Η διεφθαρμένη προέλευση της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ

0
430
Διαμορφώνοντας και θέτοντας την υπόθεση του στον Πρόεδρο Washington σχετικά με τη συνταγματικότητα μιας κεντρικής τράπεζας, η οποία είχε απορριφθεί ρητά στη συνταγματική σύμβαση, ο Hamilton εφηύρε την ιδέα των «υποδηλωμένων εξουσιών» του Συντάγματος. Αυτές ήταν «εξουσίες» που δεν είχαν ρητά ανατεθεί στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση στο έγγραφο, αλλά θα μπορούσαν να «υποδηλώνονται» από έξυπνους δικηγόρους όπως ο Hamilton.
Διαμορφώνοντας και θέτοντας την υπόθεση του στον Πρόεδρο Washington σχετικά με τη συνταγματικότητα μιας κεντρικής τράπεζας, η οποία είχε απορριφθεί ρητά στη συνταγματική σύμβαση, ο Hamilton εφηύρε την ιδέα των «υποδηλωμένων εξουσιών» του Συντάγματος. Αυτές ήταν «εξουσίες» που δεν είχαν ρητά ανατεθεί στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση στο έγγραφο, αλλά θα μπορούσαν να «υποδηλώνονται» από έξυπνους δικηγόρους όπως ο Hamilton.

Ο λόγος για τον οποίο ο Hamilton έγινε γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών, παρόλο που δεν είχε καμιά φήμη στον τομέα των οικονομικών, ήταν η σύσταση του Morris προς τον George Washington.

 

Του Thomas J. DiLorenzo

Απόδοση: Ευθύμης Μαραμής

Εισαγωγή

Το σύστημα της Κεντρικής Τράπεζας υπήρξε ένα διεφθαρμένο, μερκαντιλιστικό σύστημα και κινητήριος μοχλός κορπορατικής εύνοιας από το ξεκίνημα του στα τέλη του 18ου αιώνα. Η πρώτη κεντρική τράπεζα, η τράπεζα της Βόρειας Αμερικής, «εκκινήθηκε μέσα από το Κογκρέσο από το μέλος του Κογκρέσου και επιχειρηματία των χρηματοοικονομικών Robert Morris την άνοιξη του 1781», γράφει ο Murray Rothbard στο «The Mystery of Banking» (σελ. 191). Ο επιχειρηματίας Morris από την Φιλαδέλφεια, ήταν εργολάβος εξοπλισμών κατά τη διάρκεια του επαναστατικού πολέμου ο οποίος «κέρδισε εκατομμύρια από το δημόσιο ταμείο με συμβάσεις για τη δική του επιχείρηση και για επιχειρήσεις των συνεργατών του». Ήταν επίσης «ηγέτης των ισχυρών εθνικιστικών δυνάμεων» στη νέα χώρα.

Αναβίωση του μερκαντιλιστικού Βρετανικού συστήματος 

Ο κύριος στόχος των εθνικιστών, οι οποίοι ήταν επίσης γνωστοί ως φεντεραλιστές, ήταν ουσιαστικά να δημιουργήσουν μια αμερικανική εκδοχή του βρετανικού μερκαντιλιστικού συστήματος, το ίδιο σύστημα το οποίο είχε πολεμηθεί στην επανάσταση. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για το ίδιο σύστημα από το οποίο ξέφυγαν οι πρόγονοι των Επαναστατών όταν ήρθαν στην Αμερική. Όπως εξήγησε ο Rothbard, ο στόχος τους ήταν:

Να επιβάλουν ξανά ένα μερκαντιλιστικό σύστημα πανίσχυρης και μεγάλης κυβέρνησης στις νέες Ηνωμένες Πολιτείες, παρόμοιο με αυτό της Μεγάλης Βρετανίας, εναντίον του οποίου είχαν επαναστατήσει οι άποικοι. Ο αντικειμενικός στόχος ήταν να θεσπιστεί μια ισχυρή κεντρική κυβέρνηση, συγκεκριμένα ένας ισχυρός πρόεδρος ή ένας βασιλιάς ως εκτελεστικός διευθυντής, χτισμένη με υψηλή φορολογία και βαρύ δημόσιο χρέος. Η ισχυρή κυβέρνηση θα επέβαλε υψηλούς δασμούς για να επιδοτήσει τους εγχώριους κατασκευαστές, θα ανέπτυσσε μεγάλο ναυτικό για να ανοίξει και να επιδοτήσει ξένες αγορές για τις αμερικανικές εξαγωγές και θα εκκινούσε ένα τεράστιο σύστημα εσωτερικών δημοσίων έργων. Εν ολίγοις, οι Ηνωμένες Πολιτείες επρόκειτο να αποκτήσουν ένα βρετανικό σύστημα χωρίς τη Μεγάλη Βρετανία. (σελ. 192)

 

Ένα σημαντικό μέρος του προγράμματος «Morris», όπως το αποκαλούσε ο Rothbard, ήταν «να οργανώσει και να διευθύνει μια κεντρική τράπεζα, να παρέχει φτηνή πίστωση και να δημιουργεί χρήμα για τον εαυτό του και τους συμμάχους του […] Η Τράπεζα της Βόρειας Αμερικής διαμορφώθηκε κυριολεκτικά κατ’ εικόνα και ομοίωση της Τράπεζας της Αγγλίας.» Η Τράπεζα είχε το μονοπωλιακό προνόμιο ότι τα χαρτονομίσματα της θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τις φορολογικές πληρωμές προς την πολιτειακή και ομοσπονδιακή κυβέρνηση και καμία άλλη τράπεζα δεν είχε άδεια λειτουργίας στη χώρα. «Συμφώνησε ευπρεπώς να δανείσει τα περισσότερα από τα νεοδημιουργηθέντα χρήματα στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση», γράφει ο Rothbard και «οι δύσμοιροι φορολογούμενοι θα έπρεπε να πληρώσουν το κεφάλαιο και τους τόκους της Τράπεζας».

Ο ρόλος του Alexander Hamilton

Παρά τα μονοπωλιακά της προνόμια, η έλλειψη εμπιστοσύνης του κόσμου στα πληθωριστικά χαρτονομίσματα της Τράπεζας, οδήγησε στην υποτίμηση τους και η Τράπεζα ιδιωτικοποιήθηκε στα τέλη του 1783. Όμως ο Morris δεν παραιτήθηκε από το σχέδιό του. Στρατολόγησε τον νεαρό Alexander Hamilton για να υπηρετήσει περισσότερο ή λιγότερο σαν πολιτική του μαριονέτα στην κυβέρνηση Washington. (Ο Rothbard αποκαλούσε τον Hamilton «νεανικό ακόλουθο του Morris».) Ο λόγος για τον οποίο ο Hamilton έγινε γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών, παρόλο που δεν είχε καμιά φήμη στον τομέα των οικονομικών, ήταν η σύσταση του Morris προς τον George Washington. (Κατά τη διάρκεια του επαναστατικού πολέμου, όταν ήταν βοηθός του Washington, ο Hamilton έγραψε στον Morris μια επιστολή 30 σελίδων, δηλώνοντας του ότι συμφωνούσε με όλες τις ιδέες του σχετικά με τους προστατευτικούς δασμούς, τις εταιρικές επιδοτήσεις και μιας κρατικής τράπεζας για την χρηματοδότηση τους.)

Ο Morris και οι φίλοι του οι εθνικιστές-φεντεραλιστές, ήθελαν έναν βασιλιά ως γενικό διευθυντή που θα κυβερνούσε μια μερκαντιλιστική αυτοκρατορία, ακριβώς όπως ο βασιλιάς της Αγγλίας κυβερνούσε την δική του μερκαντιλιστική αυτοκρατορία. Φυσικά, θα ήταν αυτοί που θα συμβούλευαν και θα καθοδηγούσαν τον «βασιλιά» και θα επωφελούνταν οικονομικά από μια τέτοια αυτοκρατορία. Έτσι, ο νέος προστατευόμενος Hamilton, ξεκίνησε την επταετή σταυροφορία του για να ανατρέψει το πρώτο σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών – τα άρθρα της Συνομοσπονδίας – ζητώντας μια νέα συνταγματική σύμβαση που δήθεν θα «αναθεωρούσε» τα άρθρα της Συνομοσπονδίας. Στη σύνοδο, ο Hamilton εξέθεσε το σχέδιο του (στην πραγματικότητα το σχέδιο του Morris): έναν μόνιμο πρόεδρο ο οποίος θα όριζε όλους τους κυβερνήτες των πολιτειών και θα είχε δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) σε όλη την πολιτειακή νομοθεσία. Σύμφωνα με ένα τέτοιο σχέδιο, η πολιτειακή κυριαρχία θα καταστρεφόταν και δεν θα υπήρχε διαφυγή από τους υψηλούς φόρους της κεντρικής κυβέρνησης, τους προστατευτικούς δασμούς, το βαρύ δημόσιο χρέος και τον ιμπεριαλισμό της εξωτερικής πολιτικής – την ατζέντα των εθνικιστών-φεντεραλιστών.

Ο δρόμος για την καταπάτηση του συντάγματος

Το σχέδιο Hamilton/Morris, φυσικά, ηττήθηκε, όπως και η πρόταση που περιλαμβανόταν στη σύμβαση να συμπεριληφθεί μια κεντρική τράπεζα μεταξύ των αντιπροσωπευτικών εξουσιών της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Αλλά η κυβέρνηση κατέστη πιο συγκεντρωτική, καθώς «οι φεντεραλιστικές δυνάμεις πίεζαν για νέο Σύνταγμα» και «κατευθυνόταν προς την αποκατάσταση του μερκαντιλιστικού και κρατιστικού βρετανικού μοντέλου …» (σελ. 193). Συναίνεσε (η κυβέρνηση), απρόθυμα, σε μια διακήρυξη δικαιωμάτων, σε αντάλλαγμα για την υποστήριξη των αντι-φεντεραλιστών σχετικά με το νέο Σύνταγμα. Και το πιο σημαντικό, γράφει ο Rothbard:

Ένα κρίσιμο κομμάτι του προγράμματος των φεντεραλιστών-εθνικιστών, πέρασε το 1791 από τον ηγέτη τους, γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών, Alexander Hamilton, πιστό του Robert Morris. Ο Hamilton έθεσε μέσω του Κογκρέσου την Πρώτη Τράπεζα των …. Ηνωμένων Πολιτειών…. σύμφωνα με το πρότυπο της παλιάς Τράπεζας της Βόρειας Αμερικής [της οποίας]…ο πρώην πρόεδρος και πρώην συνεργάτης του Robert Morris ο Thomas Willing από την Φιλαδέλφεια, έγινε πρόεδρος της Νέας Τράπεζας.

 

Διαμορφώνοντας και θέτοντας την υπόθεση του στον Πρόεδρο Washington σχετικά με τη συνταγματικότητα μιας κεντρικής τράπεζας, η οποία είχε απορριφθεί ρητά στη συνταγματική σύμβαση, ο Hamilton εφηύρε την ιδέα των «υποδηλωμένων εξουσιών» του Συντάγματος. Αυτές ήταν «εξουσίες» που δεν είχαν ρητά ανατεθεί στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση στο έγγραφο, αλλά θα μπορούσαν να «υποδηλώνονται» από έξυπνους δικηγόρους όπως ο Hamilton. Αυτό, βέβαια, έγινε οδικός χάρτης για την πλήρη καταπάτηση των συνταγματικών περιορισμών στις εξουσίες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.

Η πρώτη τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών «εκπλήρωσε αμέσως τις πληθωριστικές της δυνατότητες», γράφει ο Rothbard στο History of Money and Banking in the United States (σελ. 69). Εξέδωσε εκατομμύρια δολάρια σε χαρτονομίσματα και καταθέσεις όψεως «θέτοντας τα στην κορυφή μιας πυραμίδας 2 εκατομμυρίων δολαρίων σε είδος». Η Τράπεζα επένδυσε έντονα στην αμερικανική κυβέρνηση και «Το αποτέλεσμα της πιστωτικής έκρηξης και της νομισματικής επέκτασης μέσω χαρτονομισμάτων από τη νέα Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών, ήταν η αύξηση των τιμών κατά 72%» από το 1791 ως το 1796.

Εν κατακλείδι

Οι έμποροι από τις βόρειες πολιτείες παρείχαν την κύρια πολιτική στήριξη στην τράπεζα του Hamilton, ενώ νότιοι πολιτικοί όπως ο Jefferson προέβαλαν το μεγαλύτερο μέρος της αντιπολίτευσης σε αυτήν, θεωρώντας την μόνο ως όχημα για τη χρηματοδότηση μιας αμερικανικής εκδοχής του διεφθαρμένου βρετανικού μερκαντιλιστικού συστήματος, το οποίο θα ήταν καταστροφικό για την ελευθερία και την ευημερία. Είχαν δίκιο τότε, βέβαια, και έχουν δίκιο μέχρι σήμερα.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: