Παγκόσμια Τράπεζα: Γιατί η Βενεζουέλα κατέρρευσε και η Χιλή πρόκοψε

0
744
Χιλή

Αυτό που θα πρέπει να διδάξει η περίπτωση της Χιλής στους Έλληνες ειδικά, είναι ότι μόνο μέσω της νίκης έναντι των σοσιαλιστικών ιδεών μπορεί να επέλθει οικονομική ευημερία και ανάπτυξη.

 
του Μιχάλη Γκουντή και Ευθύμη Μαραμή

Εισαγωγή

Με βάση την αναφορά της Παγκόσμιας Τράπεζας, παρουσιάζουμε τις αιτίες και τους λόγους της ανάπτυξης της Χιλής και της οικονομικής καταστροφής της Βενεζουέλας. Εντοπίζουμε τις διαφορές ανάμεσα στις δυναμικές των δύο αυτών οικονομιών της Λατινικής Αμερικής και, τέλος, κάνουμε μία σύντομη πολιτική ερμηνεία της πραγματικής αιτίας για την έξοδο της Χιλής από την φτώχεια.

1971-2003

Κατά την εξεταζόμενη περίοδο του paper της Παγκόσμιας Τράπεζας (1971-2003) , και οι δύο χώρες παρουσίασαν οικονομικές υφέσεις. Στη Βενεζουέλα, ο ρυθμός ανάπτυξης επιβραδύνθηκε ιδιαίτερα το 1978-83, το 1989 και το 2002-03, γεγονότα τα οποία, σωρευτικά, κόστισαν στην εθνική οικονομία 21%, 11% και 14% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ). Η Χιλή δεν είχε ανοσία στην οικονομική ύφεση. Η αύξηση του ΑΕΠ μειώθηκε σωρευτικά κατά 22% το 1972-75 και κατά 20% το 1982-83. Παρά τις δύο αυτές περιόδους κακής οικονομικής απόδοσης, η Χιλή έχει εισέλθει σε μια βιώσιμη πορεία ανάπτυξης από το 1985. Κατά συνέπεια, η Χιλή έγινε ένα λαμπρό παράδειγμα οικονομικής ανάπτυξης στην περιοχή και από τότε μέχρι σήμερα έχει ξεπεράσει κατά πολύ την Βενεζουέλα. H αναλογία του κατά κεφαλήν ΑΕΠ στη Χιλή και στην Βενεζουέλα άλλαξε από 0,75 το 1983 σε 1,94 το 2003.

Ένας σημαντικός παράγοντας διαφοροποίησης των οικονομικών επιδόσεων των δύο χωρών, ήταν ο ρυθμός συσσώρευσης πραγματικού κεφαλαίου. Το 1984, ο δείκτης αυτός ήταν αρνητικός τόσο στη Χιλή όσο και στην Βενεζουέλα. Αλλά τα επόμενα χρόνια αυξήθηκε σημαντικά στη Χιλή, φθάνοντας σχεδόν το 10% το 1995, ενώ παρέμεινε αρνητικός στη Βενεζουέλα (εκτός από το 1992, το 1997 και το 1998). Το μερίδιο των επενδύσεων στο ΑΕΠ της Χιλής αυξήθηκε από 13% το 1987 σε σχεδόν 25% το 1995, ενώ στη Βενεζουέλα κυμάνθηκε από 10% έως 15%. Ο βασικός παράγοντας που προκάλεσε την αύξηση του ποσοστού συσσώρευσης κεφαλαίου στη Χιλή ήταν οι άμεσες ξένες επενδύσεις, αντιπροσωπεύοντας πάνω από το 60% της συνολικής αύξησης των επενδύσεων. Οι εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων ανήλθαν στο 0,7% του ΑΕΠ έως το 1990, στο 1,4% του ΑΕΠ το 1990-91 και στο 7,5% του ΑΕΠ το 1997-99. Κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου (με εξαίρεση το 1991 και το 1997), ήταν υψηλότερες από ο, τι στη Βενεζουέλα. Επίσης συνέβαλαν στη βελτίωση των συντελεστών παραγωγικότητας, μεταξύ άλλων, μέσω της μεταφοράς τεχνολογίας.

Οι διαφορές όσον αφορά την παραγωγικότητα της εργασίας ήταν ασήμαντες – το επίπεδό τους ήταν παρόμοιο και στις δύο χώρες, με θετική συμβολή στην αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ.

Διαφορές στην οικονομική επίδοση: Παράγοντες και αιτίες 1971-1983

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, η Χιλή και η Βενεζουέλα ακολουθούσαν μια στρατηγική οικονομικής ανάπτυξης που υποστήριζε την εκβιομηχάνιση. Αυτό είχε ως στόχο να εγγυηθεί την ανεξαρτησία του κράτους από εξωτερικές συνθήκες και παράγοντες, αντικαθιστώντας τις εισαγωγές με την εγχώρια παραγωγή. Αυτό αναφέρει η παγκόσμια Τράπεζα. (Οι πολιτικές αυτές ήταν εσφαλμένες σύμφωνα με την δική μας εκτίμηση εδώ στην «Ελεύθερη αγορά».)

Στη Χιλή, μετά την εθνικοποίηση της πλειοψηφίας των βιομηχανιών στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο δημόσιος τομέας επεκτάθηκε με σχεδόν 500 μικρομεσαίες επιχειρήσεις να εντάσσονται στις μεγαλύτερες εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στον τομέα των πρώτων υλών. Το κράτος έγινε ο μεγαλύτερος εργοδότης. Το εξωτερικό εμπόριο ελέγχθηκε μέσω ενός διαφοροποιημένου συστήματος δασμών (από 0% για εισαγωγές κεφαλαίου σε 750% για τα εισαγόμενα προϊόντα πολυτελείας, με μέσο τέλος το 90% της αξίας ενός συγκεκριμένου αγαθού). Επιπλέον, κάθε συναλλαγή εισαγωγής απαιτούσε άδεια που χορηγούταν από τις αρμόδιες αρχές. Εισήχθη ένα σύστημα πολλαπλών συναλλαγματικών ισοτιμιών. Το 1973, η αναλογία μεταξύ των δύο ακραίων επίσημων συναλλαγματικών ισοτιμιών ήταν 52 προς 1.

Οι οικονομικές εξελίξεις συνέβαλαν στις διαφορές μεταξύ των δύο χωρών όχι μόνο στις αρχές της δεκαετίας του 1970 αλλά και στα επόμενα χρόνια. Η Χιλή μπήκε στη δεκαετία του 1970 ως μια πολύ αδύναμη χώρα με κλειστή οικονομία. Το πρώτο εξάμηνο της δεκαετίας αυτής υπέστη μια ταραγμένη περίοδο μετασχηματισμών: από μια προσπάθεια εισαγωγής του σοσιαλισμού από τη διοίκηση του Σαλβαντόρ Αλιέντε και την κρίση που επέφερε η πολιτική του, σε ένα στρατιωτικό πραξικόπημα και στην αρχή μιας ευρείας κλίμακας οικονομικής απελευθέρωσης. Όπως επισημαίνουν οι αναλυτές της Παγκόσμιας Τράπεζας, οι μεταρρυθμίσεις που εισήχθησαν από το 1973 εκ μέρους της κυβέρνησης του Αουγκούστο Πινοσέτ κάλυψαν αρκετούς τομείς:

• Ένα πρόγραμμα σταθεροποίησης μείωσε δραστικά τις κρατικές επιδοτήσεις με στόχο την αποκατάσταση της ισορροπίας στα δημόσια οικονομικά. Η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος (από το 23% στο 0% του ΑΕΠ το 1977) συνοδεύτηκε από σοβαρή νομισματική πειθαρχία (η διαδικασία χρηματοδότησης των δαπανών του προϋπολογισμού με την εκτύπωση περισσότερων χρημάτων έπαυσε). Επιπλέον, οι τιμές δεν υπόκεινταν πλέον σε κρατικό έλεγχο.

• Οι συντελεστές του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων και του φόρου εισοδήματος των επιχειρήσεων ενοποιήθηκαν.

• Το 1975-79 καταργήθηκαν όλοι οι μη δασμολογικοί περιορισμοί στο διεθνές εμπόριο και καθορίστηκε ενιαίος δασμολογικός συντελεστής 10% (έναντι 94% κατά μέσο όρο το 1973). Επίσης, εισήχθη ενιαία συναλλαγματική ισοτιμία για όλες τις συναλλαγές εξωτερικού.

• Το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης αναμορφώθηκε και, κατά συνέπεια, πραγματοποιήθηκε μια μετάβαση από το αναδιανεμητικό σύστημα σε κεφαλαιοποιητική συνταξιοδότηση . Η διαδικασία ξεκίνησε το 1974 με τη μείωση των εισφορών και την απλούστευση του συστήματος προνομίων των εργαζομένων. Το 1980 εισήχθη ένα κεφαλαιοποιητικό συνταξιοδοτικό σύστημα. Τα θετικά αποτελέσματα της μεταρρύθμισης παρατηρήθηκαν για πρώτη φορά στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80. Η μεταρρύθμιση δημιούργησε μια άμεση σχέση μεταξύ των μεμονωμένων ατομικών εισφορών στο σύστημα και της επιστροφής των σε αυτούς. Καθώς η ανάπτυξη των χρηματοπιστωτικών αγορών επιταχύνθηκε και η αποτελεσματικότητα της κατανομής των πόρων βελτιώθηκε, παρατηρήθηκε θετική επίδραση στην εγχώρια αποταμίευση και τη συσσώρευση κεφαλαίου.

• Οι μεταρρυθμίσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα ξεκίνησαν με την ιδιωτικοποίηση πολλών κρατικών τραπεζών και την είσοδο ξένου κεφαλαίου στον τομέα. Οι έλεγχοι επιτοκίων και οι περιορισμοί δανεισμού εξαλείφθηκαν. Τα απαιτούμενα τραπεζικά αποθεματικά μειώθηκαν δραστικά. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980, το σύστημα τραπεζικής εποπτείας δεν είχε ενισχυθεί επαρκώς. (Εκτιμούμε πως η ανεπάρκεια αποθεματικών στο τραπεζικό σύστημα – κλασματικών αποθεματικών – ευθύνεται για την κρίση χρέους των αρχών των 80s στη Χιλή, ίσως το μόνο λάθος στις μεταρρυθμίσεις απελευθέρωσης.)

• Οι μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας που εισήχθησαν το 1981 κατάργησαν τα προνόμια που είχαν εκμεταλλευτεί τα συνδικάτα. Τροποποιήθηκαν οι πολιτικές μισθοδοσίας, οι αποζημιώσεις και οι απολύσεις, οι συνδικαλιστικές δραστηριότητες και το δικαίωμα στην απεργία.

• Το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων αναπτύχθηκε σε δύο φάσεις. Το 1974-79, σχεδόν όλες οι εταιρείες που είχε απαλλοτριώσει η κυβέρνηση Αλιέντε, επέστρεψαν στους ιδιοκτήτες τους. Πολλές τράπεζες ιδιωτικοποιήθηκαν ως αποτέλεσμα του ανοίγματος του τομέα στις ξένες επενδύσεις. Η φάση αυτή έληξε μετά την κρίση χρέους του 1982, όταν επανεθνικοποιήθηκαν ορισμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Η διαδικασία ιδιωτικοποίησης ξεκίνησε ξανά το 1984, το ποσοστό των εταιρειών που ανήκαν στο κράτος το 1973 και το οποίο ιδιωτικοποιήθηκε το 1996 ανήλθε στο 96%. Η εταιρεία χαλκού Codelco αποτέλεσε εξαίρεση.

• Οι αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης ανέλαβαν τη διοίκηση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μετά από μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Η παροχή υπηρεσιών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης άνοιξε στον ιδιωτικό τομέα. Οι μεταρρυθμίσεις άρχισαν να επιφέρουν θετικό ρυθμό ανάπτυξης το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70. Η περίοδος οικονομικής ανάπτυξης διακόπηκε από την κρίση του χρέους της περιόδου 1982-83.

• Όταν συγκρίνουμε τις δύο χώρες στην περίοδο μεταξύ 1971 και 1983, παρατηρείται η μεγαλύτερη μεταβολή όσον αφορά τις ιδιωτικοποιήσεις, τη δημοσιονομική μεταρρύθμιση και τη μεταρρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

• Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο ιδιωτικός τομέας συνέβαλε στην αύξηση του ΑΕΠ της Βενεζουέλας περισσότερο από ο, τι στο ΑΕΠ της Χιλής. Αλλά τα επόμενα χρόνια, το κράτος επέκτεινε τον έλεγχό του στον επιχειρηματικό τομέα (η εθνικοποίηση των δύο σημαντικότερων τομέων της οικονομίας, δηλαδή η χαλυβουργία το 1975 και τα πετροχημικά ένα χρόνο αργότερα, ήταν ιδιαίτερα σημαντική). Αν και η Χιλή είχε διατηρήσει το καθεστώς της Codelco (μιας εταιρείας που ασχολείται με την εξόρυξη χαλκού) ως κρατική εταιρεία, οι περισσότεροι άλλοι τομείς της οικονομίας ιδιωτικοποιήθηκαν. Στους ξένους επενδυτές δόθηκε πρόσβαση στον μεταλλευτικό τομέα και την επεξεργασία χαλκού. Το 1974-79, κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης του χιλιανού προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων, ο αριθμός των κρατικών επιχειρήσεων μειώθηκε από 596 σε 48 και το μερίδιο του ΑΕΠ που δημιούργησε ο δημόσιος τομέας μειώθηκε κατά 15 ποσοστιαίες μονάδες.

Εν τω μεταξύ, η οικονομική κατάσταση στην Βενεζουέλα άρχισε να επιδεινώνεται ακόμη και πριν η χώρα αναταραχτεί από τις επιπτώσεις των τιμών του πετρελαίου το 1983. Το ΑΕΠ άρχισε να μειώνεται το 1977 ως αποτέλεσμα της επέκτασης του δημόσιου τομέα και του πεδίου εφαρμογής κανονισμών και περιορισμών που επιβλήθηκαν στις ιδιωτικές εταιρείες. Η επεκτατική δημοσιονομική και νομισματική πολιτική αύξησε την ευπάθεια της οικονομίας σε εξωτερικούς κραδασμούς.

• Από το 1971, τα μεγαλύτερα ορυχεία χαλκού της Χιλής, που αντιπροσωπεύουν το 85% της παραγωγής πρώτων υλών, βρισκόταν στα χέρια της κρατικής εταιρείας Codelco. Η βιομηχανία χαλκού εκτέθηκε σε ελάχιστο εγχώριο ή ξένο ανταγωνισμό. Σύμφωνα με τους ερευνητές της Παγκόσμιας Τράπεζας, στη δεκαετία του 1980 η κυβέρνηση του στρατηγού Πινοσέτ προσπάθησε να εισαγάγει ορισμένες μεταρρυθμίσεις με σκοπό την αύξηση της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα στην αγορά. Μετά το 1990, ο τομέας επωφελήθηκε από μεγάλες ξένες επενδύσεις. Παρά τη μείωση του όγκου παραγωγής της Codelco, η συνολική παραγωγή και η παραγωγικότητα στον τομέα αυξήθηκαν. Στη δεκαετία του 1990, ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης αυξήθηκε σε 14%, έναντι του 3,5% πριν από το άνοιγμα του τομέα στον ανταγωνισμό.

• Από το 1979, η οικονομία της Χιλής χαρακτηρίστηκε από το χαμηλότερο επίπεδο δασμολογικών περιορισμών σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική (10%) και την έλλειψη μη δασμολογικών εμποδίων (εκτός από την περίοδο αμέσως μετά την κρίση χρέους το 1982). Ο Ισχύων δασμολογικός συντελεστής, μειώθηκε συστηματικά κατόπιν συμφωνιών που υπογράφηκαν από τη Χιλή προβλέποντας την ελεύθερη ανταλλαγή αγαθών.

• Η Βενεζουέλα αύξησε τους εμπορικούς περιορισμούς για να αναγκάσει τους καταναλωτές να αγοράζουν αγαθά που παράγονταν από τις κρατικοποιημένες βιομηχανίες. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980, οι δασμοί ήταν 60% για τα καταναλωτικά αγαθά, 30% για τα ενδιάμεσα προϊόντα και 27% για τα κεφαλαιουχικά αγαθά. Το 1989 το μέγιστο ποσοστό των δασμών μειώθηκε από το 135% σε 80% για τα καταναλωτικά αγαθά και στο 50% για τις πρώτες ύλες. Δύο χρόνια αργότερα, έγιναν περαιτέρω μειώσεις των τελωνειακών δασμών (έως 40%) και ορισμένοι ποσοτικοί εμπορικοί περιορισμοί εξαλείφθηκαν. Ωστόσο, μετά το αποτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα του Ούγκο Τσάβεζ το 1992, η κυβέρνηση αποσύρθηκε από πολλές από τις εναρκτήριες μεταρρυθμίσεις. Μετά την ανάληψη της εξουσίας από την νέα κυβέρνηση το 1994, οι μεταρρυθμίσεις της ελεύθερης αγοράς εξαλείφθηκαν πλήρως.

Κρατισμός σε Χιλή και Βενεζουέλα

Την περίοδο 1971-2003, τόσο η Χιλή όσο και η Βενεζουέλα γνώρισαν περιόδους αυξανόμενου κρατισμού στην οικονομική τους πολιτική. Στη Χιλή όμως αποτέλεσε ένα σύντομο επεισόδιο (το σοσιαλιστικό πείραμα του Σαλβαντόρ Αλιέντε το 1971-73), ενώ στη Βενεζουέλα αυτή η κατεύθυνση πολιτικής διατηρήθηκε σχεδόν καθ’ όλη την περίοδο που καλύπτεται από την ανάλυση (με το αποκορύφωμά της να είναι η λαϊκιστική διοίκηση του Ούγκο Τσάβεζ το 1998). Κατά τη διάρκεια αυτών των περιόδων, οι κρατικές επιχειρήσεις αυξήθηκαν και στις δύο χώρες. Οι μηχανισμοί της αγοράς διαταράχθηκαν επιπλέον από τους διοικητικούς ελέγχους των τιμών και τους περιορισμούς που επιβλήθηκαν στην ελευθερία εισόδου στην αγορά και την περιορισμένη επιχειρηματική δραστηριότητα σε πολλούς τομείς της οικονομίας, ιδίως στον τομέα των πρώτων υλών: χαλκός στη Χιλή και πετρέλαιο στην Βενεζουέλα. Επιπλέον, επιβλήθηκαν αυστηροί περιορισμοί στο εξωτερικό εμπόριο και στις ροές κεφαλαίων.

Στη Χιλή, το σοσιαλιστικό πείραμα διακόπηκε μετά από τρία χρόνια – αφού οδήγησε την οικονομία σε κατάσταση βαθιάς ανισορροπίας με γιγαντιαίο έλλειμμα και μη ελεγχόμενο πληθωρισμό. Εγκρίθηκε ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα οικονομικής σταθεροποίησης και μεταρρυθμίσεων που διεύρυναν το πεδίο της οικονομικής ελευθερίας. Αυτή η δραματική αλλαγή στον οικονομικό προσανατολισμό είχε θετικά αποτελέσματα. Από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80 μέχρι το τέλος της εξεταζόμενης περιόδου (2003), η Χιλή ήταν η χώρα με τη μεγαλύτερη ανάπτυξη στη Νότια Αμερική.

Στη δεκαετία του 1970, ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης επιταχύνθηκε, αλλά διακόπηκε από χρηματοπιστωτική κρίση η οποία έπληξε τη χώρα στις αρχές της δεκαετίας του 1980, μετά από μια σειρά σφαλμάτων στην χρηματοπιστωτική πολιτική. Αλλά αυτό δεν οδήγησε στην αντιστροφή των μεταρρυθμίσεων της ελεύθερης αγοράς.

Οι πηγές της κρίσης καταπολεμήθηκαν γρήγορα: εγκαταλείφθηκε η τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών και εισήχθη ένα σύγχρονο σύστημα τραπεζικής εποπτείας. Η αύξηση των τιμών του χαλκού διευκόλυνε επίσης την επιστροφή της χώρας σε μια πορεία ταχείας ανάπτυξης. Χρησιμοποιήθηκε για την εξόφληση του δημόσιου χρέους (συμπεριλαμβανομένων των οφειλόμενων στην κεντρική τράπεζα ποσών και των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διαδικασία της σύντομης κρατικοποίησης του τραπεζικού τομέα). Η ιδιωτικοποίηση επαναλήφθηκε και το κράτος αποσύρθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου από τον τραπεζικό τομέα. Ο τομέας του χαλκού ανοίχθηκε στον ανταγωνισμό, συμπεριλαμβανομένης της εισροής ξένου κεφαλαίου, η οποία οδήγησε σε σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας του τομέα. Η εισροή άμεσων ξένων επενδύσεων εξηγεί την επιτάχυνση της συσσώρευσης κεφαλαίου στην οικονομία το 1984-2003 σε σύγκριση με το 1971-83. Επίσης, συνέβαλε στη σημαντική βελτίωση της αύξησης της αποδοτικότητας των παραγωγικών συντελεστών.

Στη Βενεζουέλα, όχι μόνο τα προωθητικά θεσμικά όργανα αλλά και εκείνα που υποτίθεται ότι θα σταθεροποιούσαν την οικονομία παρέμειναν αδύναμα – γεγονός που μείωσε την αποτελεσματικότητα οποιωνδήποτε κινήτρων υπέρ της ανάπτυξης, προσθέτοντας παράλληλα την ευπάθεια της οικονομίας σε κραδασμούς. Το αυξανόμενο πεδίο της κρατικής οικονομικής παρέμβασης συνοδεύτηκε από την αποδυνάμωση της πειθαρχημένης μακροοικονομικής πολιτικής, η οποία δεν προστατεύτηκε από θεσμικούς περιορισμούς. Μέχρι τη δεκαετία του 1970 τα δημόσια οικονομικά παρέμειναν ισορροπημένα. Παρά την έλλειψη μιας επίσημα ανεξάρτητης κεντρικής τράπεζας, το Bolivar παρέμεινε ένα από τα πιο σταθερά νομίσματα παγκοσμίως. Όμως, τα απροσδόκητα έσοδα από τις εξαγωγές πετρελαίου οδήγησαν σε έκρηξη των δημόσιων δαπανών στη δεκαετία του ’70 και αύξησαν την αντιπαραγωγικότητα. Τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα καταγράφονται ακόμη και πριν από την πτώση των τιμών του πετρελαίου.

Αυτές οι δραστηριότητες αύξησαν την ευπάθεια της οικονομίας της Βενεζουέλας στις διακυμάνσεις στις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου. Όταν οι τιμές του πετρελαίου μειώθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’80, τα δημόσια οικονομικά κατέρρευσαν, γεγονός που με τη σειρά του είχε ως αποτέλεσμα την αποχώρηση κεφαλαίου από την Βενεζουέλα (ένα σενάριο που επρόκειτο να επαναληφθεί πολλές φορές). Η κυβέρνηση, ανίκανη να βρει πηγή χρηματοδότησης του τεράστιου ελλείμματος, έπρεπε να τυπώσει χρήμα. Αυτή η πρακτική, σε συνδυασμό με την επανειλημμένη υποτίμηση, οδήγησε σε ένα μακροχρόνιο υψηλό ποσοστό πληθωρισμού.

Οι κρίσεις και οι ασυνεπείς προσπάθειες σταθεροποίησης της οικονομίας προκάλεσαν κοινωνικές συγκρούσεις. Αυτά τροφοδοτήθηκαν από το αυξανόμενο χάσμα εισοδήματος, το οποίο ήταν επίσης το αποτέλεσμα της μακροοικονομικής αστάθειας που αύξησε το κόστος του κεφαλαίου και, στην πραγματικότητα, το μερίδιο του κεφαλαίου στο συνολικό εισόδημα. Το επιδεινούμενο βιοτικό επίπεδο, ιδίως μεταξύ των φτωχότερων στρωμάτων της κοινωνίας, προκάλεσε τη νίκη ενός λαϊκιστικού κόμματος. Η εκλογή του Ούγκο Τσάβεζ το 1998 οδήγησε σε περαιτέρω αύξηση της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία της Βενεζουέλας. Τα καταστροφικά αποτελέσματα του σοσιαλισμού των Τσάβεζ-Μαδούρο είναι πλέον εμφανή στην σημερινή τραγική κατάσταση της χώρας.

Η πραγματική αιτία πίσω από την ανάπτυξη της Χιλής

Η οικονομική ανάλυση ως προς την εξήγηση της οικονομικής προόδου ενός έθνους αποτελεί μόνο μέρος της συνολικής ερμηνείας της όλης κατάστασης. Ως Αυστριακοί, εξοπλισμένοι με την οικονομική πραξεολογική θεωρία, μπορούμε να εντοπίσουμε τις αιτίες της οικονομικής προόδου και των διάφορων σκαμπανευασμάτων κατά τη διάρκεια της φιλελευθεροποίησης στην οικονομία της Χιλής τα οποία ήταν προϊόν του συστήματος κλασματικών αποθεματικών. Αυτό το τελευταίο είναι πολύ σημαντικό, καθώς επισημαίνει τον κίνδυνο που ενέχεται σε αυτό το σύστημα όσο ισχυρή και να είναι η οικονομία μίας χώρας. Το σύστημα κλασματικών αποθεματικών, με τη συνεχή δημιουργία επιχειρηματικών κύκλων, είναι ικανό να καταστρέψει ακόμα και τις ισχυρότερες οικονομίες.

Στον βαθμό που το κράτος παρεμβαίνει στην οικονομία, η οικονομική πρόοδος είναι αναλόγως συνυφασμένη με την οικονομική πολιτική του εν λόγω κράτους. Φυσικά, η οικονομική πολιτική ενός κράτους είναι άμεση συνέπεια των προσώπων που το διαχειρίζονται ανά πάσα στιγμή. Εάν αυτά τα πρόσωπα είναι υπέρ της οικονομικής ελευθερίας τότε, κατά πάσα πιθανότητα, θα έχετε μία πιο οικονομικά φιλελεύθερη πολιτική. Αν είναι σοσιαλιστές, το αντίθετο. Δεδομένης αυτής της διαπίστωσης, η οποία στην ουσία είναι αυταπόδεικτη, η πραγματική αιτία της οικονομικής ανάπτυξης της Χιλής είναι η εξής: Αουγκούστο Πινοσέτ.

Η ιστορική εμπειρική πραγματικότητα έχει δείξει ότι, όταν μία χώρα βρίσκεται στο χείλος της οικονομικής καταστροφής, οι δυναμικές μίας τέτοιας κατάστασης δίνουν πάτημα σε απολυταρχικές πολιτικές τάσεις στο εσωτερικό της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο υπερπληθωρισμός της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, ο οποίος αποτέλεσε πρόσφορο έδαφος για την δημοκρατική ανάδειξη του Χίτλερ ως ύπατου καγκελάριου της Γερμανίας και λίγα χρόνια αργότερα ως δικτάτορα της. Κάτι τέτοιο είναι αληθές και για τη Χιλή. Η έντονη κρατικοποίηση του ιδιωτικού τομέα από την σοσιαλιστική κυβέρνηση Αλιέντε, οδήγησε σε ένα οικονομικό και διαχειριστικό χάος. Η κυβέρνηση προσπάθησε να αντιμετωπίσει τη συνεχή παρακμή της οικονομίας χρησιμοποιώντας κεϋνσιανές μεθόδους, δηλαδή χρηματοπιστωτική επέκταση: πληθωρισμό. Η συρρικνωμένη όμως οικονομία δεν ήταν σε θέση να απορροφήσει αυτήν την χρηματοπιστωτική επέκταση, οδηγώντας τη χώρα σε υπερπληθωρισμό και εσωτερική αναταραχή.

Η κυβέρνηση Αλιέντε σε καμία περίπτωση δεν επιθυμούσε να σταματήσει αυτήν την πρακτική. Φυσικά, ως γνήσιοι σοσιαλιστές, οι οπαδοί του Αλιέντε έριξαν το φταίξιμο σε εξωτερικές δυνάμεις που θεωρητικά πάντα, σαμπόταραν την παραγωγή χαλκού της χώρας, την κύρια βιομηχανία της. Ένα στρατιωτικό πραξικόπημα, βοηθούμενο από τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ (την CIA) οργανώθηκε και έτσι λοιπόν, στις 11/9 του 1973, ο Αουγκούστο Πινοσέτ, Στρατηγός των ενόπλων δυνάμεων της Χιλής από τις αρχές του έτους (εν γνώση του Αλιέντε περί των δεξιών απόψεων του) κατέλαβε με πραξικόπημα την εξουσία.

Η ιστορία από εκεί και πέρα είναι γνωστή. Πραγματοποιήθηκαν διώξεις εναντίον των σοσιαλιστών του Αλιέντε, έγιναν εκκαθαρίσεις και ο ίδιος ο Αλιέντε, κατά γενική ομολογία δολοφονήθηκε στο σπίτι του. Με τον ερχομό των Chicago Boys το 1975, πραγματοποιήθηκε μία από τις μεγαλύτερες φιλελευθεροποιήσεις οικονομίας όλων των εποχών που αποτυπώνεται στην παρούσα εργασία που μόλις διαβάσατε. Κάτι τέτοιο ήταν εφικτό όμως για έναν και μόνο λόγο: ο σοσιαλιστικός αντίλογος είχε εξαλειφθεί πολιτικά. Η κυβέρνηση, υπό την καθοδήγηση κορυφαίων οικονομολόγων δεν είχε αντιπολίτευση στις φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις τις. Οι σοσιαλιστές είχαν ηττηθεί.

Τι μας διδάσκει το παράδειγμα της Χιλής

Ποιο είναι όμως το ηθικό δίδαγμα της περίπτωσης της Χιλής; Είναι η βία εναντίον των σοσιαλιστών απαραίτητη για την φιλελευθεροποίηση μίας οικονομίας; Η απάντηση που θα δίναμε είναι πώς όχι. Αλλά με προϋποθέσεις. Ο σοσιαλισμός είναι από τη φύση του μία βίαιη ιδεολογία, αλλά, όπως κάθε ιδεολογία στη δημοκρατία, μπορεί να επιβληθεί δια της ψήφου έως έναν βαθμό. Μία ιδεολογία όπως ο σοσιαλισμός, λόγω της αντίθεσής της προς την ιδιωτική ιδιοκτησία, δεν έχει άλλη επιλογή από να σφίγγει συνεχώς τον ζυγό ενάντια στις ατομικές ελευθερίες και την ιδιοκτησία. Κάτι τέτοιο όμως δημιουργεί πνεύμα αντίθεσης. Η βία θα αντιμετωπιστεί με βία και αυτή η αντιμετώπιση βρέθηκε στο πρόσωπο του Πινοσέτ. Δεν είναι ήρωας, δεν είναι ίνδαλμα.

Είναι η απαραίτητη, σχεδόν ντετερμινιστική αντιδραστική κίνηση απέναντι στον σοσιαλισμό. Εάν ο Αλιέντε είχε ακολουθήσει τον αντίστροφο δρόμο, τον δρόμο της αγοράς, κάτι τέτοιο δε θα είχε συμβεί εξ αρχής. Υπό αυτήν την έννοια, ηθικός αυτουργός των γεγονότων της δικτατορίας του Πινοσέτ ήταν ο Αλιέντε και οι σοσιαλιστικές πολιτικές του. Πάντα ο σοσιαλισμός οδηγεί στον απολυταρχισμό, είτε μέσω της ίδιας της δικής του ύπαρξης, είτε μέσω της αντικατάστασης του από ένα άλλο είδους απολυταρχισμού.

Όπως είχε δηλώσει ο Milton Friedman, του οποίου μαθητές ήταν οι Chicago Boys, το οικονομικό θαύμα της Χιλής, δεν συνίστατο στο ότι εν τέλει οι μεταρρυθμίσεις πέτυχαν (η Χιλή είναι αντικειμενικά πιο ελεύθερη και πλούσια πλέον). Κάτι τέτοιο είναι προβλεπόμενο έτσι και αλλιώς, δεδομένης της οικονομικής θεωρίας. Το πραγματικό θαύμα ήταν ότι ένας δικτάτορας, όπως ο Πινοσέτ, αντιστάθηκε στον πειρασμό να ακολουθήσει τα απολυταρχικά μονοπάτια του σοσιαλιστή προκατόχου του. Αντιθέτως, από το να δημιουργήσει μία οικονομία διοικούμενη άνωθεν μέσω κρατικών γραφειοκρατικών μηχανισμών, που ήταν και η τυπική επιλογή των περισσότερων δικτατοριών διαχρονικά, επέλεξε το αντίθετο. Μία οικονομία κατευθυνόμενη κάτωθεν, από τις εθελοντικές συναλλαγές των ατόμων απαλλαγμένες από κρατικό εξαναγκασμό. Η Χιλή πλούτισε (και μπορεί και χρηματοδοτεί ορισμένες σοσιαλιστικές της πολιτικές συνεπώς), διότι ο δικτάτορας της, παρ’ όλες τις εγκληματικές του ενέργειες, δεν έγινε Αλιέντε στη θέση του Αλιέντε. Πολέμησε τον σοσιαλισμό, τα συνδικάτα και τον κομμουνισμό. Έτσι η Χιλή κατάφερε να ξεφύγει από την οικονομική παρακμή στην οποία την βύθισε ο Αλιέντε.

Αυτό που θα πρέπει να διδάξει η περίπτωση της Χιλής στους Έλληνες ειδικά, είναι ότι μόνο μέσω της νίκης έναντι των σοσιαλιστικών ιδεών μπορεί να επέλθει οικονομική ευημερία και ανάπτυξη. Φυσικά, η βία δεν είναι απαραίτητη. Μία νίκη σε ιδεολογικό επίπεδο, με κοινωνική απομόνωση και ηθική απόρριψη του σοσιαλισμού και του κρατισμού θα μπορέσει η Ελληνική οικονομία να ορθοποδήσει. Δεν είναι αργά για να αλλάξει ο πολιτικός ρους της χώρας. Δε χρειάζεται απαραίτητα ένας Πινοσέτ για να αλλάξουν τα οικονομικά μας δρώμενα. Χρειάζεται μία γενναία μετάβαση από τον πολιτισμικό μας αντικαπιταλισμό προς τον φιλελευθερισμό και λιμπερταριανισμό: σε ηθικό και οικονομικό επίπεδο.

***

  • Άρθρο βασισμένο στην έρευνα της Παγκόσμιας Τράπεζας «Puzzles of Economic Growth» (Balcerowicz, Leszek, και Andrzej Rzon´ca, eds. 2015. Puzzles of Economic Growth. Directions in Development. Washington, DC: World Bank. doi:10.1596/978-1-4648-0325-3. License: Creative Commons Attribution CC BY 3.0 IGO)
  • Η μετάφραση αυτή δεν δημιουργήθηκε από την Παγκόσμια Τράπεζα και δεν πρέπει να θεωρηθεί ως επίσημη μετάφραση της Παγκόσμιας Τράπεζας. Η Παγκόσμια Τράπεζα δεν ευθύνεται για οποιοδήποτε περιεχόμενο ή λάθος στη μετάφραση αυτή. Όποιοι και όποιες επιθυμούν να ελέγξουν την μετάφραση, μπορούν να το κάνουν ανατρέχοντας στο κεφάλαιο 7 της έρευνας με τίτλο: Why Has República Bolivariana de Venezuela’s Economy Stagnated and Chile’s Flourished?

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: