Τα συνδικάτα αποτελούν εγκληματικές οργανώσεις

0
1641
Συνδικάτα

Η κλασική δικαιολογία που χρησιμοποιούν οι απολογητές αυτής της συνδικαλιστικής δράσης, αφορά το ότι τα συνδικάτα έχουν ως σκοπό την αύξηση των εισοδημάτων των εργατών και γενικά την ευημερία των εργαζομένων. Είναι έτσι όμως;

του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Σε αυτό το άρθρο θα δείξουμε ότι τα εργατικά συνδικάτα, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, δεν είναι συμβατά με τη φιλελεύθερη δεοντολογία και την Αρχή μη Επίθεσης. Με άλλα λόγια, θα δείξουμε ότι τα συνδικάτα παραβιάζουν τις φιλελεύθερες αρχές καθώς ασκούν βία σε μη επιτιθέμενους εναντίον τους.

Το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι

Η ένταξη σε μία εργατική ένωση (και κάθε ένωση) αποτελεί και αρνητικό δικαίωμα του ατόμου εκ της αυτοκτησίας του. Έτσι λοιπόν, ένα συνδικαλιστικό όργανο, εφόσον η συμμετοχή σε αυτό είναι εθελοντική, δεν παραβιάζει per se την Αρχή μη Επίθεσης. Γνωρίζουμε ότι πολλές φορές, βέβαια, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις συμμετέχουν σε βίαιες επιθέσεις εναντίον απεργοσπαστών αλλά και εργοδοτών, αλλά αυτό δεν είναι βασικός τους ρόλος. Όπως για παράδειγμα ένας νταβατζής μπορεί να είναι βίαιος αλλά και φιλήσυχος, δεν αποτελεί χαρακτηριστικό μίας συνδικαλιστικής οργάνωσης η άσκηση βίας. Μπορούμε να φανταστούμε μία οργάνωση και με τους δύο τρόπους.

Ένα συνδικάτο εργαζομένων λοιπόν μπορεί να είναι συνεπές με τη φιλελεύθερη θεωρία, αν και μόνο αν περιοριστεί σε έναν και μόνο ρόλο: την απειλή με μαζικές αποχωρήσεις των μελών του από μία επιχείρηση προς διαπραγμάτευση καλύτερων μισθών. Με άλλα λόγια: «Πληρώστε μας καλύτερα, αλλιώς φεύγουμε». Κάτι τέτοιο δεν ενέχει βία (εντάσσεται και αυτό στο δικαίωμα του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι), καθώς η παραίτηση από μία θέση εργασίας είναι δικαίωμα του εργαζομένου, όπως δικαίωμα του εργοδότη είναι και η απόλυσή του. Αν ο εργοδότης θεωρεί τους εργαζομένους αυτούς πολύτιμους, θα δώσει την αύξηση, αν όχι, εκείνοι θα αποχωρήσουν και θα αντικατασταθούν.

Τα συνδικάτα ως φορείς βίας και εξαναγκασμού

Μπορεί εξ ορισμού τα συνδικάτα να μην προβαίνουν σε βίαιες δράσεις, αλλά αυτό δεν αληθεύει, αν κοιτάξουμε την πραγματικότητα. Πρόσφατα είχαμε τις αντιδράσεις ενάντια στην UberX, κινητοποιήσεις συνδικαλιστικών οργάνων εκπαιδευτικών όπου αποκλείστηκαν δρόμοι και κεντρικές οδοί, κατάληψη επιχειρήσεων κτλ. Αυτές οι δράσεις αποτελούν ξεκάθαρες παραβιάσεις της αρχής μη επίθεσης και ως εκ τούτου θεωρούνται εγκληματικές. Επίσης, μεγάλο πρόβλημα αντιμετωπίζουν και οι απεργοσπάστες, οι οποίοι διεκδικούν τις θέσεις εργασίας των απεργών και εισπράττουν μεγάλο μέρος του μένους και της οργής των πρώτων. Η απεργία αποτελεί και αυτή αρνητικό δικαίωμα του ατόμου, αλλά η παρεμπόδιση άλλων ατόμων από το να διεκδικήσουν την ίδια θέση, αποτελεί επίθεση προς αυτά.

Πέραν της άσκησης απευθείας επιθετικής βίας, τα συνδικάτα μπορούν και ασκούν επιρροή στη νομοθεσία, ώστε, μέσω του κρατικού εξαναγκασμού, να προωθήσουν δικές τους θέσεις και συμφέροντα. Κλασικό παράδειγμα αποτελούν και οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας και ο βασικός μισθός, η αύξηση των οποίων δίνει τη δυνατότητα στα μέλη των συνδικάτων να αποκτήσουν ημι-μονοπώλιο, θωρακίζοντας τους εαυτούς τους από τον ανταγωνισμό φθηνότερων εργατών.

Στην πραγματικότητα, τα συνδικάτα κρύβονται πίσω από την κρατική, θα λέγαμε, μονοπώληση του νόμου και χρησιμοποιούν τον κρατικό εξαναγκασμό ώστε να επιβάλλουν εργασιακές μεταρρυθμίσεις σε εργοδότες αλλά και σε άλλους εργαζομένους.

Η κλασική δικαιολογία που χρησιμοποιούν οι απολογητές αυτής της συνδικαλιστικής δράσης, αφορά το ότι τα συνδικάτα έχουν ως σκοπό την αύξηση των εισοδημάτων των εργατών και γενικά την ευημερία των εργαζομένων. Είναι έτσι όμως; Τότε, πώς είναι δυνατόν ο συνδικαλισμός να βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα (στις Η.Π.Α για παράδειγμα μόνο η Ν. Υόρκη έχει ποσοστό άνω του 20%, οι υπόλοιπες πολιτείες βρίσκονται κάτω από το 20%, μερικές ακόμα και κάτω του 5%, κατά μέσο όρο δεν ξεπερνάει το 11%); Δε θα ήταν λογικό, εφόσον όντως ο συνδικαλισμός βελτιώνει την κατάσταση των εργαζομένων, να είχαμε μαζική ένταξή τους σε εργατικές ενώσεις;

Συνδικαλισμός δημοσίων υπηρεσιών

Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις που δρουν στα πλαίσια του δημόσιου τομέα είναι κατεξοχήν επιθετικής φύσεως, δεδομένου πως οι κρατικές παροχές χρηματοδοτούνται και λειτουργούν δια του εξαναγκασμού. Φυσικά, οι ελαχισταρχικοί φιλελεύθεροι, δέχονται μερικές κρατικές λειτουργίες (άμυνα, αστυνομία, δικαστήρια) και όποια δραστηριότητα του κράτους επεκτείνεται πέραν αυτών των ορίων, θεωρείται ανήθικη και εγκληματική. Έτσι λοιπόν, αν το κράτος έχει μονοπωλήσει την εκπαίδευση, την συγκομιδή απορριμάτων ή άλλων εργασιών οι οποίες δεν προβλέπονται από την ελαχισταρχική δεοντολογία, τότε, αυτομάτως και οι συνδικαλιστικές τους οργανώσεις παραβιάζουν και αυτές την Αρχή μη Επίθεσης.

Η δράση των συνδικάτων του δημοσίου τομέα, θα λέγαμε, είναι διπλά καταναγκαστική για δύο λόγους. Πρώτον, το κράτος βασίζεται στην ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχει εν μέρει για να διατηρήσει την υποστήριξη των πολιτών του, επομένως οι συνδικαλιστές του δημοσίου έχουν μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ καθώς δεν έχουν ιδιωτικό ανταγωνισμό. Δεύτερον, τα συνδικάτα επηρεάζουν απευθείας την χάραξη των κρατικών πολιτικών, μιας και τα περισσότερα υποστηρίζονται από πολιτικούς φορείς.

Ενστάσεις περί της εγκληματικής φύσης των συνδικάτων

Παρακάτω θα απαντήσουμε σε μερικές ενστάσεις που υποστηρίζουν ότι τα συνδικάτα, ακόμα και με την τυπική τους δράση σήμερα, είναι και νομικά δικαιολογήσιμες οντότητες.

Τα συνδικάτα προστατεύονται και προβλέπονται από τον νόμο

Πολλοί εδώ θα ισχυριστούν ότι τα συνδικάτα είναι ηθικά δικαιολογήσιμα. Δεκτό, εφόσον πράττουν μόνο δια της απειλής μαζικών παραιτήσεων. Το ότι όμως προβλέπονται από τον νόμο δεν μπορεί να αποτελέσει επιχείρημα υπέρ της δράσης τους ως έχει τώρα. Πώς θα αποκαλούσε κάποιος μία ομάδα ανθρώπων, η οποία ασκεί επιθετική βία εναντίον ιδιοκτητών και άλλων εργαζομένων (απεργοσπαστών); Εγκληματίες, χούλιγκαν, παραβάτες κοκ. Εντελώς περιέργως όμως, αυτοί οι χαρακτηρισμοί αποφεύγονται να χρησιμοποιηθούν για συνδικαλιστές που κάνουν ακριβώς τις ίδιες πράξεις. Κάποιοι θεωρούν ότι τα συνδικάτα κατοικούν στην γειτονιά των αγγέλων.

Τα μέλη των συνδικάτων δεν έχουν ενημέρωση για τις βίαιες ενέργειες των ενώσεών τους

Και ένας εφοριακός μπορεί να μη γνωρίζει ότι η εφορία ασκεί φύσει καταναγκασμό (δε γίνεται αλλιώς). Μάλιστα, υπήρχαν κάτοικοι στην Ινδία, όπου, όταν άρχισε οι αποχώρηση των Βρετανών αποικιοκρατών από τη χώρα, ξαφνιάστηκαν διότι τότε έμαθαν ότι οι Βρετανοί είχαν εισβάλλει στη χώρα αρκετά χρόνια πριν. Αλίμονο, εδώ υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν ότι ο σοσιαλισμός δεν αποτελεί εξαναγκασμό, ή ότι είναι ένα ηθικά υπερασπίσιμο σύστημα. Το να μην γνωρίζεις τον τρόπο λειτουργίας ενός οργανισμού του οποίου είσαι μέλος, δε δικαιολογεί τη δράση του οργανισμού σε καμία περίπτωση.

Αυτοάμυνα

Πολλοί υποστηρίζουν επίσης ότι τα συνδικάτα προστατεύουν τα μέλη τους από την επιθετικότητα και την αδικία των εργοδοτών τους. Όντως, μερικοί εργοδότες είναι επιθετικοί, βίαιοι και απατεώνες, αλλά δεν αυτά δεν αποτελούν και χαρακτηριστικά του εργοδότη, ως εργοδότη. Μπορούμε να φανταστούμε και να υποδείξουμε περιπτώσεις τόσο έντιμων, όσο και ανέντιμων εργοδοτών 1. Αυτό το επιχείρημα θα μπορούσε να σταθεί μόνο αν το συνδικάτο όντως προσπαθούσε να αμυνθεί ενάντια στην εργοδοτική βία. Αυτό όμως δεν αποτελεί και κανόνα.

«Μα υπέγραψαν συμβόλαιο»

Αυτό είναι ένα ύπουλο επιχείρημα. Λαμβάνει ως δεδομένο ότι κάθε συμβόλαιο είναι έγκυρο εξαρχής. Αυτό δεν ισχύει. Ένα συμβόλαιο που έχει υπογραφεί δια εξαναγκασμού είναι ένα άκυρο συμβόλαιο και δεν πρέπει να γίνεται δεκτό από καμία πλευρά. Υποθέστε ότι σας έστρεφα το όπλο μου στο κεφάλι σας και σας έβαζα να υπογράψετε συμβόλαιο παραχώρησης του σπιτιού σας σε μένα. Θα μπορούσα να ισχυριστώ μετά ότι «συμβόλαιο υπογράψατε, δεν φταίω εγώ!»; Μάλλον όχι. Μία ενδιαφέρουσα επέκταση σε αυτόν τον συλλογισμό είναι η εξής: εφόσον τα συνδικάτα πιέζουν το κράτος να εφαρμόσει νόμους υπέρ τους, και εφόσον το κράτος λειτουργεί εξαναγκαστικά, τα περισσότερα, αν όχι όλα τα εργασιακά συμβόλαια είναι φύσει άκυρα με τις υπάρχουσες συνθήκες, διότι υπογράφονται με την απειλή κρατικής βίας.

Μερικά συνδικάτα είναι χειρότερα από άλλα

Δεκτό, αλλά δεν υπάρχει διαβάθμιση στην «επιτρεψιμότητα» της βίας. Φυσικά, μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι το τάδε συνδικάτο ασκεί επιθετική βία απευθείας και το δείνα μέσω των θεσμών. Αυτό δεν αλλάζει τον πυρήνα της επιχειρηματολογίας μας, διότι και η άμεση βία αλλά και η απειλή βίας παραβιάζουν αμφότερες την Αρχή μη Επίθεσης.

Η δουλειά ανήκει στον εργαζόμενο

Αυτό αποτελεί και ένα λογικό σφάλμα που πηγάζει από την κατ’ ευφημισμόν χρήση φράσεων, όπως «πηγαίνω στη δουλειά μου» ή «η θέση μου στην επιχείρηση είναι…». Τι είναι όμως μία «θέση εργασίας»; Είναι μία σύμβαση ανάμεσα σε δύο μεριές. Κάποιος κατέχει μία θέση εργασίας επειδή βρέθηκε κάποιος να την δημιουργήσει και να την παρέχει. Η θέση εργασίας λοιπόν δεν ανήκει στον εργαζόμενο per se, αλλά στον εργοδότη, ήτοι εκείνος έχει τελεσίδικα τον έλεγχο για το που θα την παραχωρήσει. Μπορεί επίσης να απομακρύνει όποιον επιθυμεί από αυτή εφόσον το επιθυμεί, δεσμευμένος από τις αντίστοιχες ρήτρες που υπάρχουν στο εκάστοτε συμβόλαιο (αποζημιώσεις π.χ.). Ο εργαζόμενος δεν έχει ιδιοκτησιακά δικαιώματα στην εργασία του, επομένως, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι προστατεύει και κάτι που του ανήκει, ειδικά έναντι απεργοσπαστών που έχουν κάθε δικαίωμα και αυτοί να διεκδικήσουν την ίδια θέση.

Ανακεφαλαιώνοντας

Η μόνη αποδεκτή δράση των συνδικάτων κατά τη Λιμπερταριανή θεωρία αφορά την απειλή μαζικών αποχωρήσεων ως διαπραγματευτικό μέσο για καλύτερους μισθούς. Όλες οι υπόλοιπες δράσεις που κατευθύνονται επιθετικά άμεσα (με χρήση βίας) ή έμμεσα (με χρήση των θεσμών ως απειλή) παραβιάζουν την Αρχή μη Επίθεσης και επομένως είναι εγκληματικές. Με άλλα λόγια, οι επιτιθέμενοι στην UberX, καταληψίες επιχειρήσεων κοκ, θα κρίνονταν εγκληματίες ανεξάρτητα του ηθικού «πλεονεκτήματος» που διατείνονται και θα δικάζονταν ως τέτοιοι.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





 Διαβάστε περισσότερα:
  1. Μόνο ένας Μαρξιστής θα θεωρούσε τους εργοδότες de facto επιτιθέμενους στους εργάτες. Για την κατάρριψη αυτού του ισχυρισμού παραπέμπουμε στο εξαιρετικό πόνημα του Eugen von Böhm-Bawerk«Karl Marx and the Close of his System» (1884) και ειδικά στο μέρος πρώτο, κεφ. 12 «Exploitation Theory of Socialism-Communism»