Γιατί τα «δημόσια αγαθά» πρέπει να ιδιωτικοποιηθούν

0
525

Ποια δημόσια αγαθά είναι πιο σημαντικά; Αυτά που παράγει η κυβέρνηση ή αυτά που καταστρέφει; Τελικά, ποια δημόσια αγαθά θα πρέπει να παραχθούν;

 

Του Philipp Bagus

Απόδοση στα Ελληνικά: Νίκος Μαρής

Η θεωρία των «δημόσιων αγαθών» είναι ένα από τα κύρια επιχειρήματα που χρησιμοποιείται συνήθως για να δικαιολογήσει οικονομικά την ύπαρξη του κράτους.

Η υιοθέτηση μιας τέτοιας νεοκλασικής ορολογίας ενέχει ορισμένους κινδύνους, καθώς απομακρύνει συστηματικά τη σκέψη μας από τα υγιή οικονομικά. Ωστόσο, για χάρη της συζήτησης, ας δεχτούμε τα δύο καθοριστικά χαρακτηριστικά ενός δημόσιου αγαθού, σύμφωνα με τα καθιερωμένα εκπαιδευτικά συγγράμματα.

Πρώτον, ένα δημόσιο αγαθό μπορεί να καταναλωθεί από επιπρόσθετους καταναλωτές χωρίς επιπλέον κόστος. Αυτό το χαρακτηριστικό είναι γνωστό ως μη ανταγωνιστική κατανάλωση. Για παράδειγμα, αφ’ ότου χτιστεί ένας φάρος, φωτίζει την πορεία για όλα τα πλοία, χωρίς επιπλέον κόστος.1

Δεύτερον, οι καταναλωτές δεν μπορούν να αποκλειστούν από την κατανάλωση του δημόσιου αγαθού, αφ’ ότου αυτό έχει πλέον παραχθεί με ένα λογικό κόστος. Για παράδειγμα, ένας πλοιοκτήτης που δεν θέλει να πληρώσει για τις υπηρεσίες ενός φάρου δεν μπορεί να αποκλειστεί από αυτές, γιατί όταν ο φάρος είναι απενεργοποιημένος κανείς δεν μπορεί να τον δει, ούτε καν τα πλοία που πλήρωσαν γι’ αυτόν. Ως αποτέλεσμα, προκύπτει το λεγόμενο «πρόβλημα του λαθρεπιβάτη»: Οι καταναλωτές, παρόλο που θα ήθελαν να απολαμβάνουν τις υπηρεσίες ενός δημόσιου αγαθού, δεν βοηθούν στη χρηματοδότησή του, αλλά προσπαθούν να επωφεληθούν «λαθραία» από τις συνεισφορές των άλλων. Επειδή ο καθένας θα προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει δωρεάν τη συνεισφορά κάποιου άλλου, τα δημόσια αγαθά – έτσι διατείνεται τουλάχιστον η νεοκλασική οικονομική ορθοδοξία – θα υποπαράγονταν σε μια ελεύθερη αγορά. Η κυβέρνηση πρέπει να παρέμβει, να φορολογήσει τους λαθρεπιβάτες, και να χρηματοδοτήσει το δημόσιο αγαθό με τις εισπράξεις από την φορολόγηση.

Κριτικές της Θεωρίας των Δημοσίων Αγαθών

Αυτοί οι ισχυρισμοί ακούγονται αρκετά λογικοί, ωστόσο έχουν διατυπωθεί αρκετές  ισχυρές  κριτικές για το επιχείρημα των δημόσιων αγαθών:

Πρώτον, δεν υπάρχει σαφής και αντικειμενική διαχωριστική γραμμή μεταξύ ενός ιδιωτικού αγαθού και ενός δημόσιου αγαθού. Πολλά δημόσια αγαθά παράγονται ιδιωτικά, όπως η μουσική του δρόμου σε έναν πεζόδρομο.2  Και πολλά αγαθά που παράγονται από το κράτος, όπως η ταχυδρομική υπηρεσία, δεν εντάσσονται στην κατηγορία των δημόσιων αγαθών. Το πιο σημαντικό, τα αγαθά έχουν υποκειμενικό χαρακτήρα. Ο χαρακτηρισμός ενός πράγματος ως αγαθού δεν είναι ούτε αντικειμενικός, ούτε αιώνιος. Το τραγούδι του μουσικού του δρόμου μπορεί να θεωρηθεί «δημόσιο κακό», αν κάποιος απεχθάνεται την ερμηνεία του. Όπως επεσήμανε προβοκατόρικα ο Walter Block, ακόμα και οι κάλτσες μπορούν να θεωρηθούν δημόσιο αγαθό, εάν οι άνθρωποι ενδιαφέρονται για το χρώμα των καλτσών που φορούν οι άλλοι. Επιπλέον, η έλλειψη καλτσών θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την υγεία και έτσι να επηρεάσει τρίτους.

Δεύτερον, ο ανταγωνισμός για την κατανάλωση είναι επίσης κάτι υποκειμενικό. Όταν κάποιος προτιμά να ακούει τον μουσικό του δρόμου κατ’ αποκλειστικότητα, υπάρχει ανταγωνισμός για την κατανάλωση.

Τρίτον, ούτε η δυνατότητα του αποκλεισμού είναι αντικειμενικά δεδομένη. Από μια δυναμική –χρονικά-  άποψη, η καινοτομία προσφέρει νέους τρόπους αποκλεισμού των «λαθρεπιβατών». Για παράδειγμα, στην περίπτωση κάποιων παραποτάμιων αναχωμάτων στη βόρεια Γερμανία, οι επιχειρηματίες οραματίστηκαν νέα επιχειρηματικά μοντέλα, ώστε να αποκλείονται όσοι δεν πληρώνουν.

Τέταρτον, από το γεγονός ότι η ελεύθερη αγορά δεν παράγει κάτι στην ποσότητα που επιθυμεί ένας παρατηρητής, δεν προκύπτει ότι αυτό πρέπει να παράγεται από το κράτος. Για να καταλήξουμε σε αυτό το συμπέρασμα, θα πρέπει πρώτα να αναπτύξουμε μια ηθική θεωρία, έναν κανόνα που να δικαιολογεί τη βία για την παραγωγή δημόσιων αγαθών. Στην πραγματικότητα, όπως δείχνει ο Hoppe στο έργο του «Πλάνες της Θεωρίας των Δημόσιων Αγαθών και η Παραγωγή της Ασφάλειας» του 1993, ένας τέτοιος κανόνας θα οδηγούσε ουσιαστικά σε έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων.

Πέμπτον, η κρατική παραγωγή των δημόσιων αγαθών συνεπάγεται την χαμηλότερη παραγωγή των ιδιωτικών αγαθών. Η κρατική παρέμβαση καθιστά τον οικονομικό υπολογισμό ανέφικτο. Η ικανοποίηση που χάνεται λόγω της φορολογικής χρηματοδότησης των δημόσιων αγαθών, μόνο αυθαίρετα μπορεί να συγκριθεί  με την ικανοποίηση που προσδίδει η παραγωγή τους. Ως εκ τούτου, είναι τόσο δικαιολογημένο να μιλάμε για «δημόσια κακά» όσο και το να μιλάμε για «δημόσια αγαθά».

Τέλος, η ποσότητα των παραγόμενων από το κράτος δημόσιων αγαθών παραμένει αυθαίρετη.

Η κρατική παρέμβαση παρεμποδίζει την παραγωγή των «δημόσιων αγαθών»

Υπάρχει ένα άλλο σημείο σχετικά με τα δημόσια αγαθά και την «λαθρεπιβίβαση» που θέλω να τονίσω σε αυτό το άρθρο.

Το κράτος συχνά εμποδίζει ή σαμποτάρει την ιδιωτική παραγωγή των δημόσιων αγαθών στην αγορά. Ειδικότερα, με το να αποσπά πόρους από πολίτες, το κράτος καθιστά δυσκολότερη τη λύση του προβλήματος του λαθρεπιβάτη.

Για παράδειγμα, η πληθωριστική νομισματική πολιτική ενθαρρύνει τους ανθρώπους να χρεώνονται περισσότερο από ό,τι θα έκαναν σε ένα υγιές νομισματικό σύστημα. Όταν κάποιος είναι υπερχρεωμένος, πρέπει να επικεντρωθεί στην αμειβόμενη εργασία, και θα προσφέρει λιγότερη εθελοντική εργασία από ό,τι σε διαφορετική περίπτωση.

Οι φόροι λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο. Όσο περισσότερο φορολογούνται οι πολίτες, τόσο λιγότερο ελεύθερο χρόνο έχουν για εθελοντική εργασία ceteris paribus. Η εθελοντική εργασία είναι απαραίτητη για την ιδιωτική παραγωγή δημόσιων αγαθών, όπως είναι η βοήθεια προς τους φτωχούς, οι εθελοντικές περιπολίες στη γειτονιά, η συμμετοχή σε σχολικές συναντήσεις, ή η φροντίδα ενός όμορφου κήπου σε κοινή θέα. Λόγω της φορολογίας, οι άνθρωποι έχουν επίσης λιγότερους πόρους στη διάθεσή τους, των οποίων η χρήση θα μπορούσε επίσης να ωφελήσει τρίτους (για παράδειγμα, η εγκατάσταση φωτισμού στην ιδιοκτησία κάποιου, που φωτίζει ταυτόχρονα και τον δρόμο, ή οι συναγερμοί ασφαλείας που αποθαρρύνουν τους εγκληματίες).

Μερικές φορές τα κυβερνητικά διατάγματα εμποδίζουν ακόμη πιο ευθέως την ιδιωτική παραγωγή των δημόσιων αγαθών. Η κατοχή όπλων από έναν πληθυσμό αποθαρρύνει τους εγκληματίες και μπορεί να αυξήσει την ασφάλεια. Το πρόβλημα του λαθρεπιβάτη παραμένει βέβαια πιθανό ανάμεσα σε έναν ένοπλο πληθυσμό. Δεν είναι άλλωστε όλοι υποχρεωμένοι να ξοδεύουν χρήματα για όπλα και εκπαίδευση. Κάποιοι μπορούν να βασίζονται σε κάποιους άλλους, που χρηματοδοτούν από την τσέπη τους αυτό το δημόσιο αγαθό.3 Δυστυχώς, σε πολλές χώρες η κυβέρνηση σαμποτάρει την παραγωγή αυτού του δημόσιου αγαθού απαγορεύοντας την οπλοκατοχή.

Το Πρόβλημα του Λαθρεπιβάτη

Μια πιο αρμονική κοινωνία χάρη στην εθελοντική αλληλοβοήθεια, μια ασφαλέστερη κοινωνία λόγω εθελοντικών περιπολιών, μια πιο όμορφη κοινωνία χάρη σε καλοδιατηρημένους κήπους και φωτισμό – όλα ταιριάζουν στον ορισμό του δημόσιου αγαθού. Δείχνουν επίσης ότι το πρόβλημα του λαθρεπιβάτη μπορεί να ξεπεραστεί. Όταν υπάρχει ελεύθερη αγορά, θα εξελιχθούν επιχειρηματικά μοντέλα που θα παρέχουν τις απαιτούμενες υπηρεσίες. Ωστόσο, λόγω των φόρων, πληθωριστικών ή μη, το βιοτικό μας επίπεδο είναι χαμηλότερο, και παράγονται λιγότερα δημόσια αγαθά στην ελεύθερη αγορά από ό,τι θα παράγονταν σε διαφορετική περίπτωση.

Τα κοινωνικά, θρησκευτικά ή πολιτικά κινήματα παρέχουν μιαν άλλη απάντηση στο πρόβλημα του λαθρεπιβάτη. Ο Jeffrey Hummel επισημαίνει ότι οι Αμερικανοί επαναστάτες παρήγαν θετικά εξωτερικά αποτελέσματα σε άλλους, που μπόρεσαν να επωφεληθούν χωρίς προσωπικό κόστος από τις ενέργειες των επαναστατών, οι οποίοι διακινδύνευσαν τη ζωή τους. Παρόμοια «λαθρεπιβίβαση» παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια των Σταυροφοριών. Οι Σταυροφόροι διακινδύνευσαν τη ζωή τους για να εξασφαλίσουν στους χριστιανούς προσκυνητές μια ασφαλή διαδρομή προς τους Αγίους Τόπους, ενώ άλλοι χριστιανοί επωφελήθηκαν από αυτές τις προσπάθειες.4  Σε γενικές γραμμές, μέσω της εκπαίδευσης και της βοήθειας στους φτωχούς, τα θρησκευτικά κινήματα παράγουν δημόσια αγαθά, όπως μια πιο ειρηνική, αρμονική και μορφωμένη κοινωνία. Ο καθένας μπορεί να επωφεληθεί δωρεάν από αυτές τις προσπάθειες.

Ομοίως, όσοι συνεισφέρουν σε ιδρύματα που υπερασπίζονται την ελευθερία μας, όπως το Mises Institute, χρηματοδοτούν την παραγωγή ενός δημόσιου αγαθού. Εάν δώσετε χρήματα στο Mises Institute, θα έχετε μια πιο ελεύθερη κοινωνία από ό,τι σε αντίθετη περίπτωση. Όλοι ωφελούνται, κανείς δεν αποκλείεται -ακόμα κι αν δεν έχει συνεισφέρει. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι μπορούν να λειτουργούν σαν «λαθρεπιβάτες» σε σχέση με τις εισφορές προς το Ινστιτούτο. Παρά ταύτα, το Mises Institute υπάρχει και ευδοκιμεί. Σίγουρα θα μπορούσε να ευδοκιμήσει περισσότερο εάν οι φόροι ήταν χαμηλότεροι και οι άνθρωποι πλουσιότεροι και σε θέση να συνεισφέρουν περισσότερα.5  Με αυτό τον τρόπο, η κυβέρνηση μειώνει την παραγωγή των δημόσιων αγαθών.

Στις μέρες μας, εκείνοι που διαδηλώνουν ενάντια στις παραβιάσεις των ελευθεριών μας από τα διατάγματα τύπου «μένουμε σπίτι», βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση. Εάν υπάρξουν αρκετές διαμαρτυρίες κατά των απαγορευτικών και επαρκής πολιτική ανυπακοή, οι παραβιάσεις αυτές δεν θα είναι βιώσιμες για πολύ.6 Με τον τρόπο αυτό, οι διαμαρτυρίες μπορούν να ασκήσουν θετικές «εξωτερικότητες» για το υπόλοιπο του πληθυσμού.

Ωστόσο, μπορεί και σ’ αυτή την περίπτωση να υπάρξουν «λαθρεπιβάτες». Αντί να ξοδεύουν τον χρόνο τους για να διαμαρτύρονται και να διακινδυνεύουν πρόστιμα, οι άνθρωποι μπορούν απλά να μείνουν στην άκρη (ή μέσα). Εάν όλοι αντιστέκονταν και δεν υπάκουαν στην αστυνομία, το lockdown δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί. Εάν, ωστόσο, πάρα πολλοί άνθρωποι συμπεριφερθούν σαν «λαθρεπιβάτες», εν γνώσει τους ή όχι, το δημόσιο αγαθό της ελευθερίας δεν μπορεί να πραγματωθεί. Φυσικά, η αποτυχία παραγωγής του δημόσιου αγαθού της ελευθερίας δεν οφείλεται στην αγορά, γιατί αν δεν υπήρχε το κράτος, δεν θα χρειαζόταν καν η πολιτική ανυπακοή για την επίτευξη της ελευθερίας. Η κυβέρνηση είναι που, με την απειλή της αστυνομικής βίας, καταστέλλει την παραγωγή αυτού του δημόσιου αγαθού.

Συμπερασματικά, υπάρχουν δημόσια αγαθά που δεν θα παράγονταν χωρίς το κράτος, αλλά υπάρχουν επίσης και δημόσια αγαθά των οποίων η παραγωγή καθίσταται αδύνατη ακριβώς εξαιτίας του κράτους. Λόγω της κρατικής παρέμβασης, έχουμε μια υπερπαραγωγή ορισμένων δημόσιων αγαθών και μια υποπαραγωγή άλλων, όπως, για παράδειγμα, η περίφημη ανοσία της αγέλης.

Ποια δημόσια αγαθά είναι πιο σημαντικά; Αυτά που παράγει η κυβέρνηση ή αυτά που καταστρέφει; Τελικά, ποια δημόσια αγαθά θα πρέπει να παραχθούν; Υπάρχουν δύο βασικοί τρόποι για να αποφασίσουμε. Οι πολιτικοί μπορούν αυθαίρετα να αποφασίζουν ποια δημόσια αγαθά θα παράγονται και ποια όχι, ή μπορούν για όλα αυτά να αποφασίζουν τα άτομα που αλληλεπιδρούν εθελοντικά σε μια ελεύθερη αγορά.

 

***

Ο Philipp Bagus είναι καθηγητής οικονομικών στο Universidad Rey Juan Carlos της Μαδρίτης. Είναι συνεργάτης του Ινστιτούτου Ludwig von Mises, μελετητής του IREF, και συγγραφέας πολυάριθμων βιβλίων.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Ludwig von Mises

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





 

Σημειώσεις:

  1. O Ronald Coase είναι γνωστό ότι αμφισβήτησε την άποψη ότι οι φάροι είναι δημόσια αγαθά.
  2. Σημειώστε ότι δεν είναι τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά ενός αγαθού που καθορίζουν την αξία του. Αντίθετα, το ουσιώδες είναι οι υποκειμενικά εκτιμώμενες υπηρεσίες που παρέχει ένα αγαθό σε έναν καταναλωτή.
  3. Λάβετε υπόψη ότι είναι απολύτως υποκειμενικό εάν η κατοχή όπλων είναι δημόσιο αγαθό ή κοινό κακό, καθώς ορισμένοι άνθρωποι μπορεί να αισθάνονται άβολα με την ελεύθερη κατοχή όπλων. Οι εγκληματίες θα θεωρούσαν σίγουρα την ευρεία κατοχή όπλων από τον πληθυσμό ως ένα «δημόσιο κακό».
  4. O Rodney Stark υπερασπίστηκε τις σταυροφορίες ως βασικά αμυντικά εγχειρήματα.
  5. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι με τους υψηλότερους φόρους υπάρχει ένα ισχυρότερο κίνητρο για την υπεράσπιση της ελευθερίας, καθώς υπάρχουν περισσότερα για να κερδίσουμε. Ωστόσο, εμπειρικά το Ινστιτούτο Mises των ΗΠΑ έχει μεγαλύτερη εμβέλεια από ό,τι τα ιδρύματα υπέρ της ελεύθερης αγοράς σε χώρες λιγότερο ελεύθερες και με υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές.
  6. O Étienne de La Boétie επεσήμανε ότι η κρατική εξουσία στηρίζεται τελικά στη συγκατάθεση και την υπακοή των κυβερνωμένων.