν για αυτό που είχαν παλιότερα δωρεάν, και κανένας κάτοικος δεν μπορεί να πουλήσει και να εκποιήσει την υποτιθέμενη ιδιοκτησία του στο δρόμο, αλλά παραμένει συνεχώς δεσμευμένος από τις αποφάσεις της κυβέρνησης του δρόμου ή του βασιλιά, οι συγκρούσεις σχετικά με την περαιτέρω χρήση, συντήρηση και ανάπτυξη του ίδιου του δρόμου καθίστανται μόνιμες και πανταχού παρούσες.

Το πιο σημαντικό είναι ότι, με τους «δημόσιους» δρόμους, η σύγκρουση εισάγεται επίσης σε περιοχές, όπου προηγουμένως δεν υπήρχε. Γιατί, αν οι ιδιοκτήτες των σπιτιών, των κήπων και των αγρών κατά μήκος του δρόμου πρέπει να πληρώνουν εισφορές στον ιδιοκτήτη του δρόμου για να συνεχίσουν να κάνουν ό,τι έκαναν και πριν, δηλαδή εάν πρέπει να πληρώσουν φόρους στον ιδιοκτήτη του δρόμου, τότε ο ιδιοκτήτης του δρόμου έχει έτσι αποκτήσει τον έλεγχο των ιδιωτικών τους ακινήτων. Ο έλεγχος του ιδιοκτήτη σχετικά με τη χρήση του σπιτιού του δεν είναι πλέον αποκλειστικός.

Αντίθετα, ο ιδιοκτήτης του παρακείμενου δρόμου μπορεί να παρεμβαίνει στις αποφάσεις του ιδιοκτήτη του σπιτιού σχετικά με το σπίτι του. Μπορεί να πει στον ιδιοκτήτη του σπιτιού τι πρέπει να κάνει ή να μην κάνει με το σπίτι του, αν θέλει να φύγει ή να εισέλθει όπως και πριν. Δηλαδή, ο ιδιοκτήτης του δημόσιου δρόμου είναι σε θέση να περιορίσει και τελικά να εξαλείψει, δηλαδή να απαλλοτριώσει, όλα τα δικαιώματα ιδιωτικής ιδιοκτησίας και ιδιοκτησίας και έτσι να καταστήσει τις συγκρούσεις αναπόφευκτες και διαρκείς.

Η λογική της πλήρους ιδιωτικοποίησης

Θα πρέπει να είναι σαφές τώρα, γιατί ο θεσμός της δημόσιας ιδιοκτησίας είναι δυσλειτουργικός. Τα θεσμικά όργανα και οι κανόνες που τα διέπουν υποτίθεται ότι συμβάλλουν στην αποφυγή συγκρούσεων. Αλλά ο θεσμός της «δημόσιας» περιουσίας (των «δημόσιων» δρόμων) δημιουργεί και αυξάνει τις συγκρούσεις. Για την αποφυγή των συγκρούσεων (με στόχο την ειρηνική ανθρώπινη συνεργασία), τότε πρέπει να καταργηθεί η δημόσια ιδιοκτησία. Όλα τα δημόσια περιουσιακά στοιχεία πρέπει να γίνουν ιδιωτική ιδιοκτησία.

«Η σύγκρουση προκύπτει μόνο αν τα διαφορετικά μας συμφέροντα και πεποιθήσεις συνδέονται με ένα και μοναδικό αγαθό.» Αλλά πώς θα γίνει ιδιωτικοποίηση στον «πραγματικό κόσμο», που έχει αναπτυχθεί πολύ πέρα από το απλό μοντέλο του χωριού που έχω εξετάσει μέχρι στιγμής; Σε αυτόν τον «πραγματικό κόσμο» δεν έχουμε μόνο δημόσιους δρόμους, αλλά και δημόσια πάρκα, γη, ποτάμια, λίμνες, ακτές, σπίτια, σχολεία, πανεπιστήμια, νοσοκομεία, στρατόπεδα, αεροδρόμια, λιμάνια, βιβλιοθήκες, μουσεία, μνημεία κ.α.

Επιπλέον, εκτός από τις τοπικές κυβερνήσεις, έχουμε μια ιεραρχία ανώτερων επαρχιακών και τελικά «υπέρτατων» εθνικών ή κεντρικών κυβερνήσεων, ως ιδιοκτήτες τέτοιων αγαθών. Επιπλέον, παράλληλα με την εδαφική επέκταση και την επέκταση του τομέα των δημόσιων αγαθών, όπου οι ιδιοκτήτες ιδιωτικών περιουσιών έχουν εμπλακεί χωρίς καμία επιλογή «διεξόδου», το φάσμα των επιλογών που έχουν αφεθεί στους ανθρώπους σχετικά με την ιδιωτική ιδιοκτησία τους είναι όλο και πιο περιορισμένο και στενό. Απομένει μόνο ένα ελάχιστον και όλο και μικρότερο πεδίο, όπου οι ιδιοκτήτες ιδιωτικής ιδιοκτησίας μπορούν ακόμα να παίρνουν ελεύθερες αποφάσεις, δηλαδή να μην παρενοχλούνται από κάποια δημόσια και κρατική αρχή. Ούτε και μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού ενός ατόμου δεν είναι κάποιος ελεύθερος και ούτε μπορεί κανείς να ασκεί αποκλειστικό έλεγχο επί της περιουσίας του. Σήμερα, στο όνομα του λαού και ως ιδιοκτήτης όλων των «δημόσιων αγαθών», οι κυβερνήσεις μπορούν να εισβάλουν στο σπίτι σας, να κατασχέσουν όλα τα υπάρχοντά σας, ακόμα και να απαγάγουν τα παιδιά σας.

Προφανώς, στον «πραγματικό κόσμο», το ζήτημα του πώς να γίνει η ιδιωτικοποίηση είναι πιο δύσκολο από ότι στο απλό μοντέλο του χωριού. Αλλά το μοντέλο του χωριού και η στοιχειώδης κοινωνική θεωρία μπορούν να μας βοηθήσουν να ανακαλύψουμε το σκεπτικό (αν όχι όλες οι περίπλοκες λεπτομέρειες) που εμπλέκεται και εφαρμόζεται με σκοπό αυτό τον στόχο. Η ιδιωτικοποίηση των «δημόσιων» αγαθών πρέπει να πραγματοποιείται κατά τρόπο που να μην παραβιάζει τα δικαιώματα των ιδιοκτητών ιδιωτικής περιουσίας (όπως και ο πρώτος ιδιοκτήτης ενός παλιού κοινόχρηστου δρόμου, που δεν είχε προηγουμένως χρησιμοποιηθεί, δεν παραβίαζε τα δικαιώματα κάποιου εάν και εφόσον αναγνώριζε το δικαίωμα διέλευσης του κάθε κατοίκου).

Ιδιωτικοποίηση των δρόμων

Επειδή οι «δημόσιοι» δρόμοι ήταν και εφαλτήριο από το οποίο ξεπήδησαν όλα τα άλλα «δημόσια αγαθά», η διαδικασία ιδιωτικοποίησης πρέπει να ξεκινήσει με τους δρόμους. Με τη μετατροπή των παλαιών κοινών δρόμων σε «δημόσιους» δρόμους άρχισε η επέκταση του τομέα των δημόσιων αγαθών και των κυβερνητικών δυνάμεων, και εδώ πρέπει να αρχίσουμε δίνοντας λύση.

Η ιδιωτικοποίηση των «δημόσιων» δρόμων έχει διπλό αποτέλεσμα. Αφενός, κανένας κάτοικος δεν υποχρεούται πλέον να καταβάλλει φόρο για τη συντήρηση ή την ανάπτυξη οποιουδήποτε τοπικού, επαρχιακού ή ομοσπονδιακού δικτύου. Η μελλοντική χρηματοδότηση όλων των οδών θα είναι αποκλειστικά ευθύνη των νέων ιδιοκτητών τους (όποιοι κι αν είναι). Από την άλλη πλευρά, όσον αφορά τα δικαιώματα διαμονής ενός κατοίκου, η ιδιωτικοποίηση δεν πρέπει να αφήνει κανέναν σε χειρότερη θέση από ότι ήταν αρχικά (ενώ δεν πρέπει επίσης να φέρει κάποιον σε καλύτερη).

Αρχικά, κάθε κάτοικος του χωριού μπορούσε να ταξιδεύει ελεύθερα στον τοπικό δρόμο κατά μήκος της περιουσίας του και μπορούσε να προχωρήσει εξίσου ελεύθερα από εκεί, εφόσον τα πράγματα γύρω του ήταν άκτητα. Ωστόσο, εάν στα ταξίδια του συναντούσε κάτι που ήταν ορατά ιδιοκτησία κάποιου, είτε σπίτι, χωράφι ή δρόμος, η είσοδός του εξαρτάται από την άδεια ή την πρόσκληση του ιδιοκτήτη. Ομοίως, εάν ένας ξένος μη κάτοικος συναντούσε έναν τοπικό δρόμο, η είσοδος σε αυτόν τον δρόμο υπόκειται στην άδεια του (εγχώριου) ιδιοκτήτη του. Ο ξένος έπρεπε να προσκληθεί από κάποιον κάτοικο στην ιδιοκτησία του. Δηλαδή, οι άνθρωποι θα μπορούσαν να κινηθούν, αλλά κανείς δεν είχε ένα πλήρως ελεύθερο δικαίωμα διέλευσης. Κανείς δεν θα ήταν ελεύθερος να μετακομίσει οπουδήποτε χωρίς να χρειάζεται ποτέ άδεια ή πρόσκληση κάποιου. Η ιδιωτικοποίηση των δρόμων δεν πρέπει να αλλάξει αυτό το γεγονός και να αφαιρέσει αυτούς τους αρχικούς, φυσικούς περιορισμούς από «ελευθερία μετακινήσεων».

Εφαρμόζοντάς το στον κόσμο των τοπικών, επαρχιακών και ομοσπονδιακών δρόμων, αυτό σημαίνει ότι, ως αποτέλεσμα της ιδιωτικοποίησης των δρόμων, κάθε κάτοικος πρέπει να επιτρέπεται να ταξιδεύει ελεύθερα σε κάθε τοπικό, επαρχιακό και ομοσπονδιακό δρόμο ή αυτοκινητόδρομο, όπως και πριν. Η είσοδος στους δρόμους διαφορετικών κρατών ή επαρχιών και ιδιαίτερα σε διαφορετικές τοποθεσίες δεν θα είναι εξίσου ελεύθερη, αλλά εξαρτάται από την άδεια ή την πρόσκληση των ιδιοκτητών τέτοιων δρόμων. Οι τοπικοί δρόμοι πάντοτε – πραξεολογικά – προηγούνται οποιωνδήποτε διάμεσων δρόμων και επομένως η είσοδος σε διαφορετικές τοποθεσίες δεν ήταν ποτέ ελεύθερη αλλά πάντα και παντού εξαρτώμενη από κάποια τοπική άδεια ή πρόσκληση. Αυτή η αρχική συνθήκη επαναφέρεται και ενισχύεται με τους ιδιωτικοποιημένους δρόμους.

Σήμερα, στους «δημόσιους» δρόμους, όπου ο καθένας ουσιαστικά επιτρέπεται να πάει παντού και οπουδήποτε, χωρίς κανένα περιορισμό πρόσβασης και «διακρίσεις», μια σύγκρουση υπό τη μορφή της «αναγκαστικής ενσωμάτωσης», δηλαδή της αποδοχής απρόσκλητων ξένων στους κόλπους και στην ιδιοκτησία κάποιου, έχει γίνει κοινός τόπος.

Σε ξεχωριστή αντίθεση, με κάθε δρόμο και ιδιαίτερα με κάθε ιδιωτική ιδιωτική οδό, οι γειτονιές και οι κοινότητες επανακτούν το αρχικό τους δικαίωμα αποκλεισμού, το οποίο αποτελεί καθοριστικό στοιχείο της ιδιωτικής ιδιοκτησίας (ακριβώς όπως και το δικαίωμα συμπερίληψης, δηλαδή το δικαίωμα να προσκαλέσουμε κάποιον άλλον στην ιδιοκτησία μας). Οι ιδιοκτήτες των οδών της γειτονιάς και της κοινότητας, αν και δεν παραβιάζουν το δικαίωμα διαμονής ή το δικαίωμα πρόσκλησης κάποιου κατοίκου, μπορούν να καθορίσουν τα κριτήρια εισόδου για απρόσκλητους ξένους (δηλαδή τους αγνώστους) και έτσι να αποτρέψουν το φαινόμενο της αναγκαστικής ενσωμάτωσης.

Ωστόσο, ποιοι είναι οι ιδιοκτήτες των δρόμων; Ποιος μπορεί να ισχυριστεί και να επικυρώσει την απαίτησή του ότι κατέχει τους τοπικούς, επαρχιακούς ή ομοσπονδιακούς δρόμους; Αυτοί οι δρόμοι δεν είναι αποτέλεσμα κάποιου είδους κοινοτικής προσπάθειας, ούτε είναι αποτέλεσμα του έργου κάποιου σαφώς προσδιορίσιμου ατόμου ή ομάδας προσώπων.

Πράγματι, κυριολεκτικά, οι εργαζόμενοι στο δρόμο έχτισαν τους δρόμους. Αλλά αυτό δεν τους κάνει τους ιδιοκτήτες των δρόμων επειδή οι εργαζόμενοι αυτοί έπρεπε να πληρώνονται για να κάνουν τη δουλειά τους. Χωρίς χρηματοδότηση, δεν θα υπήρχε δρόμος. Ωστόσο, τα κεφάλαια που καταβάλλονται στους εργαζόμενους είναι αποτέλεσμα φορολογικών πληρωμών από διάφορους φορολογούμενους. Συνεπώς, οι δρόμοι πρέπει να θεωρούνται ιδιοκτησία των φορολογουμένων. Οι πρώην φορολογούμενοι, σύμφωνα με το ύψος των τοπικών, κρατικών και ομοσπονδιακών φόρων που καταβάλλονται, θα πρέπει να λάβουν τίτλους εμπορικής ιδιοκτησίας σε τοπικούς, κρατικούς και ομοσπονδιακούς δρόμους. Στη συνέχεια μπορούν είτε να διατηρήσουν αυτούς τους τίτλους ως επένδυση είτε να εκποιήσουν την ιδιοκτησία τους στο δρόμο και να την πουλήσουν διατηρώντας παράλληλα το απεριόριστο δικαίωμά πρόσβασης σε αυτούς.

