Ο συγκεντρωτισμός των Βρυξελλών είναι η καταδίκη της Ευρωπαϊκής οικονομίας

0
320

Ο συγκεντρωτισμός έχει δημιουργήσει διαιρέσεις μεταξύ των βόρειων και των νότιων χωρών, με τους πολίτες να είναι καχύποπτοι και εχθρικοί μεταξύ τους.

 

Του Αντώνη Γαννακόπουλου

Εισαγωγή

Μετά τα καταστροφικά lockdowns λόγω του covid-19, η πολιτική τάξη προσπάθησε απεγνωσμένα να διασώσει το αποτυχημένο σύστημα του ευρώ. Στις 21 Ιουλίου οι Ευρωπαίοι ηγέτες κατέληξαν σε μια αποκαλούμενη «ιστορική» συμφωνία. Αυτή η συμφωνία δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα πακέτο «τόνωσης» πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ. Ωστόσο, είναι πιο πιθανό ότι το «ταμείο ανάκαμψης» θα παρεμποδίσει κάθε πιθανότητα μιας αναγκαίας οικονομικής αναδιάρθρωσης. Αυτό που θα κάνει είναι να σπαταλήσει σπάνιους πόρους και κεφάλαια θέτοντας τις βάσεις για μια ακόμη οικονομική κρίση και μια κρίση χρέους στην Ευρώπη. Ένα άλλο, ακόμη πιο σημαντικό ζήτημα αυτής της κρίσης, είναι ο επικίνδυνος δρόμος προς τον πολιτικό συγκεντρωτισμό που πήρε η ΕΕ. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κυριαρχείται από δυνάμεις που υποστηρίζουν τον συγκεντρωτισμό, ενώ οι ελάχιστοι ευρωβουλευτές που υπερασπίζονται τις αρχές της αποκέντρωσης και της οικονομικής ελευθερίας, παρακολουθούν με μεγάλη ανησυχία τη διαρκώς αυξανόμενη εξουσία των Βρυξελλών.

Η οπτική του κλασικού φιλελευθερισμού: Οικονομική ένωση και πολιτική αποκέντρωση

Ακόμη και πριν από την υπογραφή της Συνθήκης της Ρώμης το 1957, η οποία δημιούργησε τον βασικό θεσμό που αργότερα εξελίχτηκε στην σημερινή ΕΕ, υπήρξαν εντάσεις μεταξύ των δύο δρόμων που θα έπρεπε να ακολουθήσει μια ενδεχόμενη Ευρωπαϊκή Ένωση: είτε τον κλασικό φιλελεύθερο είτε τον σοσιαλδημοκρατικό δρόμο. Το φιλελεύθερο όραμα εστιάζει πρωτίστως στην υπεράσπιση της ατομικής ελευθερίας και στον σεβασμό των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, ενώ προωθεί μια ευρωπαϊκή ζώνη ελεύθερων συναλλαγών με μια ισχυρή ελεύθερη αγορά. Η συνθήκη της Ρώμης ήταν μια μεγάλη νίκη για τους κλασικούς φιλελεύθερους, καθώς βασίστηκε σε δύο βασικές αρχές: την ελεύθερη κυκλοφορία των Ευρωπαίων πολιτών και την ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών, υπηρεσιών και οικονομικών κεφαλαίων. Εν ολίγοις, η συνθήκη είχε ως στόχο την αποκατάσταση των δικαιωμάτων και των αξιών που είχαν χαθεί στις αρχές του εικοστού αιώνα καθώς ο εθνικισμός και ο σοσιαλισμός επικράτησαν στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο.

Οι φιλελεύθεροι έδιναν επίσης έμφαση στην αποκέντρωση, καθώς υπάρχουν πολλά ιστορικά δεδομένα που καταδεικνύουν ότι η αποκέντρωση δεν αποτέλεσε ποτέ εμπόδιο στην οικονομική πρόοδο της Ευρώπης. Η Ιταλία, η Γερμανία και η Ελβετία (μέχρι σήμερα) σημείωσαν μεγάλη πρόοδο: ο ανταγωνισμός μεταξύ διαφορετικών βασιλείων οδήγησε σε περισσότερη ελευθερία, θέτοντας τις βάσεις για τη δημιουργία και την άνοδο της εμπορικής, τραπεζικής και αστικής μεσαίας τάξης. Χωρίς αυτή την περίοδο, η Βιομηχανική Επανάσταση, η οποία επίσης έλαβε χώρα σε μια εποχή αποκέντρωσης και ελεύθερου εμπορίου, δεν θα ήταν δυνατή.

Σε μια σύγχρονη «ενοποιημένη» Ευρώπη, ο ανταγωνισμός είναι ζωτικής σημασίας για να επικρατήσει το κλασικό φιλελεύθερο όραμα. Εάν υπήρχε νομισματικός ανταγωνισμός, διαφορετικές νομισματικές αρχές θα αναγκάζονταν να ανταγωνιστούν μεταξύ τους, ενώ ο φορολογικός ανταγωνισμός θα επέτρεπε στους ανθρώπους να «ψηφίσουν με τα πόδια» αποχωρώντας από χώρες με υψηλούς φόρους και ασφυκτικές κανονιστικές ρυθμίσεις.

Το Ευρωπαϊκό σοσιαλδημοκρατικό όραμα

Σε αντίθεση με το κλασικό φιλελεύθερο όραμα, οι σοσιαλδημοκράτες οραματίζονται την Ευρώπη ως μια προστατευτική και παρεμβατική αυτοκρατορία. Ο προκάτοχος αυτού του οράματος ήταν ο Ναπολέοντας, αλλά η βασική διαφορά με το Ναπολεόντειο όραμα εντοπίζεται στο ότι ο συγκεντρωτισμός της εξουσίας στην ΕΕ δεν θα συνέβαινε με στρατιωτικά μέσα, αλλά μέσω νομοθετικής και πολιτικής διαδικασίας. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ήταν πολύ αποτελεσματικοί θεσμοί όσον αφορά τον σοσιαλδημοκρατικό στόχο. Καθώς οι οικονομικοί δεσμοί μεταξύ των χωρών αυξήθηκαν, οι ευρώφιλοι πολιτικοί κατάφεραν να δημιουργήσουν ουσιαστικά ένα πανευρωπαϊκό σύστημα αναδιανομής πλούτου και κοινωνικού κρατισμού.

Οι φτωχότερες χώρες της νότιας Ευρώπης δεν μπόρεσαν να διαχειριστούν το αυξανόμενο ρυθμιστικό κράτος. Οι επιδοτήσεις και οι μεταβιβάσεις πλούτου από τον πλούσιο βορρά βοήθησαν τα μέλη του Ευρωπαϊκού νότου να προσαρμοστούν στους νέους κανόνες της ΕΕ, αλλά ταυτόχρονα οδήγησαν τα φτωχότερα μέλη να είναι εξαρτώμενα από τις επιδοτήσεις της ΕΕ.

Το ευρώ είναι ένα πολιτικό σχέδιο

Επιπλέον, οι μεταβιβάσεις πλούτου εντός της ΕΕ, σε συνδυασμό με το ενιαίο νόμισμα, επέτρεψαν στις φτωχότερες χώρες όπως η Ελλάδα, η Ισπανία και η Ιταλία να αυξήσουν τις δημόσιες δαπάνες και το χρέος τους, κάνοντας ελάχιστα βήματα προς την ενίσχυση του ιδιωτικού τους τομέα. Με άλλα λόγια, ο συγκεντρωτισμός, τόσο ο νομισματικός όσο και ο δημοσιονομικός, επέτρεψε στα φτωχότερα κράτη του Νότου να ακολουθήσουν μη βιώσιμες οικονομικές και νομισματικές πολιτικές.

Αυτές οι τάσεις ίσχυαν ακόμη και πριν από την οικονομική κρίση του 2008–09. Κατόπιν ήρθαν τα bailouts κατά τη μεγάλη ύφεση και τώρα χτύπησε η κρίση του Covid-19.

Τα bailouts κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους του 2009, δεν είχαν μόνο οικονομικό κόστος αλλά και πολιτικό: τα εθνικά κράτη παρέδωσαν τον έλεγχο των εσωτερικών τους ζητημάτων και υπάκουσαν όλο και περισσότερο σε οδηγίες και διαταγές των Βρυξελλών σχετικά με τον τρόπο διακυβέρνησης των χωρών τους – έχοντας να αντιμετωπίσουν σοβαρές συνέπειες εάν δεν συμμορφώνονταν. Ο Ρον Πολ είχε δίκιο όταν είπε ότι η διαφθορά και η πολιτική φιλοδοξία ευρώφιλων πολιτικών και τραπεζιτών, μετέτρεψαν την ΕΕ σε μια μη εκλεγμένη κυβέρνηση νταήδων (bully government) με έδρα τις Βρυξέλλες, όπου οι έχοντες καλές διασυνδέσεις αποφεύγουν κάθε έλεγχο, καθώς δεν ψηφίζονται από τους πολίτες.

Συμπέρασμα

Η Ευρώπη χρειάζεται περισσότερο από ποτέ τις αρχές που την οδήγησαν στην επιτυχία: αποκέντρωση, ελεύθερο εμπόριο και υγιείς-καθαρές αγορές. Το Brexit μπορεί να είναι η αρχή. Χρειαζόμαστε μια Ευρώπη αποτελούμενη από Ελβετίες και Λιχτενστάιν και όχι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση θα ήταν μια μεταρρύθμιση προς μια καθαρή ζώνη ελεύθερων συναλλαγών μεταξύ κυρίαρχων κρατών αντί της πολιτικής ενοποίησης. Το κοινό νόμισμα πρέπει να καταργηθεί. Ένα σύστημα νομισματικού ανταγωνισμού θα ήταν προτιμότερο, όπως είχε προτείνει ο F.A. Hayek.

Η ένωση έχει δημιουργήσει τεράστιες διαιρέσεις μεταξύ των βόρειων και των νότιων χωρών, με τους πολίτες να είναι καχύποπτοι και εχθρικοί μεταξύ τους. Οι Γερμανοί, για παράδειγμα, βλέπουν τους Νότιους Ευρωπαίους ως τεμπέληδες και μη παραγωγικούς, ενώ οι Νότιοι Ευρωπαίοι βλέπουν τους Γερμανούς ως τους πραγματικούς κυρίαρχους στις υποθέσεις των χωρών τους. Παρόμοιες διαιρέσεις υφίστανται από τις αρχές του εικοστού αιώνα, αλλά το σύστημα συγκεντρωτισμού της ΕΕ έκανε τα πράγματα χειρότερα. Οι δημιουργοί της ΕΕ είχαν υποσχεθεί ακριβώς το αντίθετο.

Τώρα, το ευρωπαϊκό σχέδιο φαίνεται να αποτυγχάνει και υπάρχουν δύο διαθέσιμες επιλογές για το μέλλον. Είτε οι πολίτες της Ευρώπης θα αναγνωρίσουν τις ολέθριες συνέπειες ενός πανευρωπαϊκού συστήματος αναδιανομής πλούτου-κοινωνικού κρατισμού και θα αρνηθούν να αποδεχτούν τα νέα επερχόμενα bailouts, τις μεταβιβάσεις πλούτου και τις προσπάθειες για έναν ανανεωμένο πολιτικό συγκεντρωτισμό, ή θα κατευθυνθούμε σε έναν δρόμο επαναλαμβανόμενων κρίσεων δημοσιονομικού και τραπεζικού χρέους, με νομισματικό πληθωρισμό και πολιτικό συγκεντρωτισμό που θα έχει ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα στην πορεία.

 

***

Ο Αντώνης Γιαννακόπουλος σπουδάζει οικονομικά και διοίκηση επιχειρήσεων στην Ελλάδα.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του Mises Institute

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.