Μια ολοκληρωμένη ηθική αιτιολόγηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας

0
327

Η νοητική λειτουργία και η αναζήτηση της αλήθειας καθαυτές, έχουν ένα κανονιστικό υπόβαθρο και το κανονιστικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο βασίζονται η νοητική λειτουργία και η αλήθεια, είναι η αναγνώριση των δικαιωμάτων ιδιωτικής ιδιοκτησίας.

Του Hans-Herman Hoppe

Απόδοση στα Ελληνικά: Ευθύμης Μαραμής

Σύντομη περιγραφή της πραξεολογίας 

Ο Ludwig von Mises, στο αριστουργηματικό του βιβλίο Human Action, παρουσιάζει και εξηγεί ολόκληρο το πλαίσιο της οικονομικής θεωρίας, όπως αυτή υποδηλώνεται και συναρτάται μέσω της εννοιολογικής κατανόησης του νοήματος της ανθρώπινης δράσης (συν μερικές γενικές, ρητά εισαγόμενες υποθέσεις για την εμπειρική πραγματικότητα στην οποία λαμβάνει χώρα δράση). Ονομάζει αυτή την εννοιολογική γνώση ως το «αξίωμα της δράσης» και καταδεικνύει με ποια έννοια πρέπει να θεωρείται a priori γνώση το νόημα της δράσης από την οποία ξεκινά η οικονομική θεωρία – δηλαδή οι αξιολογήσεις, οι σκοποί, τα μέσα εκπλήρωσης των σκοπών, η επιλογή, η προτίμηση, το κέρδος, η ζημία και το κόστος.

H γνώση αυτή δεν προέρχεται από εντυπώσεις των αισθήσεων αλλά από λογική αντανάκλαση (κάποιος δεν βλέπει δράσεις, αλλά ερμηνεύει συγκεκριμένα φυσικά φαινόμενα ως δράσεις!). Το σημαντικότερο είναι ότι δεν μπορεί να ακυρωθεί από οποιαδήποτε βιωματική εμπειρία, διότι οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια θα προϋπέθετε ήδη την ύπαρξη δράσης και την κατανόηση των κατηγοριών δράσης από τον δρώντα (το να βιώνεις κάτι, εξάλλου, είναι μια σκόπιμη δράση!).

Έτσι, έχοντας ανακατασκευάσει τα οικονομικά, όπως στην τελευταία περίπτωση, ως προκύπτοντα από έναν a priori αληθινό ισχυρισμό, ο Ludwig von Mises μπορεί να υποστηρίξει ότι παρέχει μια ολοκληρωμένη θεμελιώδη αρχή οικονομικών μελετών. Ονομάζει αυτή τη θεμελιώδη αρχή «πραξεολογία» εννοώντας τη λογική της δράσης, προκειμένου να υπογραμμιστεί το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί της μπορούν να αποδειχθούν οριστικά, βασισμένοι στο αδιαμφισβήτητο αξίωμα της δράσης και στις εξίσου αδιαμφισβήτητες αρχές της λογικής (όπως είναι οι αρχές της ταυτότητας και της αντίφασης) – εντελώς ανεξάρτητα από κάθε εμπειρική δοκιμή (όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, στις φυσικές επιστήμες).

Επιπλοκές στην ηθική αιτιολόγηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας

Ωστόσο, αν και η ιδέα του για την πραξεολογία και η κατασκευή ενός ολόκληρου συστήματος πραξεολογικής σκέψης τον τοποθετεί ανάμεσα στους μεγάλους ρασιοναλιστές διανοητές της σύγχρονης δυτικής παράδοσης στην αναζήτηση συγκεκριμένων θεμελιωδών αρχών, ο von Mises θεωρεί ότι δεν μπορεί να υποστηριχτεί ένας άλλος ισχυρισμός αυτής της παράδοσης: ο ισχυρισμός ότι υπάρχουν επίσης θεμελιώδεις αρχές σε ηθικά θέματα. Σύμφωνα με τον von Mises, δεν υπάρχει ολοκληρωμένη αιτιολόγηση για ηθικούς ισχυρισμούς με την ίδια έννοια που υπάρχει τέτοια αιτιολόγηση για οικονομικούς ισχυρισμούς. Τα οικονομικά μπορούν να μας ενημερώσουν εάν κάποια συγκεκριμένα μέσα είναι κατάλληλα για την πραγματοποίηση συγκεκριμένων σκοπών, ωστόσο, τα οικονομικά – και καμία άλλη επιστήμη – δεν μπορούν να αποφασίσουν αν οι σκοποί αυτοί είναι σωστοί. Δεν υπάρχει αιτιολόγηση για την επιλογή ενός ή άλλου σκοπού. Ο σκοπός που επιλέχθηκε, είναι άσχετος από επιστημονική άποψη και είναι θέμα υποκειμενικής επιθυμίας, χωρίς δυνατότητα να αιτιολογηθεί πέρα ​​από το απλό γεγονός πως απλά αυτόν τον σκοπό επιθυμεί να πραγματοποιήσει ο δρώντας.

Πολλοί φιλελεύθεροι, αποδέχτηκαν τον συλλογισμό του von Mises σε αυτό το θέμα. Όπως έκανε και ο von Mises, έχουν εγκαταλείψει την ιδέα μιας ρασιοναλιστικής βασικής αρχής σε σχέση με την ηθική. Όπως και ο von Mises, βασίζουν όσο περισσότερο γίνεται τα συμπεράσματα τους στον οικονομικό ισχυρισμό ότι η φιλελεύθερη ηθική αρχή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, δημιουργεί υψηλότερο γενικό βιοτικό επίπεδο από οποιοδήποτε άλλο σύστημα. Ότι οι περισσότεροι άνθρωποι, στην πραγματικότητα, προτιμούν ένα υψηλότερο και όχι χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο και, ως εκ τούτου, ο φιλελευθερισμός θα αποδειχτεί ιδιαίτερα δημοφιλής και αποδεκτός.

Αλλά τελικά, όπως ο von Mises σίγουρα γνώριζε, τέτοιες αναλύσεις μπορούν μόνο να πείσουν κάποιον φιλελεύθερο που έχει ήδη αποδεχτεί τον «ωφελιμιστικό» σκοπό της μεγιστοποίησης του συνολικού πλούτου. Για όσους δεν ασπάζονται αυτόν τον σκοπό, οι φιλελεύθεροι αυτής της παράδοσης δεν διαθέτουν καμία πειστική ισχύ. Έτσι, σε τελική ανάλυση, ο φιλελευθερισμός δεν βασίζεται σε τίποτα άλλο παρά σε μια αυθαίρετη πράξη πίστης.

Προς μια ολοκληρωμένη ηθική αιτιολόγηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας

Στην ακόλουθη ανάλυση, θα περιγράψω ένα επιχείρημα που καταδεικνύει γιατί αυτή η θέση είναι αβάσιμη/μη βιώσιμη και θα εξηγήσω τον τρόπο με τον οποίο μπορεί τελικά να αιτιολογηθεί ολοκληρωμένα η ουσιαστική φιλελεύθερη ηθική αρχή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας του John Locke.

Στην πράξη, αυτό το επιχείρημα υποστηρίζει τη θέση των φιλελεύθερων φυσικών δικαιωμάτων, όπως αυτά αναλύονται από τον άλλο κύριο στοχαστή του σύγχρονου libertarian κινήματος, τον Murray N. Rothbard – κυρίως στο βιβλίο του The Ethics of Liberty. Ωστόσο, το επιχείρημα που καθιερώνει μια ολοκληρωμένη αιτιολόγηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, είναι διαφορετικό από αυτό που συνήθως παρέχεται από την παραδοσιακή επιχειρηματολογία των φυσικών δικαιωμάτων. Αντί αυτής της παραδοσιακής επιχειρηματολογίας, το πλαίσιο του επιχειρήματος μου παρέχεται από τον Ludwig von Mises, την πραξεολογία και τις πραξεολογικές αποδείξεις.

Θα επιδείξω ότι μόνο η φιλελεύθερη ηθική της ιδιωτικής ιδιοκτησίας μπορεί να αιτιολογηθεί με επιχειρηματολογία, επειδή αυτή η ίδια αποτελεί πραξεολογική προϋπόθεση για οποιαδήποτε επιχειρηματολογία. Θα δείξω επίσης πως κάθε αποκλίνων, μη φιλελεύθερος ηθικός ισχυρισμός, μπορεί να αποδειχθεί ότι παραβιάζει αυτή την επιδεικνυόμενη προτίμηση.

Ένας τέτοιος ισχυρισμός μπορεί φυσικά να πραγματοποιηθεί, αλλά το περιεχόμενό του θα αντιφάσκει με την ηθική για την οποία κάποιος επιδεικνύει την προτίμησή του, λόγω της ίδιας της πραγματοποίησης ισχυρισμού εκ μέρους του, δηλ. με την πράξη της εμπλοκής του σε επιχειρηματολογία αυτή καθαυτή. Για παράδειγμα, μπορεί κάποιος να πει ότι «οι άνθρωποι είναι και πάντα θα είναι αδιάφοροι όταν κάνουν πράγματα», αλλά αυτός ο ισχυρισμός θα αντικρουόταν την ίδια στιγμή από την ίδια την πραγματοποίηση του ισχυρισμού, ο οποίος στην πραγματικότητα δείχνει υποκειμενική προτίμηση (λέγοντας αυτό αντί να πει κάτι άλλο ή αντί να μην πει τίποτα). Ομοίως, οι μη φιλελεύθεροι ηθικοί ισχυρισμοί είναι εσφαλμένοι από την πραγματικότητα της ίδιας της πραγματοποίησης τους. Για να καταλήξουμε σε αυτό το συμπέρασμα και να κατανοήσουμε σωστά τη σημασία και τη λογική του ισχύ, δύο βαθύτερα νοήματα είναι ουσιώδη.

Αυτοκτησία – το αποκλειστικό ιδιοκτησιακό δικαίωμα ενός εκάστου επί του σώματος του

Πρώτον, πρέπει να σημειωθεί ότι το ζήτημα του τι είναι δίκαιο, σωστό, άδικο ή λάθος – ή ειδικότερα, το γενικό ζήτημα του τι αποτελεί έναν έγκυρο ισχυρισμό και τι όχι – προκύπτει μόνο στο μέτρο που εγώ, εσείς και οι άλλοι μπορούμε να ανταλλάξουμε ισχυρισμούς και προτάσεις, δηλαδή, έχουμε τη δυνατότητα επιχειρηματολογίας.

Στην πραγματικότητα, με τη δημιουργία οποιουδήποτε ισχυρισμού, είτε αυτός επιδεικνύεται είτε αποτελεί εσωτερική σκέψη, κάποιος επιδεικνύει την προτίμηση του να στηριχθεί σε επιχειρηματολογικά μέσα για να πείσει τον εαυτό του ή τους άλλους για κάτι. Δεν υπάρχει λοιπόν, κανένας τρόπος να αιτιολογηθεί οτιδήποτε, εκτός αν η αιτιολόγηση του συντελεστεί μέσω ανταλλαγής ισχυρισμών και επιχειρημάτων. Ωστόσο, πρέπει να θεωρηθεί η απόλυτη ήττα για έναν ηθικό ισχυρισμό, εάν μπορεί κάποιος να επιδείξει ότι το περιεχόμενό του είναι λογικά ασυμβίβαστο με τον ισχυρισμό του υποστηρικτή του, ότι η εγκυρότητα του μπορεί να εξακριβωθεί με επιχειρηματολογικά μέσα. Η επίδειξη μιας τέτοιας ασυμβατότητας, θα ισοδυναμούσε με απόδειξη λογικής απιθανότητας και μια τέτοια απόδειξη θα συνιστούσε την πιο εμφατική ήττα στη σφαίρα της διανοητικής έρευνας.

Δεύτερον, πρέπει να σημειωθεί ότι η επιχειρηματολογία δεν συνίσταται σε αδέσμευτους ισχυρισμούς, αλλά αποτελεί μια μορφή δράσης που απαιτεί την απασχόληση σπάνιων μέσων και ότι τα προτιμώμενα μέσα που επιδεικνύει ένα πρόσωπο με την εμπλοκή του σε ανταλλαγές ισχυρισμών, είναι τα μέσα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Διότι, κανείς δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί οτιδήποτε και κανείς δεν θα μπορούσε να πειστεί για οποιοδήποτε ισχυρισμό με επιχειρηματολογικά μέσα, χωρίς να είναι δεδομένο το δικαίωμα ενός ατόμου να διαθέτει την αποκλειστική χρήση του σώματος του. Αυτή η αμοιβαία αναγνώριση του αποκλειστικού ελέγχου του σώματος ενός εκάστου, είναι που εξηγεί τον διακριτό χαρακτήρα της ανταλλαγής ισχυρισμών, δηλαδή ότι, ενώ μπορεί κάποιος να διαφωνήσει για τα όσα ειπώθηκαν, είναι ακόμα δυνατό να συμφωνήσει τουλάχιστον στο γεγονός ότι υφίσταται διαφωνία.

Είναι επίσης προφανές ότι ένα τέτοιο δικαίωμα ιδιοκτησίας ενός εκάστου επί του σώματος του, πρέπει να θεωρηθεί αιτιολογημένο a priori, γιατί όποιος προσπαθεί να αιτιολογήσει οποιοδήποτε κανόνα, θα πρέπει ήδη να θεωρεί δεδομένο το αποκλειστικό δικαίωμα ελέγχου του σώματος του ως έγκυρο κανόνα απλώς και μόνο για να πει: «Ισχυρίζομαι εκείνο ή το άλλο.» Όποιος αμφισβητήσει ένα τέτοιο δικαίωμα, θα προσκρούσει σε μια πρακτική αντίφαση, αφού επιχειρηματολογώντας επί τούτου θα συνεπαγόταν ήδη την αποδοχή του ίδιου του κανόνα τον οποίο αμφισβητεί.

Επιπλέον αποκλειστικός ιδιοκτησιακός έλεγχος σπάνιων μέσων

Ακόμη, θα ήταν εξίσου αδύνατο να υποστηριχθεί επιχειρηματολογία για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα και να βασιστεί στην ισχύ της επιχειρηματολογίας κάποιου, εάν αυτός δεν διέθετε αποκλειστικά – πέραν της αυτοκτησίας του – και άλλα σπάνια μέσα μέσω της πράξης της αρχικής ιδιοποίησης (χρησιμοποιώντας τα πριν τα χρησιμοποιήσει κάποιος άλλος) και αν τα εν λόγω μέσα και τα δικαιώματα αποκλειστικού ελέγχου τους δεν καθορίζονταν με αντικειμενικούς φυσικούς όρους. Γιατί εάν κανείς δεν είχε το δικαίωμα να ελέγχει αποκλειστικά οτιδήποτε άλλο εκτός από το σώμα του, τότε θα παύαμε όλοι να υπάρχουμε και το πρόβλημα της αιτιολόγησης κανόνων απλώς δεν θα υπήρχε.

Συνεπώς, λόγω του γεγονότος ότι ζούμε, τα δικαιώματα ιδιοκτησίας επί άλλων πραγμάτων πρέπει να θεωρηθούν έγκυρα. Κανείς άνθρωπος που είναι ζωντανός δεν μπορεί να επιχειρηματολογήσει περί του αντιθέτου. Επιπλέον, εάν ένα άτομο δεν αποκτήσει το δικαίωμα του αποκλειστικού ελέγχου επί τέτοιων αγαθών, μέσω της εγκαθίδρυσης μιας αντικειμενικής σχέσης μεταξύ ενός συγκεκριμένου προσώπου και ενός συγκεκριμένου σπάνιου πόρου, πριν κάποιος άλλος κάνει κάτι τέτοιο, αλλά αντίθετα, όσοι άνθρωποι έρθουν μεταγενέστερα υποτεθεί πως έχουν ιδιοκτησιακές αξιώσεις για τα αγαθά, τότε κανείς δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα με οτιδήποτε, καθώς θα έπρεπε να έχει τη συγκατάθεση όσων έρθουν μεταγενέστερα πριν κάνει αυτό που θα ήθελε να κάνει. Ούτε εμείς, ούτε οι προπάτορες μας, ούτε οι απόγονοι μας θα μπορούσαν να κάνουν οτιδήποτε ήθελαν να κάνουν ή να επιβιώσουν, αν ακολουθούσαν αυτόν τον κανόνα.

Προκειμένου να επιχειρηματολογήσει για οτιδήποτε ο οποιοσδήποτε άνθρωπος – στο παρελθόν, στο παρόν ή στο μέλλον – πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επιβιώσει και για να συμβεί ακριβώς αυτό, τα δικαιώματα ιδιοκτησίας δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι είναι ανεπηρέαστα από το πέρασμα του χρόνου και μη συγκεκριμένα όσον αφορά τον αριθμό των εμπλεκομένων ανθρώπων. Αντίθετα, τα δικαιώματα ιδιοκτησίας πρέπει να θεωρηθούν ότι προέρχονται από συγκεκριμένα άτομα που δρουν σε καθορισμένα χρονικά σημεία. Διαφορετικά, θα ήταν αδύνατο για οποιονδήποτε να πει οτιδήποτε σε κάποιο συγκεκριμένο χρονικό σημείο και θα ήταν αδύνατο κάποιος άλλος να μπορεί να του απαντήσει. Απλά και μόνο υποστηρίζοντας κάποιος ότι ο αρχικός φιλελεύθερος κανόνας – που επιδεικνύει πως ο αρχικός χρήστης των πόρων είναι και ο αρχικός ιδιοκτήτης – μπορεί να αγνοηθεί ή ότι είναι αναιτιολόγητος, συνεπάγεται μια αντίφαση, διότι για να μπορεί κάποιος να πει κάτι τέτοιο, πρέπει να θεωρείται δεδομένη η ύπαρξή του ως ανεξάρτητη μονάδα λήψης αποφάσεων σε ένα δεδομένο χρονικό σημείο.

Σαφώς καθορισμένα ιδιοκτησιακά δικαιώματα με φυσικούς/αντικειμενικούς όρους

Τέλος, η ανθρώπινη δράση και η επιχειρηματολογία θα ήταν επίσης αδύνατο να συμβούν, αν τα πράγματα που αποκτήθηκαν μέσω της αρχικής ιδιοποίησης δεν καθορίζονταν με αντικειμενικούς, φυσικούς όρους (και αν αντίστοιχα η επιθετικότητα δεν οριζόταν ως η εισβολή στην φυσική ακεραιότητα της ιδιοκτησίας ενός άλλου προσώπου), αλλά καθορίζονταν με όρους υποκειμενικών αξιών και αξιολογήσεων. Ενώ κάθε άτομο μπορεί να ελέγξει εάν οι πράξεις του προκαλούν τη μεταβολή της φυσικής ακεραιότητας ενός πράγματος, ο έλεγχος του εάν οι ενέργειες ενός ατόμου επηρεάζουν την αξία της ιδιοκτησίας κάποιου άλλου, ανήκουν σε άλλους ανθρώπους και στις αξιολογήσεις τους. Κάποιος θα έπρεπε να ρωτήσει και να καταλήξει σε συμφωνία με ολόκληρο τον παγκόσμιο πληθυσμό για να βεβαιωθεί ότι οι σχεδιασμένες δράσεις ενός ατόμου, δεν θα μεταβάλουν τις αξιολογήσεις ενός άλλου ατόμου σχετικά με την ιδιοκτησία του. Σίγουρα, όλοι θα ήταν νεκροί πολύ πριν προλάβει να ολοκληρωθεί μια τέτοια διαδικασία. Επιπλέον, η ιδέα ότι οι ιδιοκτησιακές αξίες πρέπει να προστατεύονται είναι επιχειρηματολογικά αναιτιολόγητη, διότι ακόμη και για να επιχειρηματολογήσουμε επί τούτου, πρέπει να προϋποτίθεται ότι οι δράσεις επιτρέπονται πριν από οποιαδήποτε πραγματική συμφωνία. (Αν δεν ίσχυε αυτό κανείς δεν θα μπορούσε καν να πραγματοποιήσει αυτόν τον ισχυρισμό.) Αν επιτρέπονται, ωστόσο, αυτό είναι δυνατό μόνο λόγω αντικειμενικών ορίων της ιδιοκτησίας, δηλαδή, όρια τα οποία κάθε πρόσωπο μπορεί να αναγνωρίσει ως τέτοια μόνο του, χωρίς να χρειάζεται πρώτα να συμφωνήσει με οποιονδήποτε άλλον σε σχέση με το σύστημα αξιών και αξιολογήσεων του καθενός.

Η φιλελεύθερη ηθική της ιδιωτικής ιδιοκτησίας

Με το να είναι κάποιος ζωντανός και να διατυπώνει οποιοδήποτε ισχυρισμό, επιδεικνύει την ίδια στιγμή ότι οποιαδήποτε ηθική εκτός της φιλελεύθερης ηθικής της ιδιωτικής ιδιοκτησίας είναι μη έγκυρη. Αν δεν ίσχυε αυτό και οι μεταγενέστεροι άνθρωποι έπρεπε να έχουν έγκυρες αξιώσεις σε πράγματα ή τα ιδιόκτητα πράγματα καθορίζονταν με υποκειμενικούς και όχι φυσικούς όρους, κανείς άνθρωπος δεν θα μπορούσε να επιβιώσει ως ανεξάρτητη φυσική μονάδα λήψης αποφάσεων, σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή. Ως εκ τούτου, κανείς δεν θα μπορούσε ποτέ να εγείρει κανέναν ισχυρισμό ο οποίος διεκδικεί εγκυρότητα.

Αυτό ολοκληρώνει την a priori αιτιολόγηση μου για την ηθική της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Μερικές παρατηρήσεις σχετικά με ένα θέμα που επισημάνθηκε νωρίτερα, η συσχέτιση αυτής της «πραξεολογικής» απόδειξης του φιλελευθερισμού με την ωφελιμιστική θέση και τη θέση των φυσικών δικαιωμάτων, θα ολοκληρώσει τη συζήτηση.

Κατάρριψη της ωφελιμιστικής-συνεπειοκρατικής θέσης

Όσον αφορά την ωφελιμιστική θέση, η απόδειξη που παρέχω περιέχει την απόλυτη κατάρριψη της. Επιδεικνύει ότι απλώς και μόνο για να επιχειρηματολογήσουμε σχετικά με την ωφελιμιστική θέση,  προϋποτίθεται πως ισχύουν τα αποκλειστικά δικαιώματα ελέγχου του σώματος ενός εκάστου αλλά και των αγαθών που κατέχει με την πράξη της αρχικής ιδιοποίησης. Ειδικότερα, όσον αφορά την συνεπειοκρατική πτυχή του φιλελευθερισμού, η απόδειξη που παρέχω δείχνει την πραξεολογική της απιθανότητα: η ανάθεση δικαιωμάτων αποκλειστικού ελέγχου, δεν μπορεί να εξαρτάται από συγκεκριμένα αποτελέσματα. Κάποιος δεν θα μπορούσε ποτέ να ενεργήσει και να ισχυριστεί οτιδήποτε, εκτός αν τα δικαιώματα ιδιωτικής ιδιοκτησίας προϋπάρχουν ενός μεταγενέστερου αποτελέσματος. Μια συνεπειοκρατική ηθική, αποτελεί πραξεολογικό παραλογισμό.

Οποιαδήποτε ηθική πρέπει να είναι «απριοριστική» ή ακαριαία για να καταστήσει εφικτή τη δυνατότητα κάποιου να δράσει εδώ και τώρα και να ισχυριστεί το ένα ή το άλλο αντί να πρέπει να αναστείλει τη δράση του για αργότερα. Κανείς από όσους υποστηρίζουν μια ηθική τύπου: «περίμενε να δεις το αποτέλεσμα», δεν θα υπήρχε καν για να πει οτιδήποτε εάν έπαιρνε στα σοβαρά την ίδια του τη συμβουλή. Επίσης, εφόσον οι υποστηρικτές της ωφελιμιστικής θέσης βρίσκονται εν ζωή, καταδεικνύουν μέσω των δράσεων τους ότι η συνεπειοκρατική θεωρία τους είναι εσφαλμένη και πρέπει να θεωρείται εσφαλμένη. Η λήψη αποφάσεων και η πραγματοποίηση ισχυρισμών, απαιτούν άμεσα-στιγμιαία δικαιώματα ιδιωτικής ιδιοκτησίας και δεν μπορούν να περιμένουν να ανατεθούν αργότερα.

Σχετικά με τη θέση των φυσικών δικαιωμάτων

Όσον αφορά τη θέση των φυσικών δικαιωμάτων, η πραξεολογική απόδειξη, γενικά υποστηρικτική ως προς τη θέση τους σχετικά με τη δυνατότητα ύπαρξης ορθολογικής ηθικής και σε πλήρη συμφωνία με τα συμπεράσματα που εξήχθησαν στο πλαίσιο αυτής της παράδοσης (συγκεκριμένα, από τον Murray N. Rothbard), έχει τουλάχιστον δύο διακριτά πλεονεκτήματα. Πρωτίστως, υπήρξε μια κοινή διαμάχη μεταξύ των υποστηρικτών της θέσης για τα φυσικά δικαιώματα, ακόμη και από κατά τα λοιπά θετικούς προς αυτή τη θεωρία παρατηρητές, ότι η έννοια της ανθρώπινης φύσης είναι υπερβολικά διάχυτη για να μπορεί να προκύψει ένα ορισμένο σύνολο κανόνων συμπεριφοράς.

Η πραξεολογική προσέγγιση λύνει αυτό το πρόβλημα, αναγνωρίζοντας ότι δεν είναι η ευρύτερη έννοια της ανθρώπινης φύσης, αλλά η στενότερη, αυτή της ανταλλαγής ισχυρισμών και της επιχειρηματολογίας, που πρέπει να εξυπηρετήσει ως αφετηρία για να προκύψει μια ηθική. Επιπλέον, υπάρχει μια a priori αιτιολόγηση για την επιλογή αυτή καθόσον το πρόβλημα της αλήθειας και του ψευδούς, του σωστού και του λάθους, δεν προκύπτει ανεξάρτητα από τις ανταλλαγές ισχυρισμών μέσω επιχειρηματολογίας. Κανείς, λοιπόν, δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει μια τέτοια αφετηρία χωρίς να αντιφάσκει.

Τέλος, η επιχειρηματολογία είναι που προαπαιτεί την αναγνώριση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, επομένως η όποια προσπάθεια απόρριψης της εγκυρότητας της ηθικής της ιδιωτικής ιδιοκτησίας με επιχειρηματολογία, είναι πρακτικώς αδύνατη. Δεύτερον, υπάρχει το λογικό χάσμα μεταξύ δηλώσεων που αφορούν το «είναι» (το γεγονός καθαυτό) και το «πρέπει να είναι» (η αξιακή κρίση του γεγονότος) το οποίο απέτυχαν να γεφυρώσουν επιτυχώς οι υποστηρικτές των φυσικών δικαιωμάτων – εκτός  από την προώθηση ορισμένων γενικών κριτικών παρατηρήσεων σχετικά με την τελική εγκυρότητα της διχοτομίας μεταξύ γεγονότος-αξίας.

Σε αυτό το σημείο, η φιλελεύθερη πραξεολογική απόδειξη έχει το πλεονέκτημα ότι προσφέρει μια αιτιολόγηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας απαλλαγμένης αξιακών κρίσεων. Παραμένει εξ ολοκλήρου στη σφαίρα των iδηλώσεων που αφορούν το «είναι» και ποτέ δεν προσπαθεί να εξάγει ένα «θα έπρεπε να είναι» από ένα «έτσι είναι». Η δομή του επιχειρήματος είναι η εξής: (α) η αιτιολόγηση είναι αιτιολόγηση με ισχυρισμούς – πρόταση – a priori αληθινό είναι. (β) η επιχειρηματολογία προϋποθέτει την ιδιοκτησία του σώματος εκ μέρους του ατόμου που επιχειρηματολογεί και την αρχή της αρχικής ιδιοποίησης – πρόταση – a priori αληθινό είναι. και (γ) τότε, καμία απόκλιση από αυτή την ηθική δεν μπορεί να αιτιολογηθεί με επιχειρηματολογία – πρόταση – a priori αληθινό είναι.

Η απόδειξη προσφέρει επίσης ένα κλειδί για την κατανόηση της φύσης της διχοτομίας μεταξύ γεγονότος-αξιακής κρίσης: Οι προτάσεις που αφορούν το «θα έπρεπε να είναι» δεν μπορούν να εξαχθούν από προτάσεις «έτσι είναι». Ανήκουν σε διαφορετικές σφαίρες λογικής. Είναι επίσης σαφές, ωστόσο, ότι κανείς δεν μπορεί να δηλώσει καν ότι υπάρχουν γεγονότα και αξίες εάν δεν υπάρχουν ανταλλαγές ισχυρισμών και ότι αυτή η πρακτική της ανταλλαγής ισχυρισμών, με τη σειρά της, προϋποθέτει την αποδοχή της ηθικής της ιδιωτικής ιδιοκτησίας ως έγκυρη. Με άλλα λόγια, η νοητική λειτουργία και η αναζήτηση της αλήθειας καθαυτές, έχουν ένα κανονιστικό υπόβαθρο και το κανονιστικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο βασίζονται η νοητική λειτουργία και η αλήθεια, είναι η αναγνώριση των δικαιωμάτων ιδιωτικής ιδιοκτησίας.

 

***

To παρόν δοκίμιο, On the Ultimate Justification of the Ethics of Private Property, αποτελεί το κεφάλαιο 13 του βιβλίου Economics and Ethics of Private Property – studies on political economy and philosophy

Ο Hans-Hermann Hoppe, είναι οικονομολόγος της Αυστριακής σχολής και αναρχοκαπιταλιστής φιλόσοφος με κοινωνικά συντηρητικές αρχές. Eίναι ομότιμος καθηγητής οικονομικών στο UNLV, διακεκριμένος ανώτερος συνεργάτης του Ινστιτούτου Mises, ιδρυτής και πρόεδρος της «κοινωνίας ιδιοκτησίας και ελευθερίας» και πρώην συντάκτης της εφημερίδας Journal of Libertarian studies. Είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων, μεταξύ των οποίων και το αριστούργημα: Democracy: The god that failed.

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.