Hans-Hermann Hoppe: Oι χρήσιμοι ηλίθιοι του πολιτισμικού μαρξισμού

0
944
Αυτό που τυπικά αγνοούν οι αριστεριστές λιμπερταριανοί, όταν διατηρούν άνετη ή ακόμα και ευνοϊκή στάση όσον αφορά την προβλεπόμενη κρίση, είναι το γεγονός ότι οι μετανάστες που θα προκαλέσουν την κατάρρευση, θα εξακολουθήσουν να είναι σωματικά παρόντες όταν αυτή συμβεί. Για τους αριστεριστές λιμπερταριανούς, λόγω των εξισωτικών προκαταλήψεων τους, το γεγονός αυτό δεν συνεπάγεται πρόβλημα.
Αυτό που τυπικά αγνοούν οι αριστεριστές λιμπερταριανοί, όταν διατηρούν άνετη ή ακόμα και ευνοϊκή στάση όσον αφορά την προβλεπόμενη κρίση, είναι το γεγονός ότι οι μετανάστες που θα προκαλέσουν την κατάρρευση, θα εξακολουθήσουν να είναι σωματικά παρόντες όταν αυτή συμβεί. Για τους αριστεριστές λιμπερταριανούς, λόγω των εξισωτικών προκαταλήψεων τους, το γεγονός αυτό δεν συνεπάγεται πρόβλημα.

Οι αριστεριστές Λιμπερταριανοί, αποτελούν τους χρήσιμους ηλίθιους των πολιτισμικών μαρξιστών, στην πορεία των τελευταίων προς τον ολοκληρωτικό κοινωνικό έλεγχο.

 

Απόσπασμα από την διάλεξη του Hans-Hermann HoppeA Realistic Libertarianism

Απόδοση: Ευθύμης Μαραμής

Το επιχείρημα της «ελεύθερης» μετανάστευσης

Οι αριστεριστές libertarians διατείνονται ότι εφαρμόζουν τις Λιμπερταριανές αρχές με μεγαλύτερη συνέπεια από άλλους Λιμπερταριανούς. Στην πραγματικότητα, αποτελούν viagra για το κράτος. Αυτό γίνεται φανερό, όταν κάποιος εξετάσει τη θέση τους σχετικά με το όλο και πιο μολυσματικό ζήτημα της μετανάστευσης. Οι αριστεριστές Λιμπερταριανοί είναι συνήθως ένθερμοι υπέρμαχοι της πολιτικής της «ελεύθερης και χωρίς διακρίσεις» μετανάστευσης . Όταν επικρίνουν τις κρατικές μεταναστευτικές πολιτικές, δεν το κάνουν επειδή οι κρατικοί περιορισμοί εισόδου αποτελούν τους λάθος περιορισμούς, δηλαδή δεν προστατεύουν τα δικαιώματα ιδιοκτησίας των ντόπιων πολιτών, αλλά το κάνουν για να μην επιβάλλονται καθόλου περιορισμοί στη μετανάστευση.

Αλλά σε ποια βάση στηρίζεται το επιχείρημα πως θα πρέπει να υφίσταται δικαίωμα απεριόριστης «ελεύθερης» μετανάστευσης; Κανείς δεν έχει δικαίωμα να μετακομίσει σε τόπο που έχει ήδη κατοικηθεί από κάποιον άλλο, εκτός εάν έχει προσκληθεί από τον τωρινό κάτοικο του. Και αν όλα τα μέρη είναι ήδη κατοικημένα, όλη η μετανάστευση αποτελεί μετανάστευση μόνο με πρόσκληση. Το δικαίωμα της «ελεύθερης» μετανάστευσης, υφίσταται μόνο για παρθένα εδάφη χωρίς όρια.

Υπάρχουν μόνο δύο τρόποι να προσπαθήσουμε να φτάσουμε σε αυτό το συμπέρασμα και να περισώσουμε ταυτόχρονα την εντύπωση της «ελεύθερης» μετανάστευσης. Ο πρώτος είναι να δούμε όλες τις υπάρχουσες κατοικήσεις και κατοίκους με ηθική καχυποψία. Καταφθάνοντας εδώ, θεωρούμε ως γεγονός ότι όλες οι σημερινές κατοικήσεις έχουν επηρεαστεί από προηγηθείσα κρατική δράση, πόλεμο και κατάκτηση. Και εμπεριέχεται αρκετή αλήθεια, στο ότι τα κρατικά σύνορα έχουν σχεδιαστεί και ανασυγκροτηθεί, άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί, μετατοπιστεί, σκοτωθεί και επανεγκατασταθεί και έργα υποδομών που έχουν χρηματοδοτηθεί από τα κράτη (δρόμοι, δημόσιες συγκοινωνίες κλπ.) έχουν επηρεάσει την αξία και τη σχετική τιμή σχεδόν σε όλες τις τοποθεσίες και μετέβαλαν τις αποστάσεις και τα κόστη ταξιδιού μεταξύ τους. Από αυτό το αδιαμφισβήτητο γεγονός, όμως, δεν προκύπτει ότι οποιοσδήποτε τωρινός κάτοικος κάποιας περιοχής, μπορεί να έχει την αξίωση να μεταναστεύσει σε οποιοδήποτε άλλο μέρος (εκτός, φυσικά, αν του ανήκει αυτό το μέρος ή έχει άδεια από τον σημερινό ιδιοκτήτη του). Ο κόσμος δεν ανήκει σε όλους.

Η δεύτερη πιθανή διέξοδος, είναι να υποστηρίξουμε ότι όλα τα, αποκαλούμενα, δημόσια περιουσιακά στοιχεία – η περιουσία που ελέγχεται από την τοπική, περιφερειακή ή κεντρική κυβέρνηση – προσομοιάζει με τα ανοιχτά σύνορα, με την ελεύθερη και απεριόριστη πρόσβαση. Ωστόσο, αυτό είναι σίγουρα εσφαλμένο. Επειδή η κυβερνητική περιουσία είναι παράτυπη, καθώς βασίζεται σε προηγηθείσες απαλλοτριώσεις, δεν σημαίνει ότι δεν έχει ιδιοκτήτη και πως είναι ελεύθερη για όλους. Χρηματοδοτήθηκε μέσω τοπικών, περιφερειακών, εθνικών ή ομοσπονδιακών φορολογικών πληρωμών και, τότε, οι φορολογούμενοι και κανένας άλλος, είναι οι νόμιμοι ιδιοκτήτες όλης της δημόσιας περιουσίας. Δεν μπορούν να ασκήσουν το ιδιοκτησιακό δικαίωμά τους – το δικαίωμα αυτό το έχει σφετεριστεί το κράτος – αλλά αυτοί είναι οι νόμιμοι ιδιοκτήτες.

Σε έναν κόσμο όπου όλες οι τοποθεσίες είναι ιδιόκτητες, το πρόβλημα της μετανάστευσης εξαφανίζεται. Δεν υπάρχει δικαίωμα μετανάστευσης. Υπάρχει μόνο το δικαίωμα εμπορικών πράξεων, αγοράς ή ενοικίασης διαφόρων τοποθεσιών. Ωστόσο, τι γίνεται με τη μετανάστευση στον πραγματικό κόσμο που υπάρχει δημόσια περιουσία, την οποία διαχειρίζονται τοπικές, περιφερειακές ή κεντρικές κρατικές κυβερνήσεις;

Η αρχή του «πλήρους κόστους»

Πρώτα απ’ όλα: Πως θα ήταν η μεταναστευτική πολιτική εάν το κράτος, όπως υποτίθεται πως πρέπει να κάνει, ενεργήσει ως διαχειριστής της δημόσιας περιουσίας των ιδιοκτητών-φορολογουμένων; Τι θα συνέβαινε με τη μετανάστευση, εάν το κράτος ενεργούσε όπως ο θεματοφύλακας της κοινοτικής περιουσίας που ανήκει από κοινού και χρηματοδοτείται από τα μέλη μιας οικιστικής ένωσης ή μιας περιφραγμένης κοινότητας;

Τουλάχιστον βάσει αρχής η απάντηση είναι σαφής. Η κατευθυντήρια γραμμή του διαχειριστή σχετικά με τη μετανάστευση, θα ήταν η αρχή του «πλήρους κόστους». Δηλαδή, ο μετανάστης ή ο κάτοικος που προσκάλεσε τον μετανάστη, θα πρέπει να πληρώσει το πλήρες κόστος της χρήσης όλων των δημοσίων αγαθών ή εγκαταστάσεων κατά τη διάρκεια της παραμονής του μετανάστη. Το κόστος της κοινοτικής περιουσίας που χρηματοδοτείται από τους φορολογούμενους κατοίκους, δεν πρέπει να αυξηθεί, ούτε να υποβαθμιστεί ή ποιότητα αυτής της περιουσίας, ως συνέπεια της παραμονής μεταναστών. Αντίθετα, αν είναι δυνατόν, η παρουσία ενός μετανάστη θα πρέπει να αποφέρει κέρδη στους κατοίκους-ιδιοκτήτες, είτε με τη μορφή χαμηλότερων φόρων ή κοινοτικών τελών ή να αποφέρει υψηλότερη ποιότητα της κοινοτικής περιουσίας (και ως εκ τούτου, υψηλότερη αξία όλων των περιλαμβανομένων περιουσιών).

Η εφαρμογή της αρχής του πλήρους κόστους, ειδικότερα, εξαρτάται από τις ιστορικές συνθήκες, δηλαδή από την πίεση της μετανάστευσης. Εάν η πίεση είναι χαμηλή, η αρχική είσοδος στους δημόσιους δρόμους μπορεί να είναι εντελώς απεριόριστη στους «αλλοδαπούς» και όλο το κόστος που συνδέεται με τους μετανάστες να απορροφηθεί πλήρως από τους κατοίκους της χώρας, αναμένοντας εγχώρια κέρδη. Όλες οι περαιτέρω διακρίσεις θα αφεθούν στους μεμονωμένους κατοίκους-ιδιοκτήτες. (Αυτό, παρεμπιπτόντως, αποτελεί σχεδόν την κατάσταση των πραγμάτων, όπως ίσχυε στον Δυτικό κόσμο μέχρι τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.) Αλλά ακόμα και τότε, η ίδια γενναιοδωρία δεν θα επεκταθεί πιθανότατα στη χρήση εκ μέρους μεταναστών των δημόσιων νοσοκομείων, σχολείων, πανεπιστημίων, κατοικιών, πισινών, πάρκων κλπ.

Η είσοδος σε αυτές τις εγκαταστάσεις δεν θα είναι «ελεύθερη» για τους μετανάστες. Αντίθετα, οι μετανάστες θα χρεώνονται υψηλότερες τιμές για τη χρήση τους από ό,τι οι εγχώριοι κάτοικοι-ιδιοκτήτες που έχουν χρηματοδοτήσει αυτές τις εγκαταστάσεις, έτσι ώστε να μειωθεί η εγχώρια φορολογική επιβάρυνση. Και αν ένας προσωρινός επισκέπτης-μετανάστης θελήσει να γίνει μόνιμος κάτοικος, μπορεί να αναμένεται να καταβάλει μια τιμή εισόδου, που θα μεταβιβαστεί στους σημερινούς ιδιοκτήτες ως αποζημίωση για την επιπλέον χρήση της κοινοτικής περιουσίας τους.

Από την άλλη πλευρά, αν η πίεση της μετανάστευσης είναι υψηλή – όπως συμβαίνει σήμερα σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο που κυριαρχείται από λευκούς, ετεροφυλόφιλους άντρες – ενδέχεται να χρειαστούν πιο περιοριστικά μέτρα για τον σκοπό της προστασίας της ιδιωτικής και κοινής ιδιοκτησίας των εγχώριων κατοίκων-ιδιοκτητών. Μπορεί να υπάρχουν έλεγχοι ταυτότητας όχι μόνο σε λιμένες εισόδου, αλλά και σε τοπικό επίπεδο, προκειμένου να απομακρυνθούν γνωστοί εγκληματίες και εν γένει η σάρα και η μάρα.

