Τι μας διδάσκουν οι αποτυχημένες προβλέψεις των «ειδικών» για το Brexit

0
246
Ο σοσιαλδημοκράτης Guy Verhofstadt στήριξε με κάθε τρόπο την ανατροπή του δημοψηφίσματος για το Brexit
Ο σοσιαλδημοκράτης Guy Verhofstadt στήριξε με κάθε τρόπο την ανατροπή του δημοψηφίσματος για το Brexit

Κάθε υπεύθυνος οικονομολόγος θα έπρεπε να αποφύγει τις προβλέψεις και θα έπρεπε να παραδεχτεί ότι δεν μπορεί να ξέρει τι θα συμβεί με το Brexit.

 

Του Ryan McMaken

Εισαγωγή

Είναι πλέον οριστικό: το Ηνωμένο Βασίλειο αποχωρεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Από την 31η Ιανουαρίου 2020, το Ηνωμένο Βασίλειο ξεκίνησε τη διαδικασία αποχώρησης από την ΕΕ. Η διαδικασία μετάβασης θα συνεχιστεί καθ’ όλη τη διάρκεια του 2020, καθώς οι κυβερνήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου και της ΕΕ διαπραγματεύονται τη φύση των μελλοντικών σχέσεων τους.

Κι ενώ η έξοδος της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πραγματικότητα, η οικονομική κατάσταση στο Ηνωμένο Βασίλειο παραμένει εξαιρετικά ήρεμη. Αυτό θα πρέπει να αποτελεί μεγάλη έκπληξη για όσους πίστεψαν τους ειδικούς των μέσων μαζικής ενημέρωσης και τους οικονομικούς εμπειρογνώμονες, που διαβεβαίωναν ότι η οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου θα παρέλυε όσο πλησίαζε η ώρα του Brexit.

Ωστόσο, η οικονομική αναταραχή είναι αμελητέα. Βεβαίως, οι αγορές και οι εταιρείες  προσαρμόζονται στη νέα πραγματικότητα του Ηνωμένου Βασιλείου, που θα βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό εκτός της κοινής αγοράς της ΕΕ. Αλλά δεν διαφαίνεται ότι η χώρα βρίσκεται στα όρια μιας οικονομικής καταστροφής λόγω Brexit. Αυτό ισχύει, παρότι το Brexit κατέστη ξεκάθαρο και αναπόφευκτο μετά τις γενικές εκλογές του Δεκεμβρίου.

Σενάρια καταστροφής

Άλλα μας έλεγαν όμως.

Οι πολέμιοι της βρετανικής εξόδου από την ΕΕ – και οι απασχολούμενοι εξ αυτών οικονομολόγοι – δεν επέμεναν μόνο ότι η τελική έξοδος θα ήταν καταστροφική για την οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου, αλλά ότι ακόμη και η αβεβαιότητα των αγορών για μια ενδεχόμενη έξοδο θα έπληττε σοβαρά τη βρετανική οικονομία.

Για παράδειγμα, το υπουργείο Οικονομικών του Ηνωμένου Βασιλείου δημοσίευσε έκθεση τον Μάιο του 2016 στην οποία ανέφερε:

Ενδεχόμενη επικράτηση του Brexit στο δημοψήφισμα, θα προκαλέσει σοβαρό οικονομικό κλονισμό που θα δημιουργήσει αστάθεια και αβεβαιότητα, που με τη σειρά τους θα επιδεινωθούν από τις πολύπλοκες και αλληλεξαρτώμενες διαπραγματεύσεις που θα ακολουθήσουν. Το κεντρικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι το αποτέλεσμα αυτού του σοβαρού σοκ, θα είναι η ώθηση του Ηνωμένου Βασιλείου σε ύφεση και η ραγδαία αύξηση της ανεργίας.

Η έκθεση αυτή, λοιπόν, ενημέρωνε τους Βρετανούς ότι η οικονομική καταστροφή δεν χρειαζόταν καν ολοκληρωμένη έξοδο από την ΕΕ για να συμβεί. Απλά και μόνο η ψήφος υπέρ της αποχώρησης, θα προκαλούσε τεράστια οικονομικά προβλήματα.

Εν τω μεταξύ, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ)  σε έκθεση του Απριλίου του 2016, προέβλεπε ότι το Brexit θα κόστιζε στη Βρετανία περισσότερες από τρεις χιλιάδες λίρες ανά νοικοκυριό και θα «αποτελούσε σοβαρό αρνητικό σοκ για την οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου με επιπτώσεις και στις οικονομίες των υπολοίπων χωρών-μελών του ΟΟΣΑ.»

Περισσότερες αναλύσεις εξέταζαν τα αποτελέσματα ενός «σκληρού Brexit» σε αντίθεση με ένα πιο «μαλακό» Brexit. Αλλά στον δρόμο για το δημοψήφισμα – και για τα χρόνια που θα ακολουθούσαν – το μήνυμα ήταν σαφές: το Brexit θα κάνει τη Βρετανία σημαντικά φτωχότερη.

Ωστόσο, οι επενδυτές, οι επιχειρηματίες και οι καταναλωτές, δεν φάνηκε να πείθονται ότι τα εμπόδια που θα αναδύονταν στο διεθνές εμπόριο με το Brexit, θα μπορούσαν να κάμψουν την οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι επενδυτές δεν εγκατέλειψαν τις επενδυτικές ευκαιρίες του Ηνωμένου Βασιλείου και οι επιχειρηματίες δεν αναμένουν επιβαρυντικούς δασμούς. Ακόμη και αν η ΕΕ επιμείνει στο bullying, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει άλλους σημαντικούς εμπορικούς εταίρους.

Έτσι, τον Ιανουάριο του 2020,  η Telegraph ανέφερε πως «Η δύναμη της βρετανικής οικονομίας αψηφά τις προβλέψεις καταστροφής της μετα-Brexit εποχής» και το Bloomberg ανέφερε  ότι παρά τις προβλέψεις για μαζικές απώλειες στον χρηματοπιστωτικό τομέα, «το χρηματιστήριο του Λονδίνου επέκτεινε την κυριαρχία του στις διαπραγματεύσεις συναλλάγματος και παραγώγων επιτοκίων μετά το δημοψήφισμα. «Η Telegraph σημείωσε επίσης  ότι, καθώς η στιγμή της εξόδου πλησίαζε, η απασχόληση αυξήθηκε και η οικονομική ανάπτυξη – όπως μετράται από τις συνήθεις μεθόδους των οικονομολόγων – μεγεθύνθηκε.

Τα «κόστη συναλλαγών» δεν αποτελούνται μόνο από εμπορικά εμπόδια

Ο ισχυρισμός ότι το Brexit θα καθιστούσε τους πάντες φτωχότερους, βασίστηκε στην έμμονη ιδέα ότι η έξοδος θα αύξανε τα αποκαλούμενα «κόστη συναλλαγών» στις βρετανικές επιχειρήσεις όσον αφορά τους δασμούς και άλλους περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία εργαζόμενων και αγαθών. Υποτίθεται ότι η επιχειρηματική συνεργασία με την υπόλοιπη ήπειρο ήταν σε βέλτιστο επίπεδο και ουσιαστικά χωρίς προβλήματα, ενώ η αποχώρηση από την ΕΕ θα δημιουργούσε πολλά νέα εμπόδια.

Αυτό είναι ένα συνηθισμένο επιχείρημα που χρησιμοποιούν οικονομολόγοι και πολιτικοί, οι οποίοι υποστηρίζουν τη διεξαγωγή του εμπορίου και της μετανάστευσης μέσω διεθνών συμφωνιών.

Ασφαλώς, η ελαχιστοποίηση του κόστους των συναλλαγών με αυτόν τον τρόπο είναι πάντα κάτι θετικό, με όλα τα άλλα να είναι ίσα. Είναι θετικό όταν το εμπόριο επεκτείνεται και όταν οι χώρες – και οι ιδιώτες εντός των χωρών – μπορούν να επωφεληθούν από τον καταμερισμό της εργασίας. Είναι επίσης θετικό όταν επιτρέπεται σε καταναλωτές και επιχειρηματίες να επιλέξουν μόνοι τους τι προϊόντα επιθυμούν να αγοράσουν και από πού.

Αλλά το πρόβλημα με την οικονομική ολοκλήρωση της ΕΕ είναι ότι ακολουθείται από πολιτική ολοκλήρωση. Έτσι, η οικονομική ολοκλήρωση συνοδεύεται από γραφειοκρατική διαχείριση εκ των άνω. Η διαχείριση αυτή είναι εκτεταμένη και οι κανονιστικές επιβαρύνσεις που συνδέονται με αυτήν είναι σημαντικές. Ο Ralph Peters του Ινστιτούτου Hoover αποκαλεί την ΕΕ «γραφειοκρατικό τέρας» που παρεμβαίνει εξωφρενικά στις «δομές της καθημερινής ζωής».

Ακόμη χειρότερα, η προσπάθεια μείωσης αυτής της γραφειοκρατικής επιβάρυνσης είναι εξαιρετικά δύσκολη για κάθε μεμονωμένο μέλος της ΕΕ. Οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στα ευρωπαϊκά γραφειοκρατικά διατάγματα, απαιτεί τεράστιες προσπάθειες για τη εξασφάλιση υποστήριξης από άλλα κράτη μέλη για την προώθηση μεταρρυθμίσεων. Το βάρος που επιβάλλεται στις μικρότερες επιχειρήσεις και τους επιχειρηματίες είναι ιδιαίτερα επιζήμιο. Όπως αναφέρει ο Peter Chapman στο Politico, «η γενική αντιπάθεια της ΕΕ έναντι των επιχειρηματιών παραμένει ένα τεράστιο εμπόδιο στην οικονομική ανάπτυξη». Αν και τα ονομαστικά οφέλη της ένταξης στην ΕΕ μπορεί να είναι εύκολα αντιληπτά όσον αφορά τα μειωμένα εμπορικά εμπόδια, τα καθαρά οφέλη είναι πολύ λιγότερο ορατά σε όσους γνωρίζουν το πραγματικό κόστος της γραφειοκρατίας της ΕΕ. Η ένταξη στην ΕΕ δεν συνοδεύεται μόνο από υψηλό κόστος συναλλαγών όσον αφορά τους πρόσθετους κανονισμούς, αλλά η φύση των μη εκλεγμένων και ξένων θεσμικών οργάνων της ΕΕ καθιστά τη γραφειοκρατία λιγότερο ικανή, λιγότερο ευέλικτη και, τελικά, μόνιμη. Αυτό από μόνο του αποτελεί πρόσθετο βάρος πέρα ​​από τους ίδιους τους κανονισμούς.

Ορισμένοι πολέμιοι του Brexit σημείωσαν το προφανές: ότι δηλαδή η έξοδος από την ΕΕ δεν θα φέρει και αυτόματη ανακούφιση από τις επιβαρύνσεις των κανονιστικών ρυθμίσεων. Αυτό είναι βεβαίως αληθές, αλλά όλα αυτά σημαίνουν ότι οι Βρετανοί επιχειρηματίες και καταναλωτές αναμένουν ότι θα υπάρξει τουλάχιστον κάποια ρυθμιστική ανακούφιση και ότι το κόστος του διεθνούς εμπορίου δεν θα φτάσει σε επίπεδα παράλυσης. Αλλά σημαίνει επίσης ότι εάν οι Βρετανοί υπεύθυνοι για την χάραξη πολιτικής επιθυμούν να αλλάξουν ή να μειώσουν αυτές τις γραφειοκρατικές επιβαρύνσεις, δεν είναι απαραίτητο να πάνε στις Βρυξέλλες για να πάρουν άδεια. Με άλλα λόγια, ο ιδιωτικός τομέας φαίνεται να έχει μια μακροπρόθεσμη οπτική, ενώ οι ειδήμονες κατά του Brexit έχουν εμμονή με το παρόν και το άμεσο μέλλον.

Έτσι, εκείνοι που προβλέπουν οικονομικά πλεονεκτήματα από το Brexit, έχουν βάσιμους λόγους να είναι αισιόδοξοι. Όπως επισημάνθηκε από πολλούς παρατηρητές υπέρ του Brexit, οι εμπορικές σχέσεις του Ηνωμένου Βασιλείου είναι παγκόσμιας κλίμακας και δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από ευνοϊκούς όρους με το μπλοκ της ΕΕ. Από πολλές απόψεις, η ένταξη στην ΕΕ έχει περιορίσει το εμπόριο του Η.Β. με τον έξω κόσμο. Η Κίνα και η ανατολική Ασία αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία σε μια παγκόσμια εμπορική στρατηγική από ό, τι η ΕΕ. Αυτό ισχύει και για τις κυρίαρχες χώρες της ΕΕ, όπως η Γερμανία. Επιπλέον, εάν συνασπισμοί επιχειρηματιών, φορολογουμένων και καταναλωτών, επιδιώξουν ανακούφιση από τις κανονιστικές ρυθμίσεις, θα έχουν καλύτερες προοπτικές να επιδιώξουν αυτή την αλλαγή στο Λονδίνο παρά στις Βρυξέλλες.

Οι οικονομολόγοι δεν μπορούν να προβλέψουν το μέλλον

Τι θα συμβεί από εδώ και πέρα λοιπόν;

Είναι αλήθεια πως το ότι δεν έχει συμβεί μέχρι στιγμής κάποια σοβαρή οικονομική αναταραχή μετά τον Brexit, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να συμβεί. Αλλά και πάλι, ακόμη και αν η οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου διολισθήσει, αυτό θα οφείλεται στο Brexit; Οι επιχειρηματικοί κύκλοι άνθισης-ύφεσης εξακολουθούν να είναι πραγματικότητα και μπορούν να προκληθούν από πολλούς παράγοντες πέραν της εγκατάλειψης ενός εμπορικού μπλοκ.

Αλλά υπάρχει ένα πράγμα που γνωρίζουμε: οι ίδιοι «ειδικοί» που προέβλεψαν άμεσο οικονομικό χάος μετά από το δημοψήφισμα, είναι απίθανο να προβλέψουν με ακρίβεια οποιαδήποτε επερχόμενα συμβάντα που θα οφείλονται στο Brexit.

Στην πραγματικότητα, η πολυπλοκότητα των επερχόμενων αλλαγών στο νομικό, πολιτικό και διεθνές τοπίο είναι τέτοια, ώστε κάθε υπεύθυνος οικονομολόγος θα πρέπει να παραδεχτεί ότι δεν μπορεί να ξέρει τι θα συμβεί.

Σε ένα άρθρο με τίτλο «Mission Impossible: Ο υπολογισμός του Οικονομικού Κόστους του Brexit είναι αδύνατος», ο Roch Dunin-Wasowicz γράφει για το London School of Economics:

Στην πραγματικότητα, η εκτίμηση του κόστους γύρω από ένα μελλοντικό γεγονός είναι τόσο εύκολη, όσο είναι η πρόβλεψη για τον καιρό του επόμενου έτους. Οι οικονομικοί μαθηματικοί γνωρίζουν αυτό το θέμα καλύτερα από οποιονδήποτε. Λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπήρξε προηγούμενη έξοδος κράτους-μέλους από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ούτε από κανέναν ισχυρά ενοποιημένο οικονομικό χώρο), η εκτίμηση του πλήρους κόστους δεν είναι ποτέ δυνατή. Οι προσπάθειες που έγιναν πριν από το δημοψήφισμα αποτελούνταν σε εκτενείς υποθέσεις, μεταξύ των οποίων και υποθέσεις σχετικά με την αντίδραση των άλλων οικονομιών και των εμπορικών εταίρων στην ΕΕ και πέρα ​​από αυτήν. Επιπλέον, το ζήτημα αφορά μια πληθώρα πτυχών που υπερβαίνουν τις αυστηρές εμπορικές σχέσεις, όπως η παραγωγικότητα και το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, η κινητικότητα του εργατικού δυναμικού, η εκπαίδευση, η διασυνοριακή εταιρική συμπληρωματικότητα, η μακροοικονομική αλληλεξάρτηση, οι (μακροοικονομικές) πολιτικές ευθυγράμμισης, η οικονομική αλληλεξάρτηση, η ευελιξία, η χρηματοπιστωτική καινοτομία, η ρευστότητα, οι συστημικοί κίνδυνοι και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ή αποτελεσματική πολιτική πρόληψης.

Αυτή η πραγματικότητα, ωστόσο, δεν θα εμποδίσει τους πολέμιους του Brexit να αποδώσουν κάθε ενδεχόμενη αρνητική εξέλιξη στην έξοδο από την ΕΕ και στους ανθρώπους που την στήριξαν.

 

***

Ο Ryan McMaken  είναι ο αρχισυντάκτης του Mises Wire και του The Austrian στο Ινστιτούτο Ludwig von Mises. Έχει πτυχία στα οικονομικά και στις πολιτικές επιστήμες από το πανεπιστήμιο του Colorado και ήταν αρμόδιος οικονομολόγος του οικιστικού τομέα του Colorado από το 2009 ως το 2014. Είναι συγγραφέας του Commie Cowboys: The Bourgeoisie and the Nation-State in the Western Genre.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Ludwig von Mises

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.