Η ουτοπία της «αχρήματης οικονομίας» – μπολσεβίκοι και καταστροφή του χρήματος στη Ρωσία το 1919

0
154
Οι τράπεζες ήταν μεταξύ των πρώτων θεσμών που κατέλαβαν οι μπολσεβίκοι του Λένιν και ο έλεγχος της προσφοράς χρήματος τους επέτρεπε να πληρώνουν τους μισθούς στη νεοσυσταθείσα μυστική αστυνομία και στον Κόκκινο Στρατό, σώματα που χρησιμοποιήθηκαν για να εδραιώσουν την μπολσεβίκικη εξουσία μετά την επανάσταση του 1917.
Οι τράπεζες ήταν μεταξύ των πρώτων θεσμών που κατέλαβαν οι μπολσεβίκοι του Λένιν και ο έλεγχος της προσφοράς χρήματος τους επέτρεπε να πληρώνουν τους μισθούς στη νεοσυσταθείσα μυστική αστυνομία και στον Κόκκινο Στρατό, σώματα που χρησιμοποιήθηκαν για να εδραιώσουν την μπολσεβίκικη εξουσία μετά την επανάσταση του 1917.

Ενώ οι μπολσεβίκοι οδηγούσαν την οικονομία σε θάνατο δια πληθωρισμού, πολλοί δυτικοί διανοούμενοι τα έβλεπαν όλα ρόδινα με το αποτυχημένο σοβιετικό πείραμα.

 

Του Chris Calton

Απόδοση στα Ελληνικά: Ευθύμης Μαραμής

Ο δρόμος προς την αχρήματη οικονομία

Τον Μάρτιο του 1919, το Κομμουνιστικό Κόμμα με επικεφαλής τον Βλαντιμίρ Λένιν, δήλωσε στο νεοσυσταθέν πρόγραμμα του ότι μεταξύ των στόχων του κόμματος ήταν η πλήρης κατάργηση των χρημάτων. Η κρατική τράπεζα της Ρωσίας θα «καταργούταν και θα μετατρεπόταν σε κεντρικό γραφείο λογιστικής της κομμουνιστικής κοινωνίας».1 Θεωρητικά, το κυβερνών κόμμα θα μπορούσε απλώς να καταργήσει τα χρήματα με ένα διάταγμα, αλλά αυτό θα αποτύγχανε να εξαλείψει εντελώς την κυκλοφορία του χρήματος σε μια αχανή χώρα, την οποία οι Μπολσεβίκοι δεν έλεγχαν πλήρως το 1919.

Αντ’ αυτού, η στρατηγική τους ήταν να καταφύγουν στην εκτυπωτική πρέσα χαρτονομισμάτων. Οι τράπεζες ήταν μεταξύ των πρώτων θεσμών που κατέλαβαν οι μπολσεβίκοι και ο έλεγχος της προσφοράς χρήματος τους επέτρεπε να πληρώνουν τους μισθούς στη νεοσυσταθείσα μυστική αστυνομία και στον Κόκκινο Στρατό, σώματα που χρησιμοποιήθηκαν για να εδραιώσουν την μπολσεβίκικη εξουσία μετά την επανάσταση του 1917. Αλλά η ακατάπαυστη εκτύπωση χαρτονομισμάτων αποτελούσε επίσης μέρος μιας σκόπιμης στρατηγικής, η οποία θα οδηγούσε στην «αναπόφευκτη» αχρήματη οικονομία του κομμουνισμού.

Η προφητεία που δεν εκπληρώθηκε

Η στρατηγική λειτούργησε καλά, αλλά δεν επέφερε το αποτέλεσμα που προέβλεπε η μαρξιστική θεωρία. Τη στιγμή που το κόμμα ενέκρινε το πρόγραμμά για την κατάργηση των χρημάτων το 1919, το μπολσεβίκικο καθεστώς προσέθετε ήδη από δύο ως τρία δισεκατομμύρια ρούβλια στη νομισματική κυκλοφορία κάθε μήνα . Αλλά αυτό ήταν υπερβολικά περιορισμένο ποσό. Τον Μάιο, το καθεστώς εξουσιοδότησε την κρατική τράπεζα (που είχε μετονομαστεί σε «Λαϊκή Τράπεζα») να εκδίδει όσο νέο χρήμα θεωρούσε σκόπιμο. Όταν οι μπολσεβίκοι κατέλαβαν την εξουσία, υπήρχαν λιγότερα από 20 δισεκατομμύρια ρούβλια σε κυκλοφορία. Μέχρι τα τέλη του 1919, η προσφορά χρήματος είχε αυξηθεί στα 225 δισεκατομμύρια ρούβλια και μέχρι τα μέσα του 1921 έφτασε στο επιβλητικό ποσό των 2,3 τρισεκατομμυρίων.2 Το επόμενο έτος, η προσφορά χρήματος μετριόταν σε τετράκις εκατομμύρια.3

Καθώς η χώρα βυθιζόταν σε λιμό, η παραγωγή «πολύχρωμων χαρτιών» αποτελούσε τη μοναδική ακμάζουσα βιομηχανία στη Ρωσική οικονομία. Ο μόνος περιορισμός στην ικανότητα του καθεστώτος να εκτυπώνει χρήμα ακόμα πιο γρήγορα, ήταν η ανάγκη για μελάνι και χαρτί. Ο χρυσός που είχε κατασχεθεί από τα θησαυροφυλάκια των τραπεζών, χρησίμευε για την αγορά τυπογραφικών υλικών από ξένες χώρες. Οι εκτυπωτικές πρέσες δούλευαν ασταμάτητα και, μέχρι το τέλος του 1919, το νομισματοκοπείο απασχολούσε σχεδόν 14.000 εργαζόμενους.

Δύο χρόνια μετά τη σύνταξη της πρώτης πλατφόρμας του Κόμματος, οι παρευρισκόμενοι στο συμβούλιο ήταν εκστασιασμένοι με την επιτυχία τους να οδηγήσουν το χρήμα σε σημείο καταστροφής μέσω της νομισματικής επέκτασης. Ο Evgenii Preobrazhenskii, ένας κορυφαίος μπολσεβίκος οικονομικός σχεδιαστής, σημείωσε ότι οι Γάλλοι επαναστάτες είχαν υποτιμήσει το νόμισμά τους μόνο κατά 1/500 της αρχικής αξίας του, ενώ το ρούβλι είχε υποτιμηθεί στο 1/20.000 της αξίας που είχε το 1917. Ο Preobrazhenskii κορδώθηκε: «αυτό σημαίνει ότι έχουμε ξεπεράσει τη Γαλλική Επανάσταση 40 προς 1».4 Ο στόχος του πληθωρισμού ήταν η κατάργηση των χρημάτων και η κυρίαρχη ελίτ ήταν υπερήφανη για την επιτυχία της. Η αγροτιά, που αγωνιζόταν να επιβιώσει, κατέφυγε στη χρήση αλατιού και ψωμιού ως ανταλλακτικών μέσων.

«Παραδόξως», η καταστροφή των χρημάτων απέτυχε να επιφέρει την ορθολογική οικονομική τάξη που πίστευαν οι κομμουνιστές ότι είναι αναπόφευκτη. Αντί της ομαλής, συντεταγμένης παραγωγής, το αποτέλεσμα ήταν η μαζική λιμοκτονία και οι αγροτικές εξεγέρσεις. Οι Μπολσεβίκοι, με την ανεπιφύλακτη πίστη τους στις προβλέψεις του Μαρξ, έπρεπε να αντιμετωπίσουν αυτό το «μυστήριο» προτού χάσουν τον σαθρό έλεγχο που ασκούσαν στη ρωσική οικονομία.

Ludwig von Mises και Nikolai Bukharin

Ενώ η Ρωσία οδηγούσε την οικονομία σε κυριολεκτικό θάνατο μέσω νομισματικού πληθωρισμού, πολλοί δυτικοί διανοούμενοι τα έβλεπαν όλα ρόδινα με το αποτυχημένο σοβιετικό πείραμα. Αυτό ήταν το σκηνικό της εποχής όταν ο Ludwig von Mises έγραψε το πρωτοποριακό του δοκίμιο «Οικονομικός υπολογισμός στη Σοσιαλιστική Κοινοπολιτεία» και το βιβλίο σοσιαλισμός – το δεύτερο μεγάλο έργο του που ακολούθησε σύντομα. Για τον von Mises, το χάος στην οικονομία της Ρωσίας δεν αποτελούσε μυστήριο: οι τιμές της αγοράς που διαμορφώνονται μέσω εθελοντικής ανταλλαγής ιδιωτικής περιουσίας, είναι απαραίτητες για την ορθολογική κατανομή των πόρων.

Ένας τουλάχιστον κορυφαίος μπολσεβίκος, αναγνώρισε διστακτικά την εξαιρετική γνώση του von Mises ως βάση για τις μεταρρυθμίσεις της αγοράς που έγιναν γνωστές ως η Νέα Οικονομική Πολιτική. Το 1925, ο Nikolai Bukharin έγραψε:

Αν και οι επικρίσεις της «μπουρζουαζίας» κατά της πολιτικής της προλεταριακής δικτατορίας στη Ρωσία αποτελούνταν κυρίως από ανοησίες, μερικές από τις παρατηρήσεις τους δεν ήταν και τόσο ανόητες και περιείχαν σχετική αλήθεια. Ένας από τους πιο γνωστούς επικριτές του κομμουνισμού, ο αυστριακός καθηγητής Ludwig von Mises, παρουσίασε τις ακόλουθες θέσεις σε ένα βιβλίο για τον σοσιαλισμό που γράφτηκε το 1921-22. . . . Όσο οι κομμουνιστές προσπαθούσαν να οργανώσουν την παραγωγή με διαταγές, με τη ράβδο, η πολιτική τους θα οδηγούσε, και ήδη οδηγούσε, σε αναπόφευκτη κατάρρευση.5

Είναι δύσκολο να θεωρηθεί ότι ο Bukharin εγκωμίασε τις επικρίσεις του von Mises λέγοντας πως «δεν ήταν και τόσο ανόητες», αλλά για έναν ιδεολόγο μπολσεβίκο, αποτέλεσε μια σημαντική παραχώρηση. Παρόλο που ο Bukharin δεν ήταν πρόθυμος να αποδοκιμάσει τον σοσιαλισμό, αναγνώρισε ότι οι μεταρρυθμίσεις της αγοράς – αν και μετριοπαθείς – ήταν απαραίτητες για να αποφευχθεί η κατάρρευση του εκκολαπτόμενου σοβιετικού κράτους. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις περιελάμβαναν την επαναφορά λειτουργικού χρήματος.

Νέα Οικονομική Πολιτική και Σταλινική οπισθοδρόμηση

Στα τέλη του 1922, το κόμμα απευθύνθηκε σε έναν «μπουρζουά» τραπεζίτη, τον Nicholas Kutler – έναν υπέρμαχο των φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων πριν από την επανάσταση του 1917 – για να επιλύσουν τη δημοσιονομική κρίση. Η λύση του Kutler ήταν η επιστροφή σε ένα νόμισμα βασισμένο στον χρυσό. Τα νέα χαρτονομίσματα, γνωστά ως chervonets, υποστηρίχθηκαν από ράβδους χρυσού και αποθέματα ξένων νομισμάτων. Κατά τα επόμενα δύο χρόνια, το ρωσικό νόμισμα σταθεροποιήθηκε καθώς τα άχρηστα ρούβλια αντικαταστάθηκαν από χαρτονομίσματα καλυμμένα με αποθεματικά χρυσού. Ο Λένιν, ντροπιασμένος από την αντιφατική – σε σχέση με τον σοσιαλισμό – νέα πολιτική του, επέμεινε ότι το μέτρο ήταν προσωρινό και μόλις ο κομμουνισμός γινόταν παγκόσμιος, τα χρήματα θα εξαφανίζονταν (με επιτυχία αυτή τη φορά) και ο χρυσός θα χρησιμοποιούταν μόνο για την κατασκευή αποχωρητηρίων.

Είναι σημαντικό να μην υπερεκτιμηθούν οι μεταρρυθμίσεις της νέας οικονομικής πολιτικής του Λένιν. Αν και οι νομισματικές μεταρρυθμίσεις και το άνοιγμα των αγορών απέτρεψαν την πλήρη καταστροφή της ρωσικής οικονομίας, το Κόμμα συνέχισε να ελέγχει την πλειοψηφία της παραγωγής της χώρας. Το αποτέλεσμα της μέτριας οικονομικής απελευθέρωσης ήταν μια συγκρατημένη ανάκαμψη, σε συνδυασμό με την αύξηση της πολιτικής τρομοκρατίας για την ενίσχυση της κυριαρχίας του Κόμματος. Οι μπολσεβίκοι χαλάρωσαν τον στραγγαλισμό της οικονομίας, ακριβώς όσο χρειάζεται για να αναπνεύσουν οι άνθρωποι ένα σύντομο διάστημα. Αντί να διδαχτούν από τις αρχικές αποτυχίες τους και τα επακόλουθα οφέλη που επιτεύχθηκαν από τις ήπιες μεταρρυθμίσεις, το Κόμμα – υπό την ηγεσία του Ιωσήφ Στάλιν – επέστρεψε σε ασυμβίβαστους οικονομικούς ελέγχους στο τέλος της δεκαετίας. Το αποτέλεσμα ήταν η σοβαρότερη οικονομική καταστροφή που είχε βιώσει ως τότε ο κόσμος.

Συμπέρασμα

Τα διδάγματα από τη μπολσεβίκικη πληθωριστική πολιτική εξακολουθούν να είναι επίκαιρα σήμερα. Τα επιχειρήματα υπέρ της πληθωριστικής πολιτικής μπορεί να μην δικαιολογούνται πλέον από τη μαρξιστική θεωρία και την επιδίωξη μιας αχρήματης οικονομίας, αλλά οι συνέπειες του πληθωρισμού λειτουργούν ανεξάρτητα από τις προθέσεις κάθε θεωρίας. Καθώς το πληθωριστικό δόγμα της «Μοντέρνας Νομισματικής Θεωρίας» καθίσταται όλο και πιο δημοφιλές, η ιστορία των μπολσεβίκων δεν πρέπει να λησμονηθεί. Ανεξαρτήτως του σκοπού της εφαρμογής μιας τέτοιας πολιτικής, ο πληθωρισμός χρησιμεύει μόνο για να στρεβλώνει τα οικονομικά συστήματα και, τελικά, για να καταστρέψει το νόμισμα της οικονομίας που συνδέεται με αυτό.

 

***

Ο Chris Calton είναι ερευνητής του Ινστιτούτου Ludwig von Mises και οικονομικός ιστορικός. Είναι συντάκτης και οικοδεσπότης του podcast Historical Controversies. Δείτε επίσης το κανάλι του στο YouTube εδώ.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Ludwig von Mises

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





 

Σημειώσεις:

  1. Αναφέρεται από τον Richard Pipes, The Russian Revolution (Νέα Υόρκη: Vintage Books, 1991), 685.
  2. Richard Pipes, σελ. 686.
  3. Richard Pipes, Russia Under the Bolshevik Regime (Νέα Υόρκη: Alfred A. Knopf, 1993), σελ. 393.
  4. Αναφέρεται από τον Pipes, The Russian Revolution, σελ. 687.
  5. Nikolai Bukharin, «Concerning the New Economic Policy and Our Tasks,» 1925.