Φιλελευθερισμός, ελαχισταρχία, αναρχοκαπιταλισμός και κράτος

0
1889

…θεωρούμε ότι, αν και ριζοσπαστικός για τα ελληνικά δεδομένα, ο μιναρχισμός θα ήταν ένας αξιόλογος στόχος προς τον οποίο θα έπρεπε να πιέζει η κοινή γνώμη. Ειδάλλως, θα μπορούσε να κάνει αυτό που έκανε πάντα: Να ανακατεύει την πολιτική τράπουλα μέχρι κάποια στιγμή να προκύψει ο τέλειος εκείνος πολιτικός που θα πράξει τα «βέλτιστα». Αν και όλοι έχουμε δικαίωμα στο όνειρο και την ελπίδα, γιατί να μην προτείνουμε κάτι διαφορετικό…;

Του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Αν μας επιτρεπόταν να χωρίσουμε το Λιμπερταριανό κίνημα σε δύο μεγάλες κατηγορίες αυτές θα ήταν οι εξής: οι μιναρχικοί (ή ελαχισταρχικοί) και οι αναρχικοί (ή αναρχοκαπιταλιστές). Σε αυτό το άρθρο θα αναλύσουμε την πρώτη θέση και θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μία αναγωγή στην ελληνική πραγματικότητα.

Tι είναι ο μιναρχισμός και από που πηγάζει ηθικά;

Όπως αναφέραμε ο μιναρχισμός είναι μία λιμπερταριανή πολιτική θεωρία. Ηθικό ορμητήριο της είναι η άποψη ότι είναι εγγενώς ανήθικο το κράτος να επεμβαίνει στις εθελούσιες συναλλαγές των ανθρώπων. Οι ελαχισταρχικοί μπορεί είτε να αποδέχονται το κοινωνικό συμβόλαιο, είτε να θεωρούν ότι το κράτος, παρότι δεν μπορεί να αποδειχτεί ως νομότυπη οντότητα, εν τέλει δικαιολογείται με ωφελιμιστικά κριτήρια. Δηλαδή η ύπαρξή του παρέχει οφέλη, που χωρίς αυτήν ίσως να μην τα απολαμβάναμε. Γνωστοί λιμπερταριανοί ελαχισταρχικοί όπως ο Robert Nozick υποστηρίζουν ότι η δημιουργία του κράτους είναι αναπόφευκτη. Όπως μας αναφέρει στο έργο του «Anarchy, State and Utopia«, το κράτος σε μία αναρχική κοινωνία θα επανεμφανιστεί για να καλύψει το κενό που θα δημιουργηθεί όταν ιδιωτικές εταιρίες προστασίας και ιδιωτικά δικαστήρια θα μεροληπτούν υπέρ πλουσιότερων πελατών.

Ο μιναρχισμός (ή ελαχισταρχία) λοιπόν είναι η άποψη ότι το κράτος θα πρέπει να έχει ένα πολύ περιορισμένο ρόλο και αριθμό υπηρεσιών που παρέχει. Ένα μικρό κράτος γενικά είναι εκείνο που παρεμβαίνει όσο το δυνατό λιγότερο στις οικονομικές σχέσεις των ανθρώπων. Όση περισσότερη παρέμβαση τόσο και μεγαλύτερο το κράτος.

Μιναρχισμός και τα είδη του

Οι ελαχισταρχιστές θεωρούν ότι ένα μικρό κράτος είναι απαραίτητο ώστε να διατηρηθεί μία αγορά ελεύθερη. Θα λέγαμε ότι υπάρχουν τρία μοντέλα κρατών που ταιριάζουν με αυτό του «μικρού» κράτους:

  • Το κράτος «νυχτοφύλακας» (night-watchman state): Το κράτος νυχτοφύλακας είναι υπεύθυνο για τις απολύτως απαραίτητες υπηρεσίες σύμφωνα με τους μιναρχιστές. Αυτές είναι οι εξής: στρατός, δικαστήρια και σώματα ασφαλείας (αστυνομία). Θα λέγαμε ότι κάθε είδος ελαχισταρχίας «χτίζει» πάνω σε αυτά τα χαρακτηριστικά. Στην ουσία τα δύο επόμενα μοντέλα θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ελαχισταρχικά αλλά με λίγες προσθήκες. Κράτος νυχτοφύλακα προτείνουν ο Robert Nozick, Friedrich Hayek, Ludwig vonMises, Ayn Rand και άλλοι. Είναι το απολύτως μίνιμουμ κρατικών εξουσιών και αρμοδιοτήτων. Τέτοιο κράτος δεν υφίσταται πουθενά σήμερα.
  • Το «μικρό κράτος»(small government): Το μικρό κράτος θα μπορούσε να περιγραφεί ως το κράτος που ναι μεν παρεμβαίνει στις οικονομικές δραστηριότητες, εντούτοις το κάνει σε μικρό βαθμό. Ένα τέτοιο παράδειγμα κράτους είναι το Hong Kong. Ο Milton Friedman αποδίδει την οικονομική επιτυχία του Hong Kong ακριβώς στο γεγονός ότι η παρεμβατικότητα του είναι μικρή. Συνήθως τα κράτη που χαρακτηρίζονται ως «μικρά», πέραν των δικαστηρίων και σωμάτων ασφαλείας, παρέχουν κουπόνια εκπαίδευσης σε οικογένειες, χρηματοδοτούν δημόσια παιδεία ή παρέχουν κάποιο κρατικό πρόγραμμα ασφάλισης (π.χ. η Σινγκαπούρη). Νομικά, μπορεί να εφαρμόζει αντι-μονοπωλιακούς νόμους (anti-trust laws) και κάποιες πιο ήπιες αγορανομικές παρεμβάσεις. Κύριο χαρακτηριστικό του, οι μικρές δημόσιες δαπάνες και μικροί φόροι. Παραδείγματα κρατών που πληρούν αυτό το μοντέλο: Hong Kong, Σινγκαπούρη, Νέα Ζηλανδία, Λιχτενστάιν.
  • Το «περιορισμένο κράτος» (limited government): Ο χαρακτηρισμός ως «περιορισμένο» αφορά το κράτος του οποίου η δράση περιορίζεται από το σύνταγμά του. Κλασικό παράδειγμα τέτοιου κράτους ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, οι οποίες στην ουσία αποτελούν μία συνταγματική ομοσπονδιακή δημοκρατία. Στην ουσία το περιορισμένο κράτος είναι ένα κράτος που κινείται με οδηγό το σύνταγμά του. Συνεπώς, οποιεσδήποτε παρεμβάσεις πρέπει να τηρούν το σύνταγμα. Ένα άλλο παράδειγμα τέτοιου κράτους είναι η Ελβετία, η οποία δομείται με παρόμοιο σύστημα φεντεραλισμού. Οι λιμπερταριανοί οι οποίοι στηρίζουν τον περιορισμό της λειτουργίας του κράτους στους όρους του συντάγματος ονομάζονται και συνταγματιστές (constitutionalists). Τέτοιοι υπήρξαν οι ιδρυτές των ΗΠΑ (Founding Fathers) όπως ο Thomas Jefferson και ο Benjamin Franklin, αλλά και o Thomas Paine. Ο πιο γνωστός σύγχρονος συνταγματιστής είναι ο Ron Paul
Παρατηρήσεις

Το μέγεθος και οι αρμοδιότητες του κράτους δεν αφορούν το πολίτευμά του. Κάποιο κράτος θα μπορούσε να ανήκει σε μία από τις παραπάνω κατηγορίες αλλά να είναι είτε δημοκρατικό, είτε μοναρχία, είτε κάτι άλλο. Για παράδειγμα, το Hong Kong είναι μία γραφειοκρατική «χούντα». Δε γίνονται εκλογές αλλά οι πολίτες είναι οικονομικά ελεύθεροι. Επίσης, το «περιορισμένο κράτος», ανάλογα το σύνταγμά του, μπορεί να απέχει πολύ από τη λιμπερταριανή ιδεολογία. Το ελληνικό σύνταγμα λόγου χάρη τείνει να «σοσιαλίζει» σε αρκετά άρθρα του. Οπότε, εδώ πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στο αν θα θέλαμε ένα κράτος να πράττει ακριβώς όπως ορίζει το σύνταγμά του, ειδικά αν αυτό είναι ασαφές ή φύσει απολυταρχικό.

To «περιορισμένο κράτος» (στα πρότυπα του αμερικανικού Συντάγματος), είναι το τελευταίο όριο πριν περάσουμε και τυπικά στα κοινωνικά φιλελεύθερα κράτη και τη σοσιαλδημοκρατία. Το περιορισμένο κράτος σύμφωνα με το αμερικανικό σύνταγμα, αν ακολουθείτο κατά γράμμα, θα μας έφερνε κατά συνέπεια πολύ κοντά στο «κράτος νυχτοφύλακα». Θα λέγαμε ότι εκεί σταματάει και ο κλασικός φιλελευθερισμός.

Χρηματοδότηση του κράτους

Τα παραπάνω μοντέλα κρατών, παρέχοντας λίγες και βασικές υπηρεσίες, χρηματοδοτούνται και από χαμηλούς φόρους. Συνήθως, οι ελαχισταρχικοί λιμπερταριανοί προτείνουν έναν μικρό φλατ φόρο εισοδήματος (δηλαδή ίδιο ποσοστό φόρου για όλους ανεξαρτήτως εισοδήματος). Άλλοι είναι εναντίον του φόρου εισοδήματος και αντιθέτως προτείνουν εθελοντικές εισφορές (συνήθως με κάποιο κατώτατο όριο) και κάποια κόμιστρα για τη χρήση των υπηρεσιών του κράτους. Για παράδειγμα, για το άνοιγμα της επιχείρησης θα υπήρχε ένα μικρό παράβολο. Δηλαδή, ο πολίτης θα αγόραζε μερικές από τις υπηρεσίες του κράτους και αυτό σε αντάλλαγμα θα χρησιμοποιούσε τα χρήματα για να χρηματοδοτήσει την εθνική άμυνα.

Σε προηγούμενο άρθρο δείξαμε ότι η φορολογία αποτελεί κλοπή. Το ότι σε αυτό το άρθρο προτείνονται ως «βασικές» και απαραίτητες μερικές κρατικές υπηρεσίες, δεν αναιρεί τον ισχυρισμό μας. Αν μη τι άλλο, τον ενισχύει με το εξής σκεπτικό. Αν είναι πληρώνουμε φόρους, τουλάχιστον, κατά την άποψή μας, ας χρησιμοποιούνται για υπηρεσίες όπου το κράτος δείχνει να τα καταφέρνει καλύτερα.

Ας δούμε ειδικότερα τα τρία μοντέλα που αναφέρθηκαν πιο πάνω.

Το περιορισμένο κράτος

Για την αποφυγή συγχύσεως, ως παράδειγμα περιορισμένοι κράτους θα χρησιμοποιούμε τις ΗΠΑ και ειδικότερα το σύνταγμά της. Άποψη του γράφοντος είναι ότι το αμερικανικό σύνταγμα αποτελεί ένα μνημείο πολιτικού κειμένου. Θα έλεγε κανείς ότι αποτελεί τον ιδανικό «τσελεμεντέ» για το τι δεν επιτρέπεται να κάνει το κράτος. Είναι στην ουσία ένα κείμενο προστασίας των δικαιωμάτων του πολίτη από την κυβέρνησή του. Χαρακτηριστικά τα λόγια του Thomas Jefferson: «Mία κυβέρνηση αρκετά μεγάλη ώστε να σου παρέχει τα πάντα, είναι και αρκετά μεγάλη ώστε να σου τα πάρει και όλα».

Οι ΗΠΑ μέχρι και το 1913 με την ίδρυση της FED ακολούθησαν μία πολιτική κυρίως εθελοντικών εισφορών προς το κράτος. Πολλές φορές προτάθηκε και εφαρμόστηκε φόρος εισοδήματος, ο οποίος και ανακλήθηκε. Από το 1913 (με την 16η συνταγματική τροπολογία) η κυβέρνηση μπορούσε να εισπράξει φόρο εισοδήματος ανεξάρτητα από το πως έχει διανείμει τις εισφορές των Πολιτειών της και ανεξάρτητα από τον αριθμό των κατοίκων. Πέραν των εθελοντικών (και κατά διαστήματα υποχρεωτικών) φόρων, κύριο έσοδο του κράτους ήταν οι δασμοί στα εισαγόμενα προϊόντα. Κύρια υπηρεσία που παρείχε ήταν ο στρατός και τα δικαστήρια.

Έκτοτε, το αμερικανικό κράτος έχει μεταμορφωθεί σε ένα παρεμβατικό έκτρωμα (εντός και εκτός συνόρων), έχοντας σχεδόν ποδοπατήσει τις αρχικές προκείμενες του συντάγματος του. Ενδεικτικά, μπορούμε να λάβουμε υπόψη τον αριθμό παρεμβάσων από το πόσες σελίδες αυτές καταλαμβάνουν. Το σύνταγμα και μόνο δεν αποτελεί εγγύηση ότι το κράτος θα παραμείνει περιορισμένο. Όχι μόνο μπορεί να αναθεωρηθεί, αλλά μπορεί και απλά να αγνοηθεί κατά το δοκούν, εάν το κοινό αίσθημα δείχνει να αδιαφορεί ή ακόμα και να επιθυμεί κάτι τέτοιο.

Το μικρό κράτος

Το μικρό κράτος, πέραν των απολύτως βασικών υπηρεσιών (δικαστήρια, άμυνα και αστυνόμευση) παρέχει επίσης συνήθως την κατασκευή και συντήρηση υποδομών (δρόμων, φραγμάτων κ.ο.κ) χωρίς να αποκλείει την ιδιωτική πρωτοβουλία. Επίσης, διάφοροι λιμπερταριανοί και κλασικοί φιλελεύθεροι οικονομολόγοι έχουν προτείνει και μερικές παροχές, είτε για τη μεγιστοποίηση του κοινωνικού οφέλους , είτε ως δίχτυ ασφαλείας για του αναξιοπαθούντες. O F. Hayek είχε προτείνει κάποιο μίνιμουμ εγγυημένο εισόδημα (αργότερα ανακάλεσε) καθώς πίστευε ότι αυτό θα προστατεύσει τις φτωχότερες ομάδες από τον εξαναγκασμό των πλουσιότερων ομάδων. Σε αυτό το άρθρο αναλύουμε το λάθος στο συλλογισμό του Hayek το οποίο έχει να κάνει με τον ορισμό του εξαναγκασμού (coercion).

O Milton Friedman παρότι σταθερά ενάντια στο σύστημα πρόνοιας, είχε προτείνει μερικά μέτρα ως δίχτυ ασφαλείας, καθώς θεωρούσε ότι παρέχουν θετικές κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες (positive external economies). Παρότι οικονομικά φιλελεύθερος (σχετικά) στήριξε αρκετά τέτοια μέτρα τα οποία αξίζουν την ανάλυση και κριτική μας. Ας δούμε τα δύο κυριότερα προνοιακά στη φύση τους μέτρα.

Ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα μέσω αρνητικού φόρου εισοδήματος

Αρχικά ας αναλύσουμε τι είναι ο αρνητικός φόρος εισοδήματος (negative income tax). Έστω ότι το αφορολόγητο όριο είναι στα 1000 ευρώ το χρόνο. Κάποιος εργάζεται και το εισόδημά του είναι 500 ευρώ το χρόνο. Ο αρνητικός φόρος εισοδήματος του δίνει το δικαίωμα να διεκδικήσει το μισό (συνήθως) της διαφοράς με το αφορολόγητο όριο. Άρα λοιπόν ο δικαιούχος μας καταλήγει στα 500+250 (το μισό της διαφοράς)=750 ευρώ καθαρό εισόδημα. Αν ο δικαιούχος μας έβρισκε καλύτερη δουλειά, ας υποθέσουμε με 900 ευρώ εισόδημα, τότε θα κατέληγε με 900+50=950 ευρώ.

Το επιχείρημα υπέρ του μέτρου είναι ότι παρέχει ένα μίνιμουμ διαβίωσης ενώ παράλληλα δεν μειώνει το κίνητρο για εύρεση εργασίας. Οποιαδήποτε βελτίωση του μισθού πάντα θα κατέληγε σε συνολική αύξηση του εισοδήματος του δικαιούχου. Ενώ στο κράτος πρόνοιας το επίδομα θα χανόταν (ας πούμε το επίδομα ανεργίας), εδώ ο δικαιούχος μπορεί να το διατηρήσει μέχρι ενός σημείου.

Πρώτο πρόβλημα, δημιουργεί αξιώσεις καθώς το negative income tax είναι θετικό δικαίωμα. Αυτό δε συμβαδίζει με τη λιμπερταριανή θεωρία περί ελευθερίας. Επίσης, δείχνει να προσπαθεί να κάνει το αδύνατο, ήτοι σύγκριση διαπροσωπικής ωφελιμότητας (interpersonal comparison of utility). Πώς γνωρίζει άραγε ότι δεν αποτελεί αντικίνητρο για εργασία; Θα έπρεπε να γνωρίζει την οριακή ωφελιμότητα χρήματος για τον καθένα ξεχωριστά. Κάποιος θα μπορούσε σε 0 εισόδημα να παίρνει 500 ευρώ και να μη θελήσει να δουλέψει ποτέ.

Αν και πρότεινε αυτό το μέτρο ως σταδιακή κατάργηση του προνοιακού μηχανισμού του κράτους, εν τέλει το ανακάλεσε. Αυτό διότι οι κυβερνήσεις επιθυμούσαν ταυτόχρονη χρήση και αρνητικού φόρου και συστήματος πρόνοιας.

Εκπαιδευτικά κουπόνια για ιδιωτικά σχολεία

Πρότεινε επίσης εκπαιδευτικά κουπόνια για ιδιωτικά σχολεία (school vouchers). Στην ουσία, αν κάποιος δεν μπορούσε να στείλει για οικονομικούς λόγους το παιδί του στο σχολείο, δικαιούταν ένα κουπόνι το οποίο κάλυπτε όλα ή μέρος των εξόδων φοίτησης. Πίστευε ότι, το να επωμίζονται όλοι οι φορολογούμενοι το κόστος εκπαίδευσης των παιδιών άλλων, τότε αυτό θα είχε κοινωνικά οφέλη. Για παράδειγμα, το ότι κάποιος πηγαίνει σχολείο μειώνει τις πιθανότητές του να γίνει εγκληματίας οπότε συνολικά ωφελούμαστε όλοι.

Δύο πλάνες εδώ. Πρώτον, πάλι δημιουργούνται αξιώσεις από ομάδες πολιτών σε άλλους. Δεύτερον, το ότι κάποιος θα εκπαιδευτεί δε σημαίνει απαραίτητα ότι θα ωφελήσει και το κοινωνικό σύνολο. Αν κάποιος θελήσει να μελετήσει Μαρξισμό για παράδειγμα; Θα έπρεπε να τον χρηματοδοτήσουμε; Ή αν ήθελε να ασχοληθεί με gender studies ή κάποιον κορεσμένο στην αγορά τομέα (π.χ. δικηγορία); Το ότι κάποιοι θα αποκτήσουν «εύκολο χρήμα» για την εκπαίδευσή τους, κατά πάσα πιθανότητα θα τους οδηγήσει σε μη οικονομικές επιλογές. Δείτε το σαν μία άνευ όρων επιδότηση. Μειώνει το κόστος ευκαιρίας των επιλογών των ατόμων. Με λίγα λόγια, δεν έχουν κίνητρο να αναζητήσουν τη βέλτιστη επιλογή σπουδών. Αν το κάνουν, καλώς, αν όχι, το κόστος εν τέλει το επωμίζονται οι φορολογούμενοι.

Τέλος, το σύστημα voucher δίνει κίνητρο στο κράτος να αυξήσει του ελέγχους στην ιδιωτική παιδεία για να σιγουρέψει την ορθή χρήση των κουπονιών. Ο Friedman άθελά του πρότεινε μία κερκόπορτα κρατικής παρεμβατικότητας.

Το κράτος νυχτοφύλακας (the night-watchman state)

To κράτος νυχτοφύλακας θεωρείται από τους περισσότερους μιναρχιστές λιμπερταριανούς ως το ιδανικό μοντέλο διακυβέρνησης. Όπως αναφέραμε, βασικές του αρμοδιότητες είναι ο διατήρηση στρατού με στόχο την εδαφική ακεραιότητα, η παροχή δικαστικών υπηρεσιών καθώς και σωμάτων ασφαλείας εντός της χώρας. Με λίγα λόγια το κράτος νυχτοφύλακας προστατεύει τις συναλλαγές των ανθρώπων από εξωτερικούς αλλά και εσωτερικούς εχθρούς. Οποιαδήποτε άλλη οικονομική παρέμβαση δεν προβλέπεται.

Τα δικαστήρια θα έχουν ως σκοπό την προστασία του πολίτη από απάτη (fraud), αθέτηση συμβολαίων (breach of contract), επιθετική βία (aggression) και κλοπή (theft).  Αυτές θεωρούνται οι μόνες ηθικά δικαιολογημένες αρμοδιότητες που θα έπρεπε να έχει ένα κράτος.

Αν και για τη χρηματοδότηση του κράτους έχει προταθεί μία μικρή φλατ φορολογία, εντούτοις οι ομπτζεκτιβιστές (αντικειμενιστές) έχουν μία δική τους οπτική για το πως θα χρηματοδοτείται το κράτος νυχτοφύλακας.

Το κράτος νυχτοφύλακας σύμφωνα με τους αντικειμενιστές (Ayn Rand)

Οι αντικειμενιστές, η σχολή σκέψης της Ayn Rand θεωρούν, ότι η πραγματική ελεύθερη αγορά θα επιτευχθεί μόνο όταν το κράτος περιοριστεί στο να προστατεύει τα αρνητικά δικαιώματα των πολιτών του. Καμία παρέμβαση στις εθελούσιες οικονομικές συναλλαγές δε θεωρείται ηθική. Το κράτος θα είναι υπεύθυνο για την εθνική άμυνα, δικαστήρια και σώματα ασφαλείας. Θα προστατεύει την τήρηση των συμβολαίων και τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των πολιτών του μέσω «αντικειμενικού (εξ ου και το αντικειμενιστές) νόμου».

H χρηματοδότηση του κράτους θα γίνεται μέσω εθελοντικών συμφορών, συν τα όποια έσοδα προερχόμενα από αγορά των υπηρεσιών του. Όπως αναφέραμε παραπάνω, το κράτος παρότι θα έχει εθελοντική «φορολογία», θα χρεώνει τις υπηρεσίες του στους πολίτες. Έτσι για παράδειγμα, θα πρέπει κάποιος να πληρώσει κάποιο κόμιστρο για να χρησιμοποιήσει τα δικαστήρια ή κάποια εισφορά για να επικυρωθεί κάποιο συμβόλαιο κ.ο.κ.

Κριτική

Υπάρχει ένα πρόβλημα σε αυτήν την πρόταση των αντικειμενιστών. Θεωρούμε ότι το μονοπώλιο κρατικά παρεχόμενης δικαιοσύνης δεν μπορεί να διατηρηθεί με εθελοντικές εισφορές. Μιας και οι εθελοντικές εισφορές στην ουσία είναι χαρακτηριστικό της ελεύθερης αγοράς, θα λέγαμε ότι το κράτος θα λειτουργούσε σαν ιδιωτική επιχείρηση. Επειδή όμως αρχικά θα είχε μονοπώλιο και κεντρικό σύστημα οργάνωσης της δικαιοσύνης, δε θα είχε τρόπο να υπολογίσει σωστά το κόστος λειτουργίας του. Σε συνδυασμό με τις εθελοντικές εισφορές, δημιουργείται κενό στην αγορά δικαιοσύνης και προστασίας. Δε θα αργούσαν να εμφανιστούν ιδιωτικές εταιρίες προστασίας και ιδιωτικοί δικαστές (arbitrators), οι οποίοι θα διαμεσολαβούσαν σε αντιδικίες.

Το μιναρχικό κράτος των αντικειμενιστών θα είχε δύο εναλλακτικές σε αυτήν την περίπτωση. Πρώτον, είτε θα δεχόταν αυτή τη νέα πραγματικότητα και θα επέτρεπε στον εαυτό του να ανταγωνιστεί στην ελεύθερη αγορά, ή θα αύξανε την εξουσία του, επιβάλλοντας υποχρεωτική φορολογία, ενώ παράλληλα αντιμετώπιζε τη μαύρη αγορά που θα είχε δημιουργηθεί.

Αν και η πρώτη εναλλακτική προσωπικά δε θα μας ενοχλούσε, η δεύτερη είναι παράδειγμα έλλειψης εγγυήσεων για τη διατήρηση της μικρής παρέμβασης του κράτους. Οι αντικειμενιστές εδώ απαντούν ότι θα δημιουργηθεί κατά πάσα πιθανότητα ένα αίσθημα συνεισφοράς. Κάθε άνθρωπος που πληρώνει εθελοντικούς φόρους, θα καταγράφεται σε μία κατάσταση ως ευεργέτης των υπολοίπων. Έτσι, άνθρωποι που δεν πληρώνουν τους φόρους τους θα γίνουν εν τέλει δακτυλοδεικτούμενοι. Κατά συνέπεια η κοινωνική πίεση θα τους ωθήσει στο να δίνουν εθελοντικά μέρος των εισοδημάτων τους.

Αν αυτά σας φαίνονται λιγάκι…φούμαρα, δεν είστε οι μόνοι. Οι αντικειμενιστές αγνοούν, ότι οι άνθρωποι τείνουν στην αποτελεσματικότερη και φτηνότερη λύση. Αν αυτή προέλθει από την ελεύθερη αγορά και όχι το κράτος, τότε κατά πάσα πιθανότητα ο κόσμος θα στραφεί εκεί. Η «κοινωνική πίεση» γενικά δε φαίνεται να ασκεί τόση επιρροή όσο το ενδεχόμενο οικονομικό όφελος.

Παρόλα αυτά, το συγκεκριμένο μοντέλο, παρά τις αδυναμίες του, δεν είναι άσχημο. Ίσα ίσα, θα λέγαμε ότι διαθέτει και κάποια ροπή προς καλύτερη αξιολόγησή του μέσω της χρηματικής ψήφου των πολιτών του.

Το συμβατικό κράτος νυχτοφύλακας και κριτικές προς αυτό 

Το τυπικό κράτος νυχτοφύλακας, σε αντίθεση με την έκδοση των αντικειμενιστών, θα χρηματοδοτείται μέσω υποχρεωτικών φόρων. Αυτοί οι φόροι κατά πάσα πιθανότητα θα είναι μικροί και στο ίδιο ποσοστό για όλους. Πέραν τούτου, η ιδιωτική πρωτοβουλία θα αναλαμβάνει όλα τα υπόλοιπα. Το κράτος θα έχει μονοπώλιο δικαιοσύνης και προστασίας/επιβολής νόμου. Η αγορά αναλαμβάνει όλα τα υπόλοιπα πληρώνοντας μόνο ένα μικρό τίμημα.

Ο μιναρχισμός (το κράτος νυχτοφύλακας πιο συγκεκριμένα) δέχεται κριτικές τόσο από υποστηρικτές άλλων αντίπαλων ιδεολογιών αλλά και από λιμπερταριανούς οι οποίοι τείνουν προς πιο αναρχικές θέσεις (αναρχοκαπιταλιστές).

Κοινωνικός φιλελευθερισμός και σοσιαλδημοκρατία

Ο κοινωνικός φιλελευθερισμός θεωρεί ότι το κράτος πρόνοιας είναι απαραίτητο καθώς πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι δεν θα μπορούν να συντηρήσουν τον εαυτό τους. Άτομα με ειδικές ανάγκες, άστεγοι και λοιποί αναξιοπαθούντες δε θα έχουν κάποιον μηχανισμό στήριξης.

Καταρχάς, αν και εύλογη η κριτική, οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Όλες οι ιδεολογίες σε κάποιο σημείο τραβάνε μία «τερματική» γραμμή στα θέματα πρόνοιας (αλλά και σε άλλα). Δηλαδή, πάντα κάπου θα υπάρχει ένα σημείο στο οποίο η απάντηση θα είναι «εντάξει, και τι να κάνουμε, αυτά συμβαίνουν». Για παράδειγμα οι Μαρξιστές δύσκολα θα βοηθούσαν έναν μεγαλοαστό και το σύστημα πρόνοιας μάλλον θα παρατούσε κάποιον στην τύχη του αν αυτός χτυπούσε τους νοσηλευτές του ή αρνιόταν βοήθεια. Στην περίπτωση του λιμπερταριανισμού απλά αυτή η νοητή γραμμή χαράσσεται νωρίτερα. Αν κανένας δεν είναι πρόθυμος να βοηθήσει εθελοντικά, θα ήταν και ανήθικο να τον αναγκάσουμε δια της φορολογίας.

Επίσης, η μεγαλύτερη οικονομική ελευθερία τείνει να μειώνει την ανεργία και να αυξάνει τις θέσεις εργασίας. Επομένως, το σύστημα πρόνοιας μπορεί να μην είναι καν απαραίτητο. Ακόμα καλύτερα, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει αντικείμενο φιλανθρωπικών οργανώσεων ή ακόμα και ολόκληρων γειτονιών μέσω της εθελοντικής συνεργασίας των ανθρώπων. Θα μπορούσαμε να εικάσουμε εδώ, ότι η έλλειψη ενός συστήματος πρόνοιας θα δώσει κίνητρα και για τη δημιουργία κοινωνικών σχέσεων (φίλων και συγγενών) ώστε να υπάρχει πάντα βοήθεια σε ώρα ανάγκης. Γενικά το πρόβλημα σε αυτήν την κριτική είναι ότι η πρόνοια ταυτίζεται (λανθασμένα) με το κράτος, μιας και είναι γενικά ο παραδοσιακός του ρόλος.

Τέλος, εφόσον η πλειοψηφία σε ένα δημοκρατικό καθεστώς επιθυμεί σύστημα πρόνοιας, γιατί να μην το αναλάβει η ίδια μέσω των μηχανισμών της αγοράς;

Ποιος θα φτιάξει τους δρόμους και τα έργα υποδομής;

Πάλι εδώ έχουμε μία περίπτωση επιχειρήματος, το οποίο εκφράζεται από άτομα τα οποία δεν έχουν εξετάσει τις εναλλακτικές. Εφόσον η αγορά αποδεδειγμένα παρέχει καλύτερες υπηρεσίες, από το αν τις αναλάμβανε το κράτος (ταχυδρομεία, βιομηχανία, τηλεπικοινωνίες κ.ο.κ.), γιατί να μην αναλάμβανε και τους δρόμους; Είναι το κλασικό, σε σημεία γραφικό επιχείρημα κατά της ελεύθερης αγοράς. Με το ζήτημα αυτό θα ασχοληθούμε περεταίρω σε άλλα άρθρα.

Η αναρχο-καπιταλιστική κριτική

«Ποια εγγύηση θα μπορούσαμε να έχουμε ότι το κράτος δε θα χρησιμοποιήσει το μονοπώλιο βίας του για να επανέλθει στο προηγούμενο μεγαλύτερο μέγεθός του; Το Σύνταγμα των ΗΠΑ, δεν ήταν αρκετό. Τη δεκαετία του ’50, όπου το κράτος των ΗΠΑ προσπάθησε να μειώσει το μέγεθός του, το κράτος μεγάλωσε και άλλο.»

Η κριτική αυτή είναι, θα λέγαμε, δίκαια. Δεν υπάρχει καμία εγγύηση πέραν του να δημιουργηθεί μία απέχθεια και υποψία της κοινής γνώμης για κάθε κρατική παρέμβαση. Η μόνη απάντηση που θα μπορούσε κάποιος μιναρχικός να δώσει εδώ είναι η εξής. Μιας και ο κόσμος βλέπει εχθρικά, τουλάχιστον προς το παρόν, την αναρχία, ας προχωρήσουν πρώτα οι διαδικασίες μείωσης των εξουσιών του κράτους. Μετά ας πραγματοποιηθεί το ντημπέητ για το επόμενο βήμα.

Η ελληνική πραγματικότητα…

Το ελληνικό κράτος, συγκρινόμενο με τα ελαχισταρχικά μοντέλα που παρουσιάσαμε, είναι πραγματικά τεράστιο. Θεωρούμε ότι αυτό είναι εμφανές από το ύψος του χρέους του επί του ΑΕΠ καθώς και από το ύψος της φορολογίας. Ακόμα ένα δείγμα του μεγέθους του είναι και ο κυκεώνας γραφειοκρατίας, η πολυνομία και η κακονομία του. Γενικά, δεδομένων όλων αυτών, θα λέγαμε ότι ο ισχυρισμός περί ύπαρξης ελεύθερης αγοράς στην Ελλάδα, είναι τουλάχιστον φαιδρός.

Συνεπώς, θεωρούμε ότι, αν και ριζοσπαστικός για τα ελληνικά δεδομένα, ο μιναρχισμός θα ήταν ένας αξιόλογος στόχος προς τον οποίο θα έπρεπε να πιέζει η κοινή γνώμη. Ειδάλλως, θα μπορούσε να κάνει αυτό που έκανε πάντα: Να ανακατεύει την πολιτική τράπουλα μέχρι κάποια στιγμή να προκύψει ο τέλειος εκείνος πολιτικός που θα πράξει τα «βέλτιστα». Αν και όλοι έχουμε δικαίωμα στο όνειρο και την ελπίδα, γιατί να μην προτείνουμε κάτι διαφορετικό; Ας στηρίξει η κοινή γνώμη απευθείας αφαίρεση αρμοδιοτήτων από το κράτος. Βέβαια θα ήταν ανούσιο να διαπραγματευτούμε το αν το «κράτος νυχτοφύλακας» είναι προτιμότερο από το «μικρό κράτος» αυτή τη στιγμή. Η κατεύθυνση γενικότερα προς το παρόν σε ένα ολοένα και πιο μικρό κράτος έχει μεγαλύτερη σημασία.

Επίλογος

Θεωρούμε ότι σε αυτή τη φάση, κύριο μέλημα των πραγματικά φιλελεύθερων φωνών θα ήταν να επικοινωνήσει τα εξής. Πρώτον, ότι η φορολογία είναι κλοπή ακόμα και αν στηρίζει ένα κράτος ελάχιστων εξουσιών. Δεν υφίστανται «φιλελεύθεροι» και «αναπτυξιακοί»  φόροι. Δεύτερον, ότι η μικρότερη φορολογία θα δώσει εν τέλει και περισσότερες οικονομικές επιλογές στους πολίτες. Η μείωση των φόρων είναι απολύτως απαραίτητη για την επιβίωση της ελληνικής οικονομίας. Τέλος, ότι η ελευθερία δεν είναι «δωρεάν» και ότι η εποχή των αξιώσεων έχει φτάσει στο τέλος της. Το κράτος έχει αποτύχει στη σημερινή του μορφή να φέρει ευμάρεια και ανάπτυξη. Ο μόνος πλέον φορέας, που μπορεί να το κάνει, είναι η ατομική πρωτοβουλία και επιχειρηματικότητα. Το κράτος είναι το μοναδικό σημαντικό εμπόδιο προς την οικονομική και κοινωνική ευημερία.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: