Holodomor: Η λιμοκτονία της Ουκρανίας υπό τον Στάλιν και τους σοβιετικούς

0
1204
Εθνικό Μουσείο, Κίεβο Ουκρανία - Μνημείο για τα θύματα της Ουκρανικής λιμοκτονίας. Άγαλμα μικρού κοριτσιού με τίτλο «η πικρή ανάμνηση μιας παιδικής ηλικίας».
Εθνικό Μουσείο, Κίεβο Ουκρανία - Μνημείο για τα θύματα της Ουκρανικής λιμοκτονίας. Άγαλμα μικρού κοριτσιού με τίτλο «η πικρή ανάμνηση μιας παιδικής ηλικίας».

Τουλάχιστον 16 χώρες έχουν αναγνωρίσει τη λιμοκτονία της Ουκρανίας ως γενοκτονία.

 

Του  How Joseph Stalin Starved Millions in the Ukrainian Famine δημοσιευμένο στο History.com

Απόδοση στα Ελληνικά: Ευθύμης Μαραμής

Στο αποκορύφωμα του Ουκρανικού λιμού το 1932-33 υπό τον Ιωσήφ Στάλιν, οι άνθρωποι περιπλανιούνταν στην ύπαιθρο ψάχνοντας απεγνωσμένα για κάτι, οτιδήποτε, για να φάνε. Στο χωριό Stavyshche, ένα νεαρό αγόρι έβλεπε τους περιπλανώμενους να σκάβουν με τα γυμνά τους χέρια σε ερημωμένα αγροκτήματα. Θυμάται πως πολλοί εξ αυτών ήταν τόσο αδύνατοι, που είχαν πρηστεί και μύριζαν άσχημα από την ακραία έλλειψη θρεπτικών συστατικών.

Το νεαρό εκείνο αγόρι, παρέθεσε τα όσα βίωσε και βρήκαμε τα λόγια του σε μια αποκαλυπτική εξιστόρηση από τα τέλη της δεκαετίας του 1980. «Τους έβλεπες να περπατάνε πέρα δώθε, απλά περπατούσαν και περπατούσαν ώσπου κάποιος σωριαζόταν κι έπειτα ένας ακόμα και ούτω καθεξής. Στο νεκροταφείο του χωριού, καταβεβλημένοι γιατροί από το υγειονομικό κέντρο μετέφεραν πτώματα σε φορεία και τα έριχναν σε έναν τεράστιο λάκκο».

Ο φόρος αίματος του Holodomor

Ο ουκρανικός λιμός γνωστός ως Holodomor (συνδυασμός των ουκρανικών λέξεων «πείνα» και «θανατηφόρος») σύμφωνα με μια εκτίμηση, κόστισε τη ζωή σε 3,9 εκατομμύρια ανθρώπους, περίπου το 13% του πληθυσμού. Και, σε αντίθεση με άλλους λιμούς της ιστορίας που προκλήθηκαν από κάποια μάστιγα ή ξηρασία, αυτός προκλήθηκε όταν ένας κομμουνιστής δικτάτορας θέλησε να αντικαταστήσει τα μικρά αγροκτήματα της Ουκρανίας, με κρατικά διαχειριζόμενες κολεκτίβες και να τιμωρήσει τους ανεξάρτητα-σκεπτόμενους Ουκρανούς, οι οποίοι θεωρούνταν εμπόδιο στην ολοκληρωτική εξουσία του.

«Ο λιμός της Ουκρανίας, ήταν μια σαφής περίπτωση ανθρωπογενούς λιμοκτονίας», εξηγεί ο Alex de Waal, εκτελεστικός διευθυντής του ιδρύματος World Peace Foundation στο Πανεπιστήμιο Tufts και συγγραφέας του βιβλίου του 2018, Mass Starvation: The History and Future of Famine. Τον περιγράφει ως «ένα υβρίδιο λιμού που προκλήθηκε από ολέθριες κοινωνικοοικονομικές πολιτικές και που επιβλήθηκε σε έναν συγκεκριμένο πληθυσμό με στόχο την καταστολή και την τιμωρία του».

Εκείνη την εποχή η Ουκρανία – ένα έθνος κατά μήκος της Μαύρης Θάλασσας στα δυτικά της Ρωσίας – ήταν μέρος της Σοβιετικής Ένωσης που τότε κυβερνιόταν από τον Στάλιν. Το 1929, στο πλαίσιο του σχεδίου για την ταχεία δημιουργία μιας πλήρως κομμουνιστικής οικονομίας, ο Στάλιν επέβαλε κολεκτιβοποίηση με την οποία σκόπευε να αντικαταστήσει τα ιδιόκτητα αγροκτήματα με μεγάλες κρατικές κολεκτίβες. Οι μικροί κυρίως αγρότες της Ουκρανίας αντιστάθηκαν, αρνούμενοι να εγκαταλείψουν τη γη και τα μέσα διαβίωσης τους.

Οι αγρότες που αντιστάθηκαν βαφτίστηκαν «κουλάκοι»

Απαντώντας, το σοβιετικό καθεστώς βάφτισε με χλευασμό τους αγωνιζόμενους ως κουλάκους – αγρότες οι οποίοι στη σοβιετική ιδεολογία θεωρούνταν εχθροί του κράτους. Οι σοβιετικοί αξιωματούχοι έδιωξαν με τη βία αυτούς τους χωρικούς από τα αγροκτήματα τους και η μυστική αστυνομία του Στάλιν συνέστησε περαιτέρω να εκτοπιστούν 50.000 αγροτικές οικογένειες στη Σιβηρία, όπως αναφέρει η ιστορικός Anne Applebaum στο βιβλίο της του 2017, Red Famine: Stalin’s War on Ukraine.

Ο Trevor Erlacher, ιστορικός και συγγραφέας που ειδικεύεται στη σύγχρονη Ουκρανική ιστορία και ακαδημαϊκός σύμβουλος στο πανεπιστημιακό κέντρο Ρωσικών, ανατολικοευρωπαϊκών και ευρασιατικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Πίτσμπουργκ, αναφέρει: «Ο Στάλιν φαινόταν ενθουσιασμένος με τον στόχο του να μεταμορφώσει το ουκρανικό έθνος, σύμφωνα με τη θεώρηση του, σε ένα μοντέρνο, προλεταριακό, σοσιαλιστικό έθνος, ακόμα κι αν αυτό συνεπαγόταν τη φυσική εξόντωση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού του».

Η κολεκτιβοποίηση στην Ουκρανία δεν πήγε πολύ καλά. Μέχρι το φθινόπωρο του 1932, περίπου την ίδια εποχή που αυτοκτόνησε η σύζυγος του Στάλιν, Nadezhda Sergeevna Alliluyeva, (η οποία φέρεται να ήταν αντίθετη στην πολιτική κολεκτιβοποίησης) κατέστη σαφές ότι η συγκομιδή σιτηρών της Ουκρανίας θα απέκλινε από τον στόχο των σοβιετικών κεντρικών σχεδιαστών κατά 60%. Εντούτοις, υπήρχε και πάλι τροφή για τους Ουκρανούς χωρικούς, αλλά, όπως αναφέρει η Applebaum στο βιβλίο της, ο Στάλιν διέταξε να κατασχεθούν τα λιγοστά τους αποθέματα, ως τιμωρία για την μη επίτευξη των επιβεβλημένων ποσοστώσεων.

Ο Stephen Norris, καθηγητής ρωσικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Μαϊάμι εξηγεί: «Η λιμοκτονία του 1932-33 προήλθε από ειλημμένες αποφάσεις της σταλινικής κυβέρνησης, αφού κατέστη σαφές ότι το σχέδιο του 1929 δεν είχε πάει τόσο καλά όσο ήλπιζε, προκαλώντας έτσι επισιτιστική κρίση και πείνα». Ο Norris αναφέρει ότι ένα έγγραφο του Δεκεμβρίου του 1932 με τίτλο «Σχετικά με την προμήθεια σιτηρών σε Ουκρανία, Βόρειο Καύκασο και Δυτική Περιφέρεια», οδήγησε το κομματικό επιτελείο να αποσπάσει περισσότερα σιτηρά από περιοχές που δεν είχαν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις ποσοστώσεων που είχαν. Ζήτησε επίσης τη σύλληψη των υπευθύνων που αντιστάθηκαν στα κολεκτιβιστικά αγροκτήματα και των μελών του κόμματος που δεν εκπλήρωσαν τις νέες ποσοστώσεις.

Διατάγματα με τα οποία στοχοποιήθηκαν Ουκρανοί «δολιοφθορείς» 

Εν τω μεταξύ, ο Στάλιν, σύμφωνα με την Applebaum, είχε ήδη συλλάβει δεκάδες χιλιάδες Ουκρανούς δασκάλους και διανοούμενους και αφαίρεσε βιβλία γραμμένα στην ουκρανική γλώσσα από σχολεία και βιβλιοθήκες. Ο Σοβιετικός ηγέτης χρησιμοποίησε την έλλειψη σιτηρών ως δικαιολογία για ακόμα πιο έντονη αντι-ουκρανική καταπίεση. Όπως σημειώνει ο Norris, το διάταγμα του 1932 στόχευσε Ουκρανούς «δολιοφθορείς», διέταξε τους τοπικούς αξιωματούχους να σταματήσουν να χρησιμοποιούν την ουκρανική γλώσσα στην αλληλογραφία τους και κατέστειλε τις Ουκρανικές πολιτιστικές πολιτικές που είχαν αναπτυχθεί τη δεκαετία του 1920.

Όταν οι Σταλινικοί συλλέκτες σοδειάς βγήκαν στην ύπαιθρο, σύμφωνα με μία έκθεση  του 1988, χρησιμοποιούσαν ξύλινα μακριά κοντάρια με μεταλλικές άκρες, για να χτυπούν τα βρώμικα δάπεδα των σπιτιών των αγροτών και να ερευνούν το έδαφος γύρω τους, σε περίπτωση που είχαν θαμμένα αποθέματα σιτηρών. Οι χωρικοί που κατηγορούνταν ότι είχαν κρυμμένα σιτηρά, συνήθως στέλνονταν στη φυλακή, αν και μερικές φορές οι συλλέκτες δεν περίμεναν να επιβληθεί αυτή η τιμωρία. Δύο αγόρια που πιάστηκαν να κρύβουν ψάρια και βατράχους που είχαν πιάσει, για παράδειγμα, χτυπήθηκαν άγρια κι έπειτα οδηγήθηκαν σε ένα χωράφι με τα χέρια τους δεμένα, τους έφραξαν τα στόματα και τις μύτες και τα άφησαν να πεθάνουν από ασφυξία.

Καθώς ο λιμός χειροτέρευε, πολλοί προσπάθησαν να φύγουν αναζητώντας μέρη με περισσότερη τροφή. Κάποιοι πέθαναν στον δρόμο, ενώ άλλοι εμποδίστηκαν από τη μυστική αστυνομία και το σύστημα εσωτερικών διαβατηρίων του καθεστώτος. Οι Ουκρανοί χωρικοί κατέφευγαν σε απεγνωσμένες μεθόδους σε μια προσπάθεια να επιβιώσουν. Σκότωναν κι έτρωγαν τα κατοικίδια ζώα και κατανάλωναν λουλούδια, φύλλα, φλοιό δέντρων και ρίζες. Μια γυναίκα που βρήκε μερικά αποξηραμένα φασόλια ήταν τόσο πεινασμένη που τα έφαγε επί τόπου χωρίς να τα μαγειρέψει και φέρεται να πέθανε όταν επεκτάθηκαν στο στομάχι της, σύμφωνα με την έκθεση .

Ο Erlacher αναφέρει: «Οι πολιτικές που υιοθετήθηκαν από τον Στάλιν και τους υφισταμένους του ως απάντηση στη λιμοκτονία, αφού είχε αρχίσει να καταβάλλεται η ουκρανική ύπαιθρος, αποτελούν τη σημαντικότερη απόδειξη ότι ο λιμός ήταν σκόπιμος. Οι ντόπιοι πολίτες και κρατικοί υπάλληλοι ζητούσαν ανακούφιση από το κράτος. Κύματα προσφύγων έφευγαν από τα χωριά για να αναζητήσουν τροφή στις πόλεις και πέρα ​​από τα σύνορα της Ουκρανικής Σοβιετικής Δημοκρατίας.» Η απάντηση του καθεστώτος, λέει ο Erlacher, ήταν να λάβει μέτρα που χειροτέρεψαν την ήδη οδυνηρή κατάσταση των Ουκρανών.

Μέχρι το καλοκαίρι του 1933, σε μερικά από τα κολεκτιβιστικά αγροκτήματα, είχε απομείνει μόνο το ένα τρίτο των νοικοκυριών που τα αποτελούσε και οι φυλακές και τα στρατόπεδα εργασίας είχαν γεμίσει. Όταν δεν είχε απομείνει σχεδόν κανένας για να εργαστεί στις καλλιέργειες, το καθεστώς του Στάλιν εγκατέστησε Ρώσους χωρικούς από άλλα μέρη της Σοβιετικής Ένωσης στην Ουκρανία, για να αντιμετωπίσει την έλλειψη εργατικού δυναμικού. Αντιμέτωπο με την προοπτική μιας ακόμα ευρύτερης επισιτιστικής καταστροφής, το καθεστώς του Στάλιν το φθινόπωρο του 1933 άρχισε να χαλαρώνει τη συλλογή προμηθειών από την Ουκρανία.

Η Ρωσική κυβέρνηση αρνείται πως ο λιμός ήταν γενοκτονία

Η ρωσική κυβέρνηση που αντικατέστησε τη Σοβιετική, αναγνώρισε ότι ο λιμός συνέβη στην Ουκρανία, αλλά αρνήθηκε ότι ήταν γενοκτονία. Η γενοκτονία ορίζεται στο άρθρο 2 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για την πρόληψη και την τιμωρία του εγκλήματος της γενοκτονίας (1948) ως «οποιαδήποτε πράξη που διαπράττεται με σκοπό να καταστραφούν ολοσχερώς ή εν μέρει εθνικές, εθνοτικές, φυλετικές ή θρησκευτικές ομάδες». Τον Απρίλιο του 2008, το κατώτερο κοινοβούλιο της Ρωσίας εξέδωσε ψήφισμα που δηλώνει ότι «Δεν υπάρχουν ιστορικές αποδείξεις ότι ο λιμός ήταν οργανωμένος σε εθνικό επίπεδο». Ωστόσο, τουλάχιστον 16 χώρες έχουν αναγνωρίσει τη λιμοκτονία της Ουκρανίας ως γενοκτονία και πιο πρόσφατα η Γερουσία των ΗΠΑ, σε ψήφισμα του 2018, επιβεβαίωσε τα συμπεράσματα της επιτροπής του 1988 ότι ο Στάλιν διέπραξε γενοκτονία.

Τελικά, αν και οι πολιτικές του Στάλιν είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο εκατομμυρίων, δεν κατάφεραν να συντρίψουν τις προσδοκίες της Ουκρανίας για αυτονομία και μακροπρόθεσμα, στην πραγματικότητα, είχαν τα αντίθετα αποτελέσματα και γύρισαν μπούμερανγκ. Ο Ιστορικός de Waal λέει πως «η λιμοκτονία συχνά επιτυγχάνει έναν κοινωνικοοικονομικό ή στρατιωτικό σκοπό, όπως η μεταβίβαση της κατοχής γης ή την εκκαθάριση πληθυσμού μιας περιοχής, καθώς οι περισσότεροι προτιμούν να φύγουν παρά να πεθάνουν. Αλλά από πολιτική και ιδεολογική άποψη, είναι πιο συχνά αντιπαραγωγική για τους δράστες. Όπως στην περίπτωση της Ουκρανίας, όπου δημιούργησε τόσο μεγάλο μίσος και δυσαρέσκεια που ενίσχυσε τον ουκρανικό εθνικισμό.»

Τελικά, όταν η Σοβιετική Ένωση κατέρρευσε το 1991, η Ουκρανία έγινε τελικά ένα ανεξάρτητο έθνος – και το Holodomor παραμένει ένα οδυνηρό κομμάτι της κοινής ταυτότητας των Ουκρανών.

 

***

Ο Patrick J. Kiger έχει γράψει στο GQ , στους Los Angeles Times, στο National Geographic, στο PBS NewsHour και στο Military History Quarterly. Είναι ο συν-συγγραφέας (με τον Martin J. Smith) του Poplorica: A Popular History of the Fads, Mavericks, Inventions, and Lore that Shaped Modern America.

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.