Μία φιλελεύθερη θεωρία για την μετανάστευση

0
1645
Ο κρατικός παρεμβατισμός σε διεθνές επίπεδο, έχει μια διπλή και αντιφατική πτυχή. Από τη μία πλευρά, δυσκολεύουν οι κινητοποιήσεις που συμφωνήθηκαν οικειοθελώς από τους εμπλεκόμενους (ντόπιοι μιας χώρας και αλλοδαποί). Από την άλλη πλευρά, μαζικές διεθνείς μεταναστευτικές κινήσεις προωθούνται τεχνητά από τις επιδοτήσεις και τα πλεονεκτήματα που προσφέρει το κοινωνικό κράτος.
Ο κρατικός παρεμβατισμός σε διεθνές επίπεδο, έχει μια διπλή και αντιφατική πτυχή. Από τη μία πλευρά, δυσκολεύουν οι μεταναστευτικές κινήσεις που συμφωνήθηκαν οικειοθελώς από τους εμπλεκόμενους (ντόπιοι μιας χώρας και αλλοδαποί). Από την άλλη πλευρά, μαζικές διεθνείς μεταναστευτικές κινήσεις προωθούνται τεχνητά από τις επιδοτήσεις και τα πλεονεκτήματα που προσφέρει το κοινωνικό κράτος.

Για διάφορους λόγους, είναι απαραίτητο να θεσπιστεί ένα σύνολο αρχών συμβατών με την φιλελεύθερη ιδεολογία, που θα πρέπει να λειτουργούν ως κατευθυντήριες γραμμές σήμερα.

 

Του Jesús Huerta de Soto

Απόδοση: Ευθύμης Μαραμής

Εισαγωγή

Τα προβλήματα που δημιουργούνται από την ελεύθερη μετανάστευση, συχνά οδηγούν σε σύγχυση τους Libertarian θεωρητικούς και όσους αγαπούν την ελευθερία. Κατ’ αρχήν, η Libertarian ιδεολογία  παραδοσιακά δηλώνει, χωρίς επιφυλάξεις, υπέρ της αρχής της πλήρους ελευθερίας της μετανάστευσης. Η θέση αυτή βασίζεται στην αναγνώριση ότι η εγκαθίδρυση των πολιτικών συνόρων είναι μια καταφανής πράξη παρεμβατισμού και θεσμικού εξαναγκασμού εκ μέρους του κράτους, που τείνει να παρενοχλήσει ή και να εμποδίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των ανθρώπων. Επιπλέον, πολλοί έλεγχοι των συνόρων και η νομοθεσία για τη μετανάστευση, προκύπτουν ως αποτέλεσμα της πολιτικής δράσης προνομιούχων ομάδων συμφερόντων, όπως οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, που αποσκοπούν στον περιορισμό της προσφοράς εργασίας, προκειμένου να αυξηθούν τεχνητά οι μισθοί τους.

Στο βαθμό που αυτοί οι παρεμβατικοί κανόνες για τη μετανάστευση εμποδίζουν ή παρενοχλούν τις εθελοντικές συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ των μερών (ντόπιων και αλλοδαπών), δεν υπάρχει αμφιβολία ότι παραβιάζουν τις βασικές αρχές που πρέπει να διέπουν κάθε ελεύθερη κοινωνία. Επιπλέον, αυτές οι παρεμβατικές πολιτικές μετανάστευσης επηρεάζουν ιδιαίτερα τους υπηκόους ξένων χωρών, δεδομένου ότι η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων στο εσωτερικό κάθε κράτους έχει, γενικά, γίνει αποδεκτή.

Ωστόσο, οι εξαναγκαστικές ενέργειες του κράτους δεν εκδηλώνονται μόνο παρεμποδίζοντας την ελεύθερη κυκλοφορία των ανθρώπων, αλλά, ταυτόχρονα αναγκάζοντας την ενσωμάτωση ορισμένων ομάδων ανθρώπων ενάντια στις επιθυμίες των ντόπιων ενός δεδομένου κράτους ή περιοχής. Αυτή η εξαναγκαστική δραστηριότητα εκ μέρους του κράτους, συμβαίνει τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.

Έτσι, σε κάθε έθνος, τα μέτρα για την ένταξη ορισμένων μειονοτήτων και ομάδων συχνά επιβάλλονται με βία, όπως με νόμους κατά των διακρίσεων, νομοθεσίες συγκαταβατικής δράσης ή νόμους αναγκαστικής ενσωμάτωσης. Σε διεθνές επίπεδο, πολλά κράτη, είτε βάσει νόμου είτε de facto, ανοίγουν τα σύνορά τους στους αλλοδαπούς αδιακρίτως και τους επιτρέπουν να χρησιμοποιούν ελεύθερα τα δημόσια αγαθά (δρόμους, πάρκα, παραλίες, κρατική υγειονομική περίθαλψη, εκπαιδευτικές υπηρεσίες και υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας) ενώ σε πολλές περιπτώσεις, πέραν αυτών, τους χρηματοδοτούν και απευθείας. Με αυτό τον τρόπο, το κράτος επιβάλλει σημαντικά εξωτερικά κόστη στους ντόπιους, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να αποδεχθούν την αναγκαστική ενσωμάτωση των αλλοδαπών ενάντια στις επιθυμίες τους ή υπό συνθήκες που δεν επιθυμούν.1

Υπό το πρίσμα του προφανώς αντιφατικού χαρακτήρα τους, τα προαναφερθέντα προβλήματα καταδεικνύουν τη σημασία του να απομονωθεί η πραγματική προέλευση τους και να συναρμολογηθεί μια Λιμπερταριανή θεωρία μετανάστευσης, η οποία θα αποσαφηνίζει τις αρχές που πρέπει να διέπουν τις διαδικασίες μετανάστευσης, σε μια ελεύθερη κοινωνία.

Η καθαρή θεωρία μετακίνησης των ανθρώπων σε ένα Λιμπερταριανό περιβάλλον

Όπως και ο Murray N. Rothbard, θα ξεκινήσουμε την ανάλυσή μας υποθέτοντας το καθαρό αναρχοκαπιταλιστικό μοντέλο, δηλαδή το μοντέλο στο οποίο «δεν υπάρχουν εκτάσεις γης, κανένα τετραγωνικό μέτρο στον κόσμο, που παραμένει «δημόσιο». Κάθε τετραγωνικό μέτρο γης, είτε πρόκειται για δρόμους, πλατείες ή γειτονιές, ιδιωτικοποιείται.»2 Είναι προφανές, ότι κανένα από τα προβλήματα σχετικά με τη μετανάστευση που διαγνώστηκαν στις προηγηθείσες παραγράφους, δεν μπορεί να προκύψει εδώ. Οι όροι, ο όγκος και η διάρκεια των προσωπικών επισκέψεων θα αφορούν σχέσεις που έγιναν αποδεκτές ή αποφασίστηκαν από τα εμπλεκόμενα μέρη. Έτσι, ακόμη και οι μαζικές μετακινήσεις για εργασία είναι εφικτές, εάν οι εκάστοτε εργοδότες είναι πρόθυμοι να απασχολήσουν μετανάστες, να τους δώσουν τη δυνατότητα να βρουν καταλύματα, να οργανώσουν και ακόμη και να πληρώσουν για το ταξίδι τους κλπ. Εν συντομία, οι πιθανές συμβάσεις μεταξύ των εμπλεκομένων μερών, θα διαφέρουν σημαντικά και θα επιτρέπουν τη διαμόρφωση που απαιτούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περίπτωσης.

Υπό αυτές τις συνθήκες, τα μεταναστευτικά ρεύματα, μακράν από το να είναι επιβλαβή για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, αποτελούν κινητήρια δύναμη του πολιτισμού. Το επιχείρημα ότι: η αφθονία της νέας εργασίας είναι απαραιτήτως επιβλαβής για τις εργατικές τάξεις της αποδέκτριας χώρας, είναι αβάσιμο. Τα ανθρώπινα όντα δεν είναι ένας ομοιόμορφος συντελεστής παραγωγής και δεν συμπεριφέρονται αποκλειστικά με βιολογικούς όρους σε σχέση με τους σπάνιους πόρους, όπως συμβαίνει με τους αρουραίους και τα άλλα ζώα, των οποίων ο αυξανόμενος πληθυσμός έχει πάντα την τάση να μειώνει τον όγκο των διαθέσιμων πόρων για κάθε ατομική μονάδα. Αντίθετα, τα ανθρώπινα όντα είναι προικισμένα – και σε κατάλληλα θεσμικά περιβάλλοντα κάνουν χρήση – μιας έμφυτης δημιουργικής επιχειρηματικής ικανότητας. Σε ένα δυναμικό περιβάλλον, η αύξηση του πληθυσμού επιτρέπει τη συνεχή ανακάλυψη και εκμετάλλευση νέων ευκαιριών και, συνεπώς, την απεριόριστη ανάπτυξη των προτύπων διαβίωσης.

Ο ανθρώπινος νους έχει περιορισμένη ικανότητα να αφομοιώσει πληροφορίες (ή  γνώση), ενώ η κοινωνική διαδικασία, η οποία οδηγείται από την επιχειρηματικότητα, παράγει έναν συνεχώς αυξανόμενο όγκο πληροφοριών. Έτσι, η πρόοδος του πολιτισμού απαιτεί συνεχή επέκταση και εμβάθυνση του καταμερισμού της εργασίας ή, αν προτιμά κανείς, της γνώσης. Αυτό απλά σημαίνει ότι η αναπτυξιακή διαδικασία συνεπάγεται, από κάθετη άποψη, μια όλο και βαθύτερη, εξειδικευμένη και λεπτομερή γνώση, η οποία, για να επεκταθεί οριζόντια, απαιτεί έναν αυξανόμενο αριθμό ανθρώπων, δηλαδή μια συνεχή πληθυσμιακή ανάπτυξη.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, αυτή η αύξηση του πληθυσμού λαμβάνει χώρα μακροπρόθεσμα όταν οι γεννήσεις υπερβαίνουν τους θανάτους. Αλλά σε βραχυπρόθεσμο και μεσοπρόθεσμο επίπεδο, η μόνη ταχεία και αποτελεσματική ανταπόκριση στις συνεχείς προσαρμογές που απαιτούνται από τις οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές, συντελείται μέσω των μεταναστευτικών ρευμάτων. Αυτές οι ροές επιτρέπουν μια γρήγορη εμβάθυνση στον καταμερισμό της εργασίας, αντισταθμίζοντας έτσι την περιορισμένη ικανότητα αφομοίωσης του κάθε ανθρώπινου νου με την ταχεία αύξηση του αριθμού των ατόμων που εμπλέκονται στις κοινωνικές διαδικασίες.3 Όπως πολύ σωστά λέει ο Hayek, «έχουμε καταστεί πολιτισμένοι, από την αύξηση του αριθμού μας, όπως ακριβώς και ο πολιτισμός κατέστησε δυνατή αυτή την αύξηση: μπορούμε να είμαστε λίγοι και άγριοι ή πολλοί και πολιτισμένοι.»4

Η ανάπτυξη των πόλεων ως κέντρων πλούτου και πολιτισμού αποτελεί σαφή απεικόνιση της διαδικασίας αυτής της επέκτασης της γνώσης που κατέστη δυνατή από τη μετανάστευση. Η συνεχής πληθυσμιακή αποδυνάμωση της υπαίθρου και η μαζική μετακίνηση των εργαζομένων προς τα αστικά κέντρα, όχι μόνο δεν έφθειρε οικονομικά τις πόλεις, αλλά προώθησε την ανάπτυξή τους σε μια σωρευτική διαδικασία που αποτέλεσε μία από τις πιο χαρακτηριστικές εκδηλώσεις της ανθρώπινης προόδου από τη Βιομηχανική Επανάσταση κι έπειτα. Επιπλέον, οι μεταναστευτικές  ροές, στο Λιμπερταριανό περιβάλλον που εξετάζουμε σε αυτό το σημείο, τείνουν να πολλαπλασιάζουν την ποικιλία και την ποικιλομορφία πιθανών λύσεων στα διάφορα προβλήματα που προκύπτουν. Όλα αυτά ευνοούν την πολιτιστική επιλογή και την οικονομική και κοινωνική πρόοδο, δεδομένου ότι όλες οι μετακινήσεις πραγματοποιούνται ως αποτέλεσμα εθελοντικών συμφωνιών και, κάθε φορά που αλλάζουν οι συνθήκες, οι ενδιαφερόμενοι έχουν την ευκαιρία να μεταναστεύσουν ή να μεταβούν σε άλλες επιχειρήσεις σε διαφορετικές γεωγραφικές τοποθεσίες.5

Μπορούμε, λοιπόν, να συμπεράνουμε ότι η μετανάστευση per se, υποκείμενη στις γενικές αρχές του δικαίου σε ένα περιβάλλον όπου όλοι οι πόροι είναι ιδιωτικοί, όχι μόνο δεν δημιουργεί προβλήματα εξαναγκαστικής ενσωμάτωσης ή εξωτερικού κόστους, αλλά, αντίθετα, είναι σημαντική ηγετική δύναμη οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης καθώς και πηγή πλούτου και πληθώρας πολιτισμού και κουλτούρας.

Προβλήματα που δημιουργεί η εξαναγκαστική κρατική παρέμβαση

Η ανάλυσή μας μας επιτρέπει να απομονώσουμε και να προσδιορίσουμε την πραγματική προέλευση των προβλημάτων της μετανάστευσης που έχουμε παρατηρήσει. Όλα αυτά προέρχονται από την εξαναγκαστική κρατική παρέμβαση σε διαφορετικά επίπεδα. Πρώτον, μια τέτοια παρέμβαση δημιουργεί εμπόδια που παρενοχλούν ή εμποδίζουν τις μετακινήσεις που συμφωνήθηκαν οικειοθελώς. Δεύτερον, τα κράτη επιμένουν ταυτόχρονα στην επιβολή διαφόρων μέτρων εξαναγκαστικής ενσωμάτωσης, είτε άμεσα (μέσω των αποκαλούμενων νόμων κατά των διακρίσεων, των συγκαταβατικών πρακτικών κλπ), είτε έμμεσα, ορίζοντας σημαντικές εδαφικές περιοχές (δρόμους, πλατείες, πάρκα, κλπ) ως δημόσιες και επομένως ελεύθερα προσβάσιμες σε όλους. Καθώς δεν καθορίζει επαρκώς τα σχετικά δικαιώματα ιδιοκτησίας των «αλλοδαπών» και των «ντόπιων», η κρατική παρέμβαση είναι η αιτία όλων των προβλημάτων και συγκρούσεων που προκύπτουν σήμερα σε ολόκληρο αυτόν τον τομέα.

Η εξαναγκαστική δράση του κράτους εμφανίζεται σε δύο επίπεδα. Πρώτον, μέσα στα σύνορα κάθε έθνους-κράτους, τα τυπικά προβλήματα της αναγκαστικής ενσωμάτωσης και των αρνητικών εξωτερικών επιδράσεων, τα οποία αναπόφευκτα προκύπτουν κάθε φορά που αποτρέπεται η ιδιωτικοποίηση των «δημόσιων» πόρων, εμφανίζονται στην πιο έντονη μορφή τους. Δεύτερον, ο κρατικός παρεμβατισμός λειτουργεί επίσης διεθνώς, ρυθμίζοντας τα μεταναστευτικά ρεύματα πέρα ​​από τα σύνορα. Εδώ, ο παρεμβατισμός έχει μια διπλή και αντιφατική πτυχή. Από τη μία πλευρά, δυσκολεύουν οι μεταναστευτικές κινήσεις που συμφωνήθηκαν οικειοθελώς από τους εμπλεκόμενους (ντόπιοι μιας χώρας και αλλοδαποί). Από την άλλη πλευρά, μαζικές διεθνείς μεταναστευτικές κινήσεις προωθούνται τεχνητά από τις επιδοτήσεις και τα πλεονεκτήματα που προσφέρει το κοινωνικό κράτος.

Έτσι, σήμερα, προκύπτει συχνά το παράδοξο ότι όσοι επιθυμούν να συμμορφωθούν σχολαστικά με το νόμο, διαπιστώνουν ότι δεν επιτρέπεται η μετακίνηση τους, ακόμη και αν το επιθυμούν όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Ταυτόχρονα, η ύπαρξη δημόσιων αγαθών και η ελεύθερη διαθεσιμότητα των παροχών του κράτους πρόνοιας προσελκύουν, όπως ένας μαγνήτης, μια συνεχή παλίρροια μετανάστευσης, ως επί το πλείστον παράνομη, η οποία προκαλεί σημαντικές συγκρούσεις και εξωτερικό κόστος. Όλα αυτά ενθαρρύνουν την ξενοφοβία και προωθούν τα επακόλουθα παρεμβατικά μέτρα, τα οποία επιδεινώνουν περαιτέρω τα προβλήματα. Εν τω μεταξύ, οι πολίτες δεν είναι σε θέση να προσδιορίσουν την πραγματική προέλευση της δυσκολίας. Σε αυτό το κλίμα σύγχυσης, γίνονται εύκολα θύματα της δημαγωγίας και καταλήγουν στην υποστήριξη μέτρων τα οποία, εκτός από το ότι είναι αντιφατικά, είναι τόσο αναποτελεσματικά όσο και επιβλαβή.

Τέλος, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι, τουλάχιστον όσον αφορά το θέμα της μετανάστευσης, τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα είναι πιο σοβαρά σε διεθνές επίπεδο παρά σε ενδοκρατικό επίπεδο. Μέσα σε κάθε έθνος-κράτος, μια μεγαλύτερη οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ομογενοποίηση συνήθως λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια της ιστορικής του εξέλιξης, η οποία τείνει να μειώνει τα κίνητρα για μαζικές μετακινήσεις. Αντίθετα, σε διεθνές επίπεδο, οι εισοδηματικές ανισότητες είναι πολύ μεγαλύτερες και η τεράστια ανάπτυξη των επικοινωνιών και των μέσων μεταφοράς, καθιστά πολύ πιο εύκολη και φθηνότερη τη μετακίνηση μεταξύ των διαφόρων χωρών: σήμερα, σε λίγες μόνο ώρες, μπορεί κανείς να πετάξει από το Νέο Δελχί στη Νέα Υόρκη, ή από τη Λατινική Αμερική στην Ισπανία. Στην περίπτωση της μετανάστευσης από τη Βόρεια Αφρική προς την Ευρώπη ή από το Μεξικό στις Ηνωμένες Πολιτείες, το κόστος είναι ακόμη χαμηλότερο.

Λύση στα σημερινά προβλήματα των μεταναστευτικών ροών 

Η ιδανική λύση σε όλα αυτά τα προβλήματα θα προέκυπτε από την πλήρη ιδιωτικοποίηση των πόρων που θεωρούνται σήμερα δημόσιοι και από την εξαφάνιση της κρατικής παρέμβασης σε όλα τα επίπεδα στον τομέα της μετανάστευσης. Με άλλα λόγια, δεδομένου ότι τα προβλήματα που μόλις εντοπίσαμε προέρχονται από τις επιβλαβείς συνέπειες της εξαναγκαστικής κρατικής παρέμβασης και όχι από τη μετανάστευση καθαυτή, ένα καθαρό αναρχοκαπιταλιστικό σύστημα κοινωνικής οργάνωσης θα εξάλειφε το μεγαλύτερο μέρος τους.

Ωστόσο, όσο συνεχίζουν να υπάρχουν έθνη-κράτη, πρέπει να βρούμε «διαδικαστικές» λύσεις που να επιτρέπουν την επίλυση των προβλημάτων υπό τις παρούσες συνθήκες. Από την άποψη αυτή, πολλοί Λιμπερταριανοί θεωρητικοί έχουν αναπτύξει τα τελευταία χρόνια ένα μοντέλο απόσχισης και αποκέντρωσης το οποίο, δεδομένου ότι τείνει να μειώσει τα σημερινά υπερ-συγκεντρωτικά εθνικά κράτη σε ολοένα και μικρότερες πολιτικές μονάδες, ευνοεί τη μείωση του κρατικού παρεμβατισμού. Αυτό θα προέκυπτε από τον ανταγωνισμό μεταξύ των διαφόρων κρατών για την προσέλκυση πολιτών και επενδύσεων (ή για την αποτροπή της φυγής τους στο εξωτερικό). Η δυναμική που ενυπάρχει στην κατάσταση αυτή, θα υποχρέωνε τα κράτη να υιοθετήσουν ολοένα και πιο Λιμπερταριανές πολιτικές. Στον ανταγωνισμό μεταξύ αυτών των ολοένα και μικρότερων και πιο αποκεντρωμένων κρατών, οι μεταναστευτικές ροές θα διαδραματίσουν ουσιαστικό ρόλο. Τέτοιες μετακινήσεις αποτελούν «ψήφο με τα πόδια.» Θα υποχρέωναν τα κράτη να αποσυναρμολογήσουν όλο και μεγαλύτερα τμήματα της φορολογικής-παρεμβατικής συσκευής των σημερινών κυβερνήσεων. Όπως γράφει ο Hans-Hermann Hoppe:

Κόσμος αποτελούμενος από δεκάδες χιλιάδες ξεχωριστές χώρες, επαρχίες και καντόνια, καθώς και εκατοντάδες χιλιάδες ανεξάρτητες ελεύθερες πόλεις, όπως τα σημερινά «περίεργα» του Μονακό, της Ανδόρας, του Αγίου Μαρίνου, του Λιχτενστάιν, του Χονγκ Κονγκ και της Σιγκαπούρης, με τις επακόλουθες αυξημένες ευκαιρίες για μετανάστευση με οικονομικό κίνητρο, θα ήταν ένας κόσμος με μικρές φιλελεύθερες κυβερνήσεις, που ενσωματώθηκαν οικονομικά μέσω του ελεύθερου εμπορίου και ενός διεθνούς εμπορευματικού χρήματος όπως ο χρυσός. Θα ήταν ένας κόσμος με άνευ προηγουμένου οικονομική ανάπτυξη και ανήκουστη ευημερία.6

Ωστόσο, ο εντοπισμός των ιδεωδών και διαδικαστικών λύσεων σε αυτά τα προβλήματα, δεν μας απαλλάσσει από την υποχρέωση να μελετήσουμε τις αρχές που πρέπει να διέπουν τις μεταναστευτικές ροές υπό τις παρούσες συνθήκες, όπου υπάρχουν ισχυρά παρεμβατικά έθνη-κράτη. Αυτές οι αρχές, πρέπει να είναι συμβατές με τα Λιμπερταριανά ιδεώδη. Ταυτόχρονα, πρέπει να λάβουν υπόψη τις πραγματικές, υπάρχουσες δυσκολίες και αντιφάσεις που προκαλούνται από την ύπαρξη έθνους-κράτους. Η επόμενη ενότητα αναλύει ποιες πρέπει να είναι αυτές οι αρχές.

Οι αρχές στις οποίες πρέπει να βασίζονται οι παρούσες μεταναστευτικές πολιτικές

Για διάφορους λόγους, είναι απαραίτητο να θεσπιστεί ένα σύνολο αρχών συμβατών με την Λιμπερταριανή ιδεολογία που θα πρέπει να λειτουργούν ως κατευθυντήριες γραμμές σήμερα. Ακόμα κι αν η διαδικασία απόσχισης που πρότεινε ο Rothbard, ο Hoppe και πολλοί άλλοι ξεκινούσε, αυτό δεν θα εγγυάτο ότι τα μέτρα που υιοθετήθηκαν σε αυτό το πεδίο από κάθε αποκεντρωμένη κυβέρνηση ήταν σωστά από την Λιμπερταριανή άποψη. Όπως αναγνωρίζει ο ίδιος ο Hoppe:

Η απόσχιση επιλύει αυτό το πρόβλημα επιτρέποντας σε μικρότερες περιοχές να έχουν τα δικά τους πρότυπα εισδοχής και να καθορίζουν ανεξάρτητα με ποιον θα συνεργάζονται στην επικράτειά τους και με ποιους προτιμούν να συνεργάζονται από απόσταση.7

Ωστόσο, είναι πολύ πιθανό ότι αυτά τα πρότυπα ή κανονισμοί να αποδειχθούν επίσης παρεμβατικά, εμποδίζοντας μετακινήσεις που συμφωνήθηκαν οικειοθελώς μεταξύ ντόπιων και αλλοδαπών.

Επιπλέον, όσο συνεχίζουν να υφίστανται κράτη (όσο μικρά και αν είναι) και μέσα σε αυτά, οι «δημόσιοι» δρόμοι και η γη όπου τα δικαιώματα ιδιοκτησίας δεν είναι καλά καθορισμένα ή προστατευμένα, μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει εξαναγκαστική ενσωμάτωση ή αλλιώς – φαινόμενα υπερ-κατάληψης όπως οι φαβέλες στη Βραζιλία, τα οποία δημιουργούν σημαντικό εξωτερικό κόστος και παραβιάζουν σοβαρά τα δικαιώματα ιδιοκτησίας των ντόπιων. Τέλος, οι προτεινόμενες λύσεις πρέπει όχι μόνο να οδηγούν προς τη σωστή κατεύθυνση και να είναι συμβατές με τις Λιμπερταριανές αρχές, αλλά και να είναι «λειτουργικές», παρέχοντας απάντηση στα πιο πιεστικά προβλήματα που τίθενται σήμερα (για παράδειγμα, η μετανάστευση μεταξύ του Μεξικού και Ηνωμένων Πολιτειών ή μεταξύ Βόρειας Αφρικής, μέσης ανατολής και Ευρώπης). Εν ολίγοις, θα πρέπει να σχεδιαστεί μια σειρά κανόνων που θα εμποδίζουν τη χρήση της μετανάστευσης για εξαναγκαστικούς και παρεμβατικούς σκοπούς που αντιτίθενται στην ελεύθερη αλληλεπίδραση μεταξύ εθνών και ατόμων.

Η πρώτη από αυτές τις αρχές είναι ότι οι άνθρωποι που μεταναστεύουν πρέπει να το κάνουν με δική τους ευθύνη. Αυτό σημαίνει ότι η μετανάστευση δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να επιδοτείται από το κοινωνικό κράτος, δηλαδή από τα προνόμια που παρέχονται από την κυβέρνηση και χρηματοδοτούνται μέσω φόρων. Αυτά τα οφέλη δεν είναι μόνο τα παραδοσιακά (εκπαίδευση, υγειονομική περίθαλψη, κοινωνική ασφάλιση κλπ), αλλά και τα οφέλη από την ελεύθερη χρήση δημόσιων αγαθών. Αυτά τα οφέλη – τελικά, οι υποχρεωτικές μεταβιβάσεις εισοδήματος από μια κοινωνική ομάδα στην άλλη – θα γίνουν μαγνήτες, προσελκύοντας τεχνητά πολλούς μετανάστες. Για να πραγματοποιηθούν οι αρνητικές επιπτώσεις, αρκεί ορισμένες ομάδες μεταναστών (όχι απαραίτητα όλες) να λάβουν υπόψη τους τα κοινωνικά επιδόματα που αναμένουν να λάβουν. Επομένως, το επιχείρημά μας είναι απολύτως συμβατό με τη θέση που διατύπωσαν ορισμένοι συντάκτες, ότι οι μετανάστες συνεισφέρουν στο σύστημα πολύ μεγαλύτερο ποσό από τη συνολική αξία των παροχών κοινωνικής πρόνοιας που λαμβάνουν (κυρίως στα πρώτα χρόνια της παραμονής τους στη νέα χώρα). Αρκεί ορισμένες ομάδες – ακόμα και αν είναι μειονότητα – να θεωρήσουν ότι επιδοτούνται, με αποτέλεσμα να αποκτήσουν ένα διεστραμμένο τεχνητό κίνητρο μετανάστευσης, σε βάρος των πολιτών της χώρας εισόδου.

Έτσι, ο πρώτος κανόνας είναι ότι οι μετανάστες δεν έχουν κανένα δικαίωμα σε οποιαδήποτε παροχή του κοινωνικού κράτους. Αυτό θα εμποδίσει ορισμένες ομάδες να λάβουν επιδοτήσεις για την μετακίνηση τους. Στις περιπτώσεις που θεωρείται ότι οι εισφορές των μεταναστών είναι υψηλότερες από τα οφέλη που λαμβάνουν, προκειμένου να αποφευχθεί η υποβολή τους σε εκμετάλλευση από το σύστημα, θα πρέπει να υποχρεωθούν να διατηρήσουν ένα ορισμένο επίπεδο κάλυψης, παρόλο που αυτό θα πρέπει να συμβαίνει πάντα με προσωπική τους ευθύνη, μέσω ιδιωτικών ιδρυμάτων. Με τον τρόπο αυτό θα επιτευχθούν δύο Λιμπερταριανοί στόχοι: η αποφυγή της τεχνητής προώθησης της μετανάστευσης μέσω πολιτικών κρατικής  αναδιανομής και η ταχύτερη κατάργηση των κρατικών αναδιανεμητικών προγραμμάτων κοινωνικής ασφάλισης. Αυτό, θα ενθάρρυνε επίσης την ανάπτυξη ιδιωτικών ασφαλιστικών συστημάτων βασισμένων στην εξοικονόμηση και την κεφαλαιοποίηση που θα λάβουν οι μετανάστες ως νέοι πελάτες.8

Η δεύτερη αρχή που πρέπει να εμπνεύσει την τρέχουσα πολιτική, είναι ότι όλοι οι μετανάστες πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν ότι διαθέτουν ανεξάρτητα μέσα υποστήριξης και έτσι δεν θα επιβαρύνουν τους φορολογούμενους. Με άλλα λόγια, οι μετανάστες πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν ότι εντάσσονται στη νέα κοινωνική ομάδα, προκειμένου να συνεισφέρουν τα εργασιακά, τεχνικά ή επιχειρηματικά τους ταλέντα ή κεφάλαια. Υπάρχουν τρόποι να τεθεί σε εφαρμογή αυτή η αρχή, αν και κανείς δεν είναι τέλειος. Ίσως ο πιο κατάλληλος τρόπος για κάθε μετανάστη, είναι να έχει, ανά πάσα στιγμή, κάποιον ντόπιο ή κάποιον ιδιωτικό θεσμό που να εγγυάται την οικονομική του επάρκεια, παρέχοντάς του συμβόλαιο εργασίας, ενεργώντας ως θεματοφύλακας ορισμένου ποσού χρημάτων ή επενδύσεων ή αναλαμβάνοντας νομική ευθύνη για τη φροντίδα του. Λογικά, η ευελιξία της αγοράς απαιτεί, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, οι αλλοδαποί εργαζόμενοι που απολύονται ή εγκαταλείπουν οικειοθελώς την εργασία τους, να πρέπει να έχουν την ευκαιρία να αναζητήσουν νέα θέση εργασίας προτού επαναπατριστούν. Αν και αυτό θα απαιτούσε από τους εργοδότες να κοινοποιούν στον κρατικό φορέα ελέγχου τη μεταβολή των σχετικών συμβάσεων, από διοικητικής απόψεως δεν θα ήταν καθόλου δυσκίνητο ή πιο δαπανηρό από τις ισχύουσες διαδικασίες μετανάστευσης σε όλες σχεδόν τις χώρες, συμπεριλαμβανομένης της δικής μου (Ισπανία).

Η τρίτη βασική αρχή είναι ότι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να δοθεί γρήγορα η δυνατότητα πολιτικής ψήφου στους μετανάστες, καθώς αυτό θα δημιουργούσε τον κίνδυνο της πολιτικής εκμετάλλευσης από διάφορες ομάδες μεταναστών. Όσοι κινούνται σε μια νέα χώρα και πολιτιστικό περιβάλλον, πιθανώς θα βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσής τους. Δεν έχουν όμως το δικαίωμα να χρησιμοποιούν το μηχανισμό του πολιτικού εξαναγκασμού – τη δημοκρατική ψήφο – για να προωθήσουν πολιτικές αναδιανομής εισοδήματος ή να παρέμβουν στις αυθόρμητες διαδικασίες των αγορών στις οποίες εισέρχονται. Είναι αλήθεια ότι, καθώς εξελίσσεται ο διαμελισμός σε ολοένα και μικρότερα κράτη, το δικαίωμα ψήφου και οι πολιτικές εκλογές θα χάσουν τη σημασία τους και στην πράξη θα αντικατασταθούν από την «ψήφο με τα πόδια». Αλλά δεν είναι λιγότερο αληθές ότι, ώσπου να ολοκληρωθεί η αποκέντρωση, η αυτόματη χορήγηση πολιτικών δικαιωμάτων στους μετανάστες μπορεί να είναι μια ωρολογιακή βόμβα η οποία υπό ορισμένες συνθήκες μπορεί να χρησιμοποιηθεί από μια εκλογική πλειοψηφία για να καταστρέψει την αγορά, τον πολιτισμό και τη γλώσσα της χώρας εισόδου. Μόνο μετά από πολύ καιρό, όταν οι μετανάστες μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν απορροφήσει πλήρως τις πολιτιστικές αρχές της νέας κοινωνίας τους, θα πρέπει να εξεταστεί η χορήγηση πλήρους πολιτογράφησης, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ψήφου. Σε αντίθεση με αυτό, η αρχή που θεσπίστηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με την οποία πολίτες άλλων χωρών της ΕΕ μπορούν να ψηφίζουν στις εκλογές του δήμου όπου μετακινήθηκαν, είναι ιδιαίτερα αμφισβητήσιμη. Ένας τέτοιος κανόνας θα μπορούσε να στρεβλώσει εντελώς την ατμόσφαιρα και τον πολιτισμό πολλών περιοχών όπου υπάρχει μια πλειοψηφία ξένων κατοίκων, για παράδειγμα, σε μέρη της Ισπανίας, όπου έρχονται να ζήσουν ηλικιωμένα άτομα από το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία κλπ. Μόνο όταν οι κάτοικοι αυτοί κατοικήσουν στην περιοχή για ένα ελάχιστο αριθμό ετών και έχουν αποκτήσει εκεί δικαιώματα ιδιοκτησίας (σπίτια ή άλλα ακίνητα), θα ήταν δικαιολογημένο να τους χορηγηθεί δικαίωμα ψήφου.

Τέλος, η πιο σημαντική αρχή είναι ότι όλοι οι μετανάστες πρέπει πάντα να τηρούν το νόμο, ιδιαίτερα τον ποινικό νόμο, της κοινωνικής ομάδας που τους υποδέχεται. Συγκεκριμένα, πρέπει να σέβονται σχολαστικά όλα τα δικαιώματα ιδιοκτησίας που έχουν καθιερωθεί στην κοινωνία. Κάθε παραβίαση αυτών των δικαιωμάτων θα πρέπει να τιμωρείται όχι μόνο με τις κυρώσεις που καθορίζονται στον ποινικό κώδικα αλλά και με την απέλαση (οριστική στις περισσότερες περιπτώσεις) του συγκεκριμένου μετανάστη. Έτσι, θα αποφευχθούν τα φαινόμενα της μαζικής κατοχής (όπως συμβαίνει ήδη στις φαβέλες στη Βραζιλία, οι οποίες έχουν γενικά κατασκευαστεί σε γη που ανήκει σε άλλους ανθρώπους).

Έχουμε ήδη δει πώς τα πιο ορατά προβλήματα που δημιουργεί η μετανάστευση προκύπτουν από το γεγονός ότι δεν υπάρχει σαφής ορισμός ή αυστηρή υπεράσπιση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας των ντόπιων, γεγονός που σημαίνει ότι οι μετανάστες συχνά τους επιβάλουν σημαντικό συνολικό εξωτερικό κόστος. Αυτό οδηγεί σε σοβαρές εκδηλώσεις ξενοφοβίας και βίας οι οποίες παρουσιάζουν υψηλό κοινωνικό κόστος και με τη σειρά τους παράγουν νομικά και πολιτικά αποτελέσματα, τα πρόσθετα έξοδα των οποίων συχνά πληρώνονται από τους αθώους. Αυτές οι συγκρούσεις θα ελαχιστοποιηθούν ακριβώς στο βαθμό που τα δικαιώματα ιδιωτικής ιδιοκτησίας τεθούν σε ισχύ και επεκταθούν ώστε να συμπεριλάβουν τους πόρους που επί του παρόντος θεωρούνται δημόσιοι. Μέχρις ότου μπορεί να επιτευχθεί η πλήρης ιδιωτικοποίηση, η χρήση δημόσιων αγαθών πρέπει να ρυθμιστεί προκειμένου να αποφευχθούν τα προβλήματα μαζικής κατοχής που προαναφέραμε.9

Συμπέρασμα

Τα μέτρα που περιγράφονται εδώ δεν θα εξαλείψουν όλα τα προβλήματα που δημιουργούν σήμερα τα μεταναστευτικά ρεύματα. Ωστόσο, θα έχουν την τάση να τα μειώνουν και να οδηγούν προς την κατεύθυνση που όλοι οι λάτρεις της ελευθερίας επιθυμούν. Σε κάθε περίπτωση, η οριστική επίλυση αυτών των προβλημάτων δεν θα έρθει μέχρι να διαλυθούν τα σημερινά κράτη σε μικροσκοπικές πολιτικές μονάδες και όλα τα δημόσια αγαθά τους να ιδιωτικοποιηθούν πλήρως.

***

  • THE JOURNAL OF LIBERTARIAN STUDIES Volume 13, Number 2 (1998) – A Libertarian Theory of Free Immigration – Από την ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Ludwig von Mises
  • Ο Jesús Huerta de Soto έλαβε διδακτορικά διπλώματα στη νομική (1984) και στις Οικονομικές και Επιχειρηματικές Επιστήμες (1992), από το Πανεπιστήμιο Complutense της Μαδρίτης και από το Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ. Διετέλεσε Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Complutense της Νομικής Σχολής της Μαδρίτης από το 1979. Το 1983, ο Huerta de Soto έλαβε το Βραβείο Rey Juan Carlos στα Οικονομικά, το 2005 το Βραβείο Adam Smith του CNE και το 2009 του απονεμήθηκε ένα τιμητικός τίτλος από τον Πανεπιστήμιο Francisco Marroquin. Ο Huerta de Soto είναι επίσης μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της  Mont Pelerin society , μέλος του συντακτικού συμβουλίου της Quarterly Journal of Austrian Economics  και διευθυντής της έκδοσης Procesos demercado :Revista Europea de Economía Política.

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





 

Σημειώσεις:

  1. Ο ίδιος ο Murray N. Rothbard αναγνώρισε το πρόβλημα που δημιουργεί η αναγκαστική μετανάστευση σε διεθνές επίπεδο ως εξής: «Άρχισα να επανεξετάζω τις απόψεις μου σχετικά με τη μετανάστευση, όταν, καθώς κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση, κατέστη σαφές ότι πολλοί Ρώσοι είχαν ενθαρρυνθεί να κατακλύσουν την Εσθονία και τη Λετονία, προκειμένου να καταστρέψουν τις παραδόσεις και τη γλώσσα των ανθρώπων αυτών των χωρών» Δείτε Murray N. Rothbard, «Nations by Consent: Decomposing the Nation-State,» Journal of Libertarian Studies 11, no. 1 (Φθινόπωρο 1994): 7.
  2. Rothbard «Nations by Consent,» σ. 6.
  3. Αυτή η διαδικασία εξηγείται λεπτομερώς από τον Jesús Huerta de Soto στο, Socialismo, cálculo económico y función empresarial (Madrid: Unión Editorial, 1992), σελ. 80–83.
  4. F.A. Hayek, The Fatal Conceit: The Errors of Socialism (Chicago: University of Chicago Press, 1988), p. 133.
  5. Θα πρέπει ωστόσο να αναγνωριστεί ότι η τεχνολογική επανάσταση στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (Internet κλπ) σημαίνει ότι οι γεωγραφικές μετακινήσεις καθίστανται όλο και περισσότερο περιττές για την επίτευξη των στόχων που επιδιώκονται με την ανθρώπινη δράση. Μια καλή περίληψη των άλλων πλεονεκτημάτων της μετανάστευσης, η οποία αναγνωρίζει τη σημασία της επιχειρηματικής ικανότητας των μεταναστών αλλά, κατά την άποψή μου, είναι υπερβολικά βασισμένη στη νεοκλασική οικονομική ανάλυση, μπορεί να βρεθεί στο βιβλίο του Julian L. Simon, Population Matters: People, Resources, Environment, and Immigration (New Brunswick, N.J.: Transaction Publishers, 1996), σελ. 263–303.
  6. Hans-Hermann Hoppe «Small is Beautiful and Efficient: The Case for Secession,» Telos 107 (Άνοιξη 1996): 101. Στο ίδιο θέμα, βλ. Rothbard, «Nations by Consent». επίσης, Jesús Huerta de Soto, «A Theory of Liberal Nationalism,» Il Politico 60, no. 4: 583-98.
  7. Hoppe, «Small is Beautiful and Efficient,» σελ. 101.
  8. Είναι παράδοξο να σημειωθεί πως ο Julian Simon, με τον ενθουσιασμό του να δικαιολογήσει την ελεύθερη μετανάστευση και να τονίσει τα θετικά της αποτελέσματα, είναι πρόθυμος να προκαλέσει σημαντικές οικονομικές ζημίες στους μετανάστες, όχι μόνο σε περιπτώσεις όπου η αξία των εισφορών τους στο κρατικό κοινωνικό σύστημα ασφάλισης είναι πολύ υψηλότερη από τα οφέλη που λαμβάνουν αλλά και όταν υπερασπίζεται ένα σύστημα δημοπρασιών για τα δικαιώματα μετανάστευσης το οποίο, με δικά του λόγια, «θα μεταφέρει ένα σημαντικό μέρος του «κέρδους» από την τσέπη των μεταναστών στις τσέπες των ντόπιων» Simon, Population Matters , σ. 293.
  9. Οι παραπάνω αρχές θα πρέπει να εφαρμόζονται σήμερα τόσο στην ενδοκρατική όσο και στη διεθνή μετανάστευση. Παρόλο που είναι αλήθεια ότι, μέσα στα σύνορα των σημερινών εθνικών κρατών, η μεγαλύτερη πολιτισμική και οικονομική ομοιομορφία σημαίνει ότι, γενικά, τα προβλήματα δεν είναι τόσο σοβαρά, πολλά προβλήματα εξωτερικού κόστους (π.χ. προβλήματα των ζητιάνων και των αλητών) θα επιλυθούν εφαρμόζοντας με συνέπεια τις προαναφερόμενες αρχές. Εντούτοις, όσον αφορά τη διεθνή μετανάστευση, η ανάγκη να εφαρμοστούν αυτές οι αρχές είναι πιο επείγουσα. Εν πάση περιπτώσει, άλλα μέτρα που έχουν προταθεί μερικές φορές – ακόμη και από υποτιθέμενους Λιμπερταριανούς θεωρητικούς – όπως οι ποσοστώσεις μετανάστευσης ή τα συστήματα δημοπρασιών για το δικαίωμα της μετανάστευσης, δεδομένου ότι έρχονται σε σύγκρουση με τα φιλελεύθερα ιδεώδη, πρέπει να αποκλειστούν.