Ο καπιταλισμός έσωσε τα παιδιά και τις γυναίκες από τη φτώχεια και την καταπίεση

0
1748

Κατά τη διάρκεια του τρίτου φεμινιστικού κύματος, η Βιομηχανική Επανάσταση έχει απεικονιστεί ως ο σατανάς για την ευημερία των γυναικών και των παιδιών. Η απεικόνιση αυτή βασίζεται στην ψευδή απεικόνιση των γεγονότων και στην ιδεολογία.

 

Της Wendy McElroy

Απόδοση: Ευθύμης Μαραμής

Τα λάθη της πλειοψηφίας των ιστορικών

Ένας καταστροφικός μύθος έχει τυλιχθεί γύρω από τον laissez-faire καπιταλισμό. Αφορά την λανθασμένη αντίληψη ότι η ελεύθερη αγορά βλάπτει τους «ευάλωτους» στην κοινωνία. Ειδικότερα, λέγεται ότι βλάπτει τις γυναίκες και τα παιδιά καθώς εκμεταλλεύεται με σκληρότητα την εργασία τους. Ισχύει το αντίθετο. Ο Laissez-faire καπιταλισμός προσφέρει το στοιχείο που χρειάζονται περισσότερο οι ευάλωτοι για να επιβιώσουν και να αναπτύξουν τη ζωή τους: την επιλογή. Η πιο απελευθερωτική επιλογή που μπορούν να έχουν τα άτομα, είναι η ικανότητα να υποστηρίζουν τους εαυτούς τους και να μην εξαρτώνται από κανέναν για το φαγητό στο τραπέζι τους.

Χρησιμοποιώντας αυτόν τον μύθο ως κυρίαρχη υπόθεση στην έρευνα τους, οι ιστορικοί ήταν εξαιρετικά σκληροί στην ανάλυση ενός από τα πιο απελευθερωτικά φαινόμενα στη Δυτική ιστορία: τη Βιομηχανική Επανάσταση. Από τον 18ο έως τον 19ο αιώνα, ο κόσμος αναπτύχθηκε όσον αφορά την τεχνολογία, τη βιομηχανία, τις μεταφορές, το εμπόριο και τις καινοτομίες που βελτιώνουν τη ζωή όπως τα φθηνά βαμβακερά ρούχα. Μέσα σε δύο αιώνες, το παγκόσμιο κατά κεφαλήν εισόδημα εκτιμάται ότι έχει αυξηθεί κατά δέκα φορές και ο πληθυσμός εξαπλασιάστηκε. Ο βραβευμένος με Νόμπελ οικονομολόγος Robert Emerson Lucas Jr, δήλωσε: «Για πρώτη φορά στην ιστορία, το βιοτικό επίπεδο των μαζών των απλών ανθρώπων άρχισε να βιώνει σταθερή ανάπτυξη…». Η αδιάλειπτη πρόοδος όσον αφορά την ευημερία και τη γνώση, επιτεύχθηκε χωρίς κοινωνική μηχανική ή κεντρικό σχεδιασμό. Προήλθε επιτρέποντας στην ανθρώπινη δημιουργικότητα και στο ατομικό συμφέρον να καλπάζουν ελεύθερα.

Σαφώς υπήρξαν καταχρήσεις. Κάποιες μπορούν να βρεθούν στις προσπάθειες των κυβερνήσεων να εκμεταλλευτούν την ενέργεια και τα κέρδη της περιόδου. Άλλες καταχρήσεις συνέβησαν απλώς και μόνο επειδή κάθε κοινωνία περιλαμβάνει απάνθρωπους ή ανήθικους ανθρώπους που ενεργούν κακόβουλα, ειδικά για το κέρδος. Αυτό δεν αποτελεί κριτική της Βιομηχανικής Επανάστασης αλλά της ανθρώπινης φύσης. Επιπλέον, η οικονομική πρόοδος ξεπέρασε μακράν τις Βικτοριανές πολιτισμικές νοοτροπίες. Τον 18ο αιώνα, οι γυναίκες και τα παιδιά θεωρούνταν ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας και, μερικές φορές, ως σκλάβοι. Η κινητήρια δύναμη της οικονομικής επανάστασης ήταν αυτή που οδήγησε τον πολιτισμό και το νόμο σε ανάλογες δραματικές αλλαγές. Όταν οι γυναίκες εγκατέλειψαν την ύπαιθρο για να αναζητήσουν απασχόληση και εκπαίδευση, έγιναν μια κοινωνική δύναμη που κανείς δεν μπορούσε να αγνοήσει. Έτσι, τα δικαιώματα των γυναικών αναπτύχθηκαν αξιοσημείωτα κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, κάτι που δεν θα συνέβαινε χωρίς τη Βιομηχανική Επανάσταση.

Δυστυχώς, η ευεργετική σχέση μεταξύ του laissez-faire καπιταλισμού και των δικαιωμάτων των γυναικών αγνοείται σήμερα. Κατά τη διάρκεια του δευτέρου μέρους του 20ου αιώνα, το κυρίαρχο φεμινιστικό αφήγημα αντέστρεψε τον κινητήρα που συνέβαλε τόσο πολύ στην ίση αντιμετώπιση των γυναικών: Αντί να υπερασπίζονται την ελευθερία της αγοράς, ενσωμάτωσαν νομικά προνόμια για τις γυναίκες στο όνομα της ισότητας. Η ελεύθερη αγορά και το laissez-faire δαιμονοποιήθηκαν ως εργαλεία καταπίεσης που απαιτούσαν θεραπεία μέσω νόμων περί σεξουαλικής παρενόχλησης, δικαστικών αγωγών κατά των διακρίσεων, συστημάτων ποσοστώσεων και μυριάδων άλλων κανονιστικών ρυθμίσεων στο χώρο εργασίας.

Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, η Βιομηχανική Επανάσταση έχει απεικονιστεί ως ο σατανάς για την ευημερία των γυναικών και των παιδιών. Η παρουσίαση αυτή βασίζεται στην ψευδή απεικόνιση των γεγονότων και στην ιδεολογία.

Παραποίηση των γεγονότων όσον αφορά την παιδική εργασία

Οδυνηρές εικόνες έρχονται αμέσως στο νου, όταν οι λέξεις «παιδιά» και  «Βιομηχανική Επανάσταση» αναφέρονται στην ίδια πρόταση: ένα πεντάχρονο παιδί που κατεβαίνει με σχοινί σε ένα ανθρακωρυχείο, σκελετωμένα παιδιά που εργάζονται σε μη ασφαλή υφαντουργικά εργοστάσια, ο Όλιβερ του Καρόλου Ντίκενς να προτάσσει ένα ξύλινο μπολ ζητώντας μια ακόμα κουταλιά σούπα. Αυτές οι εικόνες χρησιμοποιούνται για να καταδικάσουν την ελεύθερη αγορά και τη Βιομηχανική Επανάσταση. Μερικές φορές χρησιμοποιούνται για να επαινέσουν τους «ανθρωπιστές» πολιτικούς που ψήφισαν νόμους σχετικά με την παιδική εργασία για να περιορίσουν τη σκληρότητα. Αυτή η ανάλυση προκαλεί έντονα την κατανοητή φρίκη που κάθε αξιοπρεπής άνθρωπος αισθάνεται για την εκμετάλλευση οποιουδήποτε παιδιού. Αλλά είναι μια βαθύτατα εσφαλμένη ανάλυση.

Ένα από τα σφάλματα αγνοεί μια βασική διάκριση. Η Βρετανία στις αρχές του 19ου αιώνα είχε δύο μορφές παιδικής εργασίας: ελεύθερα παιδιά και παιδιά ενορίας ή «άπορα», που ήταν υπό την αιγίδα της κυβέρνησης. Οι ιστορικοί JL και Barbara Hammond, των οποίων η εργασία για τη βρετανική βιομηχανική επανάσταση και την παιδική εργασία θεωρείται καθοριστική, αναγνώρισαν αυτή τη διάκριση. Ο οικονομολόγος της ελεύθερης αγοράς Lawrence W. Reed, στο δοκίμιό του «Παιδική Εργασία και Βρετανική Βιομηχανική Επανάστασις», πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα ​​υπογραμμίζοντας τη σημασία αυτής της διάκρισης.

Αναφέρει:

«Τα παιδιά της ελεύθερης εργασίας ζούσαν με τους γονείς ή τους κηδεμόνες τους και εργάζονταν κατά τη διάρκεια της ημέρας με μισθούς συμφωνημένους από αυτούς τους ενήλικες, αλλά οι γονείς συχνά αρνούνταν να στείλουν τα παιδιά τους σε ασυνήθιστα σκληρές ή επικίνδυνες καταστάσεις εργασίας. Οι ιδιοκτήτες ιδιωτικών εργοστασίων δεν μπορούσαν να εξαναγκάσουν δια της βίας τα παιδιά της «ελεύθερης εργασίας», δεν μπορούσαν να τα αναγκάσουν να εργαστούν σε συνθήκες που οι γονείς τους θεωρούσαν απαράδεκτες».

Αντίθετα, τα παιδιά της ενορίας ήταν υπό την άμεση εξουσία κυβερνητικών αξιωματούχων. Ενορίες πτωχοκομείων υπήρχαν για αιώνες, αλλά η συμπάθεια για τους καταπιεσμένους μειώθηκε από το γεγονός ότι οι φόροι για την ανακούφιση των φτωχών το 1832 ήταν πάνω από πέντε φορές υψηλότεροι από ο, τι ήταν το 1760. (Το βιβλίο του Gertrude Himmelfarb Η ιδέα της φτώχειαςκαταγράφει αυτή τη μεταβολή της στάσης απέναντι στους φτωχούς: από συμπόνια σε αποδοκιμασία.) Το 1832, εν μέρει κατόπιν επιθυμίας των παραγωγών που διψούσαν για εργατικά χέρια, η Βασιλική Νομική Επιτροπή για τους Φτωχούς, ξεκίνησε έρευνα σχετικά με την «πρακτική λειτουργία των νόμων για την ανακούφιση των φτωχών.» Η έκθεσή της διαχώρισε τους φτωχούς σε δύο βασικές κατηγορίες: τους άπορους τεμπέληδες που λαμβάνουν κυβερνητική βοήθεια και τους εργατικούς απασχολούμενους φτωχούς που ήταν αυτοσυντηρούμενοι. Το αποτέλεσμα ήταν ο νόμος για τους φτωχούς του 1834, τον οποίο ο πολιτικός Benjamin Disraeli αποκάλεσε: ανακοίνωση ότι «η φτώχεια είναι έγκλημα».

Ο νόμος για τους φτωχούς αντικατέστησε την εξωγενή ανακούφιση (επιδοτήσεις και οικονομική βοήθεια) με «σπίτια των φτωχών» στα οποία τα άπορα παιδιά ήταν ουσιαστικά φυλακισμένα. Εκεί, οι συνθήκες έγιναν σκόπιμα σκληρές για να αποθαρρύνουν τους ανθρώπους από το να κάνουν αιτήσεις παραμονής. Σχεδόν κάθε κυβερνητική ενορία στη Μεγάλη Βρετανία είχε ένα «απόθεμα» εγκαταλελειμμένων παιδιών πτωχοκομείων, τα οποία ουσιαστικά αγοράζονταν και πωλούνταν σε εργοστάσια. βίωσαν τη βαθύτερη φρίκη της παιδικής εργασίας.

Αναλογιστείτε τη δυστυχή θέση του «σαρωτή» στα κλωστοϋφαντουργικά εργοστάσια. Συνήθως, οι σαρωτές ήταν μικρά παιδιά – περίπου έξι ετών – αρμόδια να περισυλλέγουν βαμβάκι που έπεφτε κάτω από τα μηχανήματα. Επειδή οι μηχανές λειτουργούσαν, η δουλειά ήταν επικίνδυνη και οι φρικτοί τραυματισμοί ήταν συνηθισμένοι. «Ευτυχώς» για τους επιχειρηματίες που επιθυμούσαν να χρησιμοποιήσουν το κράτος προς όφελός τους, η κυβέρνηση δεν είχε κανέναν ενδοιασμό για την αποστολή παιδιών ενοριών για να εργαστούν κάτω από μηχανές εν λειτουργία. Τα περισσότερα από τα παιδιά ενοριών δεν είχαν άλλη εναλλακτική λύση από αυτή την εργασία ή από την πείνα ή μια εγκληματική ζωή.

Δεν είναι τυχαίο ότι το πρώτο μυθιστόρημα σχετικά με τη βιομηχανία που δημοσιεύθηκε στη Βρετανία ήταν το Michael Armstrong: Factory Boy από τον Frances Trollope. Ο Michael ήταν μαθητευόμενος σε μια υπηρεσία για άπορα παιδιά. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Oliver Twist δεν κακομεταχειριζόταν από τους γονείς του ή από κάποιο ιδιώτη καταστηματάρχη, αλλά από τους βίαιους υπευθύνους του πτωχοκομείου σε σχέση με τους οποίους ο Fagin ήταν ανθρωπιστής. Πρέπει να θυμόμαστε ότι, στην ηλικία των δώδεκα ετών, με την οικογένειά του στη φυλακή, ο ίδιος ο Ντίκενς ήταν άπορο παιδί, σκλάβος σε εργοστάσιο. Ο Reed παρατηρεί ότι «ο πρώτος νόμος στη Βρετανία που εφαρμόστηκε για τα παιδιά των εργοστασίων, ψηφίστηκε για να προστατεύσει ακριβώς τα παιδιά των κυβερνητικών ενοριών, όχι τα παιδιά της ελεύθερης εργασίας». Ο νόμος ήταν ρητός ως προς αυτό.

Έτσι, υποστηρίζοντας την κανονιστική ρύθμιση για την παιδική εργασία, οι κοινωνικοί μεταρρυθμιστές ζήτησαν από την κυβέρνηση να διορθώσει την κακομεταχείριση για την οποία η ίδια η κυβέρνηση ήταν υπεύθυνη. Για μια ακόμη φορά, η κυβέρνηση αποτελούσε την ασθένεια που μεταμφιέστηκε σε θεραπεία του εαυτού της.

Παραπλανητική ιδεολογία όσον αφορά τις γυναίκες

Η εσφαλμένη παρουσίαση των γεγονότων σχετικά με την παιδική εργασία και τη Βιομηχανική Επανάσταση είναι παράλληλη με την λανθασμένη ιδεολογία με την οποία αναλύεται και το θέμα των γυναικών. Αναμφίβολα, οι γυναίκες ήταν οι κύριες οικονομικά ευνοημένες στη Βιομηχανική Επανάσταση. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην άσχημη οικονομική τους κατάσταση στην περίοδο προ της Βιομηχανικής Επανάστασης. Απλά είχαν να κερδίσουν περισσότερα από ο,τι οι άνδρες.

Όταν οι γυναίκες είχαν την ευκαιρία να εγκαταλείψουν την αγροτική ζωή για θέσεις σε εργοστάσια και οικιακή εργασία, κατευθύνθηκαν μαζικά στις πόλεις. Υπό την σύγχρονη οπτική, οι συνθήκες εργασίας και διαβίωσης ήταν τρομερές, με πολλές γυναίκες να στρέφονται στην πορνεία για να διατηρήσουν ένα κεραμίδι πάνω από τα κεφάλια τους. Όσο φοβερές και αν ήταν οι συνθήκες, ωστόσο, δεν πρέπει να αγνοηθεί ένα θεμελιώδες στοιχείο. Οι ίδιες οι γυναίκες πίστευαν ότι η μετάβαση στην πόλη ήταν προς το συμφέρον τους, αλλιώς δεν θα έκαναν ποτέ το ταξίδι ή αλλιώς θα επέστρεφαν απογοητευμένες σπίτι τους πίσω στην αγροτική ζωή. Με το το να πούμε πως η εργοστασιακή δουλειά «έβλαψε» τις γυναίκες του 18ου ή του 19ου αιώνα, σημαίνει πως αγνοούμε την αποδεδειγμένη προτίμηση που εξέφρασαν οι ίδιες. Αγνοούμε τη φωνή των επιλογών τους. Σαφώς, οι γυναίκες πίστευαν ότι ήταν μια βελτίωση για τη ζωή τους.

Ένα σημαντικό μέρος της ιστορίας των φεμινιστριών, αποτελεί μια προσπάθεια να αγνοηθούν οι φωνές των γυναικών που κάνουν τις επιλογές τους. Μια κοινή μέθοδος είναι να ερμηνεύεται ξανά η πραγματικότητα που περιβάλλει τις επιλογές και, στη συνέχεια, να επιβάλλεται αυτή η νέα ερμηνεία, ώστε οι «επιλογές» να μην φαίνονται πλέον ελεύθερες αλλά εξαναγκασμένες.

Ένα βασικό έργο για την κατανόηση της ιστορικής ανάλυσης της Βιομηχανικής Επανάστασης που προσφέρεται από το φεμινισμό των φύλων, είναι η εξαιρετικά σημαντική επιρροή του Friedrich Engels με το: Η προέλευση της οικογένειας, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και του κράτους (1884). Ο Engels ισχυρίστηκε ότι η καταπίεση των γυναικών ξεπήδησε από την πυρηνική οικογένεια αλλά ήταν αντίθετος στην ιδέα ότι η οικογένεια αυτή καθεαυτή έθετε ως υποδεέστερες τις γυναίκες σε όλη την ιστορία. Αντ’ αυτού, φόρτωσε την ευθύνη στις πλάτες του καπιταλισμού, ο οποίος πίστευε ότι είχε καταστρέψει το κύρος που απολάμβαναν κάποτε οι γυναίκες στην οικογένεια.

Γράφει ο Engels:

Η σκέψη πως η γυναίκα ήταν σκλάβος του άντρα στην έναρξη της κοινωνίας, είναι μια από τις πιο παράλογες… Οι γυναίκες όχι μόνο ήταν ελεύθερες, αλλά διατηρούσαν μια πολύ σεβαστή θέση στα αρχικά στάδια του πολιτισμού και αποτελούσαν την μεγάλη δύναμη μεταξύ των οικογενειών.

Έτσι, οι προ-βιομηχανικοί χρόνοι παρουσιάστηκαν ρομαντικά ως μια περίοδος κατά την οποία οι γυναίκες είχαν εξουσία. Ο Engels ισχυρίστηκε ότι η εκβιομηχάνιση προκάλεσε έναν διαχωρισμό μεταξύ της οικιακής και της παραγωγικής εργασίας μέσω της οποίας εξελίχθηκε η ανισότητα της πυρηνικής οικογένειας. Έτσι, η γυναικεία εργασία έγινε μια σημαντική μεν αλλά δευτερεύουσα πτυχή της απελευθέρωσης του εργατικού δυναμικού των ανδρών, το οποίο τροφοδότησε την καπιταλιστική μηχανή. Μάλλον, η αναμφισβήτητη πρόοδος για τις γυναίκες που συνοδεύτηκε από τη Βιομηχανική Επανάσταση – συμπεριλαμβανομένης της αύξησης του μέσου όρου ζωής και των πολιτικών δικαιωμάτων – αποκτήθηκαν με πολύ υψηλό κόστος.

Ωστόσο, η ανάλυση του Engels παρουσίασε ένα πρόβλημα για τις φεμινίστριες. O Engels θεωρεί ότι οι άνδρες ως φύλο δεν είχαν κανένα συμφέρον να ασκήσουν εξουσία πάνω στις γυναίκες, διότι ανέλυε τα ανθρώπινα όντα από την άποψη της ταξικής σχέσης – δηλαδή της σχέσης τους με τα μέσα παραγωγής. Οι φεμινίστριες ήθελαν ένα πλαίσιο τόσο σεξουαλικής, όσο και ταξικής καταπίεσης. Για να εξηγήσουν γιατί οι γυναίκες (σε αντίθεση με τους άνδρες) έχουν συμφέροντα που έρχονται σε σύγκρουση με τον καπιταλισμό, οι φεμινίστριες προχώρησαν πέρα ​​από τον Engels στην ανάλυσή τους. Εξέλιξαν μια θεωρία πατριαρχίας – του αρσενικού καπιταλισμού – στον οποίο οι γυναίκες καταπιέζονται από την αρσενική κουλτούρα μέσω του μηχανισμού του laissez-faire καπιταλισμού. Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την προηγούμενη ανάλυση των ευκαιριών της ελεύθερης αγοράς, που αποτελούν την κοινωνική θεραπεία για τις γυναίκες που πλήττονται πολιτιστικά από την ανδρική προκατάληψη ή τα ανδρικά προνόμια.

Με πιο ρητό τρόπο, πώς λειτουργεί αυτή η θεραπεία; Ένας εργοδότης θέλει να μεγιστοποιήσει το κέρδος του για κάθε ευρώ που ξοδεύει. Αυτό δημιουργεί ένα ισχυρό κίνητρο στο να αδιαφορεί για όλα τα υπόλοιπα εκτός από την αξία ενός υπαλλήλου, να αδιαφορεί για τη φυλή, το φύλο, τη θρησκεία ή άλλα χαρακτηριστικά εκτός της παραγωγικότητας. Μια εξειδικευμένη γυναίκα που εργάζεται για 1€ λιγότερο από έναν εξίσου εξειδικευμένο άνδρα, θα πάρει συνήθως τη δουλειά. Εάν δεν το κάνει, τότε ένας ανταγωνιστής χωρίς προκαταλήψεις θα την προσλάβει και ο προκατειλημμένος θα χάσει ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Όταν αυτή η δυναμική εμφανίζεται σε τεράστια κλίμακα, οι εργαζόμενες γυναίκες είναι σταδιακά σε θέση να απαιτήσουν όλο και υψηλότερους μισθούς και να περιορίσουν τη διαφορά του 1€. Ο παράγοντας «οριζοντίωσης επιπέδων» δεν συμβαίνει αμέσως, δεν συμβαίνει τέλεια. Αλλά με την πάροδο του χρόνου, από καθαρό συμφέρον, οι εργοδότες γίνονται αδιάφοροι για τη φυλή και το φύλο επειδή είναι προς το δικό τους συμφέρον. Το κάνουν στο όνομα του κέρδους και όλοι επωφελούνται.

Οι φεμινίστριες που διαφωνούν με αυτή τη διαδικασία ισορροπίας επιπέδων, δεν υποστηρίζουν την ίδια την ισότητα. Υποστηρίζουν μια ισότητα που υπάρχει μόνο για τους «σωστούς» λόγους και μόνο με τους «κατάλληλους» όρους. Οι ενστάσεις τους για τη Βιομηχανική Επανάσταση δεν είναι εμπειρικές αλλά ιδεολογικές. Ακριβώς όπως δεν τους άρεσαν οι φωνές των γυναικών του 18ου και του 19ου αιώνα που συνέρρευσαν στα εργοστάσια, με τον ίδιο τρόπο απορρίπτουν και αυτό που λέει η ελεύθερη αγορά για την ισότητα.

Συμπέρασμα

Είτε η συκοφαντία οφείλεται σε ψευδείς απεικονίσεις των γεγονότων ή επέρχεται υπό το βάρος ιδεολογίας, η Βιομηχανική Επανάσταση παρουσιάζεται πάντα δυσφημιστικά στην ιστορία. Ή, μάλλον, από την πλειονότητα των ιστορικών. Χωρίς να αποφεύγει τις αδικίες που προκύπτουν αναπόφευκτα κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε περιόδου, η Βιομηχανική Επανάσταση καθιέρωσε την ελευθερία την οποία οι άνθρωποι θεωρούν τόσο συνηθισμένη ώστε να μπορούν να την αντιμετωπίζουν με περιφρόνηση. Ίσως η διάσωση της φήμης της Βιομηχανικής Επανάστασης, θα είναι η αναμφισβήτητη ευημερία που δημιούργησε. Σήμερα, η ευημερία φαίνεται πιο σεβαστή από την ελευθερία, αν και οι δύο είναι άρρηκτα συνδεδεμένες.

***

 

  • H Wendy McElroy είναι συγγραφέας. Είναι Καναδή ατομικίστρια, φεμινίστρια και υποστηρίζει τον αναρχοκαπιταλισμό. Υπήρξε συνιδρυτής μαζί με τον Carl Watner και τον George H. Smith του περιοδικού Voluntaryist το 1982 και είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων μεταξύ των οποίων τα National Identification Systems: Essays in Opposition, Debates of Liberty: An Overview of Individualist Anarchism, 1881–1908, Liberty for Women: Freedom and Feminism in the Twenty-First Century, Sexual Correctness: The Gender-Feminist Attack on Women κ.α.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Ludwig von Mises: Redeeming the Industrial Revolution

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.