Γιατί η σύγχρονη οικονομική «ορθοδοξία» δεν μπορεί να προβλέψει τις κρίσεις;

0
459

Φαίνεται ότι, ανεξάρτητα από την κατανόησή μας για τις βασικές αιτίες πίσω από τις κρίσεις, οι αρχές θα πρέπει πάντα να εφαρμόζουν ισχυρή δημοσιονομική και νομισματική πολιτική ισχυρίζεται ο Martin Wolf

του Frank Shostak
Απόδοση: Μιχάλης Γκουντής

Εισαγωγή

Στο άρθρο του που κυκλοφόρησε στις 21 Μαρτίου του 2018, «Economics failed us before the global crisis«, ο Martin Wolf, οικονομικός συντάκτης των The Financial Times, εξέφρασε κάποιες αμφιβολίες σχετικά με τη μακροοικονομία:

«Τα οικονομικά είναι, όπως και η ιατρική (και σε αντίθεση με την κοσμολογία), μια πρακτική επιστήμη. Στόχος τους είναι να κάνει τον κόσμο καλύτερο. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τη μακροοικονομία, η οποία εφευρέθηκε από τον John Maynard Keynes σε απάντηση στη Μεγάλη Ύφεση του ’29. Οι δοκιμασίες στις οποίες υποβάλλονται τα οικονομικά αφορούν το κατά πόσο οι ειδικοί καταλαβαίνουν τι μπορεί να πάει στραβά στην οικονομία και πώς να το διορθώσουν. Όταν η χρηματοπιστωτική κρίση που μας έπληξε το 2007 εξέπληξε σχεδόν όλους τους οικονομολόγους, η οικονομική επιστήμη απέτυχε στην πρώτη από αυτές τις δοκιμασίες. Τα κατάφερε καλύτερα στο να προτείνει λύσεις. Παρ’ όλα αυτά, χρειάζεται αναθεώρηση».

 

Ο Martin Wolf υποστηρίζει ότι μια κατάσταση θα μπορούσε να προκύψει όπου η οικονομία θα μπορούσε να καταλήξει σε αυτοενισχυόμενες περιόδους κρίσης. Εάν αυτή η πιθανότητα υπάρχει, τότε είναι ζωτικής σημασίας να αντιμετωπίσουμε με αποφασιστικότητα τις κρίσεις. Φαίνεται ότι, ανεξάρτητα από την κατανόησή μας για τις βασικές αιτίες πίσω από τις κρίσεις, οι αρχές θα πρέπει πάντα να εφαρμόζουν ισχυρή δημοσιονομική και νομισματική πολιτική ισχυρίζεται ο Martin Wolf. Με αυτόν τον τρόπο σκέψης, οι ισχυρές δημοσιονομικές και νομισματικές πολιτικές με κάποιο τρόπο θα διορθώσουν τα πράγματα:

«Ένα μεγάλο ερώτημα δεν είναι μόνο εάν γνωρίζουμε πώς να ανταποκριθούμε σε μια κρίση, αλλά αν όντως το κάναμε. Συνεισφέροντας στην οικονομική σκέψη, ο βραβευμένος με Νόμπελ Paul Krugman υποστηρίζει, κατά τη γνώμη μου πειστικά, ότι οι βασικές λύσεις του Κεϋνσιανισμού, μια ισχυρή δημοσιονομική και νομισματική παρέμβαση, παραμένουν σωστές».

 

Παρόλο που συμφωνεί με τον Krugman, ο Martin Wolf πιστεύει ότι παραμένουμε σε άγνοια για τον τρόπο λειτουργίας των οικονομιών. Έχοντας εκφράσει αυτό, περιέργως ο Martin Wolf εξακολουθεί να πιστεύει ότι οι κεϋνσιανές πολιτικές θα μπορούσαν να βοηθήσουν κατά τη διάρκεια μιας οικονομικής κρίσης.

Για τον Martin Wolf όπως και για τους περισσότερους μέηνστρημ οικονομολόγους, η κεϋνσιανή «θεραπεία» αντιμετωπίζεται πάντοτε ως εξαιρετικά επωφελής. Εάν έχετε αμφιβολίες απλώς τυπώστε περισσότερα χρήματα και αυξήστε τις κυβερνητικές δαπάνες για την επίλυση κάθε πιθανής οικονομικής κρίσης. Δεν κατανοεί όμως ο συγγραφέας μας ότι, χωρίς να κατανοήσουμε τα αίτια μιας κρίσης, η χορήγηση κεϋνσιανικών θεραπειών θα μπορούσε να κάνει τα πράγματα πολύ χειρότερα.

Μεγάλες δαπάνες και χαλαρή νομισματική πολιτική ως η «λύση» στις κρίσεις

Οι υποστηρικτές των μεγάλων κυβερνητικών δαπανών και της χαλαρής χρηματοπιστωτικής πολιτικής, όταν η οικονομία πέφτει σε κρίση, υποστηρίζουν ότι οι μεγαλύτερες δαπάνες της κυβέρνησης σε συνδυασμό με την αύξηση της προσφοράς χρήματος θα ενισχύσουν τη νομισματική ροή και αυτό με τη σειρά της θα ενισχύσει την οικονομία. Ποιος είναι ο λόγος πίσω από αυτόν τον τρόπο σκέψης;

Με αυτόν τον τρόπο σκέψης, η οικονομική δραστηριότητα παρουσιάζεται από την άποψη της κυκλικής ροής των χρημάτων. Η δαπάνη από ένα άτομο γίνεται μέρος των κερδών ενός άλλου ατόμου και η δαπάνη από το άλλο άτομο γίνεται μέρος των κερδών του πρώτου ατόμου. Έτσι εάν για κάποιο λόγο οι άνθρωποι έχουν γίνει λιγότερο σίγουροι για το μέλλον και έχουν αποφασίσει να μειώσουν τις δαπάνες τους, αυτό θα αποδυναμώσει την κυκλική ροή των χρημάτων. Μόλις ένα άτομο αρχίσει να ξοδεύει λιγότερα, αυτό επιδεινώνει την κατάσταση κάποιου άλλου ατόμου, ο οποίος με τη σειρά του μειώνει επίσης τις δαπάνες του.

Μετά από αυτή τη λογική, προκειμένου να αποφευχθεί η ύφεση, η κυβέρνηση και η κεντρική τράπεζα θα πρέπει να παρέμβουν και να αυξήσουν τις κυβερνητικές δαπάνες και τη νομισματική επέκταση, καλύπτοντας έτσι το έλλειμμα στις δαπάνες του ιδιωτικού τομέα. Μόλις αποκατασταθεί η κυκλική νομισματική ροή, τα πράγματα θα πρέπει να επανέλθουν στο φυσιολογικό και να αποκατασταθεί η υγιής οικονομική ανάπτυξη, ισχυρίζονται.

Το πρόβλημα με την μέηνστρημ αντίληψη

Δεδομένου ότι η κυβέρνηση δεν είναι η ίδια γεννήτρια πλούτου, αυτό σημαίνει ότι κάθε φορά που αυξάνει τις δαπάνες της, αυξάνει επίσης τον ρυθμό της εκτροπής του πλούτου από τον ιδιωτικό τομέα που τον δημιουργεί εξ αρχής. Ως εκ τούτου, όσο περισσότερο η κυβέρνηση σκοπεύει να δαπανήσει, τόσο μεγαλύτερο πλούτο θα αφαιρέσει από τους παραγωγούς. Με την εκτροπή του πραγματικού πλούτου προς διάφορες μη παραγωγικές δραστηριότητες, η αύξηση των κυβερνητικών δαπανών υπονομεύει στην πραγματικότητα τη διαδικασία δημιουργίας πλούτου και αποδυναμώνει τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας με την πάροδο του χρόνου.

Η όλη ιδέα ότι η κυβέρνηση μπορεί να αναπτύξει μια οικονομία προέρχεται από τον κεϋνσιανό πολλαπλασιαστή. Με αυτόν τον τρόπο σκέψης η αύξηση των κυβερνητικών δαπανών οδηγεί στην παραγωγή της οικονομίας κατά ένα πολλαπλάσιο της αρχικής δαπάνης της κυβέρνησης.

Κυβερνητικές δαπάνες και παραγωγή πλούτου

Ας εξετάσουμε τις επιπτώσεις της αύξησης των δαπανών της κυβέρνησης στη συνολική παραγωγή της οικονομίας. Μπορεί μια τέτοια αύξηση να οδηγήσει σε περισσότερη παραγωγή, όπως ισχυρίζεται η λαϊκή σοφία; Όχι. Αντίθετα, θα υποβαθμίσει τους παραγωγούς. Μέσω φορολογίας ή άλλων μέσων, όπως είναι τα δάνεια, η κυβέρνηση αναγκάζει τους παραγωγούς να πρέπει να ανταλλάξουν τα προϊόντα τους για κυβερνητικές υπηρεσίες, δηλαδή για αγαθά και υπηρεσίες που είναι πιθανό να βρίσκονται χαμηλότερα στις προτεραιότητες των παραγωγών κάτι που με τη σειρά του αποδυναμώνει την παραγωγή πλούτου. Όπως μπορούμε να δούμε, όχι μόνο η αύξηση των κυβερνητικών δαπανών δεν καταφέρνει να αυξήσει τη συνολική παραγωγή με ένα θετικό πολλαπλάσιο, αλλά αντίθετα οδηγεί στην αποδυνάμωση της γενικότερης διαδικασίας παραγωγής πλούτου.

Λέει επομένως ο Ludwig von Mises:

«… πρέπει να υπογραμμιστεί η αλήθεια ότι μια κυβέρνηση μπορεί να δαπανήσει ή να επενδύσει μόνο αφαιρώντας αυτό που χρειάζεται από τους πολίτες της και ότι οι πρόσθετες δαπάνες και οι επενδύσεις της περιορίζουν τις δαπάνες και τις επενδύσεις των πολιτών στο πλήρες μέγεθος της ποσότητας τους». 1

 

Η πραγματική αιτία των οικονομικών υφέσεων

Σύμφωνα με την Αυστριακή Σχολή Οικονομικών, την οποία ο Martin Wolf φαίνεται να αγνοεί, κατά κανόνα, μια ύφεση προκαλείται ως συνέπεια της μείωσης του ρυθμού αύξησης της προσφοράς χρήματος. Συνήθως αυτό συμβαίνει ως αντίδραση σε μια αυστηρότερη στάση της κεντρικής τράπεζας. Διάφορες δραστηριότητες που προέκυψαν από το προηγούμενο μεγάλο ρυθμό αύξησης των χρημάτων (συνήθως λόγω της προηγούμενης χαλαρής νομισματικής πολιτικής της κεντρικής τράπεζας) βρίσκονται υπό πίεση.

Αυτές οι δραστηριότητες δεν μπορούν να υποστηριχθούν, επιβιώνουν λόγω της υποστήριξης που παρέχει η αύξηση της προσφοράς χρήματος. Αυτή η αύξηση της ποσότητας χρήματος, κατευθύνει πόρους μακριά από την παραγωγή πραγματικών αγαθών. Κατά συνέπεια, αυτό αποδυναμώνει αυτές τις συγκεκριμένες παραγωγικές δραστηριότητες. Δηλαδή αποδυναμώνει τις δραστηριότητες που δημιουργούν πραγματικό πλούτο. Μια αυστηρότερη στάση της Κ.Τ. και μια επακόλουθη πτώση του ρυθμού αύξησης του χρήματος υπονομεύει διάφορες μη παραγωγικές δραστηριότητες και αυτό αποτελεί και την ουσία της ύφεσης.

Δεδομένου ότι οι μη παραγωγικές δραστηριότητες δεν μπορούν να υποστηριχθούν, μιας και δεν είναι κερδοφόρες, μόλις μειωθεί ο ρυθμός αύξησης της προσφοράς χρήματος, οι δραστηριότητες αυτές αρχίζουν να επιδεινώνονται. (Η πτώση του ρυθμού αύξησης των χρημάτων σημαίνει ότι οι μη παραγωγικές δραστηριότητες αποκόπτονται από την πρόσβαση σε οικονομικούς πόρους.)

Επομένως, η ύφεση στην πραγματικότητα έχει να κάνει με την ρευστοποίηση των πλέον μη παραγωγικών και κερδοφόρων δραστηριοτήτων που δημιουργήθηκαν από αυτήν την τεχνητή αύξηση του χρήματος στην οικονομία.

Προφανώς, τόσο η επιθετική δημοσιονομική όσο και η νομισματική πολιτική, η οποία θα παράσχει στήριξη σε μη παραγωγικές δραστηριότητες, θα ξεκινήσει εκ νέου τη διαδικασία αποδυνάμωσης της πραγματικής δημιουργίας πλούτου, αποδυναμώνοντας έτσι τις προοπτικές μιας ουσιαστικής οικονομικής ανάκαμψης.

Γι’ αυτό οι οικονομολόγοι της Αυστριακής Σχολής, όπως ο Ludwig von Mises και ο Murray Rothbard, έκριναν ότι όταν μια οικονομία πέσει σε ύφεση, η κυβέρνηση και η κεντρική τράπεζα θα πρέπει να συγκρατηθούν και να το κάνουν όσο το δυνατόν συντομότερα. Να μην κάνουν στην ουσία τίποτα.

Η θεραπεία της κρίσης έγκειται στην αποχή της κυβέρνησης από την οικονομία

Σε αντίθεση με τον Martin Wolf, κατά τη διάρκεια μιας οικονομικής κρίσης, αυτό που απαιτείται από την κυβέρνηση και την κεντρική τράπεζα είναι να κάνουν όσο το δυνατόν λιγότερα. Με λιγότερη παραποίηση, ο πιο πραγματικός πλούτος παραμένει στους παραγωγούς πλούτου, γεγονός που τους επιτρέπει να διευκολύνουν την περαιτέρω επέκταση της δεξαμενής πραγματικών αγαθών και υπηρεσιών.

Με μεγαλύτερο πλούτο, θα είναι πολύ πιο εύκολο να απορροφηθούν διάφοροι ανενεργοί πόροι και να εξαλειφθεί η κρίση. Οι επιθετικές νομισματικές και δημοσιονομικές πολιτικές θα βλάψουν μόνο τη διαδικασία δημιουργίας πλούτου, γεγονός που θα καταστήσει τα πράγματα πολύ χειρότερα. Όσο το απόθεμα του πραγματικού πλούτου εξακολουθεί να αναπτύσσεται, η κυβέρνηση και η κεντρική τράπεζα θα μπορούσαν να ξεφύγουν με την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να αναπτύξουν την οικονομία. Μόλις το απόθεμα αρχίσει να παραμένει στάσιμο ή να μειώνεται η ψευδαίσθηση της κυβέρνησης και των πολιτικών των κεντρικών τραπεζών θρυμματίζεται.

Κλείνοντας

Ο βασικός λόγος για τον οποίο τα κεϋνσιανικά οικονομικά αδυνατούν να εξηγήσουν την ύπαρξη των οικονομικών κρίσεων οφείλεται στο γεγονός ότι αγνοούν τον βασικό παράγοντα πίσω από αυτές, δηλαδή την πολιτική παρέμβαση της κυβέρνησης και της κεντρικής τράπεζας.

***

Δημοσιευμένο αρχικά στο Mises Institute

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





 Διαβάστε περισσότερα:
  1.  Ludwig von Mises, Human Action ,3rd revised edition, Contemporary Books Inc, σελ. 744.