Το ίδιο ισχύει και για την ιδιωτικοποίηση όλων των άλλων δημόσιων αγαθών, όπως τα σχολεία, τα νοσοκομεία κλπ. Ως εκ τούτου, όλες οι φορολογικές πληρωμές για τη συντήρηση και τη λειτουργία τέτοιων αγαθών σταματούν. Η χρηματοδότηση και η ανάπτυξη σχολείων και νοσοκομείων, κλπ., Εξαρτάται πλέον μόνο από τους νέους ιδιοκτήτες τους. Ομοίως, οι νέοι ιδιοκτήτες τέτοιων πρώην «δημοσίων» αγαθών είναι εκείνοι οι κάτοικοι που τα χρηματοδότησαν στην πραγματικότητα. Σύμφωνα με το ύψος των καταβληθέντων φόρων, θα πρέπει να χορηγούνται μερίδια ιδιοκτησίας σε σχολεία, νοσοκομεία κλπ.

Εκτός από την περίπτωση των δρόμων, ωστόσο, οι νέοι ιδιοκτήτες σχολείων και νοσοκομείων δεν περιορίζονται από τις τυχόν χρηματιστηριακές πράξεις ή τα δικαιώματά τους στις μελλοντικές χρήσεις της περιουσίας τους. Τα σχολεία και τα νοσοκομεία, αντίθετα από τους δρόμους, δεν ήταν πρώτα κοινά αγαθά πριν μετατραπούν σε «δημόσια» αγαθά. Τα σχολεία και τα νοσοκομεία απλώς δεν υπήρχαν καθόλου ως αγαθά πριν, δηλαδή έως ότου είχαν παραχθεί για πρώτη φορά και επομένως κανένας (εκτός από τους παραγωγούς) δεν μπορεί να έχει αποκτήσει προηγούμενη εγγύηση ή δικαίωμα «εξόδου» σχετικά με τη χρήση τους. Ως εκ τούτου, οι νέοι ιδιοκτήτες σχολείων, νοσοκομείων κλπ. έχουν τη δυνατότητα να καθορίσουν τις απαιτήσεις εισόδου για τα ακίνητά τους και να καθορίσουν εάν επιθυμούν να συνεχίσουν να λειτουργούν αυτά τα ακίνητα ως σχολεία και νοσοκομεία ή αν προτιμούν να τα χρησιμοποιήσουν για διαφορετικό σκοπό.

Ιδιωτικοποίηση: αρχές και εφαρμογές

Η μόνη αποτελεσματική λύση στο πρόβλημα των συγκρούσεων, δηλαδή ο μόνος κανόνας ή νόρμα που μπορεί εξ αρχής να εξασφαλίσει την αποφυγή των συγκρούσεων της ανθρωπότητας, είναι ο θεσμός της ατομικής ιδιοκτησίας (private property), απόλυτα στηριγμένος σε πράξεις αρχικής ιδιοποίησης προηγούμενων άκτητων ή «κοινών» πόρων. Αντίθετα, ο θεσμός της δημόσιας περιουσίας ξεκινά με σύγκρουση, δηλαδή με μια πράξη αρχικής απαλλοτρίωσης κάποιας πρώην ιδιωτικής περιουσίας (και όχι με την απόκτηση πόρων που δεν είχαν προηγουμένως ιδιοποιηθεί). Και η δημόσια περιουσία δεν τελειώνει τις συγκρούσεις και τις απαλλοτριώσεις, αλλά τις θεσμοθετεί και τις καθιστά μόνιμες.

Συνεπώς, προκύπτει η επιτακτική ανάγκη της ιδιωτικοποίησης – και ως εκ τούτου η αρχή της αποκατάστασης – δηλαδή η αντίληψη ότι η δημόσια περιουσία πρέπει να επιστραφεί ως ιδιωτική περιουσία σε εκείνους από τους οποίους είχε εξαναγκαστικά αποσπαστεί. Δηλαδή, τα δημόσια αγαθά θα πρέπει να γίνουν ιδιωτική περιουσία, εκείνων που χρηματοδότησαν αυτά τα αγαθά και που μπορούν να καθορίσουν μια αντικειμενική – διυποκειμενικά εξακριβώσιμη – αξίωση για το σκοπό αυτό.

