Το ζήτημα της αποποινικοποίησης κάθε ψυχότροπης ουσίας

0
251
Ναρκωτικά
Στρατιώτες διασχίζουν φυτεία οπιούχου παπαρούνας στο Αφγανιστάν.

Οι πολέμιοι της νομιμοποίησης των ναρκωτικών, συχνά αντιτάσσουν τις βλαβερές συνέπειες που έχουν τα ναρκωτικά ως προς τη συμπεριφορά του ατόμου. Ναρκωτικά όπως η κοκαΐνη, η ηρωίνη ή το lsd οδηγούν το άτομο προς παραβατικές συμπεριφορές. Έτσι η απαγόρευση των ουσιών αποτρέπει, θεωρούν, την πραγματοποίηση εγκλημάτων τα οποία προκαλούνται από τις κατασταλτικές επιδράσεις που έχουν οι ναρκωτικές ουσίες στις αναστολές του ατόμου

του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Σχεδόν όλοι σήμερα συνειδητοποιούν ότι η Ποτοαπαγόρευση ήταν αποτυχία: η προσπάθεια ρύθμισης της κατανάλωσης οινοπνεύματος δεν λειτούργησε και δημιούργησε τις τότε μαφίες (ανάλογες με αυτές που σήμερα εκμεταλλεύονται την απαγόρευση των ψυχοτρόπων ουσιών) όπως και την καταπάτηση πολιτικών ελευθεριών στο πέρασμά της. Οι άνθρωποι συνειδητοποιούν τώρα ότι οι βλάβες που προκαλούνται από την κατάχρηση αλκοόλ δεν δικαιολογούν τους περιορισμούς στην ελευθερία που επέβαλαν οι αρχές. Τα αποδεικτικά στοιχεία ότι η κατάχρηση αλκοόλ αμαυρώνει ορισμένες ζωές είναι πολύ ισχυρότερα από τις εικασίες που κάποιοι έχουν σχετικά με την κατάχρηση ηρωίνης από τους φτωχούς και άπειρους έφηβους. Αλλά αν οι περισσότεροι άνθρωποι απορρίψουν την Ποτοαπαγόρευση ως αδικαιολόγητο περιορισμό στην προσωπική ελευθερία, δεν πρέπει να απορρίψουν και τον πόλεμο κατά των ναρκωτικών;

Οπωσδήποτε. Αλλά εδώ δεν θα ασχοληθούμε με το ωφελιμιστικό του θέματος, δηλαδή το κόστος έναντι του οφέλους που παράγεται, όταν απαγορεύονται το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, αλλά ούτε και με το καθαρά οικονομικό σκέλος, αν και θα κάνουμε μερικές παρατηρήσεις και ως προς αυτό το πλαίσιο. Το άρθρο μας θα είναι καθαρά δεοντολογικό: πρέπει, ή δεν πρέπει να νομιμοποιηθούν όλες οι ναρκωτικές ουσίες και γιατί;

Από την αυτοκτησία στις προσωπικές καταχρήσεις

Από το αρχικό αξίωμα του φιλελευθερισμού, την αυτοκτησία (self-onwership) ή αυτεξούσιο, δηλαδή την ιδιοκτησία του σώματος του ατόμου από το ίδιο (αν όχι αυτό τότε ποιος έχει ιδιοκτησία πάνω του;), συνεπάγεται ότι κάθε μέρος του σώματός του του ανήκει και μπορεί να το χρησιμοποιήσει με όποιον τρόπο επιθυμεί με την προϋπόθεση να μην απειλεί τη σωματική ακεραιότητα των άλλων ατόμων. Δηλαδή, τα άλλα άτομα διατηρούν το ίδιο δικαίωμα. Κατ’ επέκταση, το άτομο μπορεί να δωρήσει, να πουλήσει τα όργανά του, να αυτοκτονήσει ή να αναλάβει συνήθειες οι οποίες μπορούν σταδιακά να τον βλάψουν από ιατρική άποψη. Αναλογικά, εφόσον διατηρούμε το δικαίωμα να φάμε, να δωρίσουμε ή και να πετάξουμε στα σκουπίδια ένα σάντουιτς που αγοράσαμε, έτσι μπορούμε να κάνουμε και το σώμα μας. Τα ίδια ιδιοκτησιακά δικαιώματα υφίστανται και στις δύο περιπτώσεις.

Η χρήση ναρκωτικών ουσιών λοιπόν, ανεξαρτήτως της ζημιάς που προκαλούν στον χρήστη δεν θα έπρεπε να αποτελούν έγκλημα καθώς δεν μπορεί, φιλοσοφικά, να υπάρχει αυτο-θυματοποίηση από το άτομο. Εφόσον η πράξη επιστρέφει στο άτομο και αποτελεί προϊόν μη-εξαναγκασμού, ένας φιλελεύθερος δεν θα έπρεπε να ταχθεί υπέρ της ποινικοποίησης των ναρκωτικών ουσιών. Σαφώς βέβαια, αν η χρήση έγινε εξαναγκαστικά ή με απάτη (τοποθετήθηκε για παράδειγμα ναρκωτικό στο ποτό κάποιου) τότε το έγκλημα δεν είναι η χρήση της ουσίας αλλά η απάτη ή η βία που χρησιμοποιήθηκε για να γίνει η πράξη.

Η απαγόρευση συγκεκριμένων ουσιών έναντι άλλων, σαφώς, θα ήταν ασυνεπής. Εφόσον το άτομο διατηρεί το φυσικό του δικαίωμα να καταστρέψει το σώμα του, αν το επιθυμεί, τότε ο βαθμός καταστροφής ανά γραμμάριο ουσίας μας αφήνει αδιάφορους. Όλες οι ουσίες θα έπρεπε, με αυτήν τη λογική, να νομιμοποιηθούν, πιο σωστά να αποποινικοποιηθούν, τόσο όσον αφορά τη χρήση τους αλλά και όσον αφορά την παραγωγή και διανομή/πώλησή τους.

Αντιφάσεις και ασυνέπειες στην απαγόρευση των ναρκωτικών

Οι πολέμιοι της νομιμοποίησης των ναρκωτικών, συχνά αντιτάσσουν τις βλαβερές συνέπειες που έχουν τα ναρκωτικά ως προς τη συμπεριφορά του ατόμου. Ναρκωτικά όπως η κοκαΐνη, η ηρωίνη (στην αρχή της επίδρασης) ή το lsd οδηγούν το άτομο προς παραβατικές συμπεριφορές. Έτσι η απαγόρευση των ουσιών αποτρέπει, θεωρούν, την πραγματοποίηση εγκλημάτων τα οποία προκαλούνται από τις κατασταλτικές επιδράσεις που έχουν οι ναρκωτικές ουσίες στις αναστολές του ατόμου.

Το πρώτο πρόβλημα εδώ αφορά το πιθανοκρατικό ενδεχόμενο πραγματοποίησης τέτοιων πράξεων. Δεν προβαίνουν όλοι οι χρήστες σε τέτοιου είδους πράξεις. Στην πραγματικότητα ένα μόνο μικρό ποσοστό το κάνουν και όταν βρίσκονται υπό την επήρεια (ή το σύνδρομο στέρησης), οι πιθανότητες επιτυχίας τους μειώνονται δραματικά. Με άλλα λόγια, αν ακολουθήσουμε αυτό το σκεπτικό, τιμωρούμε ανθρώπους όχι με βάση κάτι που έκαναν, αλλά με βάση κάτι που ίσως κάνουν στο μέλλον, βασισμένοι σε κάποια ιστορικά στατιστικά στοιχεία. Αν το επεκτείνουμε παραπάνω, μπορούμε να πούμε ότι τιμωρούμε ανθρώπους επειδή το περιεχόμενο στο αίμα τους διαφέρει από αυτό του μέσου όρου.

Tο ίδιο ισχύει και για την ποινικοποίηση της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλ. Δεδομένου ότι δεν προκαλούν όλοι οι μεθυσμένοι ατυχήματα και ότι διαφορετικά άτομα έχουν διαφορετικές ανοχές στο αλκοόλ, μαζί με το γεγονός ότι οι έλεγχοι είναι περιστασιακοί μας, προκύπτει ότι, όχι μόνο το όριο είναι υπερβολικά χαμηλό, αλλά ότι δεν υπάρχει στόχος για προληπτική αποφυγή ατυχημάτων (ειδάλλως θα ελέγχονταν όλοι οι οδηγοί), αλλά για είσπραξη προστίμων καθαρά με βάση πιθανοκρατικά κριτήρια. Πάλι τιμωρούνται άνθρωποι που μπορεί να μην προκαλέσουν ποτέ ατύχημα, απλά και μόνο επειδή ουσίες ρέουν στο αίμα τους που δεν εγκρίνονται από το κράτος. Θα ήταν καλύτερο και πιο συνεπές, το περιεχόμενο του αίματος να λαμβάνεται υπόψη επιπλέον της ποινής εκ των υστέρων αν και μόνο αν έχει γίνει κάποιο ατύχημα με υπαιτιότητα του υπό επήρεια οδηγού. Είναι επίσης πιθανό, μικρές ποσότητες αλκοόλ να ηρεμούν τους πιο εύκολα πανικοβαλόμενους οδηγούς, βελτιώνοντας την οδήγησή τους.

Τι πετύχαμε επιτρέποντας στην κυβέρνηση να ποινικοποιήσει το περιεχόμενο του αίματος μας αντί για τις ίδιες τις ενέργειες μας; Της δώσαμε την ισχύ να κάνει την εφαρμογή του νόμου αυθαίρετη, ιδιότροπη και εξαρτώμενη από την κρίση των αστυνομικών και της τροχαίας. Πράγματι, χωρίς τον «Αναπνευστήρα» της κυβέρνησης, δεν υπάρχει κανένας τρόπος να πούμε με βεβαιότητα αν παραβιάζουμε τον νόμο. Βέβαια, μπορούμε να κάνουμε ανεπίσημους υπολογισμούς στο κεφάλι μας, με βάση το βάρος μας και την ποσότητα αλκοόλ που καταναλώσαμε σε κάποια χρονική περίοδο. Αλλά στην καλύτερη περίπτωση πρόκειται για εκτιμήσεις. Πρέπει να περιμένουμε την κυβέρνηση να διενεργήσει τεστ για να μας πει εάν είμαστε ή όχι εγκληματίες. Αυτός δεν είναι ο τρόπος που ο νόμος υποτίθεται ότι λειτουργεί. Πράγματι, αυτή είναι μια μορφή τυραννίας.

Όπως και να έχει, ο καπνός και το τσιγάρο είναι σημαντικότερες αιτίες θανάτου από τα ναρκωτικά, αλλά κανείς δεν υποστηρίζει ανοιχτά την κατάργησή τους. Αυτό είναι διανοητικά ανέντιμο και εδώ μπορούμε να εντοπίσουμε τον φαύλο κύκλο των επιχειρημάτων αυτού του είδους: εάν η απαγόρευση ποτού και τσιγάρου μας οδηγήσει σε εποχές ποτοαπαγόρευσης, γιατί η απαγόρευση ναρκωτικών να μην μας οδηγήσει σε παρόμοιες καταστάσεις; Όπως και γίνεται σαφώς.

Κράτος και επιβολή ηθικής και αισθητικής

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, πέραν της ασυνέπειας των επιχειρημάτων των πολεμίων της νομιμοποίησης των ναρκωτικών αφορά την μέθοδο επιβολής των νόμων αυτών. Προφανώς, αυτός που θα επιβάλει τους νόμους θα είναι το κράτος. Η χρήση ενός μονοπωλιακού θεσμού νόμιμης βίας, όμως, αποτελεί και άνοιγμα ενός κουτιού της Πανδώρας.

Μόλις η κυβέρνηση πάρει την εντολή να ρυθμίζει την προσωπική σας συμπεριφορά, δεν υπάρχει λογικό σημείο αποκοπής. Εάν η κυβέρνηση μπορεί να ελέγξει τι εισέρχεται στο σώμα σας γιατί να μην μπορεί μπορεί να ελέγξει αυτό που εισέρχεται στο μυαλό σας επίσης; Όπως είπε και ο μεγάλος Ludwig von Mises:

«Το όπιο και η μορφίνη είναι ασφαλώς επικίνδυνα, εθιστικά φάρμακα. Αλλά μόλις γίνει δεκτή η αρχή ότι είναι καθήκον της κυβέρνησης να προστατεύει το άτομο από την ανοησία του, δεν μπορούν να προκληθούν σοβαρές αντιρρήσεις έναντι περαιτέρω παραβιάσεων. […] Και γιατί να περιορίσουμε την καλοπροαίρετη πρόνοια της κυβέρνησης μόνο στην προστασία του σώματος του ατόμου; Δεν είναι η ζημιά που ένας άνθρωπος μπορεί να προκαλέσει στο νου και την ψυχή του ακόμη πιο καταστροφική από οποιαδήποτε σωματικά δεινά; Γιατί να μην τον εμποδίσει να διαβάζει κακά βιβλία και να βλέπει κακές παραστάσεις, να θαυμάζει κακά έργα ζωγραφικής και αγάλματα και να ακούει κακή μουσική;»1

 

Αυτά έχουν ξεκινήσει πολύ νωρίτερα βέβαια, από την παραχώρηση στο κράτος του δικαιώματος να φορολογεί. Οι φόροι αυξάνονται συνεχώς και ενισχύουν την ήδη φοροληστρική τακτική του κράτους. Γενικά, δεν είναι ό,τι πιο έξυπνο να τοποθετείς θεματοφύλακα της ηθικής του κοτετσιού την αλεπού.

Επιπλέον, τοποθετώντας το κράτος σε ρόλο πατερναλιστικό (αυτό που Άγγλοι αποκαλούν «nanny state» – κράτος νταντά) αφαιρείται από το άτομο, στον βαθμό που το κράτος παρεμβαίνει στη δράση του, και η ανάλογη ατομική ευθύνη των πράξεών του. Δείτε το ως εξής: αν πλέον μερίδιο της ευθύνης προστασίας του ατόμου από τις βλαβερές ουσίες επαφίεται και στο κράτος, ποιος είναι υπεύθυνος όταν τέτοιες ουσίες χρησιμοποιηθούν εν τέλει; Το κράτος ή το άτομο; Θα μπορούσε να αποτελέσει ευθύνη του κράτους και αυτό να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη αφοσίωση για την παραβίαση των ελευθεριών μας.

Αυτό αποδεικνύεται από τα παρελκόμενα της κρατικής νουθεσίας ως προς τη χρήση ουσιών. Το κράτος βρίσκει αφορμές και ελέγχει τις συναλλαγές μας, όπου συναλλαγές με ύποπτο όγκο μπορούν να σας τοποθετήσουν ως στόχο ξεπλύματος μαύρου χρήματος από ναρκωτικά ή άλλες παράνομες δραστηριότητες. Με τον ΕΟΦ το κράτος ελέγχει και διατάζει τι θα βάζουμε στα στομάχια μας και φόροι επί του κόκκινου κρέατος ετοιμάζονται, ώστε να μας αποτρέψουν από αυτήν την κακή συνήθεια. Ο ουρανός είναι ο όριο για το κράτος. Δυνητικά, κάθε πτυχή της ζωής σας μπορεί να τεθεί υπό τον έλεγχο του.

Φιλελευθερισμός και ατομική ευθύνη

Ο φιλελευθερισμός είναι σκληρή ιδεολογία από την άποψη ότι φέρνει το άτομο αντιμέτωπο με τις συνέπειες των επιλογών του. Εάν το ίδιο το άτομο δεν κατανοεί το μονοπάτι στο οποίο βαδίζει με τις πράξεις του, κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να το βοηθήσει, πόσο μάλλον να το βοηθήσει εξαναγκασμένος από μία άλλη αρχή. Αυτό ισχύει με κάθε του κατάχρηση και βίτσιο, τα οποία φυσικά δεν μπορούν να χαρακτηριστούν εγκλήματα από την φιλελεύθερη άποψη. Το άτομο είναι ελεύθερο να βελτιώσει τον εαυτό του ή και να τον καταστρέψει αν έτσι επιθυμεί. Σαφώς, στον περίγυρό του μπορεί να προκαλέσει δυστυχία και οδύνη, αλλά ο περίγυρός του μπορεί να τον αποκλείσει ή και να τον βοηθήσει λαμβάνοντας και εκείνος την ευθύνη της επιλογής του.

Ως φιλελεύθεροι θεωρούμε ανήθικη την παρέμβαση στα φυσικά δικαιώματα του ατόμου με σκοπό την κοινωνική διαμόρφωση της ηθικής και αισθητικής με βάση τα αυθαίρετα κριτήρια μίας ελίτ πολιτικών και κοινωνικών αναμορφωτών. Όπως είπε και ο Murray Rothbard:

«To ανήθικο ή το «κακό» μπορεί να αποτελείται από μια πληθώρα ανθρώπινων ενεργειών, από ζητήματα ζωτικής σημασίας, μέχρι του να συμπεριφέρεσαι άσχημα στον γείτονά σου ή από το να μην πάρεις εσκεμμένα τις βιταμίνες σου. Αλλά κανένα από αυτά δεν πρέπει να συγχέεται με κάποια ενέργεια που πρέπει να είναι «παράνομη», δηλαδή μια ενέργεια που πρέπει να απαγορεύεται από τη βία του νόμου.
Άλλες ηθικές θεωρίες επιχειρούν να εφαρμόσουν τον νόμο – τον κινητήρα της κοινωνικά νομιμοποιημένης βίας – για να επιβάλουν τη συμμόρφωση σε διάφορους κανόνες συμπεριφοράς. Αντίθετα, η φιλελεύθερη ηθική θεωρία επισημαίνει την ανηθικότητα και την αδικία της παρέμβασης στα δικαιώματα κάθε ανθρώπου (ή μάλλον, κάθε ανθρώπου που δεν διαπράττει έγκλημα) να διαχειρίζεται τη ζωή και την περιουσία του χωρίς έξωθεν παρέμβαση. Για τον φιλελευθερισμό των φυσικών δικαιωμάτων, λοιπόν, η γνωστική θεωρία της δικαιοσύνης είναι ένα προπύργιο ενάντια στην αέναη εισβολή του κράτους στα δικαιώματα της αυτοκτησίας – σε αντίθεση με άλλες ηθικές θεωρίες που προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν το κράτος για να καταπολεμήσουν την ανηθικότητα».

 

Το να βαφτίζεται «παράλογη» η αυτοκαταστροφική συμπεριφορά του ατόμου είναι ακόμη ένα επικοινωνιακό τρικ. Προφανώς, αν κάποιος παίρνει ναρκωτικά επιθυμώντας να ζήσει μία πιο υγιή ζωή θα μας οδηγούσε στο να συμπεράνουμε ότι το μέσο για να επιτύχει τον σκοπό του δεν είναι το κατάλληλο. Μέχρι εκεί μπορεί να υπάρξει αντικειμενική κρίση επί του θέματος. Από εκεί και πέρα, το πώς έγινε η επιλογή αυτή από το άτομο δεν είναι δουλειά μας αλλά ούτε και του κράτους. Κλείνοντας πάλι με von Mises:

«Αν κάποιος πίνει κρασί και όχι νερό, δεν μπορώ να πω ότι ενεργεί παράλογα. Το πολύ-πολύ, μπορώ να πω ότι στη θέση του δεν θα το έκανα αυτό. Αλλά η επιδίωξη της ευτυχίας είναι η δική του υπόθεση, όχι δική μου».2

 

H μάχη υπέρ της ποινικοποίησης των ναρκωτικών ουσιών αποτελεί στην ουσία μία αισθητική αντίδραση, κεκαλυμμένη με έναν μανδύα κοινωνικού ενδιαφέροντος, δεδομένων των αντιφάσεων σε αυτή. Στην ουσία αποτελεί, όχι νόμο με την αυστηρή έννοια του όρου, αλλά μία προσπάθεια νομοθέτησης της ηθικής και της αισθητικής από μία άρχουσα ελίτ που επιζητεί μεγαλύτερο έλεγχο στις ζωές των ατόμων. Αν κάποιος είναι αυτός που θα έπρεπε να ελέγχει την ιδιωτική συμπεριφορά των ατόμων, είναι ο ιδιοκτήτης του χώρου στον οποίο εισέρχονται. Άλλοι ιδιοκτήτες μπορεί να επιτρέπουν τη χρήση, άλλοι όχι. Μόνο μέσα από τις εθελοντικές συμφωνίες μπορεί να οργανωθεί η συμπεριφορά των ατόμων δια τέτοιον τρόπο, ώστε να αποφεύγονται οι κοινωνικές συγκρούσεις. Η άνωθεν επιβολή τρόπων καλής διαγωγής, συμπεριφοράς και lifestyle οδηγεί μόνο στον κοινωνικό διχασμό και τη σύγκρουση.

***

Ο Μιχάλης Γκουντής είναι φιλελεύθερος αναρχοκαπιταλιστής, ανεξάρτητος αναλυτής της Αυστριακής Σχολής οικονομικών. Εργάζεται επί του παρόντος ως εκπαιδευτικός για παιδιά με ειδικές ανάγκες.

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

  1. Ludwig von Mises, Human Action: Scholar’s Edition (1998), σελ. 728-729
  2. Ludwig von Mises, Socialism: An economic and sociological analysis (1951), σελ. 405