Η εκπαίδευση επιβάλλεται να αποκρατικοποιηθεί

0
1473
Το κράτος επιθυμεί να μονοπωλεί την εκπαίδευση, επειδή μπορεί να αναθρέψει ένα υπάκουο και πιστό πολίτη. Αντιμετωπίζουμε ήδη διαδεδομένο κοινωνικό έλεγχο της προσωπικής συμπεριφοράς σε κάθε βαθμίδα της κρατικής εκπαίδευσης. Υφίσταται με τη μορφή ελέγχου της σκέψης ή την εισαγωγή και την ενίσχυση ιδεών που δοξάζουν τον κρατισμό και την ολοένα και μεγαλύτερη παρέμβαση του.
Το κράτος επιθυμεί να μονοπωλεί την εκπαίδευση, επειδή μπορεί να αναθρέψει ένα υπάκουο και πιστό πολίτη. Αντιμετωπίζουμε ήδη διαδεδομένο κοινωνικό έλεγχο της προσωπικής συμπεριφοράς σε κάθε βαθμίδα της κρατικής εκπαίδευσης. Υφίσταται με τη μορφή ελέγχου της σκέψης ή την εισαγωγή και την ενίσχυση ιδεών που δοξάζουν τον κρατισμό και την ολοένα και μεγαλύτερη παρέμβαση του.

Γιατί τα παιδιά αναγκάζονται να παρακολουθήσουν την one-size-fits-all δημόσια εκπαίδευση, όταν αυτό το γεγονός είναι εντελώς αντιθετικό προς τη φύση τους ως άτομα, τα οποία έχουν πολύ διαφορετικές ανάγκες και εσωτερικά πλαίσια;

 

Του Ευθύμη Μαραμή

 Εκπαίδευση οne-size-fits-all 

Τα προβλήματα και οι παραδοξότητες στο κρατικό σύστημα εκπαίδευσης, αποτελούν έναν σωρό βαρών στις πλάτες της σύγχρονης κοινωνίας, προκαλώντας τόσο βραχυπρόθεσμες όσο και μακροπρόθεσμες επιπλοκές. Ένα από τα κύρια, ουσιώδη ζητήματα είναι πως: αυτό που θέλουν μερικοί γονείς από την δημόσια  εκπαίδευση για τα παιδιά τους, δεν είναι αυτό που θέλουν κάποιοι άλλοι γονείς. Και, το πιο σημαντικό, αυτό που μπορεί να είναι σωστό και χρήσιμο να πράξουν μερικά παιδιά στο σχολείο, μπορεί να μην είναι σωστό και χρήσιμο για κάποια άλλα παιδιά.

Ωστόσο, όλοι οι γονείς φορολογούνται για να υποστηρίξουν ένα σύστημα που προσφέρει το ίδιο προϊόν σε όλους, με περιοδικές μεταβολές, κυρίως προς την κατεύθυνση των πολιτικών ανέμων που ενίοτε επικρατούν. Αν το σχολικό συμβούλιο αποφασίσει να απορρίψει τα ερευνητικά συγγράμματα και προγράμματα κάποιου που μπορεί να είναι, για κάποιους από τους φορολογούμενους, ένας προφανώς κακός δάσκαλος, όλοι πρέπει να απέχουν από τα διδάγματα του, ανεξάρτητα από το ότι κάποιοι μπορεί να θεωρούν πως αξίζει να μελετηθεί το έργο του. Εάν το συμβούλιο απορρίψει/καταργήσει ορισμένα βιβλία, καλλιτεχνικά μαθήματα ή όποια άλλη μαθητική δραστηριότητα κρίνει «ακατάλληλη», μόνο οι αρκετά εύποροι θα μπορέσουν να αποφύγουν αυτήν την επιβαλλόμενη στέρηση.

Είναι αλήθεια πως όλοι οι νέοι πρέπει να λάβουν ορισμένα βασικά εργαλεία που συνήθως παρέχονται στα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια σχολεία. Αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι όλοι οι νέοι πρέπει να ντυθούν, να τρέφονται και να λαμβάνουν κάποια ηθική εκπαίδευση. Αυτές οι υπηρεσίες, ευτυχώς, βρίσκονται ακόμα στην ιδιωτική σφαίρα και παρέχονται σε πολύ ικανοποιητικό βαθμό, χωρίς μέχρι στιγμής να έχουν αναληφθεί εξαναγκαστικά από το κράτος.

Γιατί να μην κάνουμε το ίδιο και με την εκπαίδευση; Γιατί τα παιδιά αναγκάζονται να παρακολουθήσουν την one-size-fits-all δημόσια εκπαίδευση, όταν αυτό το γεγονός είναι εντελώς αντιθετικό προς τη φύση τους ως άτομα, τα οποία έχουν πολύ διαφορετικές ανάγκες και εσωτερικά πλαίσια;

Το αποτέλεσμα της συνέχισης αυτής της πολιτικής είναι αυτό που βλέπουμε γύρω μας καθημερινά – μάχες για τις πολιτικές που πρέπει να ακολουθήσουν τα σχολεία όταν πρόκειται για αναλυτικά προγράμματα, υλικό βιβλιοθήκης, αρχαία, Θρησκευτικά, ιστορικά, εθνικά κ.ο.κ. Επίσης, οδηγεί στη συνεχή αμφιταλάντευση του συστήματος one-size-fits-all, ανάλογα με το ποια ομάδα πολιτικών και γραφειοκρατών τυγχάνει να είναι υπεύθυνη. Επιπλέον, τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, πολύ ανώτερα των κρατικών, είναι προσιτά μόνο στους έχοντες, ακριβώς επειδή η εκπαίδευση είναι ως επί το πλείστον κλειστή αγορά προστατευμένη από το κράτος και χρηματοδοτείται δια της βίας, στερώντας πόρους από την ιδιωτική σφαίρα της αγοράς αυτής. Αυτό καθιστά apriori ακριβή την αγορά εκπαίδευσης/μόρφωσης.

Οι πλάνες και οι αυθαιρεσίες των γραφειοκρατών

Ένα ακόμα παράδοξο που διέπει τους γραφειοκράτες/υποστηρικτές της δημόσιας «δωρεάν» εκπαίδευσης, είναι πως κανένας τους δεν θα δεχόταν να εργαστεί… δωρεάν. Τουναντίον, απαιτούν, όπως λένε οι ίδιοι, να νιώθουν «ασφάλεια» για να επιτελούν το «λειτούργημα» τους.1 Ωστόσο, προκαλεί εντύπωση το εξής: Και το φαγητό και τα ρούχα, παραδείγματος χάριν, αποτελούν «απαραίτητα» αγαθά, αλλά οι χασάπηδες, οι σουβλατζήδες και οι επαγγελματίες της ένδυσης δεν απαιτούν ανάλογη «ασφάλεια» με εξασφαλισμένο εισόδημα. Απευθύνονται στην αγορά και θέτουν τις δεξιότητες και τα προϊόντα τους σε ελεύθερη επιλογή.

Θα ανταπαντούσε κάποιος γραφειοκράτης/υποστηρικτής της κρατικής «δωρεάν» εξαναγκαστικής εκπαίδευσης: Δεν μπορείς να συγκρίνεις τα σουβλάκια με το «δημόσιο αγαθό» της εκπαίδευσης. Όμως, η αλήθεια είναι πως μπορώ, όπως μπορεί και ο καθένας. Η αγορά, η ελεύθερη επιλογή βασισμένη στην ζήτηση και την προσφορά, είναι πολύ πιο αποτελεσματική στην κατανομή της εργασίας και των πόρων από ότι είναι η γραφειοκρατία. Επιπλέον, δεν υπάρχει σήμερα γονέας ο οποίος δεν γνωρίζει την σημασία της εκπαίδευσης, ώστε να στέκει σε σοβαρή συζήτηση ο ισχυρισμός πως: το κράτος καθιστά αναγκαστική την εκπαίδευση για το καλό μας. Θα δούμε περισσότερα παρακάτω επί τούτου.

Οι οικονομικές και δεοντολογικές συνέπειες της γραφειοκρατίας

Με τη βοήθεια των Andrew Young και Walter Block θα εξετάσουμε ορισμένες παραμέτρους και επιχειρήματα επί του θέματος βασισμένοι στην εργασία τους: Enterprising Education: Doing Away with the Public School System

Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν διαθέτουν, τόσο θετικά όσο και αρνητικά κίνητρα για να εκπαιδεύσουν τα παιδιά με τρόπο ικανοποιητικό για τους γονείς που πληρώνουν τον λογαριασμό (δηλαδή που πληρώνουν τους φόρους). Δεν υπάρχει μηχανισμός αυτόματης ανατροφοδότησης που να παρακινεί τους κυβερνητικούς γραφειοκράτες να σχεδιάσουν μια παραγωγική, οικονομικά αποδοτική σχολική εκπαίδευση που να ταιριάζει με τις ξεχωριστές προτιμήσεις των «πελατών» τους.2

Για παράδειγμα, ίσως οι φτωχές οικογένειες θα απέφευγαν το κόστος πρόσληψης εκπαιδευτικών για μαθήματα φυσικής αγωγής και τεχνών, τα οποία συχνά συντελούνται κατά τις δραστηριότητες που τα παιδιά ακολουθούν εκτός σχολείου στον ελεύθερο χρόνο τους. Στο πλαίσιο του δημόσιου συστήματος εκπαίδευσης, ωστόσο, οι διοικητικοί υπάλληλοι δεν έχουν κανένα κίνητρο να αμφισβητήσουν την κυρίαρχη διάρθρωση του σχολείου. Εάν το κάνουν, δεν υπάρχει άμεση επίδραση στη φορολογική δομή, άρα, οι γονείς θα δουν τα παιδιά τους μόνο να χάνουν κάποιες υπηρεσίες, χωρίς να υφίσταται μείωση της τιμής της εκπαίδευσης. Επίσης, δεν θα υπάρξει αύξηση του μισθού για την εφευρετικότητα του διαχειριστή/δασκάλου/διευθυντή.

Οι υποστηρικτές του δημόσιου σχολικού συστήματος, αφού εγκατέλειψαν τις δυνάμεις της αγοράς ως αυτές που θα αποτιμήσουν τα σχολεία βάσει παραγωγικότητας, δεν μπορούν παρά να απευθύνονται σε γεωγραφικές περιοχές με «ελλείψεις» και σε πολιτικούς αξιωματούχους για να λάβουν θέση απασχόλησης.3

Υπάρχει μόνο ένας τρόπος να αποκατασταθούν τα κατάλληλα κίνητρα για ένα ποιοτικό εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτός είναι να απομακρυνθεί ο έλεγχος από το κράτος. Όπως παρατηρεί ο von Mises (1952, σελ. 45)

«Είναι θέμα ανάμεσα στο αν θα επιτραπεί στα άτομα να επιλέξουν τον τρόπο με τον οποίο επιθυμούν να συνεργαστούν στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας και του τι πρέπει να παράγουν οι επιχειρήσεις, ή αν θα επιβάλει το κράτος την δική του απόφασή μέσω των μηχανισμών επιβολής και εξαναγκασμού που διαθέτει.»

Είναι δημόσιο αγαθό η εκπαίδευση;

Ένα ακόμα επιχείρημα που διατυπώνεται υπέρ της κρατικής  εκπαίδευσης, είναι ότι αποτελεί δημόσιο αγαθό. Δημόσιο αγαθό, είναι ένα αγαθό «μη αποκλεισμού» (nonexcludable) και/ή ένα αγαθό συλλογικής κατανάλωσης (Holcombe, 1997). Το «μη αποκλεισμού» σημαίνει ότι δεν τίθεται απαγορευτικό κόστος που αποτρέπει τους ανθρώπους από την κατανάλωση του αγαθού όταν αυτό έχει ήδη παραχθεί. Ένα αγαθό συλλογικής κατανάλωσης είναι ένα προϊόν που, όταν παράγεται για κάποιο άτομο, άλλα άτομα μπορούν να καταναλώσουν επίσης το αγαθό χωρίς επιπλέον κόστος. Η κρατική εκπαίδευση, σύμφωνα με το επιχείρημα του δημόσιου αγαθού, είναι αγαθό «μη αποκλεισμού». Εξωτερικότητες συνδέονται με την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, οι οποίες προκαλούν οφέλη για άτομα που δεν είναι οι κύριοι καταναλωτές (i.e. αυτοί που πληρώνουν) της εκπαίδευσης.

Όταν η εκπαίδευση «δεν αποκλείει», θα παρέχεται σε επίπεδο που δεν είναι το βέλτιστο. Τα άτομα που επωφελούνται από τον κύριο καταναλωτή της εκπαίδευσης (i.e. αυτόν που πληρώνει), είναι αυτά που έχουν ελεύθερη πρόσβαση στην υπηρεσία του παρόχου (π.χ. στο σχολείο). Δεδομένου ότι αυτοί οι ελεύθεροι καταναλωτές δεν πληρώνουν την διδασκαλία, οι εκπαιδευτικοί φορείς δεν πληρώνονται από το πλήρες φάσμα της ζήτησης για εκπαίδευση. Συνεπώς, οι εκπαιδευτικοί φορείς θα παρέχουν πολύ ελάχιστη εκπαίδευση. Η λύση, σύμφωνα με το επιχείρημα του δημόσιου αγαθού, είναι ότι οι ελεύθεροι καταναλωτές πρέπει να πληρώνονται για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση (δηλ. Οι πολίτες πρέπει να φορολογούνται γι ‘αυτούς) έτσι ώστε να παρέχεται βέλτιστα η εκπαίδευση.

Υπάρχουν πολλά προβλήματα με αυτό το επιχείρημα περί δημόσιου αγαθού. Το πιο εξέχον πρόβλημα που εντοπίζεται αμέσως είναι ότι, αν υποτεθεί ότι η εκπαίδευση δεν μπορεί πράγματι να εξασφαλιστεί με ιδιωτικό τρόπο, τι στο καλό είναι αυτό που θα έκανε κάποιον να πιστεύει ότι το κράτος μπορεί να καθορίσει καλύτερα την βέλτιστη αναλογία; Ο Buchanan (1975) ορθώς επισημαίνει ότι πολλοί οικονομολόγοι, μόλις πιστέψουν ότι έχουν διαγνώσει ένα αγαθό ως δημόσιο, αποτυγχάνουν να εξετάσουν κριτικά τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει το κράτος: «Είναι σαν να θεωρείται ότι οι εναλλακτικές λύσεις δημόσιας επιλογής, είναι διαθέσιμες ανεξάρτητα από κάποια εξωτερική πηγή · δεν βρίσκουν (οι οικονομολόγοι) κανένα πρόβλημα σχετικά με τη συμπεριφορά των (κυβερνητικών) προμηθευτών, παρόχων και παραγωγών.»

Επιπλέον, οι Tideman και Tullock (1976), οι οποίοι εργάστηκαν για να σχεδιάσουν μια διαδικασία δημόσιας επιλογής, παραδέχονται ότι: «η διαδικασία δεν θα θεραπεύσει τον καρκίνο, δεν θα σταματήσει τις πλημμύρες και δεν θα αντιμετωπίσει επιτυχώς πολλά άλλα προβλήματα».

Λαμβάνοντας αυτό υπόψη, ας αναλογιστούμε πόσες φορές η πολιτική διαδικασία μεταφράζει επιτυχώς την οικονομική θεωρία σε πολιτική πραγματικότητα. Στον πολιτικό κόσμο των προεκλογικών εκστρατειών, των ρουσφετιών, των ειδικών ομάδων συμφερόντων και του συμβιβασμού, η απάντηση είναι: ποτέ ή, στην καλύτερη περίπτωση, πολύ σπάνια. Ως εκ τούτου, δεν μπορούμε να υποθέσουμε σε καμία περίπτωση ότι η κυβέρνηση έχει την ικανότητα να καθορίζει αποτελεσματικές κατανομές πόρων και υπηρεσιών. Το αξίωμα αυτό βασίζεται σε αυταπόδεικτη λογική, σε πραξεολογική προσέγγιση αλλά και σε εμπειρική επιβεβαίωση.

Το κράτος ελέγχει την εκπαίδευση για το καλό του, όχι για το καλό των πολιτών

Ένα άλλο πρόβλημα με το επιχείρημα του δημόσιου αγαθού – το οποίο δεν είναι εντελώς ανεξάρτητο από το παραπάνω πρόβλημα – συνίσταται στο ότι είναι αμφίβολο το γεγονός ότι το μόνο κίνητρο του κράτους όσον αφορά τον έλεγχο της εκπαίδευσης, είναι το θέμα της βέλτιστης παροχής. Έχει αποδειχθεί ότι έχουν δημιουργηθεί κρατικά σχολεία, ως μέσο για την επίθεση σε ξένους πολιτισμούς. Επίσης, όπως παρατηρεί ο Holcombe (1997): «[…] Το κράτος έχει κίνητρο να δημιουργήσει την εντύπωση στους πολίτες του, ότι οι ενέργειές του είναι δίκαιες … [Μπορεί να το κάνει με] τη δημιουργία προπαγάνδας η οποία υποβάλει τους πολίτες σε πλύση εγκεφάλου, ώστε να υπακούν τυφλά τους κρατικούς θεσμούς και να υποτάσσονται αδιαμαρτύρητα στον κρατισμό.»

Το κράτος επιθυμεί να μονοπωλεί την εκπαίδευση, επειδή μπορεί να αναθρέψει ένα υπάκουο και πιστό πολίτη. Αντιμετωπίζουμε ήδη διαδεδομένο κοινωνικό έλεγχο της προσωπικής συμπεριφοράς σε κάθε βαθμίδα της κρατικής εκπαίδευσης. Υφίσταται με τη μορφή ελέγχου της σκέψης ή την εισαγωγή και την ενίσχυση ιδεών που δοξάζουν τον κρατισμό και την ολοένα και μεγαλύτερη παρέμβαση του.

«Μπορεί κάποιος εύκολα να καταλάβει το γιατί οι δικτατορίες απαιτούν κυβερνητικό έλεγχο στα μέσα μαζικής ενημέρωσης ή γιατί η ελευθερία του Τύπου θεωρείται θεμελιώδης έλεγχος της κρατικής εξουσίας […] Οι κυβερνήσεις μπορούν ακόμα να ελέγξουν τη ροή των ιδεών χωρίς να χρειάζεται να ελέγχουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αν διατηρούν τον έλεγχο του εκπαιδευτικού συστήματος» (Holcombe, 1997).

Το επιχείρημα του «δημόσιου αγαθού» για τα δημόσια σχολεία, είναι εντελώς αδύναμο και αυθαίρετο όταν εξετάζεται προσεκτικά. Υποθέτει ότι το κράτος μπορεί να προσφέρει τα βέλτιστα επίπεδα μιας υπηρεσίας χωρίς να δικαιολογεί καθόλου αυτόν τον ισχυρισμό. Επίσης, το επιχείρημα υποθέτει ότι το κράτος έχει ως αποκλειστικό κίνητρο τη δημιουργία μιας βέλτιστης παροχής. Όμως, το κράτος έχει απώτερα κίνητρα τα οποία λειτουργούν ενάντια σε οποιοδήποτε υποτιθέμενο κίνητρο βέλτιστης παροχής υπηρεσιών και αγαθών.

Συμπέρασμα

Όλα τα επιχειρήματα υπέρ της δημόσιας παροχής εκπαίδευσης, αποδεικνύονται αβάσιμα και / ή ανακριβή. Η αποτυχία του κράτους να παρέχει υπηρεσίες υψηλής ποιότητας σε όλους (ο ρητός στόχος του) έχει καταστήσει την δημόσια εκπαίδευση αδικαιολόγητη. Η ανυπολόγιστη σπατάλη πόρων και η απόρριψη των επιθυμιών και των προτιμήσεων των καταναλωτών, έχουν απογυμνώσει την δημόσια εκπαίδευση επιδεικνύοντας την ανηθικότητα της.4

Επίσης, αν ένας εκπαιδευμένος πολίτης θεωρείται απαραίτητος για τη λειτουργία της δημοκρατικής κυβέρνησης, τότε έχουμε μια αδικαιολόγητη σύγκρουση συμφερόντων όταν οι εκλεγμένοι αξιωματούχοι είναι αυτοί που καθίστανται υπεύθυνοι για την παροχή αυτής της εκπαίδευσης. Επιπλέον, το επιχείρημα των εξωτερικών παραγόντων και του «μη αποκλεισμού» δεν ενισχύει την υπόθεση υπέρ της σοσιαλιστικής εκπαίδευσης. Το μόνο δεοντολογικό, εύλογο σύστημα για την παροχή εκπαίδευσης, είναι η ανθρώπινη ιδιωτική πρωτοβουλία στην ελεύθερη συναλλαγή της αγοράς.

 

***

 

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





 

Βιβλιογραφία:
  • Buchanan, James M. (1975). «Public finance and public choice.» National Tax Journal 28.
  • Holcombe, Randall G. (1997). «A theory of the theory of public goods.» Review of AustrianEconomics 10.
  • Tideman, T. Nicolaus and Gordon Tullock (1976). «A new and superior process for making social choices.» Journal of Political Economy 84.
  • Von Mises, Ludwig (1952). Planning for Freedom. Illinois: The Libertarian Press.
Σημειώσεις:
  1. Αυθαίρετος χαρακτηρισμός επαγγέλματος που, όπως υποστηρίζεται, έχει έναν ευρύ και σοβαρό κοινωνικό ρόλο σε σχέση με άλλα επαγγέλματα. Από το λεξικό «πύλη για την Ελληνική γλώσσα» : H δουλειά του δασκάλου / του γιατρού / του δικαστή δεν είναι απλό επάγγελμα, είναι λειτούργημα ~. H άσκηση του δικαστικού λειτουργήματος απαιτεί υψηλό αίσθημα ευθύνης.
  2. Βλ. Laurent A. H. CarnisΟι οικονομικές συνέπειες της γραφειοκρατίας. Η πρώτη συνέπεια της γραφειοκρατίας, η αναποτελεσματική κατανομή των πόρων, προκύπτει από την αδυναμία οικονομικού υπολογισμού και από την έλλειψη σαφώς καθορισμένων δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Η απουσία αγοραίων τιμών μέσα στη γραφειοκρατική δομή καθιστά αδύνατο τον προσδιορισμό της οικονομικής βιωσιμότητας της παραγωγικής δομής. Αυτό, με τη σειρά του, καθιστά αδύνατη τη σωστή κατανομή πόρων σε έναν οργανισμό, έναν κλάδο ή έναν οικονομικό τομέα. Το σύστημα των σχετικών τιμών, το οποίο είναι ένας φορέας πληροφοριών και ένας οδηγός για τον επιχειρηματία σε ένα πλαίσιο ελεύθερης αγοράς, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ορθολογική κατανομή των πόρων μέσα σε μια γραφειοκρατία. Η αδυναμία ικανής αποζημίωσης της λειτουργίας των συντελεστών παραγωγής (i.e. μηχανήματα, εγκαταστάσεις) που χρησιμοποιούνται στην γραφειοκρατική παραγωγική διαδικασία, σύμφωνα με την αξία αυτών των συντελεστών στην αγορά, οδηγεί επίσης στην υπερβολική και στην αναποτελεσματική χρήση τους. Δεν υπάρχει ακριβές μέσο διάρθρωσης οικονομικά αποδοτικής παραγωγικής δομής, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν οι απαραίτητες πληροφορίες για το σκοπό αυτό. Περαιτέρω, επειδή ο πόρος χρησιμοποιείται χωρίς αναφορά στο κόστος απόκτησης του, δίνει την εντύπωση ότι, κατά κάποιο τρόπο, είναι δωρεάν και σχετικά άφθονος και έτσι οι γραφειοκράτες αποτυγχάνουν να τον χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά. Όσον αφορά τον παράγοντα εργασία, αυτό εξηγεί, τουλάχιστον εν μέρει, γιατί οι διευθυντές των γραφειοκρατιών είναι πάντα πρόθυμοι να προσλάβουν περισσότερο προσωπικό, το κόστος του οποίου δεν φαίνεται να αξίζει γι’ αυτούς μία ζωτικής σημασίας εξέταση, παρά το γεγονός ότι η έλλειψη κινήτρων για αποδοτικότητα σημαίνει ότι ο στόχος μιας τέτοιας πρόσληψης δεν είναι ούτε η αύξηση της παραγωγής, ούτε η βελτίωση των επιδόσεων. Επιπλέον, αυτή η κατάσταση είναι αποθαρρυντική για το προσωπικό, επειδή οι επιδόσεις δεν μπορούν να εκτιμηθούν με ακρίβεια και, ως εκ τούτου, δεν ανταμείβονται κατάλληλα.
  3. Η πολιτική διάσταση της παραγωγής του δημοσίου τομέα, αποτελεί βασικό μοχλό για τον γραφειοκράτη, ο οποίος μπορεί να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του, όχι σύμφωνα με την ικανοποίηση των πολιτών, αλλά χρησιμοποιώντας το πολιτικό εκτόπισμα του. Στην πραγματικότητα, ο γραφειοκράτης κατέχει ταυτόχρονα τη θέση του υπαλλήλου και του εργοδότη και, ως εκ τούτου, έχει κάθε συμφέρον να επιμείνει σε υψηλότερους προϋπολογισμούς και κονδύλια. O von Mises εξηγεί: «Ο γραφειοκράτης δεν είναι μόνο κυβερνητικός υπάλληλος. Είναι επίσης, υπό το δημοκρατικό σύνταγμα, ταυτόχρονα ψηφοφόρος και ως τέτοιος αποτελεί μέρος της κυριαρχίας, του εργοδότη του. Είναι σε ιδιόμορφη θέση: είναι εργοδότης και υπάλληλος. Και το χρηματικό του συμφέρον ως εργαζόμενου, κυριαρχεί επί του συμφέροντος του ως εργοδότη, καθώς παίρνει πολλά περισσότερα από όσα συνεισφέρει στα δημόσια ταμεία. Αυτή η διπλή σχέση γίνεται πιο σημαντική καθώς οι άνθρωποι υπό την κυβερνητική μισθοδοσία αυξάνονται. Ο γραφειοκράτης ως ψηφοφόρος είναι πιο πρόθυμος να κερδίσει μια αύξηση, παρά να διατηρήσει τον προϋπολογισμό ισορροπημένο. Κύριο μέλημά του είναι να αυξηθεί η μισθοδοσία».Ο γραφειοκράτης, όντας ο πρώτος που θα έχει συνέπειες από μια δεδομένη κυβερνητική πολιτική, έχει όφελος να υποστηρίζει την ζήτηση για γραφειοκρατικά αγαθά και υπηρεσίες. Έτσι, η θέση του, αντιπροσωπεύει ένα εισόδημα που μερικές φορές καθίσταται ευκολότερο να επιτευχθεί μέσω πολιτικής αφοσίωσης ή συσχέτισης. Ως αποτέλεσμα, η ψήφος του γραφειοκράτη έχει ειδικό βάρος στην εκλογική διαδικασία, επηρεάζοντας την στάση των εκλεγμένων πολιτικών απέναντι στη γραφειοκρατική δραστηριότητα.
  4. Βλ. Laurent A. H. CarnisΟι οικονομικές συνέπειες της γραφειοκρατίας. Οι ιδιαίτερες συνθήκες χρηματοδότησης των γραφειοκρατικών οργανώσεων υποστηρίζουν την επέκτασή τους με δύο τρόπους. Η εύκολη πρόσβαση σε φθηνούς πόρους που περιγράφονται παραπάνω καθιστά εύκολη την ανταπόκριση στις προσκλήσεις των πολιτών για πρόσθετη παραγωγή. Οι πόροι που αποκτώνται δεν εξαρτώνται από τις πωλήσεις και την ικανοποίηση των αναγκών των πελατών και οι γραφειοκρατικές δομές μπορούν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους πιο άνετα, δεδομένου ότι για αυτές η πρόσβαση στους πόρους φαίνεται λιγότερο περιοριστική και η πρόσβαση στις δημόσιες αγορές πιο προνομιακή από ότι για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Αυτή η προνομιακή πρόσβαση στους πόρους και στις δημόσιες αγορές δίνει στις γραφειοκρατικές οργανώσεις πλεονέκτημα έναντι των ιδιωτικών επιχειρήσεων, όταν οι δύο τομείς ανταγωνίζονται για την παραγωγή υπηρεσιών. Οι ιδιωτικές εταιρείες δυσκολεύονται να ανταγωνίζονται τις γραφειοκρατίες, διότι η διαφορά στο κόστος παραγωγής και στην τιμολογιακή πολιτική τους αφήνει περιορισμένο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Έτσι, οι συνθήκες παραγωγής και διανομής του δημόσιου τομέα ευνοούν την επέκταση των γραφειοκρατικών οργανώσεων, σε βάρος των ιδιωτών επιχειρηματιών, οι οποίοι πρέπει να συμβάλουν στη χρηματοδότηση των γραφειοκρατιών και επίσης να έρθουν αντιμέτωποι με τον αθέμιτο ανταγωνισμό. Επιπλέον, η γραφειοκρατική προσφορά αγαθών και υπηρεσιών έχει αυτογενή επίδραση: η αποτυχία των δημόσιων παρεμβάσεων δικαιολογεί νέες παρεμβάσεις που αποσκοπούν στο να αντισταθμίσουν και να διορθώσουν τις αδυναμίες των προηγούμενων και η γραφειοκρατία είναι το ευνοούμενο εργαλείο της κυβερνητικής παρέμβασης.