Και εκτός από τους ειδικούς περιορισμούς που θα επιβάλλουν στους επισκέπτες οι μεμονωμένοι κάτοικοι-ιδιοκτήτες, σχετικά με τη χρήση των διαφόρων ιδιωτικών τους περιουσιών, μπορεί να υπάρχουν και πιο γενικοί τοπικοί περιορισμοί εισόδου. Ορισμένες ιδιαίτερα ελκυστικές κοινότητες μπορούν να χρεώνουν εισιτήριο εισόδου για κάθε επισκέπτη (εκτός από τους επισκέπτες που έχουν προσκληθεί από κατοίκους) τα χρήματα του οποίου θα αποδίδονται στους κατοίκους-ιδιοκτήτες, ή μπορεί να απαιτηθεί ένας συγκεκριμένος κώδικας συμπεριφοράς για όλη την κοινοτική ιδιοκτησία. Και οι αιτήσεις μόνιμης ιδιοκτησίας-κατοίκησης για ορισμένες κοινότητες,  μπορεί να είναι εξαιρετικά περιοριστικές και να περιλαμβάνουν εντατική εξέταση και ακριβή τιμή εισόδου, όπως συμβαίνει σήμερα σε μερικές ελβετικές κοινότητες.

Η κρατική πραγματικότητα

Αλλά φυσικά: Το κράτος δεν κάνει τίποτα από αυτά. Οι μεταναστευτικές πολιτικές των κρατών που αντιμετωπίζουν την υψηλότερη μεταναστευτική πίεση, των ΗΠΑ και της Δυτικής Ευρώπης, έχουν ελάχιστη ομοιότητα με τις ενέργειες ενός διαχειριστή-θεματοφύλακα. Δεν ακολουθούν την αρχή του πλήρους κόστους. Δεν λένε στον μετανάστη ουσιαστικά να «πληρώσει ή να φύγει». Αντίθετα, του λένε ότι «εφόσον εισήλθες, μπορείς να μείνεις και να χρησιμοποιήσεις, όχι μόνο όλους τους δρόμους, αλλά και κάθε είδους δημόσιες εγκαταστάσεις και υπηρεσίες δωρεάν ή σε μειωμένες τιμές ακόμη και αν δεν πληρώσεις». Δηλαδή, επιδοτούν τους μετανάστες – ή μάλλον: υποχρεώνουν τους ντόπιους φορολογούμενους να τους επιδοτήσουν.

Ειδικότερα, επιχορηγούν επίσης εγχώριους εργοδότες που εισάγουν φθηνότερους αλλοδαπούς εργαζόμενους, επειδή αυτοί οι εργοδότες μπορούν να εξωτερικεύουν μέρος των συνολικών δαπανών που συνδέονται με την απασχόληση των μεταναστών στους φορολογούμενους – την δωρεάν χρήση εκ μέρους των αλλοδαπών υπαλλήλων τους, όλων των δημοσίων εγκαταστάσεων που ανήκουν στους κατοίκους-ιδιοκτήτες. Και  επιδοτούν περαιτέρω τη μετανάστευση (εσωτερική μετανάστευση) εις βάρος των κατοίκων-φορολογουμένων απαγορεύοντας – μέσω νόμων απαγόρευσης των διακρίσεων – όχι μόνο όλους τους εσωτερικούς, τοπικούς περιορισμούς εισόδου, αλλά όλο και περισσότερο όλους τους περιορισμούς σχετικά με την είσοδο και τη χρήση όλης της εγχώριας ιδιωτικής ιδιοκτησίας.

Όσο για την αρχική είσοδο των μεταναστών, τόσο ως επισκεπτών όσο και ως κατοίκων, τα κράτη δεν κάνουν διακρίσεις με βάση τα ατομικά χαρακτηριστικά τους (όπως θα έκανε κάθε διαχειριστής και όπως θα έκανε κάθε ιδιοκτήτης ιδιωτικής περιουσίας), αλλά με βάση ομάδες ή τάξεις ατόμων, δηλαδή με βάση την εθνικότητα, την προέλευση κλπ. Δεν εφαρμόζουν ενιαίο πρότυπο εισδοχής: τον έλεγχο της ταυτότητας του μετανάστη, τη διενέργεια κάποιου είδους ελέγχου αξιοπιστίας και, ενδεχομένως, την πληρωμή εισιτηρίου εισόδου. Αντ’ αυτού, επιτρέπουν σε ορισμένες κατηγορίες αλλοδαπών την δωρεάν είσοδο, χωρίς απαίτηση βίζας, σαν να ήταν κάτοικοι που επέστρεψαν στη χώρα τους.

Έτσι, για παράδειγμα, όλοι οι Ρουμάνοι ή οι Βούλγαροι, ανεξάρτητα από τα ατομικά χαρακτηριστικά τους, είναι ελεύθεροι να μεταναστεύσουν στη Γερμανία ή τις Κάτω Χώρες και να παραμείνουν εκεί κάνοντας χρήση όλων των δημόσιων αγαθών και εγκαταστάσεων, ακόμη και αν δεν πλήρωσαν και έτσι ζουν με έξοδα των Γερμανών και των Ολλανδών φορολογουμένων. Ομοίως, για τους Πορτορικανούς έναντι των Αμερικανών φορολογουμένων και για τους Μεξικανούς, στους οποίους επιτρέπεται ουσιαστικά να εισέλθουν παράνομα στις ΗΠΑ, ως απρόσκλητοι και αγνώστου ταυτότητας καταπατητές. Αφετέρου, άλλες κατηγορίες αλλοδαπών υπόκεινται σε αυστηρούς περιορισμούς θεωρήσεων. Έτσι, για παράδειγμα, όλοι οι Τούρκοι, ανεξάρτητα από τα ατομικά χαρακτηριστικά τους, πρέπει να υποβληθούν σε εκφοβιστικές διαδικασίες θεώρησης βίζας και ίσως τους απαγορευτεί η μετάβαση στη Γερμανία ή τις Κάτω Χώρες, ακόμα κι αν έχουν προσκληθεί και έχουν επαρκή κεφάλαια για να πληρώσουν όλα τα κόστη που συνδέονται με την παραμονή τους.

Έτσι οι κάτοικοι, ιδιοκτήτες-φορολογούμενοι, υφίστανται διπλή βλάβη: Πρώτα με την χωρίς διακρίσεις συμπερίληψη ορισμένων κατηγοριών μεταναστών, ακόμη και αν αυτοί δεν μπορούν να πληρώσουν και, αφετέρου, με την χωρίς διάκριση εξαίρεση άλλων κατηγοριών μεταναστών, ακόμη και αν μπορούν να πληρώσουν.

Τα σφάλματα που διαπράττουν οι αριστεριστές λιμπερταριανοί

Οι αριστεριστές Λιμπερταριανοί, δεν επικρίνουν αυτή τη μεταναστευτική πολιτική ως αντίθετη με εκείνη που θα ακολουθούσε ένας διαχειριστής δημόσιας περιουσίας, η οποία τελικά ανήκει σε ιδιώτες ντόπιους φορολογούμενους. Δηλαδή δεν επικρίνουν το κράτος επειδή αυτό δεν εφαρμόζει την αρχή του πλήρους κόστους και ως εκ τούτου κάνει εσφαλμένες διακρίσεις. Επικρίνουν το κράτος επειδή αυτό κάνει οποιαδήποτε διάκριση. Η ελεύθερη και χωρίς διακρίσεις μετανάστευση για αυτούς, σημαίνει ότι η είσοδος και η μόνιμη διαμονή χωρίς βίζα πρέπει να διατίθεται για όλους, δηλαδή σε κάθε δυνητικό μετανάστη επί ίσοις όροις, ανεξάρτητα από τα μεμονωμένα χαρακτηριστικά ή την ικανότητα ενός εκάστου να πληρώσει το πλήρες κόστος της διαμονής του. Όλοι, για παράδειγμα, προσκαλούνται να κατοικήσουν στη Γερμανία, τις Κάτω Χώρες, την Ελβετία ή τις ΗΠΑ και να κάνουν δωρεάν χρήση όλων των εγχώριων δημόσιων εγκαταστάσεων και υπηρεσιών.

Προς τιμήν τους, οι αριστεριστές Λιμπερταριανοί αναγνωρίζουν μερικές από τις συνέπειες που θα είχε αυτή η πολιτική στον σημερινό κόσμο. Εάν δεν υπάρχουν άλλοι εσωτερικοί ή τοπικοί περιορισμοί εισόδου όσον αφορά τη χρήση εγχώριων δημόσιων εγκαταστάσεων και υπηρεσιών και όλο και μειώνονται όλοι οι περιορισμοί εισόδου, όσον αφορά τη χρήση της εγχώριας ιδιωτικής περιουσίας (λόγω αμέτρητων νόμων κατά των διακρίσεων), το προβλέψιμο αποτέλεσμα θα ήταν η μαζική εισροή μεταναστών από τον τρίτο κόσμο στις ΗΠΑ και τη Δυτική Ευρώπη και η ταχεία κατάρρευση του σημερινού εγχώριου συστήματος «δημόσιας πρόνοιας». Οι φόροι θα πρέπει να αυξηθούν αισθητά (περαιτέρω συρρίκνωση της παραγωγικής οικονομίας) και η δημόσια περιουσία και οι υπηρεσίες θα επιδεινωθούν δραματικά. Θα προέκυπτε οικονομική κρίση ασύγκριτου μεγέθους.

Ωστόσο, γιατί θα πρέπει αυτό να αποτελεί επιθυμητό στόχο για τον καθένα που αυτοαποκαλείται λιμπερταριανός; Είναι αλήθεια ότι το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης που χρηματοδοτείται από φόρους, πρέπει να εξαλειφθεί ολοσχερώς. Αλλά η αναπόφευκτη κρίση που θα επιφέρει η πολιτική της «ελεύθερης» μετανάστευσης, δεν θα οδηγήσει σε αυτό το αποτέλεσμα. Το αντίθετο: Οι κρίσεις, όπως όλοι όσοι είναι εξοικειωμένοι με την ιστορία γνωρίζουν, χρησιμοποιούνται τυπικά και κατασκευάζονται συχνά και σκόπιμα από τα ίδια τα κράτη, ώστε να αυξήσουν περαιτέρω την εξουσία τους. Και ασφαλώς, μια κρίση δημιουργημένη από πολιτική «ελεύθερης» μετανάστευσης θα ήταν εξαιρετική.

Αριστεριστές-λιμπερταριανοί και εγκαλιταριανές προκαταλήψεις

Αυτό που τυπικά αγνοούν οι αριστεριστές λιμπερταριανοί, όταν τηρούν άνετη ή ακόμα και ευνοϊκή στάση όσον αφορά την προβλεπόμενη κρίση, είναι το γεγονός ότι οι μετανάστες που θα προκαλέσουν την κατάρρευση, θα εξακολουθήσουν να είναι σωματικά παρόντες όταν αυτή συμβεί. Για τους αριστεριστές λιμπερταριανούς, λόγω των εξισωτικών προκαταλήψεων τους, το γεγονός αυτό δεν συνεπάγεται πρόβλημα. Για αυτούς, όλοι οι άνθρωποι είναι περισσότερο ή λιγότερο ίσοι και ως εκ τούτου, η αύξηση του αριθμού των μεταναστών δεν έχει διαφορετικό αντίκτυπο από την αύξηση του εγχώριου πληθυσμού μέσω υψηλότερου ποσοστού γεννήσεων. Ωστόσο, για κάθε κοινωνικό ρεαλιστή, για την ακρίβεια, για όλους όσους διαθέτουν κοινή λογική, αυτή η αντίληψη είναι προφανώς εσφαλμένη και δυνητικά επικίνδυνη.

Ένα εκατομμύριο περισσότεροι Νιγηριανοί ή Άραβες στη Γερμανία ή ένα εκατομμύριο περισσότεροι Μεξικανοί ή Χούτου ή Τούτσι στις ΗΠΑ, είναι κάτι πολύ διαφορετικό από ένα εκατομμύριο περισσότερους ντόπιους Γερμανούς ή Αμερικανούς. Με εκατομμύρια τριτοκοσμικούς μετανάστες παρόντες όταν ξεσπάσει η κρίση και με τις κοινωνικές πληρωμές σε στάση, είναι εξαιρετικά αμφίβολο να προκύψει ένα ειρηνικό αποτέλεσμα και να εμφανιστεί μια φυσική κοινωνική τάξη με βάση την ιδιωτική ιδιοκτησία. Αντίθετα, είναι πολύ πιθανότερο και σχεδόν βέβαιο ότι θα ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος, λεηλασίες, βανδαλισμοί και φυλετικός, εθνοτικός ή πόλεμος μεταξύ συμμοριών – και θα προκύψει αδιαμφισβήτητο αίτημα για ένα πανίσχυρο κράτος.

Γιατί, λοιπόν, μπορεί να ρωτήσει κάποιος, δεν υιοθετεί το κράτος την πολιτική «ελεύθερης» μετανάστευσης των αριστεριστών-Λιμπερταριανών και να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία που προσφέρει η προβλεπόμενη κρίση ώστε να ενισχύσει περαιτέρω την εξουσία του; Μέσω των εσωτερικών πολιτικών κατά των διακρίσεων και της τρέχουσας μεταναστευτικής πολιτικής, το κράτος έχει ήδη κάνει πολλά για να κατακερματίσει τον εγχώριο πληθυσμό και να αυξήσει έτσι τη δική του εξουσία. Μια πολιτική «ελεύθερης μετανάστευσης» θα προσθέσει μια ακόμα, τεράστια δόση  «πολυπολιτισμικότητας» χωρίς διακρίσεις. Θα ενισχύσει περαιτέρω την τάση προς την κοινωνική απο-ομογενοποίηση, την διαίρεση, τον κατακερματισμό και θα εξασθενήσει περαιτέρω την παραδοσιακή, λευκή, ετεροφυλόφιλη, «αστική» τάξη και τον πολιτισμό που συνδέεται με τη «Δύση».

Η απάντηση: «γιατί όχι;» φαίνεται απλή ωστόσο. Σε αντίθεση με τους αριστεριστές Λιμπερταριανούς, οι κυβερνώσες ελίτ εξακολουθούν να είναι αρκετά ρεαλιστικές, ώστε να αναγνωρίσουν ότι εκτός από τις μεγάλες ευκαιρίες για κρατική επέκταση, η προβλεπόμενη κρίση θα συνεπαγόταν επίσης έναν ανυπολόγιστο κίνδυνο και θα μπορούσε να οδηγήσει σε κοινωνικές αναταραχές τέτοιων αναλογιών, ώστε αυτές οι ίδιες να απολέσουν την ισχύ τους και να αντικατασταθούν από άλλες «αλλοδαπές» ελίτ. Συνεπώς, οι κυβερνώσες ελίτ προχωρούν μόνο σταδιακά, βήμα προς βήμα, στην πορεία τους προς μια «πολυπολιτισμικότητα χωρίς διακρίσεις». Κι ακόμα, είναι ευχαριστημένες από την προπαγάνδα υπέρ της «ελεύθερης μετανάστευσης» των αριστεριστών-λιμπερταριανών, επειδή αυτή η προπαγάνδα βοηθά το κράτος όχι μόνο να παραμείνει στην παρούσα divide et impera πορεία του, αλλά να προχωρήσει με ακόμα πιο επιταχυνόμενο ρυθμό.

Εν κατακλείδι

Σε αντίθεση με τις αντι-κρατιστικές διακηρύξεις και την υποκρισία τους, τότε, η αλλόκοτη θυματολογία των αριστεριστών λιμπερταριανών και το αίτημα τους για καλοσύνη χωρίς διακρίσεις και συμπερίληψη της μακράς, γνωστής λίστας των δήθεν ιστορικών «θυμάτων», συμπεριλαμβανομένων ιδιαίτερα όλων των αλλοδαπών δυνητικών μεταναστών, στην πραγματικότητα αποδεικνύεται ότι αποτελεί συνταγή για την περαιτέρω ανάπτυξη της κρατικής εξουσίας. Οι πολιτισμικοί μαρξιστές το γνωρίζουν αυτό και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο υιοθέτησαν την ίδια θυματολογία. Οι αριστεριστές Λιμπερταριανοί, προφανώς δεν το γνωρίζουν αυτό και έτσι αποτελούν τους χρήσιμους ηλίθιους των πολιτισμικών μαρξιστών, στην πορεία των τελευταίων προς τον ολοκληρωτικό κοινωνικό έλεγχο.

***

 

Ο Hans-Hermann Hoppe, είναι οικονομολόγος της Αυστριακής σχολής οικονομικής σκέψης και Λιμπερταριανός/αναρχοκαπιταλιστής φιλόσοφος με κοινωνικά συντηρητικές αρχές. Eίναι ομότιμος καθηγητής οικονομικών στο UNLV, διακεκριμένος ανώτερος συνεργάτης του Ινστιτούτου Mises, ιδρυτής και πρόεδρος της «κοινωνίας ιδιοκτησίας και ελευθερίας» και πρώην συντάκτης της εφημερίδας Journal of Libertarian studies. Είναι συγγραφέας του βιβλίου: Democracy: The god that failed.

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: