Αυτοπροσδιορισμός φύλου: Μία Λιμπερταριανή ματιά

0
1049
Αυτοπροσδιορισμός Φύλου και Λιμπερταριανισμός
Είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν ο αυτοπροσδιορισμός ως θετικό δικαίωμα θα βελτιώσει τη θέση των ατόμων στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

Ο αυτοπροσδιορισμός ως επιβεβλημένο θετικό δικαίωμα, δημιουργεί αξιώσεις από τα άτομα που επιθυμεί να προστατεύσει προς όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν κάτι τέτοιο βελτιώνει τη θέση τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

 

Του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Η κοινή γνώμη πρόσφατα ασχολήθηκε με το πολύκροτο νομοσχέδιο περί της ταυτότητας φύλου και την αναγραφή της σε διάφορα επίσημα έγγραφα (ταυτότητα, διαβατήριο κ.ο.κ.). Αν και σε αυτό το άρθρο δε θα σχολιάσουμε το νομοσχέδιο, το θεωρούμε εντούτοις καλή ευκαιρία για να ξεδιπλώσουμε τη λιμπερταριανή άποψη πάνω σε αυτό το θέμα. Επομένως, σε αυτό το άρθρο θα δούμε τη λιμπερταριανή άποψη πάνω στον αυτοπροσδιορισμό φύλου.

Ο αυτοπροσδιορισμός (φύλου) ως έκφραση αυτοδιάθεσης

Σε προηγούμενο άρθρο είχαμε κάνει τη διάκριση ανάμεσα σε θετικά και αρνητικά δικαιώματα. Αναφέραμε επίσης ότι τα θετικά δικαιώματα απορρίπτονται από τη λιμπερταριανή θεωρία, καθώς δημιουργούν αυτο-κυριαρχικές ανισότητες και καταπατούν την αυτοδιάθεση των ατόμων. Επομένως, δίνουν αξιώσεις ατόμων πάνω σε άτομα, διατηρώντας μία κοινωνία σε σύγκρουση. Μόνες θετικές υποχρεώσεις οι οποίες αναγνωρίζονται, είναι οι όροι ενός συμβολαίου και οι αποζημιώσεις σε περίπτωση καταπάτησης των αρνητικών δικαιωμάτων.

Ο αυτοπροσδιορισμός είναι μία απόδοση κάποιου χαρακτηρισμού προς το άτομό μας, από εμάς τους ίδιους. Για παράδειγμα κάποιος θα μπορούσε να αυτοπροσδιοριστεί ως φιλελεύθερος, συντηρητικός, ανοιχτόμυαλος, ετεροφυλόφιλος και πάει λέγοντας. Μιας και η πράξη παράγεται από το σώμα κάποιου και κατευθύνεται προς τον ίδιο, τότε θα λέγαμε ότι είναι πράξη αυτοδιάθεσης ή αυτο-κτησίας. Επομένως, μιας και η αυτοδιάθεση είναι αρνητικό δικαίωμα, τότε και ο αυτοπροσδιορισμός μπορεί να οριστεί ως το αρνητικό δικαίωμα της αυτο-περιγραφής του ατόμου.

Κατά συνέπεια, εφόσον ο αυτοπροσδιορισμός είναι και αρνητικό δικαίωμα, τότε κάποιος υποχρεώνεται σε μη-δράση, ενάντια στη θέληση του ατόμου να τον πραγματοποιήσει. Μιας και ο αυτοπροσδιορισμός στην ουσία είναι εννοιολογικός και λεκτικός, τότε θα ήταν παραβίαση του αρνητικού δικαιώματος η φίμωση της έκφρασής του για παράδειγμα σε συζητήσεις.

Όντας λοιπόν αρνητικό δικαίωμα, δεν μπορούμε να δράσουμε ενάντια στον αυτοπροσδιορισμό κάποιου ενεργητικά, δηλαδή με επιθετική βία και απειλές για επιθετική βία. Αλλά δεν είμαστε και υποχρεωμένοι να τον δεχτούμε. Έστω ότι για παράδειγμα μία βιολογική γυναίκα δηλώνει άντρας και επιθυμεί να αποκαλείται «Δημήτρης». Ενώ μπορούμε να δεχτούμε το δικαίωμά της να πιστεύει ότι θέλει για τον εαυτό της, μπορούμε κάλλιστα να απορρίψουμε τον ισχυρισμό της με το να μην την επιθυμούμε στον κύκλο μας ή ακόμα και να κατακρίνουμε την όλη προσπάθειά της. Εφόσον δεν απειλείται κανείς μας και εφόσον ο αυτο-προσδιορισμός δεν είναι κάτι επικίνδυνο για τρίτους, τότε δεν υπάρχει κάποιο εμφανές πρόβλημα.

Ενστάσεις

Φυσικά, θα υπάρχουν ενστάσεις σε αυτήν την άποψη. Η σημαντικότερη θα έλεγε κανείς είναι η εξής. «Εφόσον δε δεχόμαστε τον αυτοπροσδιορισμό κάποιου και ειδικά όσον αφορά το φύλο που έχει ιδιαίτερες ψυχολογικές προεκτάσεις, τότε προκαλούμε ψυχική δυσφορία στο άτομο. Έτσι, κατά κάποιον τρόπο, παραβιάζουμε την αυτοδιάθεση του».

Η θέση αυτή είναι ιδιαίτερα προβληματική. Πρώτον, η αυτοδιάθεση δεν παραβιάζεται και η χρήση της λέξης εδώ είναι καθαρά εντυπωσιοθηρική. Το άτομο είναι ελεύθερο να αποδεσμευτεί και να απεμπλακεί από σχέσεις με άτομα τα οποία δεν αποδέχονται αυτό που εκείνο θεωρεί ότι είναι. Δεύτερον, όντως η ψυχολογία επηρεάζεται ενδεχομένως αρνητικά. Όπως και πριν, το άτομο είναι ελεύθερο να απεμπλακεί από δηλητηριώδεις για εκείνο σχέσεις. Επίσης εδώ μπορούμε να τραβήξουμε το σκεπτικό της ψυχολογικής «κακοποίησης» λιγάκι παραπέρα. Πολλά περιστατικά στη ζωή του καθενός θα μπορούσαν να θεωρηθούν ψυχοφθόρα.

Οι περισσότεροι υποθέτουμε ότι έχουν βιώσει την απόρριψη από παρέες συνομηλίκων, ερωτικές απογοητεύσεις κ.ο.κ. Αν το οριοθετήσουμε καλύτερα, όλες αυτές οι περιπτώσεις αποτελούν απόρριψη του ατόμου κάποιου με όλα τα χαρακτηριστικά που το διέπουν. Αυτά τα χαρακτηριστικά θα μπορούσαν να είναι δι-υποκειμενικά (απόψεις τρίτων) αλλά και προϊόντα αυτοπροσδιορισμού. Για παράδειγμα, κάποιος θα μπορούσε να απορρίψει να συνάψει σχέση με κάποιο άτομο το οποίο δηλώνει να έχει κάποια χαρακτηριστικά, τα οποία δεν γίνονται αποδεκτά εν τέλει ως αληθή. Το άτομο υφίσταται διάκριση και η ψυχολογία του καταρρέει. Γιατί να μη συμπεριλάβουμε και αυτές τις περιπτώσεις ως ψυχολογική κακοποίηση; Η απομόνωση του παράγοντα «φύλο» (ως αυτοπροσδιορισμός) φαίνεται αρκετά αυθαίρετη.

Ο αυτοπροσδιορισμός ως θετικό δικαίωμα

Υπάρχει ένας τρόπος με τον οποίο ο αυτοπροσδιορισμός μπορεί να αναχθεί σε θετικό δικαίωμα. Αυτός ο τρόπος αποτελεί την ποινικοποίηση της χρήσης για παράδειγμα «λάθος» αντωνυμιών σε άρθρα και έγγραφα. Συνήθως, μιας και ο αυτοπροσδιορισμός είναι κυρίως λεκτικός (εκφράζεται προφορικά ή και γραπτά), τότε η αναγωγή του σε θετικό δικαίωμα γίνεται μόνο μέσω λογοκρισίας.

Ένα τέτοιο παράδειγμα λογοκρισίας εφαρμόζεται στον Καναδά. Η κυβέρνηση έχει ψηφίσει νόμο όπου τιμωρείται με φυλάκιση η «λάθος» χρήση αντωνυμιών όταν ένα γραπτό απευθύνεται σε άτομο του οποίου η ταυτότητα φύλου δεν καλύπτεται από το γένος της αντωνυμίας. Παρόλο που ο νόμος δεν ορίζει ακριβώς το πως θα διακρίνονται οι λανθασμένες αντωνυμίες, το θέμα επαφίεται καθαρά στην κρίση δικαστών. Εδώ ξεκάθαρα ο αυτοπροσδιορισμός επιβάλλει θετικές υποχρεώσεις σε τρίτους. Θα έλεγε κανείς ότι με τέτοιους νόμους το κράτος και εμμέσως και το άτομο, που απολαμβάνει την ασυλία του νόμου, αποκτούν ιδιοκτησιακά δικαιώματα στις πένες δημοσιογράφων, συγγραφέων και δημοσίων προσώπων.

Προφανώς, αυτό συνιστά παραβίαση της αυτοδιάθεσης των ατόμων. Επίσης, ο νόμος είναι τόσο θολός που δε δίνει κάποιο προβάδισμα επίγνωσης. Θα μπορούσε κάποιος να βρεθεί κατηγορούμενος μόνο και μόνο επειδή εξάσκησε το αρνητικό του δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση. Δημιουργούνται επομένως ηθικές ανισότητες καθώς το άτομο υπό την προστασία του νόμου γίνεται κυρίαρχο πάνω σε άλλους. Δημιουργούνται δηλαδή και αυτο-κυριαρχικές ανισότητες.

Επιχειρήματα υπέρ του θετικού δικαιώματος στον αυτοπροσδιορισμό

Φυσικά θα υπάρχουν και υποστηρικτές τέτοιων μέτρων. Ορισμένες από τις θέσεις τους υπέρ των είναι οι εξής. Πρώτον, θεωρούν ότι, εξαιτίας των πολλών διακρίσεων που υφίστανται αυτά τα άτομα, κατά κάποιον τόπο «χρωστάμε» το να γείρουμε τη ζυγαριά υπέρ τους. Δεύτερον, πιστεύουν, ότι τέτοιοι νόμοι θα καταπολεμήσουν τη μάστιγα του συντηρητισμού και της μισαλλοδοξίας προς κάθε τι νέο και προοδευτικό. Επίσης, υποστηρίζουν ότι τέτοιοι νόμοι θα επιταχύνουν την ένταξη αυτών των ατόμων στην κοινωνία και φυσικά θα καταπολεμήσουν τις διακρίσεις εναντίον τους.

Το πρώτο επιχείρημα φαίνεται αρκετά αδύναμο. Καταρχάς, για να συμφωνήσουμε ότι κάποιος «χρωστάει», θα πρέπει να μπορέσουμε να επιβεβαιώσουμε την ύπαρξη ενός συμβολαίου μεταβίβασης ευθύνης κατά κάποιον τρόπο προς τις επόμενες γενιές. Πώς είναι λοιπόν δυνατόν ένας απόγονος να θεωρηθεί και συνυπεύθυνος των πράξεων ενός προγόνου του; Θα έλεγε κανείς, ότι το επιχείρημα αυτό μοιάζει με το προπατορικό αμάρτημα. Ένα «λάθος» το οποίο κάπως εισέρχεται μέσα μας ακριβώς μετά τη γέννησή μας. Θυμίζει επίσης την ίδια επιχειρηματολογία των πιστών στο κοινωνικό συμβόλαιο. «Με τη γέννησή σας δηλώνετε ότι συμφωνείτε με την αποδοχή των πράξεων γενεών προηγούμενων χρόνων».

Το δεύτερο επιχείρημα λαμβάνει τον συντηρητισμό ως a-priori ανήθικο, βλαβερό και επαίσχυντο. Κάτι τέτοιο φυσικά χρήζει απόδειξης. Επίσης, δεν ξεκαθαρίζεται το ποιος είναι τελικά και συντηρητικός. Αυτός ο οποίος θέλει η καθεστηκυία τάξη να παραμείνει η ίδια; Ή εκείνος που θεωρεί ότι οι κοινωνικές αλλαγές θα έπρεπε να συμβαίνουν μέσω των εθελοντικών συναλλαγών των ανθρώπων; Επίσης, μπορούμε να θεωρήσουμε κάποιον ανήθικο ή επικίνδυνο μόνο και μόνο από τις ιδέες του; Φυσικά, κάποιος που προωθεί τη συντηρητική του ατζέντα μέσω του μονοπωλίου βίας του κράτους, θα μπορούσε να θεωρηθεί ανήθικος σύμφωνα με τη λιμπερταριανή θεωρία. Τι συμβαίνει με αυτούς όμως, που απλά μένουν στα λόγια και στις σκέψεις; Γιατί χρήζουν αντιμετώπισης και μάλιστα με την κρατική επιβολή; Ποιον ενοχλούν και ποιον απειλούν;

Θα βοηθούσε ο αυτοπροσδιορισμός ως θετικό δικαίωμα την ένταξη στην κοινωνία και την καταπολέμηση του συντηρητισμού;

Το τρίτο επιχείρημα χρειάζεται δικό του υπο-κεφάλαιο. Έστω ότι όντως ο συντηρητισμός είναι κάτι ανήθικο και επικίνδυνο από μόνο του. Η αναγωγή του δικαιώματος του αυτοπροσδιορισμού σε θετικό πρακτικά σημαίνει, ότι κάθε «αδικούμενος» μπορεί να χρησιμοποιεί την κρατική βία υπέρ του. Το πως κάτι τέτοιο θα βοηθούσε στην αποδοχή και ένταξη διεμφυλικών ατόμων στην κοινωνία είναι πραγματικά άξιον απορίας. Πώς είναι δυνατόν κάποιος να τυγχάνει καλύτερης αντιμετώπισης, όταν πίσω του βρίσκεται ο κρατικός μπράβος ο οποίος θα ρίχνει προειδοποιητικά βλέμματα σε κάθε πιθανό μας παραστράτημα;

Η αποδοχή από τις συντηρητικές δυνάμεις δε θα αποκτηθεί μέσω πολιτικών ατζεντών. Διότι και εδώ ισχύουν τα ίδια. Είναι δύσκολο να τύχει κάποιος αποδοχής, όταν απλά θα καλεί το κράτος σε βοήθειά του, όποτε θεωρήσει τον εαυτό του απειλούμενο από τα λόγια κάποιου.

Ο αναγνώστης δεν θα έπρεπε να παρεξηγήσει τις προθέσεις μας σε αυτό το σημείο. Φυσικά, οι διακρίσεις είναι δυσάρεστο φαινόμενο, αλλά μόνο όταν είναι θεσμικές. Διότι και εδώ ισχύουν τα ίδια από την αντίθετη πλευρά. Η κρατική επιβολή χρησιμοποιούταν από τις συντηρητικές παρατάξεις. Δεν αλλάζει κάτι με την εναλλαγή των πλευρών που χρησιμοποιούν την επιβολή ως μέσο, όσον αφορά την ηθικότητα των μεθόδων τους.

Ελεύθερη κοινωνία και αυτοπροσδιορισμός φύλου

Σε προηγούμενο άρθρο μας, δείξαμε ότι ο μόνος μη αντιφατικός ορισμός της ελευθερίας ήταν αυτός που προέβλεπε σεβασμό των αρνητικών δικαιωμάτων. Ο αυτοπροσδιορισμός ως επιβεβλημένο θετικό δικαίωμα, δημιουργεί αξιώσεις από τα άτομα που επιθυμεί να προστατεύσει προς όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν κάτι τέτοιο βελτιώνει τη θέση τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Πάντως, μέχρι τώρα, οι μεγαλύτερες κινήσεις προς αυτήν την κατεύθυνση έχουν γίνει σταδιακά με την πρόοδο της επιστήμης, την εκπαίδευση και την σταδιακή κοινωνική αποδοχή μέσω της καθημερινής επαφής και συνήθειας. Αυτό, χωρίς να υπολογίζουμε τους αμέτρητους αγώνες της LGBTQ+ κοινότητας.

Ως επί το πλείστον, οι αγώνες αυτοί στόχευαν στην άρση των κρατικών απαγορεύσεων και ελέγχων της αυτοδιάθεσης των ατόμων της κοινότητας. Διότι λόγου χάρη, τι αποτελεί το σύμφωνο συμβίωσης από μία χειραφέτηση του κράτους προς άτομα τα οποία τα οποία δεν επιθυμούσαν να συναναστραφούν με θεσμούς που δεν τους δέχονταν (Εκκλησία). Ή ακόμα καλύτερα, τι άλλο αποτελούσε η νομοθέτηση του γάμου ομοφυλοφίλων σε χώρες της Ευρώπης πέρα από μείωση της κρατικής εξουσίας πάνω τους;

Το θετικό δικαίωμα στον αυτο-προσδιορισμό δεν έχει καμία θέση σε μία κοινωνία η οποία επιδιώκει να πετύχει την ελευθερία των ατόμων της. Κάθε άτομο μπορεί να δηλώνει και να ζει σύμφωνα με τους δικούς του όρους τη ζωή του. Η αποδοχή των ατόμων θεωρούμε ότι θα έπρεπε να αποτελεί προϊόν εθελοντικών σχέσεων χωρίς νομικούς μεσάζοντες. Κανένας δε θα έπρεπε να μας αναγκάζει να δεχτούμε κάποιον παρά τη θέλησή μας. Είμαστε κυρίαρχοι του εαυτού μας και κάθε επιλογή είναι δική μας ευθύνη.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε σχετικά: