Το χρήμα είναι προϊόν της αγοράς και πρέπει να επιστρέψει σε αυτήν

0
700
Χρήμα

Η αγορά έχει θα λέγαμε ενσωματωμένους εκείνους τους μηχανισμούς, ώστε να παρέχει εντελώς ιδιωτικά το δικό της χρήμα και παράλληλα να αυτοελέγχεται δια του ανταγωνισμού και της ελεύθερης επιλογής των καταναλωτών προς το νόμισμα που επιθυμούν.

του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Το χρήμα είναι, θα λέγαμε, το «αίμα» μίας σύνθετης οικονομίας. Χρησιμοποιείται ως μέσο συναλλαγής αλλά και ως λογιστικό εργαλείο υπολογισμών. Επικοινωνεί τις αξιακές μας κλίμακες ως άτομα σε άλλα άτομα. Οι τιμές αποτυπωμένες σε χρήμα μας επικοινωνούν πληροφορία, η οποία χρησιμοποιείται για να κατευθύνει την παραγωγή προς ικανοποίηση των πιο επειγουσών και πολύτιμων αναγκών των καταναλωτών.

Σε προηγούμενο μας άρθρο, είχαμε συζητήσει το πως το χρήμα εμφανίστηκε ως μέσο συναλλαγής και πως απέκτησε και αξία. Συνοπτικά, τα αγαθά που χρησιμοποιήθηκαν ως χρήμα, είχαν μεγαλύτερη ανταλλαξιμότητα ή «ρευστότητα», δηλαδή ήταν ευρέως αποδεκτά από μεγάλη μερίδα πληθυσμού, πέραν της εγγενής χρηστικότητας που είχαν (για παράδειγμα ο χρυσός και το ασήμι χρησιμοποιούνταν στην κατασκευή κοσμημάτων). Η αξία του χρήματος δε, έγκειται στο ότι ο καταναλωτής βλέπει τι μπορούσε να αγοράσει στο παρελθόν με αυτό και περιμένει ότι θα μπορεί να αγοράσει κάτι και στο μέλλον. Οπότε προμηθεύεται χρήμα δίνοντάς του αξία για να κάνει συναλλαγές στο μέλλον.

Χρήμα και πίστωση

Ο Ludwig von Mises στο κλασικό του πόνημα «The Theory of Money and Credit» (1912) κάνει έναν σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στο χρήμα και την πίστωση. Το χρήμα στην ουσία αφορά απαίτηση για αγαθά στο παρόν, δηλαδή στο τώρα. Η πίστωση αφορά την απόκτηση αγαθών στο μέλλον, μετά από κάποιο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Η ανάλυση αυτής της διχοτόμησης δεν είναι αντικείμενο του παρόντος άρθρου, αν και γενικά θα λέγαμε ότι το σημερινό χρήμα, στην ουσία αποτελεί κατά κανόνα πίστωση. Όταν τα χαρτονομίσματα είχαν τη δυνατότητα να εξαργυρωθούν σε χρυσό, τότε μιλούσαμε καθαρά για χρήμα, μπορούσαμε να απαιτήσουμε δηλαδή την καταβολή του χρυσού που μας αναλογούσε. Πλέον αυτό δεν είναι δυνατό. Το χρήμα που απλά παράγεται «από το τίποτα», αν δεν εκφράζει ζήτηση για αγαθά στο τώρα, είναι απλά πίστωση.

Ποιος πρέπει να κόβει χρήμα;

Κατά τη διάρκεια της εφαρμογής του κανόνα του χρυσού (που επισήμως έληξε το 1971), το κρατικό τύπωμα χρήματος περιοριζόταν στην ποσότητα χρυσού που κάθε κράτος διατηρούσε στα θησαυροφυλάκια του. Φυσικά, μπορούσε να τροποποιήσει την ισοτιμία του νομίσματος με το χρυσό, αλλά πάντα διέτρεχε τον κίνδυνο ο κόσμος να αποσύρει το χρυσό του από τα θησαυροφυλάκια του κράτους. Αυτό κάπως θα λέγαμε περιόριζε την εγγενή πληθωριστική τάση του κράτους με το χρήμα. Ο χρυσός έως τότε, δεν ήταν ιδιοκτησία του κράτους (εκτός αν διέθετε δικά του χρυσωρυχεία), αλλά ιδιοκτησία ιδιωτών. Το κράτος δηλαδή είχε ως όριο της νομισματικής του πολιτικής ένα ιδιωτικό αγαθό που χρησιμοποιούταν ως χρήμα. Ένα ιδιωτικό νόμισμα, στην ουσία, ασκούσε περιοριστικό έλεγχο στις κυβερνητικές χρηματοπιστωτικές πολιτικές.

Η απάντηση στο ποιος πρέπει να κόβει χρήμα λοιπόν θεωρώ ότι είναι εμφανής σε αυτό το σημείο. Η ελεύθερη αγορά είναι αυτή που πρέπει να παρέχει και στον εαυτό της τα μέσα για να πραγματοποιούνται οι συναλλαγές στους κόλπους της. Η αγορά έχει θα λέγαμε ενσωματωμένους εκείνους τους μηχανισμούς, ώστε να παρέχει εντελώς ιδιωτικά το δικό της χρήμα και παράλληλα να αυτοελέγχεται δια του ανταγωνισμού και της ελεύθερης επιλογής των καταναλωτών προς το νόμισμα που επιθυμούν.

Υπάρχει δικαιολόγηση για τη μονοπωλιακή παροχή χρήματος από το κράτος;

Τι έκανε η κυβέρνηση στα χρήματά μας;

Το κράτος δεν είχε πάντα μονοπώλιο κοπής χρήματος, εξάλλου το χρήμα εμφανίστηκε κάτωθεν, δηλαδή από την αγορά και μέσω των αυθόρμητων συναλλαγών των ανθρώπων. Δεν το δημιούργησε δηλαδή κάποια ανεξάρτητη αρχή και το επέβαλε ως μέσο συναλλαγής κατά το δοκούν. Αφότου δεν το δημιούργησε κάποια αρχή, τότε δεν μπορούμε να συμπεράνουμε ότι και μία αρχή θα ήταν κατάλληλη για να προμηθεύει το χρήμα στην αγορά.

Δεύτερο στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι το κράτος, γενικά, προσπάθησε από την πρώτη στιγμή να θέσει υπό τον έλεγχό του τον χρυσό και την κοπή του. Ο τρόπος που το έκανε αυτό ήταν αφενός να φορολογεί τα εισοδήματα των ανθρώπων και να συγκεντρώνει τον χρυσό στα θησαυροφυλάκια του. Σε δεύτερη φάση, μπορούσε να προστατέψει μέσω ανακεφαλαιοποίησης (αφού είχε και το κράτος πλέον χρυσό), όποιες τράπεζες εξέδιδαν τραπεζογραμμάτια χωρίς να έχουν τον αντίστοιχο χρυσό στα θησαυροφυλάκια τους. Επιπλέον, μπορούσε να τις προστατέψει εις βάρος των καταναλωτών εμποδίζοντας τους δεύτερους να εξαργυρώνουν τα τραπεζογραμμάτια τους. Προστάτευε δηλαδή τις αφερέγγυες τράπεζες από κάθε τραπεζικό πανικό. Και τι είναι στην ουσία ο τραπεζικός πανικός αν όχι η προσπάθεια προστασίας των καταθέσεων των καταναλωτών;

Το σημαντικότερο ήταν, ότι σταδιακά άρχισε να μονοπωλεί τη διαδικασία επαργύρωσης (Minting) του χρυσού χρησιμοποιώντας ως δικαιολογία την θέση εξουσίας του ως μοναδικού εγγυητή της καλής και ορθής περάτωσης της διαδικασίας. Έτσι, μπορούσε ανά διαστήματα να νοθεύει τον χρυσό στα νομίσματα προσθέτοντας λιγότερο πολύτιμα μέταλλα. Θα λέγαμε ότι η κυβέρνηση ήταν και από τους σημαντικότερους παραχαράκτες στην ιστορία. Η αγορά βέβαια, καταλάβαινε το κόλπο του κράτους και προσάρμοζε τις τιμές (ανοδικά) για να αντισταθμίσει την απώλεια αυτή στην αξία του νομίσματος. Είχαμε δηλαδή στην ουσία πληθωρισμό.

Πολιτικό χρήμα και παραχάραξη

Μετά το 1971 όπου και το χρήμα έγινε πολιτικό, θα λέγαμε ότι ισχύει το ίδιο μοτίβο αλλά με μία διαφορά. Η εκάστοτε κεντρική τράπεζα είναι de facto και παραχαράκτης του νομίσματος αφού πλέον μπορεί, χωρίς κόστος πρακτικά, να εισάγει καινούριο χρήμα στην αγορά υποτιμώντας παράλληλα την αξία του ήδη υπάρχοντος χρήματος, ευνοώντας παράλληλα τις ομάδες εκείνες που βρίσκονται πιο κοντά στην «πηγή» του νέου χρήματος. Από εκείνη την περίοδο βρισκόμαστε και διαχρονικά σε ένα πληθωριστικό ντόμινο, με κάθε μονάδα χρήματος να μπορεί, όσο περνάει ο καιρός, να αγοράζει όλο και λιγότερα αγαθά.

Το μονοπώλιο που έχει το κράτος στο χρήμα, πάσχει από όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν ένα τεχνητό, προστατευμένο από το νόμο μονοπώλιο: κακό προϊόν και κακή υπηρεσία. Η παροχή χρήματος είναι μία υπηρεσία που μας προμηθεύει με ένα προϊόν. Το χρήμα ως αγαθό είναι και αυτό ένα προϊόν. Το μονοπώλιο λοιπόν έχει στην ουσία υποβαθμίσει την ποιότητα του παραγόμενου προϊόντος: στην ουσία λαμβάνουμε συνεχώς όλο και χειρότερο χρήμα.

Το κράτος είναι ένας πληθωριστικός παραχαράκτης που πράττει ακριβώς τα ίδια που θα έπραττε και ένας πλαστογράφος, με τη διαφορά ότι το κράτος μπορεί και πραγματοποιεί τη δραστηριότητά του νόμιμα, μιας και μόνο του έχει, ως νομικό μονοπώλιο, αναθέσει την αρμοδιότητα αυτή στον εαυτό του δια της βίας.

Τα προβλήματα της ηθική υπεράσπισης του μονοπωλίου χρήματος

Ένας θιασώτης των κεντρικών τραπεζών ή, έστω, της κοπής χρήματος από το κράτος, έχει να αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα ως προς την υπεράσπιση της μονοπωλιακής φύσης της υπηρεσίας αυτής. Πρώτον, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η ελεύθερη αγορά είναι ανίκανη να κάνει κάτι τέτοιο μόνη της. Ένας υποστηρικτής του κρατικού μονοπωλίου χρήματος σίγουρα θα αναφέρει τις σποραδικές πληθωριστικές κρίσεις του χρυσού κατά τον 19ο αιώνα. Μόνο που αυτές ήταν πολύ μικρές (μόλις 5% αύξηση του παγκόσμιου χρυσού) και απορροφήθηκαν γρήγορα από την αγορά, που τις υπερκάλυψε με την παραγωγική της δυναμική.

Δεύτερον, ο φοβούμενος αποπληθωρισμός, ήτοι η μείωση των τιμών λόγω σταθερής ποσότητας χρήματος και συνεχούς αύξησης της παραγωγικότητας είναι στην καλύτερη περίπτωση μία πλάνη. Τι κακό έχουν άραγε οι μειωμένες τιμές ειδικά αν πέφτουν γρηγορότερα από τα εισοδήματα; Τουναντίον, θα λέγαμε ότι έτσι θα αυξάνονταν τα πραγματικά εισοδήματα των καταναλωτών. Ανά μονάδα χρήματος περισσότερα αγαθά θα μπορούσαν να αγοραστούν. Θα απολαμβάναμε έτσι καλύτερα την αποτελεσματικότητα του καταμερισμού εργασίας και παραγωγικής ικανότητας του καπιταλιστικού συστήματος.

Τρίτον, πρέπει κάπως να δικαιολογήσει τη συνεχή υποτίμηση που υφίσταται το χρήμα μας ειδικά, αν σκεφτούμε ότι έχει τα αντίθετα αποτελέσματα με αυτά που περιγράψαμε παραπάνω. Με όλες τις μεταβλητές ίσες, θα έπρεπε, δεδομένου του παραγωγικού οργασμού του καπιταλιστικού συστήματος, να βλέπαμε μία μείωση των τιμών σε κάθε τομέα της αγοράς. Παρόλα αυτά, κάτι τέτοιο δε συμβαίνει και όπου συμβαίνει δεν πραγματοποιείται γρήγορα. Αυτό διότι η ποσότητα του χρήματος αυξάνεται πολύ γρηγορότερα από την αύξηση της παραγωγής. Δεν απολαμβάνουμε έτσι πλήρως τα πλεονεκτήματα του καταμερισμού εργασίας και παραγωγής. Αυτό που στην ουσία μας έχει σώσει από τον υπερπληθωρισμό είναι αυτή ακριβώς η ικανότητα του καπιταλιστικού συστήματος να παράγει γρήγορα και περισσότερο με τον καιρό. Είναι ένας αγώνας δρόμου ανάμεσα στις πληθωριστικές τάσεις του κράτους και του καπιταλισμού.

Συμπέρασμα

Ο θιασώτης του κρατικού χρήματος δεν έχει κάποιο επιχείρημα που να στέκει σε λογική ανάλυση. Το κράτος λοιπόν δεν έχει κάποιο ορθό επιχείρημα για να διατηρήσει σε ηθικό επίπεδο το μονοπώλιο του χρήματος. Η υποστήριξη του κρατικού χρήματος μπορεί μόνο να γίνει δια της πολιτικής οδού. Σε οικονομικό επίπεδο μία τέτοια επιχειρηματολογία δεν έχει κάποια βάση.

Είναι ο κανόνας του χρυσού η λύση;

Ο κανόνας του χρυσού ήταν αυτό που ανέκαθεν ίσχυε στο νόμισμα και ήταν καθαρά προϊόν της αγοράς. Επίσης, ήταν και μία δικλείδα ασφαλείας ενάντια τις πληθωριστικές τάσεις του κράτους. Παρόλα αυτά, δεν είναι πανάκεια αν το κράτος πρόκειται να διατηρήσει το μονοπώλιο έκδοσης χαρτονομισμάτων. Διότι, ανά πάσα στιγμή μπορεί να «σπάσει» το δεσμό με το χρυσό (δείτε τις Η.Π.Α. κατά την περίοδο 1913-1929 1). Aν μη τι άλλο μπορεί πάντα να «παίζει» με τις ισοτιμίες νομίσματος – χρυσού (αν και με κάποιο όριο).

Ο κανόνας του χρυσού παρόλο που εγγυάται μία (σχετική) σταθερότητα, δεν είναι και πανάκεια, αν θεωρήσουμε ότι το κράτος θα έχει το μονοπώλιο κοπής νομίσματος. Ακόμα και με ένα σύστημα 100% κανόνος του χρυσού, τα ίδια προβλήματα θα υπήρχαν (ίσως θα είχαμε λιγότερους επιχειρηματικούς κύκλους, αλλά μέχρι εκεί). Το πρόβλημα έγκειται στο μονοπώλιο του κράτους.

Μονιμότερη και αποτελεσματικότερη λύση θα ήταν ο διαχωρισμός κράτους και νομισματικής πολιτικής. Θεωρούμε αποτελεσματικότερη τη διάθεση του χρήματος από ιδιωτικούς φορείς που θα υπάγονται σε ανταγωνιστικό καθεστώς. Ο κανόνας του χρυσού θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε ιδιωτικά πλαίσια, αλλά δεν είναι απαραίτητος. Αναμένουμε ότι, δεδομένου του ανταγωνισμού, πληθωριστικά ή υπερβολικά αποπληθωριστικά χρήματα θα εγκαταλείπονταν προς χάρη άλλων πιο ισορροπημένων.

Συμπέρασμα – Επιστροφή του χρήματος στα χέρια της αγοράς

Μία αγορά ιδιωτικού νομίσματος είχε προτείνει και ο F. A. Hayek 2. Παρόλο που τα πολλαπλά νομίσματα αναμφίβολα θα δημιουργήσουν νέες προκλήσεις για την αγορά, τουλάχιστον, η αρμοδιότητα της παραγωγής χρήματος θα επιστρέψει στους μηχανισμούς της αγοράς. Εφόσον η ίδια μπόρεσε και μας έδωσε τον χρυσό ως χρήμα, γιατί να μην μπορέσει να μας δώσει και κάτι καλύτερο; Μπορεί να επιστρέψουμε πάλι στον χρυσό ως τον παγκόσμιο νομισματικό κανόνα, μπορεί και όχι.

Ένα είναι σίγουρο όμως. Όσο το κράτος διατηρεί το μονοπώλιο στο χρήμα, είμαστε αναγκασμένοι να δεχόμαστε τη λειτουργία της αγοράς υπό τη σκιά ενός κακού χρήματος. Το κρατικό νομισματικό μονοπώλιο στερεί την αγορά από την ευκαιρία να μας παρέχει το καλύτερο δυνατό χρήμα που μπορεί. Το κράτος λοιπόν πρέπει να αποσυρθεί από αυτόν τον τομέα μία και καλή.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

 

  1. βλ. το έργο του Murray N. Rothbard «America’s Great Depression» (1963).
  2. βλ. F. A. Hayek «Choice in Currency: A way to stop infation» (1976).