Μαύρη αγορά και μετρητά: Η βιομηχανία venture capital των φτωχών και των νέων

0
2292
Το γεγονός ότι τα μετρητά επιτρέπουν συναλλαγές στη μαύρη αγορά, είναι ένα από τα μεγαλύτερα οφέλη για τους φτωχούς και όσους διαθέτουν ελάχιστα κεφάλαια. Οι φτωχοί δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά τα ρυθμιστικά βάρη που τίθενται από αργόσχολους γραφειοκράτες για λογαριασμό των ισχυρών.
Το γεγονός ότι τα μετρητά επιτρέπουν συναλλαγές στη μαύρη αγορά, είναι ένα από τα μεγαλύτερα οφέλη για τους φτωχούς και όσους διαθέτουν ελάχιστα κεφάλαια. Οι φτωχοί δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά τα ρυθμιστικά βάρη που τίθενται από αργόσχολους γραφειοκράτες για λογαριασμό των ισχυρών.

η μαύρη αγορά αποτελεί την «venture capital» βιομηχανία των φτωχών, των νέων επιχειρηματιών/επαγγελματιών και των μικροϊδιοκτητών. Τα μετρητά παρέχουν ασυλία στα πρώιμα στάδια της επιχειρηματικής δράσης,  βοηθώντας να αποφευχθούν τα ρυθμιστικά βάρη των νονών του κράτους – τα οποία διαφορετικά θα στραγγάλιζαν τους μικρούς επιχειρηματίες/ιδιοκτήτες.

Του Ευθύμη Μαραμή

Η ιδέα της κατάργησης των μετρητών

Διακρίνουμε συχνά σύγχυση στη σκέψη σοσιαλιστών που θέλουν να βοηθήσουν τους φτωχούς, βοηθώντας τα κράτη. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρόταση για απαγόρευση των μετρητών από τον Ken Rogoff οικονομολόγο του Χάρβαρντ.

Η κεντρική ιδέα του Rogoff εις βάρος των μετρητών, είναι ότι τροφοδοτούν τη μαύρη αγορά και καθίσταται δύσκολο για το κράτος να ωθήσει τα ονομαστικά επιτόκια σε αρνητικά ποσοστά. Και στις δύο περιπτώσεις, ο Rogoff δεν καταλαβαίνει καν ότι περιγράφει τα οφέλη των μετρητών και όχι κάποια προβλήματα που πρέπει να επιλυθούν.

Οι δυνατότητες και οι ευκαιρίες που παρέχει η μαύρη αγορά

Το γεγονός ότι τα μετρητά επιτρέπουν συναλλαγές στη μαύρη αγορά, είναι ένα από τα μεγαλύτερα οφέλη για τους φτωχούς και όσους διαθέτουν ελάχιστα κεφάλαια. Οι φτωχοί δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά τα ρυθμιστικά βάρη που τίθενται από αργόσχολους γραφειοκράτες και τα οποία ευνοούν τους ισχυρότερους. Η επιλογή, λοιπόν, είναι να απασχοληθούν με άτυπες επιχειρήσεις που βασίζονται στα μετρητά ή να πεινάσουν. Οι πρόσφατες συζητήσεις σχετικά με τις υπηρεσίες ταξί τύπου Uber, καθώς και των ενοικιαζόμενων διαμερισμάτων μέσω πλατφορμών τύπου Airbnb, μας υπενθυμίζουν τους αμέτρητους φραγμούς που θέτει στο δρόμο των επιχειρήσεων και ιδιαίτερα των μικρών επαγγελματιών και ιδιοκτητών, το κράτος. Ένα καλό ειρωνικό ερώτημα είναι το εξής: χωρίς το κράτος ποιος θα κατέστρεφε τις μικρές επιχειρήσεις τους επαγγελματίες και τους μικροϊδιοκτήτες;

Τα θύματα αυτού του αυθαίρετου κρατικού bullying, είναι δυσανάλογα οι μικρές επιχειρήσεις, οι επαγγελματίες και οι μικροϊδιοκτήτες οι οποίοι δεν έχουν τις κατάλληλες διασυνδέσεις με κόμματα και πολιτικούς νονούς. Ποτέ δεν θα μάθουμε πόσες επιχειρήσεις δεν έχουν ξεκινήσει καν δραστηριότητα, δεδομένου του κόστους των κανονιστικών ρυθμίσεων: αυτές οι επιχειρήσεις και οι συναλλαγές που δεν ξεκίνησαν ποτέ, ομοιάζουν με τα εναλλακτικά παραδείγματα των παραβολών του Frederic Bastiat στο βιβλίο σπασμένη τζαμαρία. Ο αριθμός είναι σίγουρα μεγάλος.

Τα μετρητά, φυσικά, επιτρέπουν σε αυτούς τους ανθρώπους να ξεκινήσουν τις επιχειρήσεις τους και να κάνουν συναλλαγές αποφεύγοντας τις κανονιστικές παρενοχλήσεις των νονών του κράτους. Είναι ένα αποτελεσματικό σύστημα, καθώς ξεκινούν μια άτυπη επιχείρηση βασισμένη σε μετρητά, για παράδειγμα κομμωτική και αισθητική στο σπίτι, παροχή τεχνικών υπηρεσιών (i.e. ψυκτικές, ηλεκτρικές, ηλεκτρονικές ή υδραυλικές εφαρμογές/επισκευές) ή σχεδιασμό ιστοσελίδων. Πληρώνονται μαύρα, επομένως μπορούν να παραλείψουν τα κανονιστικά έξοδα των κρατικών νονών. Εν τω μεταξύ, καθώς αναπτύσσεται η επιχείρηση, μπορεί να ανοίξει franchises σε όλη την πόλη – η τη χώρα – και να πρέπει να εγγραφεί στα βιβλία του κράτους και να πληρώσει τα ρυθμιστικά έξοδα. Αλλά, τότε, θα είναι αρκετά μεγάλη ώστε να τα διαχειριστεί και να τα απορροφήσει καλύτερα.

Παντού, όπου παρεμβαίνει η κυβέρνηση για να «βοηθήσει», δεν προκύπτουν περισσότερες επιλογές αλλά λιγότερες. Δεν βρίσκουμε περισσότερες θέσεις εργασίας, αλλά λιγότερες. Θέλεις να ξεκινήσεις τη δική σου υπηρεσία ταξί; Ξέχασε το, αν δεν λάβεις όλες τις ισχύουσες (και εξαιρετικά δαπανηρές) κυβερνητικές άδειες. Θέλεις να κάνεις μια καντίνα, ένα υπαίθριο σταντ πώλησης σε λαϊκή; Ξέχασε το αν δεν πληροίς τις αυστηρές κυβερνητικές προϋποθέσεις. Θέλεις να βρεις μια δουλειά για τον έφηβο γιο σου χωρίς εξειδίκευση με δύο ευρώ την ώρα; Λυπούμαστε, αυτό είναι παράνομο επίσης. Χρειάζεσαι ένα δάνειο, αλλά είσαι υψηλού κινδύνου δανειολήπτης; Λυπούμαστε αλλά δεν μας επιτρέπεται να χρεώσουμε υψηλά επιτόκια, είναι «τοκογλυφία».

Με λίγα λόγια, η μαύρη αγορά αποτελεί την «venture capital» βιομηχανία των φτωχών, των νέων επιχειρηματιών/επαγγελματιών και των μικροϊδιοκτητών. Τα μετρητά παρέχουν ασυλία στα πρώιμα στάδια της επιχειρηματικής δράσης,  βοηθώντας να αποφευχθούν τα ρυθμιστικά βάρη των νονών του κράτους – τα οποία διαφορετικά θα στραγγάλιζαν τους μικρούς επιχειρηματίες/ιδιοκτήτες.

Οι επαγγελματίες-θύματα της κρατικά δημιουργημένης ύφεσης

Μια άλλη μεγάλη κατηγορία επαγγελματιών που επιβιώνουν στην μαύρη αγορά, είναι αυτή που προέκυψε λόγω της ύφεσης. Εκατοντάδες χιλιάδες πρώην ασφαλισμένοι του ΤΕΒΕ (ΟΑΕΕ) αναγκάστηκαν να κλείσουν τα βιβλία τους, αδυνατώντας να ανταποκριθούν στις εισφορές που απαιτεί το χρεοκοπημένο κρατικό ασφαλιστικό σύστημα. Όπως παραδέχονται και κάποιοι πολιτικοί, αυτοί οι άνθρωποι διώκονται για τα κρατικά σφάλματα του παρελθόντος σε σχέση με το ασφαλιστικό. Οι επαγγελματίες αυτοί χρησιμοποιούν επίσης μετρητά, τον μόνο τρόπο συναλλαγής σε ένα περιβάλλον κρατικής λεηλασίας, απαγορεύσεων απασχόλησης και απανθρωπιάς.

Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα, είτε σοσιαλιστικά είτε «φιλελεύθερα», τάσσονται σύσσωμα υπέρ των εξαναγκαστικών ηλεκτρονικών συναλλαγών και τα μετρητά έχουν, ουσιαστικά, ποινικοποιηθεί δεδομένου πως η χρήση τους επισύρει ήδη πρόστιμα. Τα μετρητά δεν αναγνωρίζονται ως δαπάνες για να υπολογιστούν στο αφορολόγητο ενώ επιβάλλονται πρόστιμα σε συναλλαγές άνω των 500 ευρώ με αυτά. Η μη αποδοχή καρτών για πληρωμή, επισύρει επίσης πρόστιμα και ποινική δίωξη. Πρακτικά, η ποινικοποίηση σε κάθε χρήση μετρητών είναι γεγονός καθώς αυτή τιμωρείται με ποινές, χρηματικές και άλλες, σε κάθε περίπτωση συναλλαγής.

Για τον κόσμο που δεν αντιμετωπίζει προβλήματα επιβίωσης, όσον αφορά τα μετρητά σε σχέση τις ηλεκτρονικές συναλλαγές, μερικές φορές τα μετρητά είναι καλύτερα (π.χ. για μικρές ανώνυμες συναλλαγές) και άλλες φορές το ηλεκτρονικό χρήμα είναι καλύτερο (π.χ. όταν τα ενδιαφερόμενα μέρη είναι εξοικειωμένα με την τεχνολογία και η ανωνυμία δεν είναι πρόβλημα). Αντ’ αυτού, το βασικό ζήτημα στον πόλεμο εναντίον των μετρητών είναι: Πρέπει να υποχρεωθούν οι άνθρωποι στο να μην χρησιμοποιούν μετρητά; Αυτό το ζήτημα έχει μεγάλη σημασία, καθώς θα καταδικάσει εκατομμύρια ανθρώπων. Τι θα κάνει το κράτος με όλους αυτούς τους οποίους το ίδιο έθεσε στο περιθώριο; Προφανώς θέλει να τους οδηγήσει στην αεργία και στις ελεημοσύνες της κρατικής πρόνοιας για ευνόητους λόγους. Η τροφή του κρατισμού είναι τα εξαρτημένα από τις κυβερνητικές παροχές άτομα.

Η οικονομική άγνοια των κεντρικών σχεδιαστών

Το δεύτερο σκέλος των καταγγελιών του Rogoff εις βάρος των μετρητών, αφορά τα επίπεδα της μακροοικονομίας. Θέλει αρνητικά επιτόκια και κατηγορεί τα μετρητά πως καθιστούν δύσκολο το όραμα του. Εδώ ο Rogoff καταδεικνύει την οικονομική άγνοια του για την πλούσια κλασική και αυστριακή βιβλιογραφία σε σχέση με τους επιχειρηματικούς κύκλους. Έξω από τα παραμορφωμένα Κεϋνσιανά εργαστηριακά μοντέλα, στην πραγματική οικονομία, τα κρατικά χειραγωγημένα χαμηλά επιτόκια προκαλούν τους επιχειρηματικούς κύκλους. Τo υπερβολικά φθηνό χρήμα, χρηματοδοτεί οικονομικές δραστηριότητες που δεν θα είχαν αναληφθεί διαφορετικά, οι οποίες αποδεικνύονται μη βιώσιμες. Η περίπτωση της κατάρρευσης του 2008 στην wall street, καθώς και η εξέλιξη της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη – δυο επεισόδια στρεβλών επιτοκίων – αποτελούν case studies για την κατάρτιση της Αυστριακής Θεωρίας των Επιχειρηματικών Κύκλων.

Δεδομένου του ότι δεν καταλαβαίνει κλασικά οικονομικά, ο Rogoff πιστεύει ότι προωθεί κάποιου είδους δωρεάν γεύμα, όταν αυτό που πραγματικά προτείνει είναι μια ποσοτική και ποιοτική μεγέθυνση των επιχειρηματικών κύκλων. Θα έπρεπε να αναλογιστεί αν θα πρέπει στην πραγματικότητα να διογκωθεί περαιτέρω η επόμενη αναπόφευκτη ύφεση, με όλο και χαμηλότερα επιτόκια.

Η κοινωνία χωρίς μετρητά που ονειρεύεται ο Rogoff, οδηγεί απευθείας στην καταστροφή των φτωχών. Θα σταματήσει τις μικρές επιχειρήσεις στο πρώιμο στάδιο τους, ιδίως τις start ups που είναι συχνά ο καλύτερος δρόμος ανέλιξης για τους φτωχούς και τους νέους. Προφανώς, αυτό θα αυξήσει την ανισότητα, θα αυξήσει τη φτώχεια και θα μειώσει την ευημερία. Φυσικά, εάν άνθρωποι όπως ο Rogoff πλήξουν επιπλέον τη μεσαία τάξη, μπορείτε να είστε βέβαιοι ότι θα κατηγορούν για την καταστροφή τους πλούσιους, τους αναίσθητους εκατομμυριούχους και τις άπληστες «αγορές». Είναι το δεδομένο κρατιστικό πρότυπο – καταστρέψτε τους φτωχούς κι έπειτα κατηγορείστε τους πλούσιους. «Επιτάχυνση των αντιφάσεων», όπως το έθεσε ο Λένιν.

Στην Βενεζουέλα, η νομισματική χειραγώγηση εκ μέρους του σοσιαλιστικού καθεστώτος, έχει δημιουργήσει, εν μέρει, μια de facto κοινωνία χωρίς μετρητά και, έτσι, υπάρχει ήδη εμπειρικό παράδειγμα μιας τέτοιας εξέλιξης. Η ανυπαρξία μετρητών, έχει πλήξει ακριβώς τους φτωχούς, τους αδύναμους και όσους δεν έχουν πρόσβαση σε ηλεκτρονικές πληρωμές μεταξύ αυτών και τους ηλικιωμένους.

Εν κατακλείδι

Θα δούμε πολύ χειρότερα εάν ο Rogoff et al καταφέρουν αυτά που επιδιώκουν με τα μετρητά και τα επιτόκια. Πιο βίαιους επιχειρηματικούς κύκλους, με τους φτωχούς, ως συνήθως, να δέχονται τα πιο σκληρά ​​χτυπήματα στις περιόδους ύφεσης. Και πάλι, άνθρωποι όπως ο Rogoff, θα είναι έτοιμοι να αποδώσουν τις αιτίες στην Κινέζικη αποταμίευση ή στη συμπίεση των τιμών στο διαδίκτυο ή στον «εμπορικό πόλεμο» ανάλογα με τη μόδα που επικρατεί στα οικονομικά του Harvard, αρκεί να αποφύγουν την κριτική. Θα ήταν καλύτερο για αυτούς, αλλά και για ολόκληρο τον κόσμο, να ξεκινήσουν να διαβάζουν von Mises, Hayek και Rothbard.

Οι δε πολιτικοί κάθε φάσματος στην Ελλάδα, συναγωνίζονται για την κατάργηση των μετρητών και την παροχή επιδομάτων και ελάχιστων εγγυημένων εισοδημάτων για την καταπολέμηση της φτώχειας. Η δήθεν «φιλελεύθερη» κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, ποινικοποίησε τα μετρητά περισσότερο και από την σοσιαλιστική κυβέρνηση Τσίπρα.

Το ειρωνικό είναι, πως δημοσίως προσποιούνται ότι κόπτονται για τους φτωχούς, τους αδύναμους και τους νέους. Η φτώχεια δεν καταπολεμάται με επιδόματα και ελεημοσύνες αλλά, με ευκαιρίες, επιχειρηματικότητα και καπιταλισμό. Όμως, αν οι σοσιαλιστές καταλάβαιναν οικονομικά, δεν θα ήταν σοσιαλιστές.

***

 

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.