Αντί να «καταργήσετε» την αστυνομία, καταργήστε την περιττή και αυταρχική πολυνομία

0
646

Η αστυνομία έχει υπερβολική εξουσία, επειδή οι πολιτικοί διαθέτουν υπερβολική εξουσία και έχουν κάθε λόγο να επιβάλλουν πολυνομία.

 

Του James Bovard

Απόδοση στα Ελληνικά: Νίκος Μαρής

Το «Defund the Police» («Αποχρηματοδοτήστε την Αστυνομία») ήταν το από τα πιο δημοφιλή συνθήματα μεταξύ των διαδηλωτών σε πολλές πόλεις των ΗΠΑ. Πολλοί ακτιβιστές, εξοργισμένοι από τη  βίαιη δολοφονία του George Floyd από την αστυνομία της Μινεάπολης, ζήτησαν την πλήρη διάλυση της αστυνομίας, ενώ άλλοι ζήτησαν τη μείωση του προϋπολογισμού της και –σε αντιστάθμισμα- περισσότερες κρατικές δαπάνες σε άλλους τομείς. Ωστόσο, ελάχιστοι ακτιβιστές φαίνεται να ζητούν μια θεμελιώδη μείωση της πολιτικής εξουσίας, η οποία είναι και η βασική αιτία των υπερβάσεων της αστυνομικής εξουσίας.

Πολλοί ακτιβιστές του «Defund the Police» προτιμούν να μπει ένα τέλος στον πόλεμο κατά των ναρκωτικών. Αυτό θα ήταν ένα τεράστιο άλμα προς τα εμπρός, ώστε να γίνει η αστυνομία λιγότερο ενοχλητική και καταπιεστική. Αλλά ακόμα κι αν η αστυνομία έπαυε, πλέον, να πραγματοποιεί πάνω από ένα εκατομμύριο συλλήψεις για ναρκωτικά κάθε χρόνο, θα πραγματοποιούσε περισσότερες από 9 εκατομμύρια συλλήψεις για άλλους λόγους. Λίγοι διαδηλωτές φαίνεται να επιθυμούν μια σαρωτική κατάργηση νόμων, που θα μπορούσε να γλιτώσει δεκάδες εκατομμύρια Αμερικανούς από το στόχαστρο της νομοθεσίας.

Πόσοι από τους διαδηλωτές του «Defund the Police» θα υποστήριζαν την κατάργηση των νόμων για την υποχρεωτική χρήση της ζώνης ασφαλείας, σαν ένα βήμα προς τη μείωση της αστυνομικής εξουσίας; Το 2001, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η αστυνομία δικαιούται να συλλάβει όποιον θεωρείται ότι « διέπραξε ακόμη και ένα πολύ μικρό ποινικό αδίκημα ». Αυτή η υπόθεση αφορούσε τη Gail Atwater, μια μητέρα στο Τέξας που οδηγούσε το αυτοκίνητο της αργά, κοντά στο σπίτι της, αλλά επειδή τα παιδιά της δεν φορούσαν ζώνες ασφαλείας, συνελήφθη από έναν βάναυσο αστυνομικό, που με τις κραυγές του προκάλεσε στα παιδιά της «τρόμο και υστερία». Η πλειοψηφία των δικαστών του Ανώτατου Δικαστηρίου αναγνώρισε πως «η αξίωση της Atwater να ζει απαλλαγμένη από άσκοπες ταπεινώσεις και περιορισμούς ξεπερνά σαφώς οποιανδήποτε κατηγορία μπορεί να εγείρει η Πόλη εναντίον της στην συγκεκριμένη περίπτωση» – αλλά επικύρωσε τη σύλληψη, παρά ταύτα. Η δικαστής Sandra Day O’Connor προειδοποίησε ότι «μια τέτοια απεριόριστη διακριτική ευχέρεια συνεπάγεται σοβαρές δυνατότητες κατάχρησης».

Δυστυχώς, υπάρχουν αναρίθμητα προσχήματα για τη σύλληψη πολιτών στις μέρες μας, επειδή οι ομοσπονδιακοί, πολιτειακοί και τοπικοί πολιτικοί και αξιωματούχοι έχουν ποινικοποιήσει την καθημερινή ζωή με εκατοντάδες χιλιάδες διατάγματα. Όπως μου είπε το 1996 ο Gerard Arenberg, εκτελεστικός διευθυντής της Εθνικής Ένωσης Αξιωματικών της Αστυνομίας, «έχουμε τόσο διαολεμένα πολλούς νόμους , που δεν μπορείς να οδηγήσεις στους δρόμους χωρίς να παραβείς το νόμο. Θα μπορούσα να σου γράψω εκατό πρόστιμα, ανάλογα με το πώς μου μίλησες όταν σε σταμάτησα.»

Τι γίνεται με την κατάργηση των κρατικών νόμων που μετατρέπουν τους γονείς σε εγκληματίες εάν καπνίζουν τσιγάρο ενώ μεταφέρουν με το αυτοκίνητο τον μικρό Bastian ή την Alison στο γήπεδο για προπόνηση; Τι γίνεται με την κατάργηση του ομοσπονδιακού νόμου που ανάγκασε τις Πολιτείες να εγκληματοποιήσουν όσους πίνουν μια μπύρα στο αυτοκίνητό τους – ή, ακόμη καλύτερα, με την κατάργηση του ομοσπονδιακού νόμου που ανάγκασε τις Πολιτείες να αυξήσουν την ηλικία κατανάλωσης αλκοόλ στα 21 έτη; Ή μήπως θα προτιμούσαν οι εξοργισμένοι μεταρρυθμιστές της εποχής μας να αναλάβουν τον κίνδυνο να τσακίζουν στο ξύλο οι αστυνομικοί κάθε εικοσάχρονο που θα πιάνεται με μια μπύρα Bud Light στο χέρι;

Θα ήταν διατεθειμένοι οι ζηλωτές του φεμινισμού, που φωνάζουν «αποχρηματοδοτήστε την αστυνομία!» να ανεχθούν τη νομιμοποίηση της πορνείας; Αυτό θα σήμαινε ότι δεν θα μπορούσαν πλέον να ουρλιάζουν για τις «τεράστιας κλίμακας συνωμοσίες «εμπορίας ανθρώπων» που δήθεν εκμεταλλεύονται νεαρά κορίτσια, κάθε φορά που σε μια αίθουσα μασάζ μια κινεζικής καταγωγής γυναίκα 58 ετών χαϊδεύει παρανόμως έναν μυστικό αστυνομικό.

Ορισμένοι ακτιβιστές του κινήματος Black Lives Matter ζητούν την απαγόρευση των «χωρίς ένταλμα» άσκοπων ερευνών για ναρκωτικά, όπλα ή άλλα απαγορευμένα αντικείμενα. Ωστόσο, ορισμένοι ακτιβιστές του «Defund the Police» υποστηρίζουν επίσης τις κρατικές απαγορεύσεις κατοχής ιδιωτικών πυροβόλων όπλων. Είναι σαν να επιδιώκουν να εφαρμόσουν επίσημα το παλιό σύνθημα: «Όταν τα όπλα γίνουν παράνομα, μόνο οι παράνομοι θα έχουν όπλα».

Ένα μεγάλο ποσοστό της δημοσιογραφικής κάλυψης από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης δημιουργεί ντόρο γύρω από το πρόσφατο κύμα διαμαρτυριών, ελπίζοντας ίσως να προκαλέσει την δημόσια κατακραυγή, η οποία θα υποστηρίξει νέα σαρωτικά κυβερνητικά διατάγματα. Σύμφωνα με τον βοηθό συντάκτη της Washington Post Robert Gebelhoff,

«Θα ήταν λάθος να προσπαθήσουμε να επιλύσουμε το πρόβλημα της διαγωγής των αστυνομικών χωρίς να αναγνωρίσουμε και να αντιμετωπίσουμε την επιδημία της ένοπλης βίας στην Αμερική. Η μεταρρύθμιση της αστυνομίας και η μεταρρύθμιση της οπλοκατοχής συμβαδίζουν. Το να μειώσουμε την εύκολη διαθεσιμότητα των όπλων δεν θα εξαλείψει τα προβλήματα αστυνόμευσης στην Αμερική, ούτε θα τερματίσει τις αδικαιολόγητες δολοφονίες πολιτών, αλλά θα βοηθούσε.»

Αφ’ ότου κάποιοι βαριά οπλισμένοι εκπρόσωποι του κράτους κατασχέσουν βιαίως περίπου διακόσια εκατομμύρια ιδιωτικά όπλα, οι αστυνομικοί δεν θα ανησυχούν πια για πιθανή ένοπλη αντίσταση, και θα μπορούν να συμπεριφέρονται σαν κύριοι -μοιάζει να ισχυρίζεται ο R. Gebelhoff. Η κατάργηση των περισσότερων νόμων περί οπλοκατοχής όμως, θα προκαλούσε μια τεράστια αύξηση της αυτονομίας, ειδικά σε αστικές περιοχές όπου η αστυνομία δεν μπορεί να προστατεύσει τους κατοίκους. Ωστόσο, ελάχιστοι διαδηλωτές στους δρόμους θέτουν αυτό το αίτημα.

Πολλοί υποστηρικτές του «Defund the Police» θεωρούν ότι η φτώχεια είναι η αιτία του εγκλήματος και ότι η μετατόπιση των εσόδων της φορολόγησης από τον προϋπολογισμό της αστυνομίας προς κοινωνικά προγράμματα και επιδόματα, θα μειώσει τη βία αυτόματα. Τα προγράμματα της Great Society (Μεγάλη Κοινωνία) που ξεκίνησαν από τον Πρόεδρο Lyndon Johnson αύξησαν σημαντικά τα επιδόματα βασισμένα σε μια παρόμοια υπόθεση. Κι όμως, τα ποσοστά βίαιου εγκλήματος εκτοξεύτηκαν, ειδικά σε πόλεις όπου η εξάρτηση από την κρατική βοήθεια ήταν υψηλότερη. «Η αύξηση των συλλήψεων μαύρων για βίαια εγκλήματα κατά την περίοδο 1965–70 ήταν επτά φορές μεγαλύτερη από ό,τι των λευκών», όπως σημείωσε το 1984 ο Charles Murray στο βιβλίο του,  Losing Ground (Χάνοντας Έδαφος).

Πολλοί υποστηρικτές της αποχρηματοδότησης της αστυνομίας πιστεύουν ότι ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα για όλους, μαζί με δωρεάν στέγαση και άλλες υπηρεσίες, ουσιαστικά θα τερματίσει τις συγκρούσεις στις πόλεις. Η περίπτωση των επιδοτήσεων στέγασης με τίτλο «Section 8» αποτέλεσε μια εκπληκτική διάψευση παρόμοιων αφελών υποθέσεων. Οι συγκεντρώσεις δικαιούχων του «Section 8» ενισχύουν συνήθως τα κύματα εγκληματικότητας  που καταστρέφουν τόσο την οικιακή γαλήνη, όσο και τις αξίες γης των γειτόνων τους. Μια μελέτη του 2009 που δημοσιεύθηκε στο  ακαδημαϊκό περιοδικό Homicide Studies διαπίστωσε ότι στο Louisville του Μέμφις και σε άλλες πόλεις, το βίαιο έγκλημα έφτασε στα ύψη στις γειτονιές όπου οι δικαιούχοι του «Section 8» επανεγκαταστάθηκαν, αφ’ ότου είχαν εγκαταλείψει την κρατική στέγαση.

Τα αιτήματα της «αποχρηματοδότησης της αστυνομίας» χρησιμοποιούνται ήδη από τους πολιτικούς σαν δικαιολογίες για πρόσθετες δαπάνες σε κοινωνικές υπηρεσίες, ή σε συνηθισμένα εκλογικά δολώματα. Στο Montgomery County του Maryland, οι επικεφαλής της αστυνομίας εξέδωσαν μια δήλωση που ανακοίνωνε ότι ήταν «εξοργισμένοι» για τη δολοφονία του George Floyd και στη συνέχεια δεσμεύτηκαν ότι: «θα βελτιώσουμε την εκπαίδευση στις δια-πολιτισμικές ικανότητες των αξιωματικών μας». Αλλού, οι πολιτικοί και οι επικεφαλής της αστυνομίας προτείνουν περισσότερη εμπιστοσύνη στους εργαζόμενους στην ψυχική υγεία, ώστε να χειρίζονται εκείνοι τις κρίσιμες καταστάσεις. Ο ραδιοφωνικός παραγωγός Austin Petersen προέβλεψε ότι οι «μεταρρυθμίσεις» που ζητούν οι διαδηλωτές για τον George Floyd θα οδηγούσαν σε «περισσότερα κοινωνικά προγράμματα με βασικό σκοπό να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας  για ‘προοδευτικές’ λευκές γυναίκες». Ο συγγραφέας και σκηνοθέτης Peter Quinones αποτύπωσε εύστοχα την πιθανή πραγματικότητα με μια εικόνα όπου οι αστυνομικοί της Μινεάπολης μετονομάστηκαν σε Tactical Social Workers (Επιτελικοί Κοινωνικοί Εργάτες) εξακολουθώντας να ψάχνουν αφορμές για να ρίξουν ξύλο.

Οι πολιτικοί ισχυρίζονται ότι είδαν επιτέλους την πραγματικότητα χάρη στις διαμαρτυρίες για τον Floyd. Ο Floyd σκοτώθηκε, επειδή οι πολιτικοί σε πολλά πολιτειακά και τοπικά επίπεδα απέτυχαν οικτρά να περιορίσουν την θανατηφόρο εξουσία της αστυνομίας. Δεν υπήρξε τίποτα που να εμποδίζει τους πολιτικούς να απαγορεύσουν την συντριπτική πλειοψηφία των επιθέσεων αστυνομικών σε πολίτες χωρίς προειδοποίηση , ή να καταργήσουν το στρεβλό δόγμα «ειδικής ασυλίας» των αστυνομικών που  επινοήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ή να καταργήσουν το ακόμη πιο στρεβλό «νομοσχέδιο των δικαιωμάτων των εκπροσώπων επιβολής του νόμου» που μπορεί να υποδηλώνει την άδεια να σκοτώσεις ατιμωρητί . Ένα από τα πιο ισχυρά μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων, ο Eliot Engel, ενσαρκώνει την πολιτική πραγματικότητα, όταν πιάστηκε από ένα μικρόφωνο να λέει: «Αν δεν είχα τις εκλογές μπροστά, δεν θα με ενδιέφερε» σχετικά με την δημόσια καταδίκη της δολοφονίας του George Floyd. Δεν είναι ξεκάθαρο για πόσο καιρό ακόμα θα προσποιούνται και οι άλλοι πολιτικοί ότι ενδιαφέρονται.

Η αστυνομία έχει υπερβολική εξουσία, επειδή οι πολιτικοί έχουν υπερβολική εξουσία. Υπάρχει μια μικρή πιθανότητα οι διαμαρτυρίες και οι ταραχές για τον George Floyd να αντιστρέψουν την ποινικοποίηση της καθημερινής ζωής. Πόσοι ακτιβιστές του «Defund the Police» ζητούν επίσης και μια ριζική ανατροπή στο προνόμιο των πολιτικών να τιμωρούν σχεδόν κάθε δραστηριότητα που προσωπικά απορρίπτουν; Θα υπάρξουν κάποιες μεταρρυθμίσεις και πολλές υποσχέσεις, αλλά όσο οι αστυνομικοί διαθέτουν το πρόσχημα για να παρενοχλούν και να επιτίθενται σε εκατομμύρια ειρηνικούς Αμερικανούς κάθε μέρα, οι διαμαρτυρίες δεν θα τελειώσουν. Μέχρι να καταλάβουν οι διαδηλωτές ότι το πρόβλημα είναι ο Λεβιάθαν που λέγεται κράτος, κι όχι ο επικεφαλής της τοπικής αστυνομίας, η καταπίεση θα συνεχίζεται.

 

***

Ο James Bovard είναι διακεκριμένος Αμερικανός Libertarian και συγγραφέας δέκα βιβλίων, μεταξύ των οποίων το Public Policy Hooligan, και το Attention Deficit Democracy. Έχει γράψει για τα έντυπα New York Times , Wall Street Journal , Playboy , Washington Post και πολλές άλλες εκδόσεις.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Ludwig von Mises

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.