Η εφαρμογή αυτής της αρχής στον υπάρχοντα κόσμο είναι συχνά περίπλοκη και απαιτεί σημαντική νομική ενασχόληση. Θα εξετάσω μόνο τρεις ρεαλιστικές υποθέσεις ιδιωτικοποίησης, προκειμένου να απευθύνω ορισμένα κεντρικά ερωτήματα και αποφάσεις.

Η περίπτωση της πρώην ΕΣΣΔ και ανάλογων καθεστώτων

Η πρώτη περίπτωση, η οποία προσεγγίζεται περισσότερο από την πρώην Σοβιετική Ένωση, είναι αυτή της κοινωνίας όπου κάθε ιδιοκτησία είναι δημόσια ιδιοκτησία, την οποία διαχειρίζεται το κράτος. Ο καθένας είναι κρατικός υπάλληλος και εργάζεται σε δημόσια γραφεία, επιχειρήσεις, εργοστάσια και καταστήματα. Όλοι κινούνται και ζουν σε δημόσιες εκτάσεις και σε δημόσιες κατοικίες. Δεν υπάρχει ατομική ιδιοκτησία εκτός από τα άμεσα καταναλωτικά αγαθά, τα εσώρουχα, την οδοντόβουρτσα κλπ. Επιπλέον, όλα τα αρχεία που αφορούν το νομικό παρελθόν χάνονται ή καταστρέφονται, έτσι ώστε κανένας, με βάση τα αρχεία αυτά, να μην μπορεί να τεκμηριώσει αξίωση σε οποιοδήποτε αναγνωρίσιμο τμήμα δημόσιας περιουσίας.

Στην περίπτωση αυτή, η αρχή σύμφωνα με την οποία κάθε απαίτηση της δημόσιας ιδιοκτησίας πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικά, διυποκειμενικά εξακριβώσιμα «δεδομένα», θα οδηγούσε στην ανάθεση της ατομικής ιδιοκτησίας (και τίτλων πώλησης ιδιοκτησίας) με βάση την παρούσα ή προηγούμενη χρήση: τα γραφεία πηγαίνουν στους γραφειοκράτες που τα χρησιμοποιούν, τα εργοστάσια στους εργαζόμενους, τα χωράφια στους αγρότες και τα σπίτια στους κατοίκους. Οι συνταξιούχοι εργαζόμενοι αποκτούν τίτλους ιδιοκτησίας στους πρώην χώρους εργασίας τους, ανάλογα με τη διάρκεια της απασχόλησής τους. Ως παρόντες ή παλαιότεροι κάτοχοι της εν λόγω περιουσίας, έχουν μόνο μια αντικειμενική σχέση με την ιδιοκτησία αυτή. Είναι αυτοί που έχουν διατηρήσει την περιουσία στην κατάσταση που βρίσκεται, ενώ άλλοι απασχολούνταν αλλού σε άλλους δημόσιους χώρους εργασίας.

Όλα τα άλλα, δηλαδή όλα τα δημόσια περιουσιακά στοιχεία που δεν καταλαμβάνονται η δεν διατηρούνται επί του παρόντος από κανέναν (π.χ. «οι ερημιές»), καθίστανται «κοινά» περιουσιακά στοιχεία και γίνονται ανοικτά σε όλα τα μέλη της κοινωνίας για ιδιωτικοποίηση μέσω αρχικής ιδιοποίησης.

Η λύση αυτή αφήνει ανοιχτό μόνο ένα σημαντικό θέμα. Όλα τα νομικά έγγραφα έχουν προφανώς χαθεί. Αλλά οι άνθρωποι δεν έχουν χάσει τις αναμνήσεις τους. Θυμούνται ακόμα τα εγκλήματα του παρελθόντος. Υπάρχουν θύματα και μάρτυρες σε πράξεις δολοφονίας, βιαιοπραγίας, βασανιστηρίων και φυλάκισης. Τι θα γίνει με εκείνους που διέπραξαν αυτά τα εγκλήματα, που τα διέταξαν ή τα ανέθεσαν ή συνεργάστηκαν στην εκτέλεση τους;

Θα πρέπει οι βασανιστές της μυστικής αστυνομίας και η κομμουνιστική νομενκλατούρα, για παράδειγμα, να συμπεριληφθούν σε αυτό το σχέδιο ιδιωτικοποίησης; Μπορούν να γίνουν οι ιδιώτες ιδιοκτήτες των αστυνομικών τμημάτων και των κυβερνητικών παλατιών από όπου διεύθυναν και σχεδίαζαν τα εγκλήματά τους; Η δικαιοσύνη απαιτεί, αντιθέτως, να υποβληθούν σε δίκη από τα θύματα και, σε περίπτωση ενοχής και καταδίκης, όχι μόνο να αποκλείονται από οποιαδήποτε δημόσια περιουσία, αλλά και να τους αποδίδεται πολύ πιο σκληρή τιμωρία.

Η περίπτωση των θυμάτων της πρώην ΕΣΣΔ και ανάλογων καθεστώτων

Η δεύτερη περίπτωση διαφέρει από την πρώτη σε ένα μόνο σημείο: το νομικό παρελθόν δεν έχει εξαφανιστεί. Υπάρχουν έγγραφα και αρχεία για να αποδείξουν τις παρελθούσες απαλλοτριώσεις και βάσει αυτών των εγγράφων συγκεκριμένοι άνθρωποι μπορούν να θέσουν αντικειμενική απαίτηση σε συγκεκριμένα τμήματα δημόσιας περιουσίας. Αυτό ήταν ουσιαστικά η περίπτωση των πρώην υποτελών κρατών της Σοβιετικής Ένωσης, όπως η Ανατολική Γερμανία, η Τσεχοσλοβακία, η Πολωνία κ.λπ., όπου η κομμουνιστική κατάληψη είχε λάβει χώρα μόλις 40 χρόνια ή περίπου μια γενιά πριν (και όχι περισσότερο από 70 χρόνια, όπως στη Σοβιετική Ένωση).

Στην περίπτωση αυτή, οι αρχικοί ιδιοκτήτες που υπέστησαν την κρατική απαλλοτρίωση ή οι νόμιμοι κληρονόμοι τους, θα πρέπει να αποκατασταθούν ως ιδιώτες με την εν λόγω δημόσια περιουσία. Αλλά τι γίνεται με τις κεφαλαιακές βελτιώσεις; Πιο συγκεκριμένα, τι γίνεται με τις πρόσφατα ανεγερμένες δομές (σπιτιών και εργοστασίων) που θα αποδοθούν σε ιδιώτες προερχόμενους από τους σημερινούς ή τους προηγούμενους κατόχους τους; Τι θα γίνει δηλαδή με τις δομές που χτίστηκαν σε γη που αποδόθηκε σε διαφορετικό αρχικό ιδιοκτήτη; Πόσα μερίσματα ιδιοκτησίας πρέπει να λάβει ο γαιοκτήμονας και πόσα οι ιδιοκτήτες της δομικής κατασκευής; Οι δομές και η γη (στην οποία γη κατασκευάστηκαν οι δομές) δεν μπορούν να διαχωριστούν φυσικά. Όσον αφορά την οικονομική θεωρία, είναι απόλυτα συγκεκριμένοι, συμπληρωματικοί συντελεστές παραγωγής, των οποίων η σχετική συνεισφορά στο προϊόν κοινής αξίας τους δεν μπορεί να διαχωριστεί. Σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει εναλλακτική λύση για τα ανταγωνιζόμενα μέρη πέρα από τη διαπραγμάτευση.

Οι λεγόμενες μικτές οικονομίες και ανάλογα καθεστώτα

Η τρίτη περίπτωση είναι αυτή των λεγόμενων μικτών οικονομιών. Στις κοινωνίες αυτές, υφίσταται ένας δημόσιος τομέας παράλληλα με έναν ονομαστικά ιδιωτικό τομέα. Υπάρχουν δημόσια αγαθά και δημόσιοι υπάλληλοι δίπλα στην ονομαστικά ιδιωτική/ατομική ιδιοκτησία και στους ιδιοκτήτες και τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Συνήθως, οι δημόσιοι υπάλληλοι που διαχειρίζονται δημόσια περιουσία δεν παράγουν αγαθά ή υπηρεσίες που πωλούνται στην αγορά. (Για την άτυπη περίπτωση δημόσιων επιχειρήσεων με αξία και παραγωγικότητα αγοράς θα δούμε παρακάτω.)

Τα έσοδα από πωλήσεις και το εισόδημά αγοράς τους είναι μηδενικά. Οι μισθοί τους και κάθε άλλο κόστος που συνεπάγεται τη διαχείριση δημόσιων αγαθών πληρώνονται εξαναγκαστικά από άλλους. Αυτοί οι άλλοι είναι ιδιοκτήτες και υπάλληλοι ιδιωτικών επιχειρήσεων. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι, σε αντίθεση με τους δημόσιους ομολόγους τους, παράγουν αγαθά και υπηρεσίες που πωλούνται στην αγορά και έτσι κερδίζουν το εισόδημα τους. Από το εισόδημα αυτό, η ιδιωτική επιχείρηση δεν καταβάλλει απλώς τους μισθούς των δικών της υπαλλήλων και τη χρηματοδότηση της διατήρησης της δικής της περιουσίας. Από αυτά τα παραγωγικά εισοδήματα, πληρώνονται επίσης – υπό την μορφή φόρων εισοδήματος και περιουσίας – οι (καθαροί) μισθοί όλων των δημοσίων υπαλλήλων και τα λειτουργικά έξοδα όλων των δημόσιων περιουσιακών στοιχείων.

Στην περίπτωση αυτή, η αρχή πως η δημόσια περιουσία πρέπει να αποκατασταθεί παραχωρώντας την σε όσους την χρηματοδότησαν στην πραγματικότητα, θα οδηγήσει στην εκχώρηση των τίτλων ιδιοκτησίας, αποκλειστικά στους ιδιώτες, τους ιδιοκτήτες, τους παραγωγούς και τους εργαζομένους σύμφωνα με τους φόρους περιουσίας και εισοδήματος τους. Οι δημόσιοι διευθυντές και οι υπάλληλοι θα αποκλειστούν. Όλα τα κυβερνητικά γραφεία και κτίρια, για παράδειγμα, θα πρέπει να εκκενωθούν από τους σημερινούς κατόχους. Οι μισθοί του δημόσιου τομέα καταβλήθηκαν μόνο λόγω της χρηματοδότησης που παρέχουν οι ιδιοκτήτες ιδιωτικών επιχειρήσεων και οι υπάλληλοί τους. Η δημόσια περιουσία διατηρήθηκε μόνο από αυτή τη χρηματοδότηση. Ως εκ τούτου, ενώ οι δημόσιοι υπάλληλοι μπορούν να διατηρήσουν την ιδιωτική περιουσία τους, δεν θα έχουν κανένα ιδιοκτησιακό δικαίωμα στη δημόσια περιουσία που χρησιμοποίησαν και διεύθυναν.

(Αυτό είναι διαφορετικό μόνο στην άτυπη περίπτωση όπου μια δημόσια επιχείρηση, όπως για παράδειγμα ένα κρατικό εργοστάσιο αυτοκινήτων, παρήγαγε εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες και έτσι κέρδιζε εισόδημα στην αγορά. Στην περίπτωση αυτή, οι δημόσιοι υπάλληλοι μπορεί να έχουν νόμιμη αξίωση ιδιοκτησίας, ανάλογα με τις περιστάσεις. Έχουν δικαίωμα στην πλήρη κυριότητα του εργοστασίου, εάν δεν υπάρχει προηγουμένως ιδιοκτήτης που του απαλλοτριώθηκε περιουσία, ο οποίος μπορεί να απαιτήσει το εργοστάσιο και εάν το εργοστάσιο δεν έλαβε ποτέ φορολογικές επιδοτήσεις. Εάν υπάρχει προηγούμενος ιδιοκτήτης, οι εργαζόμενοι στο εργοστάσιο μπορούν να διεκδικήσουν, στην καλύτερη περίπτωση, μερική ιδιοκτησία και πρέπει να διαπραγματευτούν με τον ιδιοκτήτη σχετικά με το μερίδιο των τίτλων ιδιοκτησίας τους. Και αν το εργοστάσιο είχε φορολογικές επιδοτήσεις, στο βαθμό που τις είχε, οι εργαζόμενοι του εργοστασίου θα πρέπει να διαιρέσουν περαιτέρω το ποσοστό στους τίτλους ιδιοκτησίας τους με τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα/φορολογούμενους.)

Αποκατάσταση του θεσμού της ατομικής ιδιοκτησίας

Παράλληλα με την ιδιωτικοποίηση όλων των δημόσιων περιουσιακών στοιχείων, όλη η ονομαστική ιδιωτική περιουσία θα αποκατασταθεί στην αρχική της κατάσταση ως πραγματική ιδιωτική περιουσία. Δηλαδή, όλη η ονομαστική ιδιωτική περιουσία θα απελευθερωθεί από όλους τους φόρους περιουσίας ή εισοδήματος και από όλους τους νομοθετικούς περιορισμούς στη χρήση τους (ενώ οι ήδη συναφθείσες συμφωνίες σχετικά με τη χρήση περιουσίας μεταξύ ιδιωτών παραμένουν σε ισχύ). Χωρίς φόρους, συνεπώς, δεν θα υπάρχουν κυβερνητικές δαπάνες και χωρίς κυβερνητικές δαπάνες όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν θα έχουν εισοδήματα και θα πρέπει να αναζητήσουν παραγωγική εργασία για να κερδίσουν τα προς το ζην. Ομοίως, κάθε δικαιούχος κρατικών παροχών, επιδοτήσεων, εργολαβιών ή εντολών αγοράς, θα δει το εισόδημά του να μειώνεται ή να εξαφανίζεται εξ ολοκλήρου και θα πρέπει να αναζητήσει εναλλακτικές λύσεις.

Η λύση αυτή αφήνει ακόμα ένα σημαντικό ζήτημα ανεπίλυτο. Μόλις καταβληθεί σε όλους τους καθαρούς φορολογούμενους ο αριθμός μετοχών της δημόσιας ιδιοκτησίας που τους αρμόζει, πώς θα αναλάβουν την ιδιοκτησία αυτή και πως θα ασκήσουν τα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματά ως κάτοχοι ιδιωτικής περιουσίας; Ακόμη και αν υπάρχει απογραφή όλων των δημόσιων περιουσιακών στοιχείων, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν την ελάχιστη ιδέα για το τι είναι τώρα (μερικώς) δικό τους. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μια αρκετά καλή γνώση για την τοπική δημόσια περιουσία, αλλά για τη δημόσια ιδιοκτησία σε άλλες, μακρινές τοποθεσίες, δεν ξέρουν τίποτα, εκτός από κάποια «εθνικά μνημεία».

Είναι πρακτικά αδύνατο για οποιονδήποτε να επιτύχει μια ρεαλιστική εκτίμηση της «σωστής» τιμής για όλα τα δημόσια περιουσιακά στοιχεία και ως εκ τούτου για την «σωστή» τιμή μιας μεμονωμένης μετοχής σε αυτή την περιουσία. Ως εκ τούτου, οι τιμές που θα απαιτηθούν και θα πληρωθούν για τις μετοχές αυτές, θα είναι εξαιρετικά αόριστες και θα είναι σε μεγάλο βαθμό έντονα κυμαινόμενες και αποκλίνουσες, τουλάχιστον αρχικά. Και θα ήταν μάλλον δύσκολη περίπτωση και πολύ χρονοβόρα μέχρι να αγοράσει κάποιος επενδυτής ή όμιλος επενδυτών την πλειοψηφία όλων των μετοχών προκειμένου να ξεκινήσει την λειτουργία ή να πωλήσει τμήματα αυτής της περιουσίας για να αποκομίσει κέρδη από την επένδυσή του.

Αυτή η δυσκολία μπορεί να ξεπεραστεί φέρνοντας πίσω την ιδέα της αρχικής ιδιοποίησης. Οι τίτλοι στα χέρια των καθαρών φορολογουμένων δεν είναι μόνο εμπορεύσιμα κουπόνια. Το πιο σημαντικό, δίνουν στους ιδιοκτήτες τους τη δυνατότητα να ανακτήσουν την παλαιά δημόσια και πλέον χωρίς ιδιοκτήτη περιουσία. Η δημόσια περιουσία είναι ανοιχτή σε αρχική ιδιοποίηση και οι τίτλοι που κατέχουν οι καθαροί φορολογούμενοι, είναι απαιτήσεις για απαλλαγμένη, προσωρινά μη ιδιόκτητη περιουσία. Ο καθένας μπορεί να μεταφέρει τους τίτλους του σε συγκεκριμένα κομμάτια δημόσιας περιουσίας και να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης τους.

Επειδή ο πρώτος που θα εγγραφεί με ένα συγκεκριμένο κομμάτι περιουσίας, θα ήταν ο αρχικός ιδιοκτήτης του, είναι βέβαιο ότι όλα τα κομμάτια δημόσιας περιουσίας θα ανακτηθούν σχεδόν αμέσως. Πιο συγκεκριμένα, τα περισσότερα δημόσια περιουσιακά στοιχεία θα ανήκουν, τουλάχιστον αρχικά, στους κατοίκους της περιοχής. Δηλαδή στους ανθρώπους που ζουν σε κοντινή απόσταση από ένα συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο και που έχουν την καλύτερη γνώση σχετικά με τη δυνητική παραγωγική αξία του.

Επιπλέον, επειδή η αξία ανά μετοχή ιδιοκτησίας πέφτει όλο και περισσότερο, καθώς εγγράφονται επιπρόσθετοι κάτοχοι μετοχών στο ίδιο κομμάτι περιουσίας, οποιαδήποτε υπερ-εγγραφή ή υπο-εγγραφή σε συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία θα αποφευχθεί ή θα αποδυναμωθεί γρήγορα. Πολύ γρήγορα, κάθε κομμάτι ιδιοκτησίας θα εκτιμηθεί ρεαλιστικά ανάλογα με την παραγωγική του αξία.

 

***

 

Ο Hans-Hermann Hoppe, είναι οικονομολόγος της Αυστριακής σχολής οικονομικής σκέψης και Λιμπερταριανός/αναρχοκαπιταλιστής φιλόσοφος με κοινωνικά συντηρητικές αρχές. Eίναι ομότιμος καθηγητής οικονομικών στο UNLV, διακεκριμένος ανώτερος συνεργάτης του Ινστιτούτου Mises, ιδρυτής και πρόεδρος της «κοινωνίας ιδιοκτησίας και ελευθερίας» και πρώην συντάκτης της εφημερίδας Journal of Libertarian studies. Είναι συγγραφέας του βιβλίου: Democracy: The god that failed.

 

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.