Όλα τα «λεφτά»! Πως ανεβοκατεβάζει τις αγορές το πολιτικό χρήμα

0
955
Στην πραγματικότητα, η μόνη πραγματική δύναμη που ανεβάζει τις τιμές στις χρηματιστηριακές αγορές ή σε οποιαδήποτε άλλη αγορά (και, σε μεγάλο βαθμό, ρίχνει τις τιμές στις αγορές) είναι απλά οι αλλαγές στην ποσότητα του χρήματος και ο όγκος των δαπανών αυτού του χρήματος στην οικονομία.
Στην πραγματικότητα, η μόνη πραγματική δύναμη που ανεβάζει τις τιμές στις χρηματιστηριακές αγορές ή σε οποιαδήποτε άλλη αγορά (και, σε μεγάλο βαθμό, ρίχνει τις τιμές στις αγορές) είναι απλά οι αλλαγές στην ποσότητα του χρήματος και ο όγκος των δαπανών αυτού του χρήματος στην οικονομία.

στον σημερινό κόσμο , οι περισσότερες μετοχές – καλές και κακές – αυξάνονται κατά τη διάρκεια των πληθωριστικών ανοδικών τάσεων στις αγορές (bulls) και πέφτουν κατά τη διάρκεια των καθοδικών τάσεων στις αγορές (bears). Οι καλές εταιρείες απλά ανεβαίνουν ταχύτερα από τις κακές.

 

  • Kel Kelly – Τhe case for legalizing capitalism
  • Ανάλυση απόδοση: Ευθύμης Μαραμής

 

Μια κοινά αποδεκτή πεποίθηση στην οικονομική σφαίρα είναι πως η ανάπτυξη στις χρηματιστηριακές αγορές αντανακλά την ανάπτυξη της οικονομίας. Δηλαδή καθώς η οικονομία βελτιώνεται, οι επιχειρήσεις κερδίζουν περισσότερα χρήματα, και η χρηματιστηριακή τους αξία αυξάνεται σύμφωνα με την εγγενή τους αξία. Ένα σημαντικό σκεπτικό στο οποίο στηρίζεται αυτή η πεποίθηση είναι πως η εμπιστοσύνη των καταναλωτών και κατά συνέπεια οι καταναλωτικές δαπάνες αποτελούν τις κινητήριες δυνάμεις της οικονομικής ανάπτυξης.

Αντίστροφα, μια πτώση στις χρηματιστηριακές αγορές, θεωρείται πως προκύπτει από τη μείωση της καταναλωτικής και επιχειρηματικής εμπιστοσύνης και συνεπώς των δαπανών τους (για παράδειγμα εξαιτίας του πληθωρισμού, της αύξησης των τιμών του πετρελαίου, τα υψηλά επιτόκια κλπ , ή για κανέναν απολύτως λόγο) . Αυτό οδηγεί σε μείωση των κερδών των επιχειρήσεων και σε αύξηση της ανεργίας. Όποια και αν είναι η υποτιθέμενη αιτία, σύμφωνα με την διαδεδομένη οπτική, η αποδυνάμωση της οικονομίας έχει ως αποτέλεσμα την μείωση των εσόδων των επιχειρήσεων, τα χαμηλότερα από τα αναμενόμενα μελλοντικά κέρδη, με αποτέλεσμα την πτώση των εγγενών αξιών των επιχειρήσεων και συνεπακόλουθα την πτώση των τιμών των μετοχών τους.

Αυτή η οπτική για το χρηματιστήριο, η οποία υιοθετείται από ακαδημαϊκούς, επενδυτικές επιχειρήσεις και ιδιώτες επενδυτές, είναι τεχνικά σωστή μόνο όσο εξετάζει επιφανειακά τις αγορές.

Ουσιαστικά είναι λανθασμένη διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη χρηματοπιστωτική και οικονομική θεωρία. Στην πραγματικότητα, η μόνη πραγματική δύναμη που ανεβάζει τις τιμές στις χρηματιστηριακές αγορές ή σε οποιαδήποτε άλλη αγορά (και, σε μεγάλο βαθμό, ρίχνει τις τιμές στις αγορές) είναι απλά οι αλλαγές στην ποσότητα του χρήματος και ο όγκος των δαπανών αυτού του χρήματος στην οικονομία. Οι μετοχές ανεβαίνουν όταν υπάρχει αυξημένη προσφορά χρήματος στην οικονομία και στις αγορές. Αυτή η πραγματικότητα εμπεριέχει πολλές συνέπειες που θα εξεταστούν στο άρθρο.

Εφόσον οι τιμές στις χρηματιστηριακές αγορές μπορούν να πέσουν – και πέφτουν συχνά – σε διάφορους βαθμούς, για πολλούς λόγους (συμπεριλαμβανομένης της μείωσης της ποσότητας χρήματος και των δαπανών του), εμείς εδώ θα εστιάσουμε μόνο στο πως είναι σε θέση να αναπτυχθούν παραγωγικά, ασχέτως τιμών, με βιώσιμο τρόπο και μακροπρόθεσμα.

Η βασική αρχή για κάθε αύξηση των τιμών

Ας δούμε αρχικά πως ανεβαίνουν οι τιμές . Εν ολίγοις, οι τιμές μπορούν να αυξηθούν μόνο εάν η ποσότητα του χρήματος στην οικονομία αυξάνεται ταχύτερα από την ποσότητα των αγαθών και των υπηρεσιών. (Σε οικονομικά υποανάπτυκτες χώρες, οι τιμές μπορούν να αυξηθούν όταν η παροχή αγαθών μειώνεται, ενώ η προσφορά χρήματος παραμένει η ίδια, ή ακόμα και αυξάνεται.)

Όταν η παροχή αγαθών και υπηρεσιών αυξάνεται ταχύτερα από την προσφορά χρήματος – όπως συνέβη κατά το μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα στις ΗΠΑ – η τιμή μονάδας για κάθε αγαθό ή υπηρεσία, πέφτει, δεδομένου ότι μια συγκεκριμένη ποσότητα χρήματος πρέπει να αγοράσει, ή να καλύψει, την αυξανόμενη ποσότητα αγαθών ή υπηρεσιών. Ο George Reisman μας δίνει την απαραίτητη φόρμουλα για το πως προκύπτουν οι τιμές στο σύνολο της οικονομίας.

Η φόρμουλα λέει πως: η τιμή (Ρ) προσδιορίζεται από τη ζήτηση (D) διαιρούμενη με την προσφορά (S). Η φόρμουλα δείχνει ότι είναι μαθηματικά αδύνατο να προκύψει συνολική αύξηση τιμών, με οποιοδήποτε τρόπο, πέρα από (1) την αύξηση της ζήτησης, ή (2) την μείωση της προσφοράς. Δηλαδή, είτε με περισσότερα χρήματα που δαπανώνται για την αγορά αγαθών, είτε λόγω λιγότερων διαθέσιμων αγαθών στην οικονομία.

Ο πληθωρισμός των τιμών είναι νομισματικό φαινόμενο

Στην ανεπτυγμένη οικονομία του δυτικού κόσμου, η προσφορά αγαθών δεν μειώνεται, ή τουλάχιστον όχι σε αρκετό βαθμό ώστε να προκύπτει αύξηση τιμών στο σύνηθες ποσοστό του 3-4% το χρόνο. Ως εκ τούτου οι τιμές όταν αυξάνονται, αυτό συμβαίνει λόγω εισροής περισσότερων χρημάτων στην αγορά. (Ίσως έτσι να γίνει και πιο εύκολα κατανοητό σε κάποιους αναγνώστες, πόσο φουσκωμένη ήταν η ισοτιμία ευρώ/δραχμής όταν περάσαμε στο ενιαίο νόμισμα και πως αυτή η διαφορά εκτίναξε τις τιμές.) Η ίδια φόρμουλα τιμών που είδαμε παραπάνω ισχύει και για τις τιμές των περιουσιακών στοιχείων, των μετοχών, ομολόγων , εμπορευμάτων, σπιτιών, πετρελαίου, εταιρικών εσόδων , κερδών κ.ο.κ.

Για να επιστρέψουμε στην εστίασή μας στις χρηματιστηριακές αγορές, διαπιστώνουμε πως αυτές δεν μπορούν να συνεχίσουν να ανεβαίνουν σε μόνιμη βάση, χωρίς να εισρέουν περισσότερα χρήματα σε αυτές – συγκεκριμένα, χρήματα τραπεζικών πιστώσεων. Υπάρχουν και άλλοι τρόποι με τους οποίους μπορεί να ανέβει το χρηματιστήριο , αλλά τα αποτελέσματά τους είναι προσωρινά. Για παράδειγμα, η αύξηση των αποταμιεύσεων που σημαίνει πως λιγότερα χρήματα δαπανώνται για καταναλωτικά αγαθά και περισσότερα για επενδύσεις στο χρηματιστήριο (με αποτέλεσμα να προκύψουν χαμηλότερες τιμές στα καταναλωτικά αγαθά).

Θα μπορούσαν οι αποταμιεύσεις να ανεβάσουν τις τιμές των μετοχών , αλλά μόνο μια συγκεκριμένη ποσότητα νέων αποταμιεύσεων και μόνο αν υποτεθεί πως αυτές (οι αποταμιεύσεις) κατευθύνονται όλες προς τη χρηματιστηριακή αγορά.

Ούτε η αύξηση του πληθυσμού, ούτε η ψυχολογία των καταναλωτών ως μεμονωμένα στοιχεία, μπορούν να οδηγήσουν υψηλότερα τις τιμές των μετοχών. Ο πληθυσμός ασχέτως του μεγέθους του, χρησιμοποιεί μια πεπερασμένη ποσότητα χρήματος. Ανεξάρτητα από την ψυχολογία, πρέπει να υπάρχει και η ικανότητα των πολιτών να προσθέσουν επιπλέον χρήμα στην αγορά, προκειμένου αυτή να ανεβάσει τιμές.

Κατανοώντας λοιπόν ότι το νεοεισερχόμενο χρήμα στην αγορά αποτελεί την κύρια κινητήρια δύναμη ανόδου των τιμών στα χρηματιστήρια, ας δούμε τις λεπτομέρειες αυτής της σχέσης.
Ο σύνδεσμος μεταξύ οικονομίας και χρηματιστηρίων

Ο κύριος σύνδεσμος μεταξύ του χρηματιστηρίου και της οικονομίας – συνολικά – είναι ότι η αύξηση της νομισματικής και πιστωτικής επέκτασης ανεβάζουν τόσο το Α.Ε.Π. όσο και το χρηματιστήριο ταυτόχρονα.

Μια οικονομία που αναπτύσσεται είναι αυτή στην οποία παράγονται περισσότερα αγαθά στην πάροδο του χρόνου. Είναι τα αγαθά η πραγματική «ουσία» της οικονομικής ανάπτυξης και όχι τα χρήματα per se, που αντιπροσωπεύουν τον πραγματικό πλούτο. Όσο περισσότερα αυτοκίνητα, ψυγεία, τρόφιμα, ρούχα, φάρμακα έχουμε, τόσο καλύτερη γίνεται η ζωή μας. Είδαμε παραπάνω ότι, εφόσον τα εμπορεύματα παράγονται με ταχύτερο ρυθμό από ό, τι τα χρήματα, οι τιμές θα πέσουν.

Με μια σταθερή ποσότητα χρήματος, οι ονομαστικοί (χρηματικοί) μισθοί θα παραμείνουν στο ίδιο επίπεδο, ενώ οι τιμές των αγαθών θα πέφτουν, επειδή η προσφορά αγαθών αυξάνεται, με την ίδια προσφορά εργασίας. Αλλά ακόμα και όταν οι τιμές αυξάνονται λόγω χρημάτων που δημιουργούνται ταχύτερα από τα εμπορεύματα, οι τιμές εξακολουθούν να πέφτουν σε πραγματικούς όρους, διότι τα πραγματικά εισοδήματα (περισσότερα αγαθά) αυξάνονται ταχύτερα από τις τιμές. Σε κάθε σενάριο, αν η παραγωγή και η αποτελεσματικότητα της παραγωγής αυξάνονται, τα εμπορεύματα θα τείνουν να είναι φθηνότερα σε πραγματικούς όρους και τα πραγματικά εισοδήματα θα αυξάνονται.

 Μια αναπτυσσόμενη οικονομία συνεπάγεται πτώση των τιμών και όχι άνοδο.

Δεν έχει σημασία πόσα προϊόντα παράγονται. Εάν η ποσότητα του χρήματος παραμένει σταθερή, τα μόνα χρήματα που μπορούν να δαπανηθούν σε μια οικονομία είναι το συγκεκριμένο ποσό των χρημάτων που υπάρχουν σε αυτήν. Η συχνότητα, ή ο αριθμός των φορών που κάθε ευρώ/δολάριο/λίρα κ.ο.κ. δαπανώνται, δεν μπορεί να προκαλέσει μεγάλη διαφορά, αν η προσφορά χρήματος παραμείνει αμετάβλητη.

Το Α.Ε.Π. συνεπώς δεν αποκαλύπτει κατ ‘ανάγκη τον αριθμό των πραγματικών αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται. Το Α.Ε.Π. αυξάνεται, καθώς αυξάνεται η προσφορά χρήματος. Η αύξηση του Α.Ε.Π. είναι μαθηματικά εφικτή μόνο αν η τιμή των αγαθών που παράγονται αυξάνεται σε κάποιο βαθμό. Διαφορετικά, με σταθερή προσφορά χρήματος και δαπανών, το συνολικό ποσό των χρημάτων που κερδίζουν οι επιχειρήσεις – οι συνολικές τιμές πώλησης όλων των προϊόντων που παράγονται – και επομένως το ίδιο το Α.Ε.Π. θα ήταν όλα σταθερά χρόνο με το χρόνο.

Στην σύγχρονη οικονομία, όπως ήδη σημειώθηκε πιο πάνω, είναι αδύνατο πλέον τα αγαθά να είναι λιγότερα η να παράγονται με απαρχαιωμένες αναποτελεσματικές χρονοβόρες μεθόδους, ώστε να δικαιολογείται η “δεδομένη” αύξηση τιμών του 3-4% ανά έτος, σε σχέση με την ποσότητα χρήματος που κυκλοφορεί.

Σκεφτείτε πως αν το ποσοστό του πληθωρισμού ήταν αρκετά υψηλό, τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα θα ακρίβαιναν όπως τα νέα αυτοκίνητα, με βραδύτερο απλά ρυθμό.

Το ίδιο ισχύει για τη χρηματιστηριακή αγορά: εάν υπήρχε μια σταθερή ποσότητα χρήματος στην οικονομία, το συνολικό άθροισμα όλων των μετοχών όλων των αποθεμάτων (ή του δείκτη μετοχών) δεν θα μπορούσε να αυξηθεί. Επιπλέον, αν τα κέρδη των εταιρειών, στο σύνολό τους, δεν αυξάνονταν, δεν θα υπήρχε συνολική αύξηση των κερδών ανά μετοχή.

Πεπερασμένη ποσότητα χρήματος

Σε μια οικονομία όπου η ποσότητα του χρήματος θα ήταν σταθερή, τα επίπεδα των χρηματιστηριακών δεικτών, χρόνο με το χρόνο, θα ήταν σχεδόν σταθερά ή και με ελαφρώς καθοδική τάση – ανάλογα με το ρυθμό της αύξησης του αριθμού των νέων μετοχών που θα εκδίδονταν. Και, σε γενικές γραμμές, οι επιχειρήσεις (στο σύνολό τους) θα πωλούσαν μεγαλύτερο όγκο προϊόντων σε χαμηλότερες τιμές και τα συνολικά έσοδα θα παρέμεναν ίδια. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι επιχειρήσεις, στο σύνολό τους, θα αγόραζαν περισσότερα προϊόντα σε χαμηλότερες τιμές κάθε χρόνο, διατηρώντας αμετάλλακτη τη διαφορά μεταξύ εξόδων και εσόδων και τα συνολικά κέρδη περίπου στο ίδιο επίπεδο.

Υπό αυτές τις συνθήκες, τα κεφαλαιακά κέρδη (το όφελος από την χαμηλή αγορά και υψηλή πώληση περιουσιακών στοιχείων) θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με την σωστή επιλογή μετοχών – επενδύοντας δηλαδή σε εταιρείες που αυξάνουν μερίδιο στην πραγματική οικονομία, φέρνοντας στην αγορά νέα προϊόντα, τεχνολογικές καινοτομίες κλπ, αποκομίζοντας έτσι αναλογικά περισσότερα έσοδα και κέρδη σε σχέση με τις εταιρείες που είναι λιγότερο καινοτόμες και αποτελεσματικές.

Συναλλαγές βασισμένες σε πραγματικό πλούτο και σωστές πληροφορίες τιμών

Οι τιμές των μετοχών των κερδοφόρων εταιρειών θα αυξάνονταν, ενώ οι υπόλοιπες θα έπεφταν. Δεδομένου ότι η μέση μετοχή, δεν θα μπορούσε στην πραγματικότητα να αυξηθεί σε νομισματική αξία, τα περισσότερα από τα κέρδη των επενδυτών θα είχαν τη μορφή καταβολής μερισμάτων. Αντίθετα, στον σημερινό κόσμο , οι περισσότερες μετοχές – καλές και κακές – αυξάνονται κατά τη διάρκεια των πληθωριστικών ανοδικών τάσεων στις αγορές (bulls) και πέφτουν κατά τη διάρκεια των καθοδικών τάσεων στις αγορές (bears). Οι καλές εταιρείες απλά ανεβαίνουν ταχύτερα από τις κακές.

Ομοίως, οι τιμές των κατοικιών σε μια οικονομία με σταθερή ποσότητα χρήματος θα μειώνονταν σταδιακά, εκτός αν η αξία τους αυξανόταν λόγω ανακαίνισης η αναδιαμόρφωσης. Τα παλαιότερα σπίτια θα πωλούνταν φθηνότερα από τα νεότερα. Η αύξουσα τιμή ενός σπιτιού σε μια διάρκεια 30 ετών στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει το ποσό της χαμένης αγοραστικής δύναμης του χρήματος: Ενώ τα χρήματα χάνουν την αγοραστική τους δύναμη, τα σπίτια – και άλλα περιουσιακά στοιχεία με πιο περιορισμένη προσφορά – διατηρούν την αγοραστική τους δύναμη.

Η αύξηση του ΑΕΠ δεν συνεπάγεται βελτίωση της οικονομίας

Δεδομένου ότι είδαμε πως ούτε η χρηματιστηριακή αγορά, ούτε το ΑΕΠ μπορούν να ανέβουν σε σταθερή βάση, χωρίς να εισέρχονται περισσότερα χρήματα στην αγορά, μπορούμε τώρα να κατανοήσουμε ξεκάθαρα ότι η βελτίωση της οικονομίας δεν αποτελείται από μια αύξηση του ΑΕΠ ούτε και προκαλεί την συνολική άνοδο της χρηματιστηριακής αγοράς.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει κάποιος σύνδεσμος ανάμεσα στα χρήματα που κερδίζουν οι εταιρείες και στην χρηματιστηριακή τους αξία, στον σημερινό μας πληθωριστικό κόσμο , αλλά ότι οι παράμετροι του συνδέσμου αυτού – οι σχέσεις αποτίμησης όπως τα κέρδη, οι αναλογίες και η κεφαλαιοποίηση της χρηματιστηριακής αγοράς ως ποσοστό του ΑΕΠ – είναι εξαιρετικά ελαστικές και όπως θα δούμε παρακάτω, αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου. Το χρήμα εισρέει μερικές φορές περισσότερο στις μετοχές και άλλες φορές περισσότερο στις υποκείμενες επιχειρήσεις (που αντιπροσωπεύουν οι μετοχές), αλλάζοντας έτσι την ισορροπία των σχέσεων αποτίμησης.

Καταναγκαστική επένδυση

Όπως είδαμε, η όλη ιδέα της σταθερής συνεχούς αύξησης των τιμών των περιουσιακών στοιχείων και των μετοχών, είναι μία οικονομική ψευδαίσθηση. Αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι πως υποτιμάται το νόμισμά μας με την προσθήκη νέου πολιτικού χρήματος στην οικονομία που εκδίδεται απο τις κεντρικές τράπεζες. Οι τιμές των μετοχών, των σπιτιών, του χρυσού, κ.λπ. δεν αυξάνονται πραγματικά. Απλώς τα καταφέρνουν καλύτερα στο να διατηρήσουν την αξία τους από ό, τι το πολιτικό χαρτονόμισμα και οι ψηφιακοί λογαριασμοί. Αυτό συμβαίνει κυρίως διότι η προσφορά τους δεν αυξάνεται τόσο γρήγορα όσο αυτή του πολιτικού χρήματος.

Το γεγονός ότι σε μια τόσο αναπτυγμένη οικονομία πρέπει να αποταμιεύσουμε για το μέλλον μας είναι, στην πραγματικότητα, εξωφρενικό. Αν δεν παρήγαγαν με μανία χρήμα οι κυβερνήσεις και οι τράπεζες , τα πράγματα θα γίνονταν φθηνότερα με την πάροδο του χρόνου και δεν θα χρειαζόταν τόσα πολλά για τη συνταξιοδότησή μας, διότι η κάθε μέρα θα κόστιζε πολύ λιγότερο από ό, τι κοστίζει σήμερα. Εξαναγκαζόμαστε να επενδύουμε σε έναν κρατικά – χειραγωγημένο κόσμο – παραγωγής “υγιούς” πληθωρισμού, προκειμένου να προσπαθούμε να διατηρήσουμε μια σταθερή αγοραστική δύναμη.

Στο βαθμό που ορισμένοι από εμάς πλησιάσουν ακόμη και κοντά στην επιτυχία, δεχόμαστε άμεσα ακόμα μεγαλύτερη πίεση προς τα πίσω απο τον κεντρικό σχεδιασμό μέσω λυσσαλέων φοροεπιδρομών. Το όλο σύστημα του πληθωρισμού αποσκοπεί αποκλειστικά στο να ληστεύει και να αναδιανέμει κατά το δοκούν των κεντρικών αρχών τα εισοδήματα των ανθρώπων.

Τα “θεμελιώδη” δεν είναι θεμελιώδη.

Εφόσον λοιπόν, το νεοεισερχόμενο χρήμα είναι κυρίως αυτό που ανεβάζει τις τιμές των μετοχών και άλλων περιουσιακών στοιχείων, ποια είναι η σημαντικότητα των λεγόμενων “θεμελιωδών” – των εσόδων, των κερδών, των ταμειακών ροών, κ.λπ. ; Διότι και στην περίπτωση των “θεμελιωδών” το “φρέσκο” νεοεισερχόμενο χρήμα των κεντρικών τραπεζών είναι αυτό που κυρίως , επιδρά και διαμορφώνει αυτές τις μεταβλητές στο σύνολό τους.

Για παράδειγμα, τα έσοδα και, ιδιαίτερα, τα κέρδη, ανεβαίνουν και πέφτουν με την εισροή η την εκροή του χρήματος και των δαπανών του. Χρήμα το οποίο προκύπτει από την δημιουργία πιστώσεων των κεντρικών τραπεζών. Όταν η κυβέρνηση δημιουργεί νέο χρήμα και το εισάγει στην οικονομία, το νέο χρήμα αυξάνει τα χρηματικά έσοδα από πωλήσεις των επιχειρήσεων πριν αυξήσει το χρηματικό κόστος τους. Όταν τα χρηματικά έσοδα από τις πωλήσεις αυξάνονται ταχύτερα από ό, τι τα κόστη, συνεπακόλουθα αυξάνονται και τα περιθώρια χρηματικού κέρδους .

Συγκεκριμένα, αυτό συμβαίνει καθώς το νέο χρήμα που δημιουργείται ηλεκτρονικά από την κυβέρνηση, δανείζεται μέσω των τραπεζών και δαπανάται από τις επιχειρήσεις κυρίως για κεφαλαιακές επενδύσεις (capital expenditures – CAPEX) γεγονός που επιτρέπει στις επιχειρήσεις μέσω λογιστικών διαδικασιών και τεχνικών να μεταθέτουν για χρόνια την εγγραφή/αναγνώριση του κόστους.

Χρηματικά και όχι πραγματικά κόστη και κέρδη

Δεδομένου ότι οι δαπάνες αυτές αναγνωρίζονται ακόμα και χρόνια αφότου συμβούν πραγματικά, η νομισματική τους αξία έχει ήδη μειωθεί από τον πληθωρισμό τη στιγμή που αναγνωρίζονται. Για παράδειγμα, εάν μια εταιρεία αναγνωρίσει σήμερα 1 εκατομμύριο δολάρια για δαπάνες εξοπλισμού που αγοράστηκε το 2005, αυτό το 1 εκατομμύριο αν και διατηρεί την ονομαστική του τιμή, πρακτικά αξίζει λιγότερο σήμερα, από ό,τι το 2005, αλλά αναγνωρίζεται με την αγοραστική δύναμη που ισχύει σήμερα.

Με περισσότερο χρήμα να δημιουργείται διαχρονικά , το σύνολο των εσόδων είναι πάντα μεγαλύτερο από το σύνολο του κόστους, δεδομένου ότι τα περισσότερα κόστη, προκύπτουν όταν υπάρχουν λιγότερα χρήματα. Έτσι, λόγω του πληθωρισμού, η συνολική νομισματική αποτίμηση των εξόδων των επιχειρήσεων σε ένα δεδομένο χρονικό διάστημα είναι μικρότερη από τη συνολική νομισματική αποτίμηση των αντίστοιχων εσόδων. Εαν δεν υπήρχε νομισματικός πληθωρισμός, τα κόστη θα ήταν πιο κοντά στο να ισοδυναμούν των εσόδων, ακόμη και εάν η αναγνώριση τους απο τις επιχειρήσεις καθυστερούσε.

Εν ολίγοις, η πιστωτική επέκταση μεγαλώνει τις διαφορές μεταξύ των εσόδων και του κόστους, αυξάνοντας αυτομάτως τα περιθώρια χρηματικού κέρδους. Το τεράστιο ποσό των χρημάτων που δημιουργήθηκαν απο το 2008 κι έπειτα απο την FED είναι η αιτία για τα αμύθητα νομισματικά κέρδη που αναφέρουν οι εταιρείες σήμερα (παρόλο που το ποσό των χρημάτων που δανείστηκαν ήταν μικρό, σε σχέση με την αύξηση της νομισματικής βάσης).

Νομισματική και όχι οικονομική ευημερία

Εφόσον τα εισοδήματα από πωλήσεις αυξάνονται πριν από την αύξηση του κόστους, με κάθε γύρο νέου τυπωμένου χρήματος απο την κεντρική τράπεζα , τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων παραμένουν διευρυμένα. Μπορούν επίσης να αυξηθούν παράλληλα με την αύξηση του ποσοστού του πληθωρισμού. Αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο οι χώρες με υψηλά ποσοστά πληθωρισμού έχουν τόσο υψηλά ποσοστά κέρδους. Κατά τη διάρκεια μιας δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, όταν η κυβέρνηση εγκαταλείπει τον υψηλό ρυθμό έκδοσης χρήματος , τα κέρδη συρρικνώνονται και σε περιόδους αποπληθωρισμού, τα έσοδα από τις πωλήσεις πέφτουν πιο γρήγορα από ό, τι πέφτουν τα κόστη.

Η εισροή νέων χρημάτων της κεντρικής τράπεζας στη βιομηχανία, αποτελεί επίσης την κύρια αιτία για τις θετικές αλλαγές που οδηγούν ανοδικά τους οικονομικούς δείκτες όπως η βιομηχανική παραγωγή, οι διαρκείς καταναλωτικές δαπάνες και οι λιανικές πωλήσεις. Καθώς δημιουργείται νέο χρήμα, αυτές οι μεταβλητές ανεβαίνουν με βάση τη νέα νομισματική ζήτηση και όχι λόγω της επανεκκίνησης της πραγματικής οικονομικής ανάπτυξης. Είναι επί της ουσίας μια ανάπτυξη των δεικτών.

Ένα τελευταίο παράδειγμα σχετικά με το πως επηρεάζει το χρήμα τα “θεμελιώδη” είναι τα επιτόκια. Αν δεν υπάρχει περισσότερο χρήμα για μετοχές, είναι δύσκολο να ανέβουν οι τιμές τους, εκτός εάν τα επιτόκια μειώθηκαν λόγω αύξησης των αποταμιεύσεων, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει στην εποχή μας. Στην πραγματικότητα, η βοήθεια που απαιτείται για την άνοδο της αγοράς προέρχεται από το γεγονός πως, όταν τα επιτόκια μειώνονται, αυτό συμβαίνει επειδή η κεντρική τράπεζα δημιουργεί νέο χρήμα για τις αγορές δανειακών κεφαλαίων. Αυτό αυξάνει την προσφορά δανειακών κεφαλαίων και ως εκ τούτου μειώνει τα επιτόκια. Το νέο χρήμα που εισέρχεται στην αγορά είναι που την βοηθά στη συνέχεια να παρουσιάζεται αναπτυσσόμενη.

Πληθωρισμός επενδυτικών αγαθών και πληθωρισμός τιμών καταναλωτή

Το νέο χρήμα επηρεάζει τις τιμές των επενδυτικών αγορών και κεφαλαιακών αγαθών περισσότερο από τις τιμές καταναλωτή. Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι η Federal Reserve έχει κάνει καλή δουλειά για την πρόληψη του πληθωρισμού κατά τα τελευταία 30 περίπου χρόνια. Η πραγματικότητα είναι ότι η fed έχει δημιουργήσει ένα τεράστιο ποσό χρημάτων, όμως τα χρήματα αυτά έχουν δυσανάλογα εισρεύσει στις χρηματοπιστωτικές αγορές αντί στην πραγματική οικονομία, όπου διαφορετικά θα δημιουργούσαν δραστικά μεγαλύτερο πληθωρισμό τιμών καταναλωτή.

Υπάρχουν δύο κύριοι λόγοι για αυτή την διοχέτευση των χρημάτων στην χρηματοοικονομική αγορά. Το πρώτο είναι οι αλλαγές στο χρηματοπιστωτικό σύστημα στα μέσα και τα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν μια έκρηξη πιστωτικών διαύλων πέραν του παραδοσιακού τραπεζικού δανεισμού άνοιξε για τις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Το δεύτερο είναι οι μεταβολές του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ στα τέλη του 1980, όταν έγινε μεγαλύτερο και τα έσοδα από τις εξαγωγές των ξένων ανακυκλώθηκαν από ξένες κεντρικές τράπεζες στις αγορές επενδυτικών αγαθών των ΗΠΑ. Η διαφοροποίηση της διαδικασίας πιστώσεων έχει μετατοπίσει το κέντρο βάρους μακριά από τον συμβατικό τραπεζικό δανεισμό.

Διαρκής πιστωτική επέκταση προς τα χρηματιστήρια από την κεντρική τράπεζα

Η υπεροχή των χρηματοπιστωτικών αγορών και η διάδοση των πιστωτικών διαύλων έξω από το [παραδοσιακό] νομισματικό σύστημα έχουν μειώσει σε μεγάλο βαθμό τις σχέσεις μεταξύ πιστωτικής επέκτασης και πληθωρισμού των τιμών στις μεγάλες δυτικές οικονομίες. Η εντυπωσιακή μείωση του πληθωρισμού είναι μια επικίνδυνη αυταπάτη. Έχει συμβεί σε μεγάλο βαθμό με την αντικατάσταση ενός συνόλου σοβαρών προβλημάτων έναντι άλλων σοβαρότερων.

Το τεράστιο ποσό των αποθεματικών που δημιουργήθηκαν από το 2008 και μετά – για την αντιμετώπιση της ύφεσης – μπορεί να μην οδήγησε σε άγριο πληθωρισμό τιμών καταναλωτή όπως θα περίμενε ο καθένας , αλλά αντί αυτού δημιουργεί άγριο πληθωρισμό τιμών των επενδυτικών αγαθών.

Μία από τις επιπτώσεις του νέου χρήματος που ρέει δυσανάλογα ανεβάζοντας τις τιμές των επενδυτικών αγορών είναι ότι η Fed δεν μπορεί να «αναπτύξει την οικονομία» τόσο πολύ όσο στο παρελθόν, δεδομένου ότι τα περισσότερα από τα νέα χρήματα που δημιουργήθηκαν στο τραπεζικό σύστημα ρέουν στις τιμές των assets και όχι στο ΑΕΠ. Δεδομένου ότι είναι κοινή πεποίθηση πως η δημιουργία χρήματος είναι απαραίτητη για μια αναπτυσσόμενη οικονομία, και δεδομένου ότι πιστεύεται πως η Fed δημιουργεί πραγματική ζήτηση (και όχι μόνο νομισματική ζήτηση), η Fed τρομπάρει όλο και περισσότερο χρήμα στην οικονομία, προκειμένου να «την αναπτύξει».

Αυτό σημαίνει επίσης ότι περισσότερα χρήματα – σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας – «διαρρέουν» προς τις τιμές των επενδυτικών αγαθών σε σχέση με ό,τι ίσχυε ως σήμερα.

Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο η έκρηξη τιμών των επενδυτικών αγαθών στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως συνέβη με τον Nasdaq και τις στεγαστικές φούσκες, αλλά και σε άλλες χώρες σε όλο τον κόσμο, καθώς το νέο χρήμα κάνει τον δρόμο του προς αγορές επενδυτικών αγαθών ξένων χωρών. (Όπως για παράδειγμα συνέβη με τις στεγαστικές φούσκες στην Ευρώπη και – πρόσφατα – με τις στεγαστικές φούσκες στην Κίνα.). Για το πως στρεβλώνουν την οικονομία οι πιστωτικές φούσκες στα επενδυτικά και κεφαλαιακά αγαθά μπορείτε να διαβάσετε επίσης εδώ κι εδώ

Μπορούν οι κρατικές δαπάνες να ανεβάσουν το Χρηματιστήριο και την οικονομία;

Η απάντηση είναι “ναι” και “όχι”. Οι κρατικές δαπάνες δεν αποκαθιστούν την πραγματική ζήτηση, παρά μόνο την ονομαστική νομισματική ζήτηση. Η νομισματική ζήτηση είναι εντελώς άσχετη με την πραγματική οικονομία, δηλαδή, την πραγματική παραγωγή, τη δημιουργία αγαθών και υπηρεσιών, την αύξηση των πραγματικών μισθών, και τη δυνατότητα να καταναλώνουμε αληθινά πράγματα – σε αντίθεση με έναν υπολογιζόμενο αριθμό του ΑΕΠ.

Οι κρατικές δαπάνες βλάπτουν την οικονομία και καθυστερούν την ανάρρωση της μετά από υφέσεις. Είναι εξωφρενική η σκέψη ότι μια ώθηση δαπανών, δηλαδή, παίρνοντας χρήματα από τον παραγωγικό τομέα (μια απο-συσσώρευση κεφαλαίου) και χρησιμοποιώντας τα για να καταναλωθούν ήδη υπάρχοντα αγαθά, ή χρησιμοποιώντας τα για να κατευθύνεις κεφαλαιουχικά αγαθά προς μη κερδοφόρες χρήσεις, θα μπορούσαν με τη σειρά τους να δημιουργήσουν νέο πραγματικό πλούτο, πραγματικά αγαθά και υπηρεσίες. Πρόκειται απλά για ανοησία.

Αυτό που είναι απαραίτητο κατά τη διάρκεια μιας ύφεσης είναι να επιτραπεί στην οικονομία να χειροτερέψει – για να “καθαρίσει” τις πλεονάζουσες υπερβάσεις και να ανακαθοριστεί σε μια σταθερή βάση. Οι “σπασμένες” οικονομίες υποφέρουν από λανθασμένη κατανομή πόρων, εργασίας και κεφαλαίων απόρροια παρεμβάσεων των κυβερνήσεων και των νομισματικών πολιτικών των κεντρικών τραπεζών και ως εκ τούτου μπορούν να θεραπευτούν μόνο επιτρέποντας τη φυσική ισορροπία της οικονομίας να αποκατασταθεί. Η πτώση των τιμών η έλλειψη κυβερνητικών παρεμβάσεων, η διακοπή αναχρηματοδότησης αντιπαραγωγικών συντελεστών και η πτώση στις καταναλωτικές δαπάνες αποτελούν μέρος αυτής της διαδικασίας.

Οι κρατικές δαπάνες έχουν ελάχιστη σχέση με τις χρηματιστηριακές επενδύσεις

Δεδομένου ότι οι κρατικές δαπάνες δεν μπορούν να βοηθήσουν την πραγματική οικονομία, μπορούν ίσως να βοηθήσουν το ΑΕΠ; Ναι, μπορούν. Εφόσον κατανοήσουμε πως το ΑΕΠ είναι ως επί το πλείστον ένας δείκτης μέτρησης πληθωρισμού, αν οι τράπεζες είναι πρόθυμες να δανείσουν και οι δανειολήπτες είναι πρόθυμοι να δανειστούν, τότε το νέο χρήμα που δαπανά η κυβέρνηση θα πάρει τον δρόμο του μέσα στην οικονομία. Καθώς οι τράπεζες δανείζουν το νέο χρήμα όταν το παραλάβουν, η προσφορά χρήματος θα αυξηθεί και έτσι θα αυξηθεί το ΑΕΠ. Γεγονός που δεν αντικατοπτρίζει ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, μια πραγματική αύξηση του πλούτου.

Όσον αφορά την ιδέα πως οι κρατικές δαπάνες βοηθάνε τη χρηματιστηριακή αγορά, η ανάλυση είναι λίγο πιο περίπλοκη. Οι κρατικές δαπάνες καθ ‘εαυτές δεν μπορούν να βοηθήσουν την χρηματιστηριακή αγορά, δεδομένου ότι λίγα από τα χρήματα που δαπανώνται θα βρουν τον δρόμο τους προς τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Αλλά η δημιουργία των χρημάτων που προκύπτει όταν η κεντρική τράπεζα (έμμεσα) αγοράζει νέο κρατικό χρέος, μπορεί να αυξήσει σίγουρα τη χρηματιστηριακή αγορά. Εάν τα νέα χρήματα που δημιουργούνται από την κεντρική τράπεζα δανειστούν από τις εμπορικές τράπεζες, μεγάλο μέρος τους θα καταλήξει στο χρηματιστήριο και σε άλλες χρηματοπιστωτικές αγορές, ωθώντας τις τιμές υψηλότερα.

Ο πιο σημαντικός οικονομικός και χρηματοπιστωτικός δείκτης στον σημερινό πληθωριστικό κόσμο είναι αυτός της προσφοράς χρήματος (Money supply MS). Προσπαθώντας να προβλέψουμε το χρηματιστήριο και τις κινήσεις του ΑΕΠ βασισμένοι στην ανάλυση των παραδοσιακών οικονομικών και χρηματοοικονομικών δεικτών μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένες εκτιμήσεις. Βασισμένοι κυρίως στα «θεμελιώδη» σημαίνει πως αγνοούμε σε μεγάλο βαθμό τις οικονομικές δυνάμεις που επηρεάζουν αυτά τα ίδια “θεμελιώδη”. Οι κύριες δυνάμεις βρίσκονται στις μεταβολές προσφοράς χρήματος. Ως εκ τούτου, παρακολουθώντας τους νομισματικούς δείκτες θα έχουμε καλύτερη εικόνα για τις μελλοντικές τιμές των μετοχών και την αύξηση του ΑΕΠ.

***

Διαβάστε περισσότερα:

Ο Kel Kelly είναι επικεφαλής οικονομικής και εμπορευματικής έρευνας σε διεθνή εταιρεία ενέργειας και αγροβιομηχανίας. Είναι συγγραφέας του βιβλίου “The case for legalizing capitalismαπό το οποίο αντλήθηκαν αναλύθηκαν και αποδόθηκαν τα ανωτέρω.