Βασικά οικονομικά: Οι πλάνες του ΑΕΠ και της κολεκτιβιστικής ποσοτικοποίησης

0
555

Η μέτρηση της οικονομίας, όπως επιχειρεί να κάνει το ΑΕΠ, οφείλει τη δημοτικότητά της στην εποχή του ψυχρού πολέμου και η προέλευση της έγκειται στη διαχείριση μιας πολεμικής οικονομίας.

Του Antony Mueller

Απόδοση: Ευθύμης Μαραμής

Εισαγωγή

Η οικονομική ανάπτυξη αποτελεί το εξέχον πρότυπο για τη μέτρηση των επιδόσεων μιας οικονομίας. Όταν τα πολιτικά κόμματα βρίσκονται σε αντιπαράθεση για το ποια κυβέρνηση έχει «επιτύχει» υψηλότερο ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης, αναφέρονται σε αριθμούς λες και είναι αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Ωστόσο, αγνοούν το γεγονός ότι η οικονομική ανάπτυξη είναι ένα περίπλοκο concept με αμφιλεγόμενη στατιστική θεμελίωση.

Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν

Αυτό που δημοσιεύεται ως ΑΕΠ δεν αντιπροσωπεύει την εθνική παραγωγή αλλά τις συνολικές δαπάνες. Η παραγωγή αποτελείται από μυριάδες αγαθά και υπηρεσίες. Η πρόσθεση των τιμών τους μας δείχνει τις εθνικές δαπάνες και, επειδή πιστεύεται πως, η δαπάνη ενός οικονομικού παράγοντα σημαίνει το εισόδημα κάποιου άλλου, ο αριθμός αυτός ισούται με το εθνικό εισόδημα.

Οι στατιστικές εθνικού εισοδήματος και τα μακροοικονομικά μοντέλα, έχουν ως λογική τους βάση την ταυτότητα μεταξύ δαπανών και παραγωγής, βάσει της ταυτολογίας πως η πωληθείσα παραγωγή ισούται με τις δαπάνες. Αυτό που υπολογίζουν οι αναλυτές είναι το εισόδημα και, ως ταυτολογικό αντίστοιχο, τις δαπάνες.

Το πραγματικό ακαθάριστο εγχώριο προϊόν, έχει νόημα μόνο από μια την περίοδο στην άλλη. Για να υπολογιστεί ο ρυθμός της πραγματικής οικονομικής ανάπτυξης, οι στατιστικοί αναλυτές αποπληθωρίζουν το ονομαστικό εθνικό εισόδημα βασισμένοι σε έναν δείκτη τιμών. Ο αριθμός που προκύπτει από αυτή τη διαδικασία υπόκειται σε δύο στρεβλώσεις. Πρώτον, ο δείκτης δεν μετρά την παραγωγή αλλά τις δαπάνες και, δεύτερον, εξαρτάται από τις τεχνικές υπολογισμού του δείκτη τιμών.

Ο υπολογισμός της ανάπτυξης του πραγματικού ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, απαιτεί να αποπληθωριστούν οι ονομαστικές αξίες των δαπανών. Για να γίνει αυτό, οι στατιστικές υπηρεσίες καθορίζουν ένα καλάθι συγκεκριμένων αγαθών και συγκρίνουν τις τιμές των αγαθών που περιέχονται σε αυτό το καλάθι με τις τιμές τους σε μια χρονική περίοδο αναφοράς. Αλλά δεν υπάρχει αντικειμενικό καλάθι που να αντιπροσωπεύει το συνολικό εγχώριο προϊόν, μόνο μια στατιστική κατασκευή βασισμένη σε μια σειρά αμφισβητήσιμων υποθέσεων.

Μια οικονομική ανάπτυξη μπορεί να καθοριστεί αριθμητικά για μια οικονομία σε πρωτόγονη κατάσταση στην οποία παράγονται μερικά εύκολα, αναγνωρίσιμα και προστιθέμενα αντικείμενα. Αυτό συμβαίνει σε μια γεωργική οικονομία. Για μια οικονομία που παράγει μόνο ένα βασικό προϊόν, η απόδοση μπορεί να μετρηθεί σε βάρος ή όγκο. Στη δεκαετία του 1950 και του 1960, τα οικονομικά προγνωστικά χρησιμοποιούσαν τους τόνους χάλυβα ως αντιπροσωπευτικούς για τις οικονομικές επιδόσεις μιας χώρας. Σήμερα, η ακαθάριστη εγχώρια παραγωγή λαμβάνει όλη την προσοχή, ωστόσο η βάση για τον υπολογισμό της είναι πιο προβληματική από ο,τι ίσχυε στο παρελθόν.

Οι εγγενείς ανεπάρκειες μιας, παρωχημένης εξάλλου, μεθόδου μέτρησης

Όσο πιο ποικιλόμορφη και καινοτόμος είναι η οικονομία, τόσο πιο δύσκολο είναι να υπολογίσουμε έναν ακριβή δείκτη τιμών. Στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει κοινό πρότυπο με το οποίο να συγκρίνεται η παραγωγή μιας περιόδου με εκείνη μιας άλλης. Όταν η σύνθεση της παραγωγής μεταβάλλεται, όχι μόνο στην ποσότητα των εμπορευμάτων αλλά και στην ποιότητά τους και όταν εμφανίζονται νέα αγαθά και τα παλαιότερα εξαλείφονται, δεν υπάρχει πλέον ένα τέτοιο κοινό πρότυπο.

Το καλάθι αγορών δεν παραμένει σταθερό ούτε για ένα άτομο, ούτε για μια οικογένεια ούτε για ένα έθνος. Αλλάζει από μέρα σε μέρα και από μήνα σε μήνα, για να μην μιλήσουμε για χρόνια και δεκαετίες. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος ώστε μια στατιστική υπηρεσία να εντοπίζει εκτενώς όλες αυτές τις αλλαγές. Επειδή κάθε άτομο έχει το δικό του καλάθι καταναλωτικών αγαθών και η σύνθεση της παραγωγής είναι διαφορετική από περιοχή σε περιοχή, δεν υπάρχει τέτοιος δείκτης τιμών που να ισχύει σε ολόκληρη τη χώρα.

Η οικονομία δεν είναι σαν μια μελιτζάνα που μεγαλώνει μέχρι την ωριμότητά της, το μέγεθος της οποίας μπορεί να μετρηθεί σε κάθε στάδιο και το βάρος της κατά τη συγκομιδή μπορεί να συγκριθεί από τη μία εποχή στην άλλη. Επίσης, η οικονομία δεν είναι μια πίτα που ψήνουμε όλοι από κοινού και στη συνέχεια καταναλώνουμε μαζί. Αυτή η αντίληψη της οικονομικής δραστηριότητας που μοιάζει σαν μελιτζάνα ή πίτα, έχει αποτελέσει τη βάση για τις επικρατούσες λαϊκές πλάνες όσον αφορά την παραγωγή, τη διανομή και τη χάραξη οικονομικής πολιτικής.

Κοινωνικό κράτος και πολεμικό κράτος

Η λογιστική της οικονομικής ανάπτυξης είχε την περίοδο της ακμής της με την εξάπλωση του κοινωνικού ευαγγελίου που λέει ότι εναπόκειται στο κράτος να αναδιανείμει τα εισοδήματα και να εγγυηθεί τη γενική ευημερία με τη διαχείριση της οικονομίας. Στο πλαίσιο αυτό, η οικονομική ανάπτυξη θεωρήθηκε ως αύξηση της παραγωγής συγκεκριμένων αγαθών. Η εθνική παραγωγή χρησίμευσε ως σημείο αναφοράς για το βιοτικό επίπεδο. Για αυτούς ακριβώς τους στόχους καθιερώθηκε το σύγχρονο σύστημα λογιστικής εθνικού εισοδήματος.

Η μέτρηση της οικονομίας, όπως επιχειρεί να κάνει το ΑΕΠ, οφείλει τη δημοτικότητά της στην εποχή του ψυχρού πολέμου και η προέλευση της έγκειται στη διαχείριση μιας πολεμικής οικονομίας. Με τους βιομηχανοποιημένους πολεμικούς μηχανισμούς και το κοινωνικό κράτος, οι οικονομολόγοι βρήκαν έναν νέο, διευρυνόμενο τομέα ευκαιριών απασχόλησης σε κρατικές υπηρεσίες και γραφεία. Κατά συνέπεια, η κυρίαρχη φιλοσοφία του κλάδου των οικονομικών, μεταβλήθηκε από την τάση υπέρ του laissez-faire, στην λατρεία του κρατικού παρεμβατισμού. Ήταν μέσα σε αυτό το πλαίσιο, που η στατιστική και κολεκτιβιστική προσέγγιση των οικονομικών ζητημάτων απέκτησε δυναμική.

Οι διαχειριστές μιας πολεμικής οικονομίας θέλουν να μετρήσουν την παραγωγή και την ανάπτυξή της, επειδή μια τέτοια οικονομία είναι στην υπηρεσία των πολεμικών στόχων. Μέσω της μέτρησης, η διεύθυνση του κεντρικού σχεδιασμού μπορεί να γνωρίζει εάν παράγονται τα αγαθά και οι υπηρεσίες που χρειάζεται το έθνος και σε ποιες αναλογίες πρέπει να κατανεμηθούν οι παραγωγικοί συντελεστές. Σε μια πολεμική οικονομία, η παραγωγή είναι στα χέρια του κράτους.

Υπό αυτές τις συνθήκες, οι σχεδιαστές κατατάσσουν τις εναλλακτικές λύσεις παραγωγής σύμφωνα με τις αξιολογήσεις τους για τους πολεμικούς σκοπούς και οι αριθμοί χρησιμεύουν ως δείκτες της οικονομικής απόδοσης. Για μια οικονομία της αγοράς, όμως, αυτή η διαδικασία δεν έχει νόημα, διότι εδώ αυτό που μετράει είναι οι ατομικοί στόχοι, οι οποίοι διαφέρουν από τον κολεκτιβιστικό σκοπό μιας πολεμικής επικράτησης.

Η χρήση του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος ως δείκτη οικονομικών επιδόσεων, συνέβαλε στην ψευδαίσθηση της αποτελεσματικότητας της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής. Οι καταναλωτικές δαπάνες, λέγεται ότι παράγουν πλούτο και οι δημόσιες δαπάνες καλούνται να ενισχύσουν την οικονομική ανάπτυξη. Ωστόσο, αυτή η οικονομική ανάπτυξη είναι απλά προάγγελος δεδομένης συνεπακόλουθης ύφεσης. Οι περίοδοι πολέμου και προετοιμασίας για αυτόν, συνοδεύονται επίσης με υψηλά ποσοστά ανάπτυξης των οικονομικών δεικτών που χρησιμοποιούνται από τους στατιστικούς αναλυτές. Ομοίως, στην αρχαία Αίγυπτο, το ΑΕΠ αναπτυσσόταν μετά το θάνατο ενός Φαραώ όταν ο λαός διατασσόταν να χτίσει μια νέα πυραμίδα.

Τι θα έπρεπε να μετράει

Το πρόβλημα της οικονομικής ανάπτυξης, υπερβαίνει κατά πολύ τις δυνατότητες της ανθρώπινης μέτρησης και των στατιστικών στοιχείων. Η προσέγγιση του οικονομικού προβλήματος με όρους αριθμητικής ανάπτυξης και σταθερότητας, αποτελεί εμπόδιο στην κατανόηση της πραγματικής φύσης της οικονομικής δραστηριότητας ως ανταλλακτικά προσανατολισμένης ανθρώπινης δράσης, με κατεύθυνση προς τη βελτίωση των μεμονωμένων ατομικών συνθηκών διαβίωσης. Η οικονομική ανάπτυξη, όπως μετράται από το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν, κατευθύνει τους διαμορφωτές της πολιτικής να φανταστούν ένα συνολικό άθροισμα παραγωγής, αντί να επιτρέψουν στην αγορά να προσαρμοστεί στις διαφορετικές ανάγκες και επιθυμίες των μεμονωμένων ατόμων.

Οι έννοιες της συνολικής παραγωγής και συνεπώς της οικονομικής ανάπτυξης, είναι στατιστικές κατασκευές που έχουν περιορισμένη πληροφοριακή αξία για μια οικονομία που παράγει μια ευρεία ποικιλία αγαθών και υπηρεσιών και στην οποία η καινοτομία σε αγαθά και υπηρεσίες, συντελείται με ταχείς ρυθμούς με πολλά στοιχεία να καθίστανται παρωχημένα από την μια περίοδο στην επόμενη.

Ένα μη κολεκτιβιστικό οικονομικό σύστημα, δεν θα επικεντρωνόταν στην οικονομική ανάπτυξη με όρους «κοινού καλού» εκφρασμένου μέσω μιας συλλογικής οικονομικής πολιτικής. Η ατομικιστική οικονομική θεωρία θα επικεντρωνόταν στις επικρατούσες ανταλλακτικές συνθήκες στην αγορά, ως οδηγού για τον βέλτιστο τρόπο ανάπτυξης της οικονομίας. Αντί του καθορισμού της οικονομικής ανάπτυξης και της σταθερότητας, ένα μη παρεμβατικό σύστημα θα ευνοούσε την επέκταση των ατομικών περιθωρίων, ώστε οι άνθρωποι να δρουν σύμφωνα με τις δικές τους προτιμήσεις.

Συνοπτικά

Το παρεμβατικό σύστημα, θέτει το άτομο σε κατάσταση δουλείας στην οποία η παραγωγή, ή μάλλον οι δαπάνες, γίνονται το κριτήριο. Η οικονομική ανάπτυξη, εκφρασμένη με αμφιλεγόμενους κολεκτιβιστικούς στατιστικούς όρους, θέτει ένα κριτήριο απόδοσης που είναι επιζήμιο για τις ξεχωριστές ατομικές επιδιώξεις. Χωρίς να διαφέρει από τους δουλοκτήτες του παρελθόντος, το σύγχρονο παρεμβατικό κράτος χρησιμοποιεί τους μοχλούς του για να ωθήσει την οικονομία προς ένα ασαφές σχήμα που ονομάζει αυθαίρετα «οικονομική ανάπτυξη».

***

 

Ο Antony P. Mueller είναι Γερμανός καθηγητής οικονομικών που διδάσκει επί του παρόντος στη Βραζιλία. Δείτε την ιστοσελίδα του www.capitalstudies.org

Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο American Institute for Economic Research

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: